
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ,
κατά την οποία, ο υπαιτίως ζημιώσας άλλον παρά τον νόμο υποχρεούται σε
αποζημίωση, προκύπτει ότι η σχετική αγωγή θεμελιώνεται στην ζημιογόνο ...
συμπεριφορά του εναγομένου και στην υπαιτιότητα αυτού, η οποία
περιλαμβάνει τόσον τον δόλο όσον και την αμέλεια. Εξ άλλου, κατά την
διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν
το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα.
Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί,
οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή
παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και
στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου
εφέσεως. Επομένως, η λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο άλλης αγωγικής
βάσεως από την προτεινομένη με την αγωγή ιδρύει βασίμως τον εν λόγω
αναιρετικό λόγο, ως όταν επί αγωγής εξ αδικοπραξίας στηριζομένης στον
δόλο το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή με το σκεπτικό ότι συνέτρεχε αμέλεια
του εναγομένου ή αντιστρόφως. Δεν ιδρύεται όμως ο εν λόγω λόγος
αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο επί αγωγής εξ αδικοπραξίας στηριζομένης
στην αμέλεια δεχθεί συντρέξαντα επιπρόσθετα πραγματικά περιστατικά μη
περιεχόμενα στην αγωγή εξειδικεύοντα περαιτέρω την αμελή συμπεριφορά,
αφού η έννοια της αμελείας δύναται παραδεκτώς να συγκεκριμενοποιείται
βάσει των περιστατικών, τα οποία προκύπτουν από την αποδεικτική
διαδικασία, έστω και εάν δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην
αγωγή, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι δεν προσδίδεται ουσιωδώς διάφορο
περιεχόμενο στην εκτιθεμένη στην αγωγή αμελή συμπεριφορά και δεν
μεταβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο η βάση της αγωγής.
Αριθμός 1687/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο ".... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην ..., 2) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Χ. Ν., κατοίκου ... και 4) Π. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ... (B...) Ν... του (D...) Φ... κατοίκου ... προσωρινά διαμένοντος στη .., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5/2/2013 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της μη διαδίκου στη δίκη αυτή ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της μη διαδίκου στη δίκης αυτή ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... .A.E.". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11683/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1393/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσειόντες με την από 25/6/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.
Εν προκειμένω, από την υπ' αριθμόν 3405/6 Φεβρουαρίου 2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Β. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 25ης Ιουνίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως έχει νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο, καλούμενο να παραστεί κατά την ορισθείσα στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο. Κατά την εν λόγω δικάσιμο δεν ενεφανίσθη ο αναιρεσίβλητος, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως.
Συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτού. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 1393/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καθ' ο μέρος δι' αυτής έχει γίνει δεκτή η από 29ης Ιουνίου 2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου αφορώσα αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξ εργατικού ατυχήματος. Αρχικώς ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την εν λόγω αγωγή κατά της ομορρύθμου εταιρίας "... Ο.Ε.", των Α. Χ. και Σ. Τ., της πρώτης των αναιρεσειόντων εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης "... Ε.Π.Ε." και των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων Μ. Γ., Χ. Δ. Ν. και Π. Λ. αντιστοίχως, ενώ η εταιρία "... Ο.Ε." άσκησε προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "... A.A.E.", η οποία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής. Επί των εν λόγω συνεκδικασθεισών αγωγής, προσεπικλήσεως, παρεμπιπτούσης αγωγής και προσθέτου παρεμβάσεως εξεδόθη η υπ' αριθμόν 11683/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας απερρίφθησαν η παρεμπίπτουσα αγωγή και η παρέμβαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Κατά της ως άνω αποφάσεως η εταιρία "... Ο.Ε." και οι Α. Χ. και Σ. Τ. άσκησαν την από 21ης Σεπτεμβρίου 2015 έφεση και οι αναιρεσείοντες την από 19ης Οκτωβρίου 2015 έφεση. Επί των συνεκδικασθεισών εν λόγω εφέσεων εξεδόθη η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά παραδοχή των εφέσεων, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, παρεπέμφθησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς εκδίκαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς την εναγομένη εταιρία "... Ο.Ε." και τους εναγομένους Α. Χ. και Σ. Τ. και η παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "... A.A.E." και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου καθ' ο μέρος εστρέφετο κατά των αναιρεσειόντων, οι οποίοι εν συνεχεία άσκησαν την προαναφερομένη υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚπολΔ. Πρέπει, συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, ο υπαιτίως ζημιώσας άλλον παρά τον νόμο υποχρεούται σε αποζημίωση, προκύπτει ότι η σχετική αγωγή θεμελιώνεται στην ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου και στην υπαιτιότητα αυτού, η οποία περιλαμβάνει τόσον τον δόλο όσον και την αμέλεια. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Επομένως, η λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο άλλης αγωγικής βάσεως από την προτεινομένη με την αγωγή ιδρύει βασίμως τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ως όταν επί αγωγής εξ αδικοπραξίας στηριζομένης στον δόλο το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή με το σκεπτικό ότι συνέτρεχε αμέλεια του εναγομένου ή αντιστρόφως. Δεν ιδρύεται όμως ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο επί αγωγής εξ αδικοπραξίας στηριζομένης στην αμέλεια δεχθεί συντρέξαντα επιπρόσθετα πραγματικά περιστατικά μη περιεχόμενα στην αγωγή εξειδικεύοντα περαιτέρω την αμελή συμπεριφορά, αφού η έννοια της αμελείας δύναται παραδεκτώς να συγκεκριμενοποιείται βάσει των περιστατικών, τα οποία προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και εάν δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι δεν προσδίδεται ουσιωδώς διάφορο περιεχόμενο στην εκτιθεμένη στην αγωγή αμελή συμπεριφορά και δεν μεταβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο η βάση της αγωγής.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: " Η Εταιρία Παροχής ... Α.Ε. (...) είχε αναθέσει στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " ... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", εργολαβικά, ως ανάδοχο, δυνάμει ετήσιας (για το έτος 2011) σύμβασης έργου, την εκτέλεση τμήματος του έργου εγκατάστασης δικτύου φυσικού αερίου στη Βόρεια Ελλάδα (...). Η πρώτη εναγομένη, με τη σειρά της, είχε αναθέσει, υπεργολαβικά, δυνάμει του από 16.08.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην τέταρτη εναγομένη, μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ... Ε.Π.Ε." με το διακριτικό τίτλο ".... Ε.Π.Ε." (ήδη 1η αναιρεσείουσα), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον πέμπτο των εναγομένων (ήδη 2ο αναιρεσείοντα), που είναι και ο διαχειριστής της, την εκτέλεση τμήματος του παραπάνω έργου που είχε αναλάβει (...) - η τέταρτη εναγομένη, χρησιμοποιούσε, ως εργαζομένους της, έχοντας προστήσει αυτούς στην υπηρεσία τους, τον έκτο εναγόμενο, Χ. Ν., (ήδη 3ο αναιρεσείοντα) στη θέση του εργοδηγού, επόπτη και υπεύθυνο των εργασιών και τον έβδομο εναγόμενο, Π. Λ. (ήδη 4ο αναιρεσείοντα) στη θέση του οδηγού, ενώ προσέλαβε, στις 06.09.2011, και τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως ανειδίκευτος εργάτης στο ίδιο έργο, με ειδικότερα καθήκοντα τον οπτικό έλεγχο των σκαμμάτων εκσκαφής του δικτύου φυσικού αερίου και πιο συγκεκριμένα τον έλεγχο της τυχόν διέλευσης από την περιοχή του σκάμματος δικτύων κοινής ωφέλειας και ακολούθως την ενημέρωση του χειριστή του εκσκαπτικού μηχανήματος, αλλά και τον καθαρισμό όλης της περιοχής γύρω από το σκάμμα, ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια οι τεχνίτες της εναγομένης να τοποθετήσουν τους αγωγούς φυσικού αερίου. Στις 19.12.2011 (...) ο εργοδηγός της εναγομένης και ήδη έκτος εναγόμενος Χ. Ν. επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το συνεργείο, δίνοντας εντολή στον Π. Λ. και τον ενάγοντα να παραλάβουν έναν αγωγό, διαμέτρου φ63 (χιλιοστών) και μήκους 150 μέτρων, από το κινητό εργοτάξιο της εργολάβου εταιρίας ("...") στον ... και να τον μεταφέρουν σε άλλο εργοτάξιο της τέταρτης εναγομένης, στην περιοχή .... Κατά τις εντολές του εργοδηγού, ο αγωγός έπρεπε να μεταφερθεί από τους δύο εργαζομένους με το φορτηγό που οδηγούσε ο Π. Λ., μέσω μίας τροχήλατης ανέμης (εκτυλίχτριας) που θα τη συνέδεαν στο φορτηγό. Η εκτυλίχτρια αυτή είναι μία μεταλλική κατασκευή, φερόμενη σε ρυμουλκούμενο όχημα, στην οποία τυλίγεται σε κουλούρα εύκαμπτος πλαστικός σωλήνας πολυαιθυλενίου, μεγάλου μήκους, που χρησιμοποιείται για τη διέλευση φυσικού αερίου. Σε εκτέλεση των παραπάνω εντολών του εργοδηγού, ο Π. Λ. με τον ενάγοντα μετέβησαν με το φορτηγό, που διέθετε ανυψωτικό βραχίονα μεταφοράς (παπαγαλάκι) στο κινητό εργοτάξιο της "..." στον .... Εκεί τους ανέμενε ο αποθηκάριος της "..." Χ. Δ., τον οποίο είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς ο εργοδηγός της "..." Ι. Δ. και του είχε υποδείξει τον αγωγό που θα μεταφερόταν. Πράγματι, ο αποθηκάριος υπέδειξε τον αγωγό, όμως η μεταφορά δεν μπορούσε να γίνει αμέσως, καθώς στην εκτυλίχτρια υπήρχε ήδη τυλιγμένος αγωγός άλλης διαμέτρου, και συγκεκριμένα διαμέτρου φ125 (χιλιοστών) και μήκους 150 μέτρων, τον οποίο έπρεπε να αφαιρέσουν ο Π. Λ. με τον ενάγοντα και στη συνέχεια να προσαρμόσουν στη θέση του τον αγωγό που έπρεπε να μεταφερθεί. Έτσι, ο Π. Λ. με τον ενάγοντα, αφού προέβησαν στη σύνδεση της εκτυλίχτριας (κοτσάρισμα) στο φορτηγό, προχώρησαν στην αναγκαία για την αντικατάσταση της κουλούρας του ευρισκόμενου στην εκτυλίχτρια αγωγού αφαίρεση του πλαϊνού μεταλλικού πλαισίου (ανέμη) αυτής. Για το σκοπό αυτό ο Π. Λ. ανέβηκε στη ρόδα του οχήματος που έφερε την εκτυλίχτρια και αφαίρεσε τις τρεις ασφάλειες που υπήρχαν εκεί, προκειμένου να συγκρατούν το πλαϊνό μεταλλικό πλαίσιο και στη συνέχεια ζήτησε από τον ενάγοντα, ο οποίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν μπροστά στην εκτυλίχτρια, πατώντας στο έδαφος, να τραβήξει με τα χέρια του την ανέμη, προκειμένου αυτή, μετά την απασφάλισή της, να μετακινηθεί και στη συνέχεια να την τοποθετήσει με τη βοήθεια του Π. Λ. στο έδαφος. Ο τρόπος αυτός ήταν επικίνδυνος, καθώς η ανέμη ήταν μεταλλική και είχε πολύ μεγάλο βάρος και όγκο και ο ενάγων δεν θα μπορούσε να τη συγκρατήσει μόνος του, ενώ υπήρχε κίνδυνος πτώσης και της κουλούρας του αγωγού που ζύγιζε 500 περίπου κιλά. Για το λόγο ακριβώς αυτό ο ενάγων ζήτησε από τον Π. Λ. να μην εκτελεστεί η εργασία με τον τρόπο που εκείνος του είχε υποδείξει, όμως ο Π. Λ. τον καθησύχασε, λέγοντάς του αυτή ήταν η πάγια πρακτική της εταιρίας για το είδος της συγκεκριμένης εργασίας, κάτι που όπως αποδείχθηκε πράγματι γινόταν με τον παραπάνω τρόπο, παρά τους κινδύνους που εγκυμονούσε, και μάλιστα με εντολή του πέμπτου εναγομένου (ως εκπροσώπου και διαχειριστή της τέταρτης) για λόγους εξοικονόμησης χρόνου, αλλά και εν γνώσει του έκτου εναγομένου (εργοδηγού της). Ο ενάγων αναγκάσθηκε να υπακούσει στις εντολές του Π. Λ., καθώς εκείνος μεν γνώριζε και εκτελούσε τις εντολές του εκπροσώπου της τέταρτης εναγομένης - πέμπτου εναγομένου και του εργοδηγού της έκτου εναγομένου ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας, ενώ ο ίδιος (ενάγων) ήταν ανειδίκευτος εργάτης, αλλοδαπής (αλβανικής) καταγωγής, χωρίς καμία εμπειρία στη συγκεκριμένη εργασία, που, αντίθετα προς τον Π. Λ., την εκτελούσε για πρώτη φορά. Κατά την εκτέλεση όμως της εργασίας με τον παραπάνω (επικίνδυνο) τρόπο, η ανέμη μαζί με την κουλούρα του αγωγού, που άρχισε κι αυτή να κουνιέται, άρχισαν να γέρνουν, λόγω του μεγάλου βάρους τους, προς την πλευρά των δύο εργαζομένων και σχεδόν αμέσως έπεσαν στο έδαφος, παρά την προσπάθεια του Π. Λ. και του ενάγοντος να τις συγκρατήσουν. Ο Π. Λ.ς πρόλαβε να απομακρυνθεί, όμως ο ενάγων παγιδεύτηκε κάτω από την ανέμη και την κουλούρα του αγωγού, με αποτέλεσμα να χτυπηθεί αρχικά από την ανέμη στο πάνω μέρος του κεφαλιού του και να υποστεί κακώσεις και στη συνέχεια να καταπλακωθεί το δεξί του πόδι και από τα δύο (ανέμη και κουλούρα αγωγού) μέχρι το ύψος του μηρού. Το παραπάνω (εργατικό κατά την έννοια του νόμου) ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων και του αρμοδίου οργάνου της τέταρτης εναγομένης, επειδή από αμέλειά τους δεν έλαβαν και δεν τήρησαν τα προβλεπόμενα από το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 85 παρ. 1 και 3 και 111 του π.δ. 1073/1981 σε συνδ. με το ν. 1396/1983, που ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφάλειας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα, καθώς και των άρθρων 42 παρ. 1, δ περ. γ', δ' και στ', 8 περ. β' και δ', 47 παρ. 1 εδ. β' και 48 παρ. 1 και 3 του ν. 3850/2010, μέτρα ασφαλείας, αλλά και επειδή από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας με τον προαναφερθέντα (επικίνδυνο) τρόπο και ειδικότερα ότι κατά την προσπάθεια αφαίρεσης της ανέμης και της κουλούρας του αγωγού χωρίς την προηγούμενη πρόσδεσή τους σε γερανό, μπορούσε να επέλθει η πτώση τους πάνω στον ενάγοντα και ο συνακόλουθος τραυματισμός του. Ειδικότερα, ο πέμπτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας του ενάγοντος τέταρτης εναγομένης, δεν έλαβε και δεν τήρησε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, που συνίσταντο: α) στην παρουσία, ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας αφαίρεσης της ανέμης, εκφόρτωσης του υπάρχοντος αγωγού και φόρτωσης του νέου, εκπροσώπου της για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εκτέλεσης των ως άνω εργασιών και το συντονισμό και καθοδήγηση του Π. Λ. και του ενάγοντος, β) στην πλήρη ενημέρωση του ενάγοντος για το βάρος της ανέμης και του αγωγού που επρόκειτο να αφαιρεθεί και για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η ως άνω εργασία και μάλιστα κατά τρόπο κατανοητό για τον τελευταίο, δεδομένης και της αλλοδαπής καταγωγής του, γ) στην παροχή επαρκών πληροφοριών για την ορθή χρήση του εξοπλισμού που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κατά την εργασία και ειδικότερα για την ανάγκη χρήσης του μηχανισμού ανύψωσης (παπαγαλάκι) και μάλιστα πριν και όχι μετά την απασφάλιση της ανέμης, δηλαδή όχι μόνο για τη φόρτωση του νέου αγωγού στην εκτυλίχτρια αλλά και για την αφαίρεση της ανέμης και του ήδη υπάρχοντος εκεί αγωγού, δ) στην ανάθεση καθηκόντων στον ενάγοντα, αφενός χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ικανότητες του εν λόγω εργαζομένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας, ενόψει του ότι ήταν ανειδίκευτος, δεν είχε καμία εμπειρία προς τούτο και εκτελούσε την ως άνω εργασία για πρώτη φορά και αφετέρου χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και εκπαίδευσή του, και χωρίς παροχή σ' αυτόν κατάλληλων οδηγιών για την εκτέλεση των εργασιών επ' ευκαιρία της μετάβασής του στο χώρο του εργοταξίου της πρώτης εναγομένης. Αλλά, ακόμη, και στο ότι έδωσε εντολή δια του προστηθέντος υπαλλήλου της εργοδότριας εταιρίας εβδόμου εναγομένου, να αφαιρεθεί η μεταλλική ανέμη και η κουλούρα του αγωγού, χωρίς τη χρήση του ειδικού ανυψωτικού μηχανήματος, προς εξοικονόμηση χρόνου. Οι παραλείψεις αυτές του πέμπτου εναγομένου, που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, δημιουργούν εις ολόκληρον ευθύνη του ίδιου και της τέταρτης εναγομένης, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΑΚ. Η τέταρτη εναγομένη ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον και με τους προστηθέντες από αυτήν εργαζομένους της, έκτο και έβδομο των εναγομένων, για τη ζημία που αυτοί παράνομα και υπαίτια προξένησαν στον ενάγοντα κατά την υπηρεσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 922 του ΑΚ. Ειδικότερα, ο έκτος εναγόμενος, εργαζόμενος στην τέταρτη, με την ιδιότητα του εργοδηγού, επόπτη και υπεύθυνου των εργασιών του έργου, και προστηθείς από αυτήν, αφού ενεργούσε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της σύμφωνα με τις οδηγίες και υποδείξεις της, ευθύνεται διότι έδωσε εντολή στον ενάγοντα να συνοδεύσει τον οδηγό του φορτηγού Π. Λ., προκειμένου από κοινού να παραλάβουν την εκτυλίχτρια με τον υποδειχθέντα από αυτόν αγωγό, κατόπιν αφαίρεσης του ευρισκόμενου σ' αυτήν άλλου αγωγού, χωρίς προηγουμένως να επιστήσει την προσοχή του ενάγοντος, που επισκεπτόταν για πρώτη φορά το χώρο του κινητού εργοταξίου της πρώτης εναγομένης, έβλεπε για πρώτη φορά αντίστοιχο μηχάνημα (εκτυλίχτρια) και θα ενεργούσε για πρώτη φορά ανάλογη εργασία, στους κινδύνους που εγκυμονούσε η εργασία αυτή, χωρίς να τον ενημερώσει κατά τρόπο κατανοητό και κατάλληλο για τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί για να διεκπεραιωθεί η εργασία με ασφάλεια, χωρίς να τον εκπαιδεύσει προς τούτο, χωρίς να υποδείξει το σωστό τρόπο για την ασφαλή απομάκρυνση της ανέμης και της κουλούρας του αγωγού μέσω του ανυψωτικού μηχανήματος, κάτι που η τέταρτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της πέμπτου εναγομένου παρέλιπε εν γνώσει του έκτου εναγομένου για τους προαναφερθέντες λόγους εξοικονόμησης χρόνου, και τέλος, χωρίς να παρίσταται ο ίδιος αυτοπροσώπως κατά τη διάρκεια της εργασίας αυτής για την επίβλεψη και το συντονισμό των ενεργειών του Π. Λ. και του ενάγοντος. Και, τέλος, ο έβδομος εναγόμενος, εργαζόμενος στην τέταρτη, με την ιδιότητα του οδηγού φορτηγού, και προστηθείς από αυτήν, ευθύνεται διότι, ενώ ο ίδιος είχε εκτελέσει πολλές φορές στο παρελθόν την ίδια εργασία, παρέλειψε ως εμπειρότερος και αρχαιότερος υπάλληλος να παράσχει στον ενάγοντα τις δέουσες πληροφορίες αναφορικά με τους κινδύνους που υπήρχαν, κατά τρόπο κατανοητό γι' αυτόν, παρέλειψε να τον ενημερώσει για τη διαδικασία σταδιακής αφαίρεσης αρχικά των ασφαλειών, στη συνέχεια της μεταλλικής ανέμης και τελικά της κουλούρας του αγωγού, ώστε ο ενάγων σε κάθε στάδιο να γνωρίζει τι επρόκειτο να επακολουθήσει, και κυρίως παρέλειψε να κάνει χρήση του ανυψωτικού μηχανισμού πριν την αφαίρεση των ασφαλειών της ανέμης, προκειμένου να διεκπεραιωθεί η εργασία με ασφάλεια. Οι παραπάνω παραλείψεις των εναγομένων τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο τραυματισμός του ενάγοντος, διότι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφεραν. (...) Οι παραπάνω παραδοχές προκύπτουν από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων, ιδιαίτερη μνεία όμως πρέπει να γίνει, δεδομένου ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (και του εβδόμου που εξετάσθηκε χωρίς όρκο), όπως και οι θέσεις των ίδιων των διαδίκων, συγκρούονται μεταξύ τους, στην από 01.04.2012 έκθεση του Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, Π. Π., ο οποίος διενήργησε σχετική αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος στις 23.12.2011, τέσσερις μόλις ημέρες μετά το ατύχημα, συνοδευόμενος από τον Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, Α. Τ., μετά την αναγγελία του ατυχήματος από την τέταρτη εναγόμενη, στην Επιθεώρηση Εργασίας και κατέληξε στα ταυτόσημα με τις παραπάνω παραδοχές της παρούσας αποφάσεως συμπεράσματά του, αφού έκανε αυτοψία στο χώρο και αφού συνομίλησε όχι μόνο με τον παθόντα, αλλά και με τους αυτόπτες μάρτυρες Χ. Δ. και Π. Λ., γεγονός που καθιστά, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, μη αξιόπιστες τις μεταγενέστερες αντίθετες καταθέσεις των προαναφερθέντων, αλλά και των λοιπών μαρτύρων των εναγομένων (...)". Εν συνεχεία το Εφετείο δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 18000 ευρώ, το οποίο έκρινε εύλογο.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε παρά τον νόμο υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα, καθ' όσον αφ' ενός εδέχθη ότι ο τρίτος αναιρεσείων Χ. Ν. ετέλεσε την αδικοπραξία εις βάρος του αναιρεσιβλήτου εξ αμελείας, ενώ δια της αγωγής η υπαιτιότης αυτού είχε θεμελιωθεί επί του στοιχείου του δόλου, αφ' ετέρου εθεμελίωσε την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων επί των προπαρατεθέντων πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν είχε επικαλεσθεί με την αγωγή ο αναιρεσίβλητος. Στην αγωγή όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, περιέχονται πάντα τα περιστατικά, τα οποία κατά τα ανωτέρω εδέχθη ως αποδειχθέντα προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος το Μονομελές Εφετείο, και δη: στις σελίδες 17 και 18, ότι ο ως άνω Χ. Ν. ενήργησε με δόλο, άλλως με ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των ειδικών κανόνων ασφαλείας, στην σελίδα 6, ότι ο τέταρτος αναιρεσείων Π. Λ.ς και ο αναιρεσίβλητος, κατόπιν εντολής του τρίτου αναιρεσείοντος, επιχείρησαν να αφαιρέσουν από την εκτυλίχτρια την κουλούρα με τον υπάρχοντα αγωγό και να τοποθετήσουν άλλον αγωγό, ότι ο τέταρτος αναιρεσείων, αφού απασφάλισε το μεταλλικό πλαίσιο του εξοπλισμού (ανέμη), έδωσε εντολή στον αναιρεσίβλητο, παρά τις επιφυλάξεις αυτού λόγω του μεγάλου βάρους και του όγκου της ανέμης, να μετακινήσει αυτήν και να την τοποθετήσει στο έδαφος, στην σελίδα 7, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατώρθωσε να συγκρατήσει την ανέμη, η οποία κατέπεσε επάνω του, με συνέπεια να τραυματισθεί, στις σελίδες δε 16, 17 και 18 γίνεται λεπτομερής αναφορά των στοιχείων των θεμελιούντων την υπαιτιότητα εκάστου των αναιρεσειόντων και δη ως προς τον δεύτερον αναιρεσείοντα Μ. Γ., διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσειούσης εταιρίας "... Ε.Π.Ε.", ότι παρέλειψε να λάβει ή να υποδείξει τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας προς εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας και έδωσε εντολή να εκτελεσθεί η εργασία χωρίς την χρήση ανυψωτικού μηχανισμού αλλά και χωρίς να έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού και ιδίως του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εστερείτο εμπειρίας, ως προς τον τρίτον αναιρεσείοντα, ότι έδωσε εντολή να εκτελέσει ο αναιρεσίβλητος την προαναφερομένη εργασία, παρ' ότι εγνώριζε ότι εστερείτο εμπειρίας, και ότι δεν παρέστη κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής, ώστε να επιβλέψει την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και να δώσει τις δέουσες οδηγίες, και ως προς τον τέταρτον αναιρεσείοντα Π. Λ., ότι δεν παρέσχε στον αναιρεσίβλητο τις αναγκαίες συμβουλές και επέμεινε στην μη χρησιμοποίηση κατά την αφαίρεση της ανέμης ανυψωτικού μηχανισμού.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι, εκ του αριθμού 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο εν λόγω λόγος όμως είναι απαράδεκτος, εάν προβάλλονται, έστω και υπό την μορφή λόγου εφέσεως, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν αποτελούν πράγματα, όπως ισχυρισμοί συνεχόμενοι προς την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως συνιστώντες άρνηση αυτής, ή νομικά επιχειρήματα ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της εφέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες βάσει επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό προσάπτουν αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως αναφερόμενες σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Υπό το ως άνω περιεχόμενο όμως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, εκ του αρ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την μη αναιρετικώς ελεγκτή κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως και συνεπώς ως μη αυτοτελής είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι λόγοι εφέσεως, στους οποίους αναφέρεται, αφορούν απλά επιχειρήματα αντλούμενα από τα αποδεικτικά μέσα και δεν καταλήγουν στην επίκληση εννόμων συνεπειών. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όμως δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα ως και την ανωμοτί κατάθεση του τετάρτου αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την υπ' αριθμόν 2496/17 Οκτωβρίου 2014 ένορκη βεβαίωση. Από την εν λόγω μνεία και το όλο προπαρατεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικότερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και την υπ' αριθμόν 2496/17 Οκτωβρίου 2014 ένορκη βεβαίωση των αυτοπτών μαρτύρων Γ. Χ. και Δ. Φ., τις καταθέσεις του μάρτυρος Χ. Δ. και τις ανωμοτί καταθέσεις των τρίτου και τετάρτου αναιρεσειόντων, τις οποίες μάλιστα και αξιολόγησε ειδικώς. Οι εκφερόμενες προς απόδειξη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς την εν λόγω αξιολόγηση αφορούν πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα, τα οποία το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά.
Συνεπώς ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, δια του οποίου προσάπτεται η ως άνω αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν από το Εφετείο τα προαναφερόμενα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αφορώντα ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικώντος διαδίκου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25ης Ιουνίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1393/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο ".... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην ..., 2) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Χ. Ν., κατοίκου ... και 4) Π. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ... (B...) Ν... του (D...) Φ... κατοίκου ... προσωρινά διαμένοντος στη .., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5/2/2013 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της μη διαδίκου στη δίκη αυτή ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της μη διαδίκου στη δίκης αυτή ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... .A.E.". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11683/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1393/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσειόντες με την από 25/6/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.
Εν προκειμένω, από την υπ' αριθμόν 3405/6 Φεβρουαρίου 2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Β. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 25ης Ιουνίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως έχει νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο, καλούμενο να παραστεί κατά την ορισθείσα στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο. Κατά την εν λόγω δικάσιμο δεν ενεφανίσθη ο αναιρεσίβλητος, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως.
Συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτού. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 1393/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καθ' ο μέρος δι' αυτής έχει γίνει δεκτή η από 29ης Ιουνίου 2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου αφορώσα αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξ εργατικού ατυχήματος. Αρχικώς ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την εν λόγω αγωγή κατά της ομορρύθμου εταιρίας "... Ο.Ε.", των Α. Χ. και Σ. Τ., της πρώτης των αναιρεσειόντων εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης "... Ε.Π.Ε." και των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων Μ. Γ., Χ. Δ. Ν. και Π. Λ. αντιστοίχως, ενώ η εταιρία "... Ο.Ε." άσκησε προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "... A.A.E.", η οποία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής. Επί των εν λόγω συνεκδικασθεισών αγωγής, προσεπικλήσεως, παρεμπιπτούσης αγωγής και προσθέτου παρεμβάσεως εξεδόθη η υπ' αριθμόν 11683/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας απερρίφθησαν η παρεμπίπτουσα αγωγή και η παρέμβαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Κατά της ως άνω αποφάσεως η εταιρία "... Ο.Ε." και οι Α. Χ. και Σ. Τ. άσκησαν την από 21ης Σεπτεμβρίου 2015 έφεση και οι αναιρεσείοντες την από 19ης Οκτωβρίου 2015 έφεση. Επί των συνεκδικασθεισών εν λόγω εφέσεων εξεδόθη η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά παραδοχή των εφέσεων, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, παρεπέμφθησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς εκδίκαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς την εναγομένη εταιρία "... Ο.Ε." και τους εναγομένους Α. Χ. και Σ. Τ. και η παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "... A.A.E." και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου καθ' ο μέρος εστρέφετο κατά των αναιρεσειόντων, οι οποίοι εν συνεχεία άσκησαν την προαναφερομένη υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚπολΔ. Πρέπει, συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, ο υπαιτίως ζημιώσας άλλον παρά τον νόμο υποχρεούται σε αποζημίωση, προκύπτει ότι η σχετική αγωγή θεμελιώνεται στην ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου και στην υπαιτιότητα αυτού, η οποία περιλαμβάνει τόσον τον δόλο όσον και την αμέλεια. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Επομένως, η λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο άλλης αγωγικής βάσεως από την προτεινομένη με την αγωγή ιδρύει βασίμως τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ως όταν επί αγωγής εξ αδικοπραξίας στηριζομένης στον δόλο το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή με το σκεπτικό ότι συνέτρεχε αμέλεια του εναγομένου ή αντιστρόφως. Δεν ιδρύεται όμως ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο επί αγωγής εξ αδικοπραξίας στηριζομένης στην αμέλεια δεχθεί συντρέξαντα επιπρόσθετα πραγματικά περιστατικά μη περιεχόμενα στην αγωγή εξειδικεύοντα περαιτέρω την αμελή συμπεριφορά, αφού η έννοια της αμελείας δύναται παραδεκτώς να συγκεκριμενοποιείται βάσει των περιστατικών, τα οποία προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και εάν δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι δεν προσδίδεται ουσιωδώς διάφορο περιεχόμενο στην εκτιθεμένη στην αγωγή αμελή συμπεριφορά και δεν μεταβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο η βάση της αγωγής.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: " Η Εταιρία Παροχής ... Α.Ε. (...) είχε αναθέσει στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " ... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", εργολαβικά, ως ανάδοχο, δυνάμει ετήσιας (για το έτος 2011) σύμβασης έργου, την εκτέλεση τμήματος του έργου εγκατάστασης δικτύου φυσικού αερίου στη Βόρεια Ελλάδα (...). Η πρώτη εναγομένη, με τη σειρά της, είχε αναθέσει, υπεργολαβικά, δυνάμει του από 16.08.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην τέταρτη εναγομένη, μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ... Ε.Π.Ε." με το διακριτικό τίτλο ".... Ε.Π.Ε." (ήδη 1η αναιρεσείουσα), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον πέμπτο των εναγομένων (ήδη 2ο αναιρεσείοντα), που είναι και ο διαχειριστής της, την εκτέλεση τμήματος του παραπάνω έργου που είχε αναλάβει (...) - η τέταρτη εναγομένη, χρησιμοποιούσε, ως εργαζομένους της, έχοντας προστήσει αυτούς στην υπηρεσία τους, τον έκτο εναγόμενο, Χ. Ν., (ήδη 3ο αναιρεσείοντα) στη θέση του εργοδηγού, επόπτη και υπεύθυνο των εργασιών και τον έβδομο εναγόμενο, Π. Λ. (ήδη 4ο αναιρεσείοντα) στη θέση του οδηγού, ενώ προσέλαβε, στις 06.09.2011, και τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως ανειδίκευτος εργάτης στο ίδιο έργο, με ειδικότερα καθήκοντα τον οπτικό έλεγχο των σκαμμάτων εκσκαφής του δικτύου φυσικού αερίου και πιο συγκεκριμένα τον έλεγχο της τυχόν διέλευσης από την περιοχή του σκάμματος δικτύων κοινής ωφέλειας και ακολούθως την ενημέρωση του χειριστή του εκσκαπτικού μηχανήματος, αλλά και τον καθαρισμό όλης της περιοχής γύρω από το σκάμμα, ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια οι τεχνίτες της εναγομένης να τοποθετήσουν τους αγωγούς φυσικού αερίου. Στις 19.12.2011 (...) ο εργοδηγός της εναγομένης και ήδη έκτος εναγόμενος Χ. Ν. επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το συνεργείο, δίνοντας εντολή στον Π. Λ. και τον ενάγοντα να παραλάβουν έναν αγωγό, διαμέτρου φ63 (χιλιοστών) και μήκους 150 μέτρων, από το κινητό εργοτάξιο της εργολάβου εταιρίας ("...") στον ... και να τον μεταφέρουν σε άλλο εργοτάξιο της τέταρτης εναγομένης, στην περιοχή .... Κατά τις εντολές του εργοδηγού, ο αγωγός έπρεπε να μεταφερθεί από τους δύο εργαζομένους με το φορτηγό που οδηγούσε ο Π. Λ., μέσω μίας τροχήλατης ανέμης (εκτυλίχτριας) που θα τη συνέδεαν στο φορτηγό. Η εκτυλίχτρια αυτή είναι μία μεταλλική κατασκευή, φερόμενη σε ρυμουλκούμενο όχημα, στην οποία τυλίγεται σε κουλούρα εύκαμπτος πλαστικός σωλήνας πολυαιθυλενίου, μεγάλου μήκους, που χρησιμοποιείται για τη διέλευση φυσικού αερίου. Σε εκτέλεση των παραπάνω εντολών του εργοδηγού, ο Π. Λ. με τον ενάγοντα μετέβησαν με το φορτηγό, που διέθετε ανυψωτικό βραχίονα μεταφοράς (παπαγαλάκι) στο κινητό εργοτάξιο της "..." στον .... Εκεί τους ανέμενε ο αποθηκάριος της "..." Χ. Δ., τον οποίο είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς ο εργοδηγός της "..." Ι. Δ. και του είχε υποδείξει τον αγωγό που θα μεταφερόταν. Πράγματι, ο αποθηκάριος υπέδειξε τον αγωγό, όμως η μεταφορά δεν μπορούσε να γίνει αμέσως, καθώς στην εκτυλίχτρια υπήρχε ήδη τυλιγμένος αγωγός άλλης διαμέτρου, και συγκεκριμένα διαμέτρου φ125 (χιλιοστών) και μήκους 150 μέτρων, τον οποίο έπρεπε να αφαιρέσουν ο Π. Λ. με τον ενάγοντα και στη συνέχεια να προσαρμόσουν στη θέση του τον αγωγό που έπρεπε να μεταφερθεί. Έτσι, ο Π. Λ. με τον ενάγοντα, αφού προέβησαν στη σύνδεση της εκτυλίχτριας (κοτσάρισμα) στο φορτηγό, προχώρησαν στην αναγκαία για την αντικατάσταση της κουλούρας του ευρισκόμενου στην εκτυλίχτρια αγωγού αφαίρεση του πλαϊνού μεταλλικού πλαισίου (ανέμη) αυτής. Για το σκοπό αυτό ο Π. Λ. ανέβηκε στη ρόδα του οχήματος που έφερε την εκτυλίχτρια και αφαίρεσε τις τρεις ασφάλειες που υπήρχαν εκεί, προκειμένου να συγκρατούν το πλαϊνό μεταλλικό πλαίσιο και στη συνέχεια ζήτησε από τον ενάγοντα, ο οποίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν μπροστά στην εκτυλίχτρια, πατώντας στο έδαφος, να τραβήξει με τα χέρια του την ανέμη, προκειμένου αυτή, μετά την απασφάλισή της, να μετακινηθεί και στη συνέχεια να την τοποθετήσει με τη βοήθεια του Π. Λ. στο έδαφος. Ο τρόπος αυτός ήταν επικίνδυνος, καθώς η ανέμη ήταν μεταλλική και είχε πολύ μεγάλο βάρος και όγκο και ο ενάγων δεν θα μπορούσε να τη συγκρατήσει μόνος του, ενώ υπήρχε κίνδυνος πτώσης και της κουλούρας του αγωγού που ζύγιζε 500 περίπου κιλά. Για το λόγο ακριβώς αυτό ο ενάγων ζήτησε από τον Π. Λ. να μην εκτελεστεί η εργασία με τον τρόπο που εκείνος του είχε υποδείξει, όμως ο Π. Λ. τον καθησύχασε, λέγοντάς του αυτή ήταν η πάγια πρακτική της εταιρίας για το είδος της συγκεκριμένης εργασίας, κάτι που όπως αποδείχθηκε πράγματι γινόταν με τον παραπάνω τρόπο, παρά τους κινδύνους που εγκυμονούσε, και μάλιστα με εντολή του πέμπτου εναγομένου (ως εκπροσώπου και διαχειριστή της τέταρτης) για λόγους εξοικονόμησης χρόνου, αλλά και εν γνώσει του έκτου εναγομένου (εργοδηγού της). Ο ενάγων αναγκάσθηκε να υπακούσει στις εντολές του Π. Λ., καθώς εκείνος μεν γνώριζε και εκτελούσε τις εντολές του εκπροσώπου της τέταρτης εναγομένης - πέμπτου εναγομένου και του εργοδηγού της έκτου εναγομένου ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας, ενώ ο ίδιος (ενάγων) ήταν ανειδίκευτος εργάτης, αλλοδαπής (αλβανικής) καταγωγής, χωρίς καμία εμπειρία στη συγκεκριμένη εργασία, που, αντίθετα προς τον Π. Λ., την εκτελούσε για πρώτη φορά. Κατά την εκτέλεση όμως της εργασίας με τον παραπάνω (επικίνδυνο) τρόπο, η ανέμη μαζί με την κουλούρα του αγωγού, που άρχισε κι αυτή να κουνιέται, άρχισαν να γέρνουν, λόγω του μεγάλου βάρους τους, προς την πλευρά των δύο εργαζομένων και σχεδόν αμέσως έπεσαν στο έδαφος, παρά την προσπάθεια του Π. Λ. και του ενάγοντος να τις συγκρατήσουν. Ο Π. Λ.ς πρόλαβε να απομακρυνθεί, όμως ο ενάγων παγιδεύτηκε κάτω από την ανέμη και την κουλούρα του αγωγού, με αποτέλεσμα να χτυπηθεί αρχικά από την ανέμη στο πάνω μέρος του κεφαλιού του και να υποστεί κακώσεις και στη συνέχεια να καταπλακωθεί το δεξί του πόδι και από τα δύο (ανέμη και κουλούρα αγωγού) μέχρι το ύψος του μηρού. Το παραπάνω (εργατικό κατά την έννοια του νόμου) ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων και του αρμοδίου οργάνου της τέταρτης εναγομένης, επειδή από αμέλειά τους δεν έλαβαν και δεν τήρησαν τα προβλεπόμενα από το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 85 παρ. 1 και 3 και 111 του π.δ. 1073/1981 σε συνδ. με το ν. 1396/1983, που ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφάλειας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα, καθώς και των άρθρων 42 παρ. 1, δ περ. γ', δ' και στ', 8 περ. β' και δ', 47 παρ. 1 εδ. β' και 48 παρ. 1 και 3 του ν. 3850/2010, μέτρα ασφαλείας, αλλά και επειδή από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας με τον προαναφερθέντα (επικίνδυνο) τρόπο και ειδικότερα ότι κατά την προσπάθεια αφαίρεσης της ανέμης και της κουλούρας του αγωγού χωρίς την προηγούμενη πρόσδεσή τους σε γερανό, μπορούσε να επέλθει η πτώση τους πάνω στον ενάγοντα και ο συνακόλουθος τραυματισμός του. Ειδικότερα, ο πέμπτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας του ενάγοντος τέταρτης εναγομένης, δεν έλαβε και δεν τήρησε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, που συνίσταντο: α) στην παρουσία, ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας αφαίρεσης της ανέμης, εκφόρτωσης του υπάρχοντος αγωγού και φόρτωσης του νέου, εκπροσώπου της για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εκτέλεσης των ως άνω εργασιών και το συντονισμό και καθοδήγηση του Π. Λ. και του ενάγοντος, β) στην πλήρη ενημέρωση του ενάγοντος για το βάρος της ανέμης και του αγωγού που επρόκειτο να αφαιρεθεί και για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η ως άνω εργασία και μάλιστα κατά τρόπο κατανοητό για τον τελευταίο, δεδομένης και της αλλοδαπής καταγωγής του, γ) στην παροχή επαρκών πληροφοριών για την ορθή χρήση του εξοπλισμού που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κατά την εργασία και ειδικότερα για την ανάγκη χρήσης του μηχανισμού ανύψωσης (παπαγαλάκι) και μάλιστα πριν και όχι μετά την απασφάλιση της ανέμης, δηλαδή όχι μόνο για τη φόρτωση του νέου αγωγού στην εκτυλίχτρια αλλά και για την αφαίρεση της ανέμης και του ήδη υπάρχοντος εκεί αγωγού, δ) στην ανάθεση καθηκόντων στον ενάγοντα, αφενός χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ικανότητες του εν λόγω εργαζομένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας, ενόψει του ότι ήταν ανειδίκευτος, δεν είχε καμία εμπειρία προς τούτο και εκτελούσε την ως άνω εργασία για πρώτη φορά και αφετέρου χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και εκπαίδευσή του, και χωρίς παροχή σ' αυτόν κατάλληλων οδηγιών για την εκτέλεση των εργασιών επ' ευκαιρία της μετάβασής του στο χώρο του εργοταξίου της πρώτης εναγομένης. Αλλά, ακόμη, και στο ότι έδωσε εντολή δια του προστηθέντος υπαλλήλου της εργοδότριας εταιρίας εβδόμου εναγομένου, να αφαιρεθεί η μεταλλική ανέμη και η κουλούρα του αγωγού, χωρίς τη χρήση του ειδικού ανυψωτικού μηχανήματος, προς εξοικονόμηση χρόνου. Οι παραλείψεις αυτές του πέμπτου εναγομένου, που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, δημιουργούν εις ολόκληρον ευθύνη του ίδιου και της τέταρτης εναγομένης, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΑΚ. Η τέταρτη εναγομένη ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον και με τους προστηθέντες από αυτήν εργαζομένους της, έκτο και έβδομο των εναγομένων, για τη ζημία που αυτοί παράνομα και υπαίτια προξένησαν στον ενάγοντα κατά την υπηρεσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 922 του ΑΚ. Ειδικότερα, ο έκτος εναγόμενος, εργαζόμενος στην τέταρτη, με την ιδιότητα του εργοδηγού, επόπτη και υπεύθυνου των εργασιών του έργου, και προστηθείς από αυτήν, αφού ενεργούσε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της σύμφωνα με τις οδηγίες και υποδείξεις της, ευθύνεται διότι έδωσε εντολή στον ενάγοντα να συνοδεύσει τον οδηγό του φορτηγού Π. Λ., προκειμένου από κοινού να παραλάβουν την εκτυλίχτρια με τον υποδειχθέντα από αυτόν αγωγό, κατόπιν αφαίρεσης του ευρισκόμενου σ' αυτήν άλλου αγωγού, χωρίς προηγουμένως να επιστήσει την προσοχή του ενάγοντος, που επισκεπτόταν για πρώτη φορά το χώρο του κινητού εργοταξίου της πρώτης εναγομένης, έβλεπε για πρώτη φορά αντίστοιχο μηχάνημα (εκτυλίχτρια) και θα ενεργούσε για πρώτη φορά ανάλογη εργασία, στους κινδύνους που εγκυμονούσε η εργασία αυτή, χωρίς να τον ενημερώσει κατά τρόπο κατανοητό και κατάλληλο για τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί για να διεκπεραιωθεί η εργασία με ασφάλεια, χωρίς να τον εκπαιδεύσει προς τούτο, χωρίς να υποδείξει το σωστό τρόπο για την ασφαλή απομάκρυνση της ανέμης και της κουλούρας του αγωγού μέσω του ανυψωτικού μηχανήματος, κάτι που η τέταρτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της πέμπτου εναγομένου παρέλιπε εν γνώσει του έκτου εναγομένου για τους προαναφερθέντες λόγους εξοικονόμησης χρόνου, και τέλος, χωρίς να παρίσταται ο ίδιος αυτοπροσώπως κατά τη διάρκεια της εργασίας αυτής για την επίβλεψη και το συντονισμό των ενεργειών του Π. Λ. και του ενάγοντος. Και, τέλος, ο έβδομος εναγόμενος, εργαζόμενος στην τέταρτη, με την ιδιότητα του οδηγού φορτηγού, και προστηθείς από αυτήν, ευθύνεται διότι, ενώ ο ίδιος είχε εκτελέσει πολλές φορές στο παρελθόν την ίδια εργασία, παρέλειψε ως εμπειρότερος και αρχαιότερος υπάλληλος να παράσχει στον ενάγοντα τις δέουσες πληροφορίες αναφορικά με τους κινδύνους που υπήρχαν, κατά τρόπο κατανοητό γι' αυτόν, παρέλειψε να τον ενημερώσει για τη διαδικασία σταδιακής αφαίρεσης αρχικά των ασφαλειών, στη συνέχεια της μεταλλικής ανέμης και τελικά της κουλούρας του αγωγού, ώστε ο ενάγων σε κάθε στάδιο να γνωρίζει τι επρόκειτο να επακολουθήσει, και κυρίως παρέλειψε να κάνει χρήση του ανυψωτικού μηχανισμού πριν την αφαίρεση των ασφαλειών της ανέμης, προκειμένου να διεκπεραιωθεί η εργασία με ασφάλεια. Οι παραπάνω παραλείψεις των εναγομένων τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο τραυματισμός του ενάγοντος, διότι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφεραν. (...) Οι παραπάνω παραδοχές προκύπτουν από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων, ιδιαίτερη μνεία όμως πρέπει να γίνει, δεδομένου ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (και του εβδόμου που εξετάσθηκε χωρίς όρκο), όπως και οι θέσεις των ίδιων των διαδίκων, συγκρούονται μεταξύ τους, στην από 01.04.2012 έκθεση του Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, Π. Π., ο οποίος διενήργησε σχετική αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος στις 23.12.2011, τέσσερις μόλις ημέρες μετά το ατύχημα, συνοδευόμενος από τον Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, Α. Τ., μετά την αναγγελία του ατυχήματος από την τέταρτη εναγόμενη, στην Επιθεώρηση Εργασίας και κατέληξε στα ταυτόσημα με τις παραπάνω παραδοχές της παρούσας αποφάσεως συμπεράσματά του, αφού έκανε αυτοψία στο χώρο και αφού συνομίλησε όχι μόνο με τον παθόντα, αλλά και με τους αυτόπτες μάρτυρες Χ. Δ. και Π. Λ., γεγονός που καθιστά, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, μη αξιόπιστες τις μεταγενέστερες αντίθετες καταθέσεις των προαναφερθέντων, αλλά και των λοιπών μαρτύρων των εναγομένων (...)". Εν συνεχεία το Εφετείο δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 18000 ευρώ, το οποίο έκρινε εύλογο.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε παρά τον νόμο υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα, καθ' όσον αφ' ενός εδέχθη ότι ο τρίτος αναιρεσείων Χ. Ν. ετέλεσε την αδικοπραξία εις βάρος του αναιρεσιβλήτου εξ αμελείας, ενώ δια της αγωγής η υπαιτιότης αυτού είχε θεμελιωθεί επί του στοιχείου του δόλου, αφ' ετέρου εθεμελίωσε την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων επί των προπαρατεθέντων πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν είχε επικαλεσθεί με την αγωγή ο αναιρεσίβλητος. Στην αγωγή όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, περιέχονται πάντα τα περιστατικά, τα οποία κατά τα ανωτέρω εδέχθη ως αποδειχθέντα προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος το Μονομελές Εφετείο, και δη: στις σελίδες 17 και 18, ότι ο ως άνω Χ. Ν. ενήργησε με δόλο, άλλως με ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των ειδικών κανόνων ασφαλείας, στην σελίδα 6, ότι ο τέταρτος αναιρεσείων Π. Λ.ς και ο αναιρεσίβλητος, κατόπιν εντολής του τρίτου αναιρεσείοντος, επιχείρησαν να αφαιρέσουν από την εκτυλίχτρια την κουλούρα με τον υπάρχοντα αγωγό και να τοποθετήσουν άλλον αγωγό, ότι ο τέταρτος αναιρεσείων, αφού απασφάλισε το μεταλλικό πλαίσιο του εξοπλισμού (ανέμη), έδωσε εντολή στον αναιρεσίβλητο, παρά τις επιφυλάξεις αυτού λόγω του μεγάλου βάρους και του όγκου της ανέμης, να μετακινήσει αυτήν και να την τοποθετήσει στο έδαφος, στην σελίδα 7, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατώρθωσε να συγκρατήσει την ανέμη, η οποία κατέπεσε επάνω του, με συνέπεια να τραυματισθεί, στις σελίδες δε 16, 17 και 18 γίνεται λεπτομερής αναφορά των στοιχείων των θεμελιούντων την υπαιτιότητα εκάστου των αναιρεσειόντων και δη ως προς τον δεύτερον αναιρεσείοντα Μ. Γ., διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσειούσης εταιρίας "... Ε.Π.Ε.", ότι παρέλειψε να λάβει ή να υποδείξει τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας προς εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας και έδωσε εντολή να εκτελεσθεί η εργασία χωρίς την χρήση ανυψωτικού μηχανισμού αλλά και χωρίς να έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού και ιδίως του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εστερείτο εμπειρίας, ως προς τον τρίτον αναιρεσείοντα, ότι έδωσε εντολή να εκτελέσει ο αναιρεσίβλητος την προαναφερομένη εργασία, παρ' ότι εγνώριζε ότι εστερείτο εμπειρίας, και ότι δεν παρέστη κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής, ώστε να επιβλέψει την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και να δώσει τις δέουσες οδηγίες, και ως προς τον τέταρτον αναιρεσείοντα Π. Λ., ότι δεν παρέσχε στον αναιρεσίβλητο τις αναγκαίες συμβουλές και επέμεινε στην μη χρησιμοποίηση κατά την αφαίρεση της ανέμης ανυψωτικού μηχανισμού.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι, εκ του αριθμού 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο εν λόγω λόγος όμως είναι απαράδεκτος, εάν προβάλλονται, έστω και υπό την μορφή λόγου εφέσεως, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν αποτελούν πράγματα, όπως ισχυρισμοί συνεχόμενοι προς την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως συνιστώντες άρνηση αυτής, ή νομικά επιχειρήματα ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της εφέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες βάσει επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό προσάπτουν αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως αναφερόμενες σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Υπό το ως άνω περιεχόμενο όμως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, εκ του αρ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την μη αναιρετικώς ελεγκτή κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως και συνεπώς ως μη αυτοτελής είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι λόγοι εφέσεως, στους οποίους αναφέρεται, αφορούν απλά επιχειρήματα αντλούμενα από τα αποδεικτικά μέσα και δεν καταλήγουν στην επίκληση εννόμων συνεπειών. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όμως δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα ως και την ανωμοτί κατάθεση του τετάρτου αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την υπ' αριθμόν 2496/17 Οκτωβρίου 2014 ένορκη βεβαίωση. Από την εν λόγω μνεία και το όλο προπαρατεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικότερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και την υπ' αριθμόν 2496/17 Οκτωβρίου 2014 ένορκη βεβαίωση των αυτοπτών μαρτύρων Γ. Χ. και Δ. Φ., τις καταθέσεις του μάρτυρος Χ. Δ. και τις ανωμοτί καταθέσεις των τρίτου και τετάρτου αναιρεσειόντων, τις οποίες μάλιστα και αξιολόγησε ειδικώς. Οι εκφερόμενες προς απόδειξη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς την εν λόγω αξιολόγηση αφορούν πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα, τα οποία το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά.
Συνεπώς ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, δια του οποίου προσάπτεται η ως άνω αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν από το Εφετείο τα προαναφερόμενα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αφορώντα ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικώντος διαδίκου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25ης Ιουνίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1393/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου