Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

ΑΠ 1657/2018 - Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ...
συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ). Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αριθμός 1657/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Γ. και 3) Μ. συζ. Μ. Κ., το γένος Ν. Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2015 αγωγή των ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-4-2015 αγωγή - αναγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2518/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 474/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ). Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/ 2011, ΑΠ 147/2011). Κατά τις διατάξεις δε των §§1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την §2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (§1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (§3). Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 6β § 1 περ. β' του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.Α/14.5.2007), "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/ 1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος". Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 11 § 1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 158/2015, ΑΠ 323/2011).
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.ΑΠ 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 542/2018, ΑΠ 115/2010).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπό του οδηγού τούτου οδηγήσεως του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος, καθώς και ως προς την ένσταση συνυπαιτιότητας υπό μορφή αυτοδιακινδύνευσης της Ε. Κ., θανούσας κατά το ένδικο ατύχημα, επειδή ανέβηκε ως συνεπιβάτης στη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Π. Κ. αναδεχόμενη τον κίνδυνο ατυχήματος, αφού συνδιασκέδαζε μαζί του και είχε πλήρη επίγνωση της μέθης του, τα ακόλουθα: "Στις 25/12/2014 και περί ώρα 08.25 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. . δίκυκλη μοτοσικλέτα του, μάρκας ΗΟΝDΑ, μοντέλο 2007, κυλινδρισμού μηχανής 650 κυβικών εκατοστών, η οποία κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και στην οποία επέβαινε η θυγατέρα των εναγόντων Ε. Μ. Κ., ηλικίας .. ετών, κινείτο στη ... και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, στην ..., και με κατεύθυνση από την ... στο σημείο όπου η ... διασταυρώνεται με την ..., στα δεξιά της πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας όπου υπάρχει πινακίδα Stop επί της οδού .... Η ... είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως και διαχωρίζεται με υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,50 m προς ... και πλάτος πεζοδρομίου 1,20 m, είναι στο ως άνω σημείο ευθεία με αριστερή καμπύλη και ελαφρά ανωφέρεια, ενώ το οδόστρωμά της είναι από άσφαλτο. Η οδός ... είναι μονόδρομος με πλάτος οδοστρώματος 6 m και πλάτος πεζοδρομίου 0,50 m και είναι ευθεία με ελαφρά δεξιά καμπύλη και το οδόστρωμα αυτής είναι από άσφαλτο. Η κατάσταση των ως άνω οδών κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν υγρή λόγω υγρασίας, επικρατούσε ημέρα και ηλιοφάνεια, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών στις ανωτέρω οδούς ήταν αραιή, η ορατότητα κανονική και ο καιρός αίθριος. Το όριο ταχύτητας των οχημάτων είναι 50 χλμ/ώρα ως κατοικημένης περιοχής. Ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να πραγματοποιεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, έβαινε με αυξημένη ταχύτητα η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, οπότε όταν πλησίασε στη συμβολή της ..., στην οποία κινείτο, με την οδό ..., που βρίσκεται στα δεξιά της πορείας του, λόγω και της ολισθηρότητας του δρόμου συνεπεία της πρωινής υγρασίας ενόψει και του ότι ήταν και χειμώνας έχασε τον έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να ανατραπεί η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, η οποία στη συνέχεια εξετράπη δεξιά της πορείας της και σύρθηκε επί 10 m, στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Η επιβάτης της μοτοσικλέτας Ε. Μ. Κ., μοναχοπαίδι των εναγόντων, η οποία σημειωτέον δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, με ορμή χτύπησε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, όπου σχηματίσθηκε λίμνη αίματος και εκτινάχθηκαν εγκεφαλικές ουσίες και κομμάτι κρανίου υποστάσα σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός της. Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως προεκτέθηκαν, προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν, ιδιαίτερα δε από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου απεικονίζονται τα ευρήματα του ατυχήματος, η διαμόρφωση των οδών και η κατάσταση αυτών καθώς και η πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του πρώτου εναγομένου. Επίσης και από την από 25/12/2014 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ι. Μ.. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, αλλά και με υπερβολικά ανεπίτρεπτη ταχύτητα, η οποία προκύπτει από την ανατροπή της δίκυκλης μοτοσικλέτας του και τη σφοδρότητα της πτώσης της συνεπιβάτιδας αυτής στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και τον θανάσιμο τραυματισμό της, και την οποία όφειλε να ρυθμίσει ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες και δη την υγρή κατάσταση του οδοστρώματος και την συνεπεία τούτου ολισθηρότητα αυτού και να μειώσει αυτή (ταχύτητα) στο ελάχιστο, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Δεν αποδείχθηκε ότι στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του πρώτου εναγομένου ενεπλάκη τρίτο όχημα, όπως αυτός αβάσιμα και παντελώς αόριστα περί τούτου υποστηρίζει. Η κατάθεση περί τούτου του μάρτυρα αυτού δεν κρίνεται πειστική δεδομένου ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, ενώ ο αυτόπτης μάρτυρας Ι. Μ. του Κ. είναι κατηγορηματικός στην προανακριτική του κατάθεση ότι στο ένδικο ατύχημα δεν ενεπλάκη τρίτο όχημα, καθόσον κατά το χρόνο εκείνο δεν κινείτο άλλο όχημα ούτε στη ..., ούτε στην .... Να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε προβεί κατά τη νυκτερινή του διασκέδαση στις 24/12/2014 προς 25/12/2014 σε κατανάλωση αλκοόλ και σύμφωνα με την υπ' αριθμ 3022/10/ 1688α/5/1/2015 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών αίματος με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ενόψει του ότι ελήφθη ποσότητα αίματος από αυτόν κατά το ένδικο ατύχημα και εστάλη προς ανίχνευση αλκοόλης στη Δ.Δ.Ε., η περιεκτικότητα του αίματος του πρώτου εναγομένου σε οινόπνευμα ήταν ένα γραμμάριο και πενήντα έξι εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος ή 1,56%, ήτοι αυτός παραβίασε το άρθρο 42 του ΚΟΚ, αφού το οινόπνευμα στον οργανισμό του υπερέβαινε το όριο του 0,50 γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο, οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας ως παραβιάζοντα τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τους σχετικούς λόγους των κρινόμενων εφέσεών τους. Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος η επιβάτης της μοτοσυκλέτας Ε. Μ. Κ. υπέστη συντριπτικά ανοικτά εμπιεστικά κατάγματα θόλου κρανίου και έξοδο της εγκεφαλικής ουσίας. Αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο ... "ΚΑΤ". Οδηγήθηκε άμεσα στο χειρουργείο, όπου έγινε σχετική επιτυχής προσπάθεια αιμόστασης και συρραφή του τραύματος καθώς και επιπωματισμός ρινός και στόματος από τους γναθοχειρουργούς. Αναφέρεται από
τους αναισθησιολόγους ότι έγινε προσπάθεια ανάνηψης 20 λεπτών ανεπιτυχής... και αυτή κατέληξε στις 26/12/2014 και ώρα 00.15' με αιτία θανάτου βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση.... Εξάλλου, και ο πρώτος εναγόμενος συνεπεία της σφοδρότητας της πτώσης του στο οδόστρωμα λόγω της υπερβολικής ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας του και της ως εκ τούτου εκτροπής της υπέστη διάχυτο τραυματισμό εγκεφάλου, τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, κάταγμα του κρανίου και των οστών του προσώπου του καθώς και πολλαπλά κατάγματα πλευρών... Από την από 25/12/2014 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας προκύπτει ότι τόσο ο οδηγός, όσο και η θανούσα δεν φορούσαν προστατευτικό κράνος, όπως κατά νόμο υποχρεούνταν (άρθρο 12 παρ. 6 ΚΟΚ), γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα αναφορικά με την επιβάτιδα της μοτοσυκλέτας και δη με τις αναφερόμενες στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (καθολική αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής, κατακερματισμός απάντων των οστών του θόλου της βάσεως του κρανίου του προσωπικού κρανίου, καθολική υπαραχνοειδής αιμορραγία εγκεφάλου και ρευστοποίηση εγκεφάλου), οι οποίες και συνετέλεσαν κατά καθοριστικό τρόπο στην επέλευση του θανάτου αυτής. Αντιθέτως αν φορούσε αυτή προστατευτικό κράνος, οι ως άνω κακώσεις αν δεν είχαν αποφευχθεί, θα ήταν σαφώς ηπιότερης μορφής και περιορισμένες και, έτσι θα είχε αποφευχθεί ο, κατά τα άνω, επελθόν θάνατος αυτής. Κατά συνέπεια η παράλειψη της χρήσης προστατευτικού κράνους από αυτή θεμελιώνει συντρέχουσα αμέλεια αυτής στην επέλευση του θανάτου της και δη κατά ποσοστό 30%. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η σχετική ένσταση των εναγομένων περί συντρέχουσας αμέλειας αυτής στον θάνατό της που προβάλουν παραδεκτά πρωτοδίκως οι τελευταίοι και επαναφέρουν και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό αυτοτελή λόγο των κρινόμενων εφέσεών τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λοιπόν, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η, κατά τα άνω, θανούσα δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως όφειλε, και ότι με την παράλειψη χρήσης αυτού συνετέλεσε κατά ποσοστό 20% στην επέλευση του θανάτου της, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν, όπως βάσιμα περί τούτου υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με το σχετικό λόγο των κρινόμενων εφέσεών τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το βράδυ της 24ης/12/2014 προς 25/12/2014 ο πρώτος εναγόμενος και η, κατά τα άνω, θανούσα διασκέδαζαν στο ίδιο νυχτερινό κέντρο, πλην, όμως, σε διαφορετικές παρέες. Περί τούτου σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα του πρώτου εναγομένου Ε. Χ., ο οποίος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατηγορηματικά περί τούτου καταθέτει "...στις 5.00' έφυγα... Ο Π. έμεινε με την Ε. που ήταν σε άλλη παρέα...". Επομένως, η θανούσα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τί ποσότητα αλκοόλ είχε καταναλώσει ο πρώτος εναγόμενος, ώστε να εκτιμήσει εάν αυτός ήταν σε θέση να οδηγήσει την δίκυκλη μοτοσυκλέτα του κατά την αναχώρησή τους από το ως άνω κέντρο διασκέδασης το πρωί της 25ης/12/2014. Άλλωστε, ναι μεν, κατά τα προεκτεθέντα, βρέθηκε η ως άνω ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα αυτού (1,56 gr/l), πλην, όμως, ο αυτόπτης μάρτυρας Ι. Μ. κατά το ένδικο ατύχημα στην από 25/12/2014 και ώρα 08.55' προανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι "...από ότι κατάλαβα καθώς ο οδηγός την φώναξε με το όνομά της ..." ήταν συνεπιβάτιδά του, στη μοτοσυκλέτα ουδείς εκ των δύο (2) φορούσε κράνος, από τις κινήσεις του οδηγού δεν φαινόταν να ήταν μεθυσμένοι...". Κατά συνέπεια η ένσταση περί ιδίας διακινδύνευσης της θανούσας για το λόγο ότι αυτή συναίνεσε να επιβιβασθεί στη μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγομένου, αν και γνώριζε ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης, αφού διασκέδαζαν μαζί, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ως άνω ένσταση έστω και με εν μέρει όμοιες αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτά συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με το σχετικό λόγο των κρινόμενων εφέσεών τους".
Αναφορικά με την από 22/4/2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 2473/2015 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος η υπ' αριθμ. .89 δίκυκλη μοτοσικλέτα του πρώτου εναγομένου, ιδιοκτησίας του ιδίου, ήταν ασφαλισμένη για την εκ της κυκλοφορίας της έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε.Α.Ζ." βάσει της μεταξύ αυτών καταρτισθείσας σύμβασης ασφαλίσεως για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ 8382675/1/12/2014 ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 13/12/2014 μέχρι 13/6/2015. Στην ως άνω σύμβαση γίνεται ειδική αναφορά ότι η εν λόγω σύμβαση "διέπεται από τις διατάξεις του ΝΔ 44/70, του Ν. 489/1976, όπως ισχύει, την Υ.Α. Κ4/585/78 ΦΕΚ 795, όπως ισχύει, το οποίο εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 6 του ν. 489/1976 και του ν. 2496/1997". Ως συμβατικός όρος της εν λόγω σύμβασης περιελήφθη αυτούσιο και το περιεχόμενο του άρθρου 25 παρ. 8 της Α.Υ.Ε. Κ4/585/1978 περί εξαίρεσης ορισμένων ασφαλιστικών περιπτώσεων από την ασφαλιστική κάλυψη. Η παραπάνω σύμβαση ασφάλισης όπως προεκτέθηκε, διέπεται από το ν. 489/1976, όπως αυτός μετά την 14/5/2007 τροποποιήθηκε με το ν. 3557/2007. Σύμφωνα με το άρθρο 6β' παρ. 1 εδ. β' του ν. 489/1976. όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 Ν. 3557/2007, εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, όρος ο οποίος έχει καταστεί συμβατικό περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης ασφάλισης. Έτσι, αίρεται η αμφισβήτηση ως προς το σχετικό ζήτημα που έχει ανακύψει στη νομολογία υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς της Κ4/565/1987 ΑΥΕ. Η ρύθμιση για την ως άνω παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζει ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτό στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 γραμ./λιτ.) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου...". Η ως άνω εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη έγινε αποδεκτή από τον δεύτερο εναγόμενο, αφού χορηγήθηκε σ' αυτόν αντίγραφο του ασφαλιστηρίου, ο τελευταίος δεν εναντιώθηκε και δεν απέκρουσε τον σχετικό όρο, κατέβαλε τα ασφάλιστρα, προέβη δε στη δήλωση του ατυχήματος στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία έστω και αν λείπει τυπικά η υπογραφή του αντισυμβαλλομένου στο ασφαλιστήριο. Όπως προεκτέθηκε, η περιεκτικότητα του αίματος του πρώτου εναγομένου σε οινόπνευμα κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ήταν 1,56 gr/l αίματος, ήτοι υπερέβαινε το νόμιμο όριο των 0,50 gr/l, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 42 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999). Η συμπεριφορά αυτού κατά την οδήγηση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας που υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής, αφορά συνήθη τυπική παράβαση του ΚΟΚ και δεν είχε επηρεάσει την οδηγική συμπεριφορά αυτού, ούτε διατάραξε τις αντιδράσεις του και τους οδηγητικούς αυτοματισμούς και τις αντανακλαστικές του ικανότητες η κατανάλωση από αυτόν οινοπνεύματος. Κατά συνέπεια, η ως άνω ποσότητα οινοπνεύματος που διαγνώστηκε στο αίμα αυτού και το ότι αυτός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά το ένδικο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με αυτό. Αντιθέτως, σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό τελεί η υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει κατά την οδήγηση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του σε συνάρτηση με την ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω της πρωινής υγρασίας. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται εξαίρεση από την ως άνω ασφαλιστική κάλυψη και η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του πρώτου εναγομένου για τις έναντι αυτής αξιώσεις των εναγόντων της κύριας αγωγής και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η μέθη του πρώτου εναγομένου τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα και του συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό της θυγατέρας των εναγόντων της (κύριας) αγωγής και δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν, όπως βάσιμα περί τούτου υποστηρίζει ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης έφεσής του. Να σημειωθεί ότι μετά την απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου της παρεμπίπτουσας αγωγής παρέλκει η έρευνα της επικουρικής έφεσης της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ως άνευ αντικειμένου. Κατά ακολουθία των ανωτέρω και μη υπαρχόντων άλλων λόγων των κρινόμενων εφέσεων προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 12/10/2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 5957/2015 έφεση των εναγόντων...".
Ήδη δε με τον πρώτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση των ως άνω πραγματικών περιστατικών, τα οποία δέχθηκε κυριαρχικώς το Εφετείο ως αποδειχθέντα και ειδικότερα: α) ότι ο πρώτος εναγόμενος νυν αναιρεσίβλητος οδηγώντας την προαναφερόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αλλά και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία αυτής, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να πραγματοποιεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, έβαινε με αυξημένη ταχύτητα η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, οπότε όταν πλησίασε στη συμβολή της ..., στην οποία κινείτο, με την οδό ..., που βρίσκεται στα δεξιά της πορείας του, λόγω και της ολισθηρότητας του δρόμου συνεπεία της πρωινής υγρασίας ενόψει και του ότι ήταν και χειμώνας έχασε τον έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να ανατραπεί η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, η οποία στη συνέχεια εξετράπη δεξιά της πορείας της και σύρθηκε επί 10 μ., στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, β) ότι η επιβάτης της μοτοσικλέτας Ε. Μ. Κ. μοναχοπαίδι των εναγόντων νυν αναιρεσιβλήτων, δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, έπεσε με σφοδρότητα στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, όπου σχηματίσθηκε λίμνη αίματος και εκτινάχθηκαν εγκεφαλικές ουσίες και κομμάτι κρανίου υποστάσα σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός της, γ) ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν ρύθμισε την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες και δη την υγρή κατάσταση του οδοστρώματος και την συνεπεία τούτου ολισθηρότητα αυτού και ούτε μείωσε αυτή (ταχύτητα) στο ελάχιστο, ήτοι ότι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999) που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δ) ότι η περιεκτικότητα του αίματος του πρώτου εναγομένου σε οινόπνευμα κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ήταν 1,56gr/l αίματος, ήτοι υπερέβαινε το νόμιμο όριο των 0,50 gr/l, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 42 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), δεν είχε επηρεάσει την οδηγική συμπεριφορά αυτού, ούτε διατάραξε τις αντιδράσεις του και τους οδηγητικούς αυτοματισμούς και τις αντανακλαστικές του ικανότητες η κατανάλωση από αυτόν οινοπνεύματος, ε) ότι η ένσταση περί ίδιας διακινδύνευσης της θανούσας για το λόγο ότι αυτή συναίνεσε να επιβιβασθεί στη μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγομένου, αν και γνώριζε ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης, αφού διασκέδαζαν μαζί, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι η θανούσα ήταν σε θέση να γνωρίζει τι ποσότητα αλκοόλ είχε καταναλώσει ο πρώτος εναγόμενος, ώστε να εκτιμήσει εάν αυτός ήταν σε θέση να οδηγήσει την δίκυκλη μοτοσυκλέτα του κατά την αναχώρησή τους από το ως άνω κέντρο διασκέδασης το πρωί της 25ης/12/2014 και κατά συνέπεια, η ως άνω ποσότητα οινοπνεύματος που διαγνώστηκε στο αίμα αυτού και το ότι αυτός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά το ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με αυτό, όπως δεν αποδείχθηκε και η ένσταση περί ίδιας διακινδύνευσης της θανούσας για το λόγο ότι αυτή συναίνεσε να επιβιβασθεί στη μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγομένου, αν και γνώριζε ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά την αποδοχή υπ` αυτού ως αποδειχθέντων των ως άνω πραγματικών περιστατικών, εντούτοις εσφαλμένα στη συνέχεια δέχθηκε αυτό ότι η τοιαύτη οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την οδήγηση του αυτοκινήτου υπό μέθη, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η υπό μέθη οδήγηση αυτοκινήτου οχήματος επηρεάζει την οδηγική ικανότητα του οδηγού, δηλαδή οδηγεί σε υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, σε υποβάθμιση ή υποτίμηση των κινδύνων ή του εμποδίου, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, σε παράταση του χρόνου αντίδρασης και σε απότομες και ανακριβείς ή λανθασμένες αντιδράσεις. Η τοιαύτη δε εσφαλμένη μη υπαγωγή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών στην έννοια της αιτιώδους συνάφειας οδήγησε κατά την αναιρεσείουσα στην εν συνεχεία εσφαλμένη μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 300, 330 ΑΚ, 42 του ΚΟΚ και 6β' § 1 περ. β` του Ν. 489/1976. Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ερευνώμενος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος θεμελιώνεται επί του αριθμού 1 εδάφ. β` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πιο πάνω αιτίαση ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Εξάλλου, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατόπιν των ως άνω παραδοχών του απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας, δεχόμενο την ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και της επίδρασης αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του και κατ` επέκταση στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ίδιας διακινδύνευσης της θανούσας για το λόγο ότι αυτή συναίνεσε να επιβιβασθεί στη μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγομένου, αν και γνώριζε ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης, αφού διασκέδαζαν μαζί, διέλαβε αναφορικά με την ένσταση συνυπαιτιότητας της εκλιπούσας Ε. Κ. υπό μορφή αυτοδιακινδύνευσης πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν είχε ανάγκη από περαιτέρω αιτιολογίες. Περαιτέρω τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αξιολογήθηκαν από το Εφετείο ότι δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν την ένσταση συνυπαιτιότητας υπό μορφή αυτοδιακινδύνευσης της θανούσας για το λόγο ότι αυτή συναίνεσε να επιβιβασθεί στη μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγομένου, αναδεχόμενη τον κίνδυνο ατυχήματος αν και γνώριζε ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης, αφού διασκέδαζαν μαζί.
Συνεπώς, ο εκτιμώμενος ως θεμελιούμενος επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης (ή έλλειψης νόμιμης βάσης) των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 167532770957712040098/2017 e- παράβολo του Δημοσίου, και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 474/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 167532770957712040098/2017 e- παράβολo του Δημοσίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: