
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400ΑΚ "αν ο
γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου
τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με
οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση
του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης,
εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή. ...
Η
προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση
διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην
αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν
από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από
αυτές τις αιτίες".Από την άνω διάταξη συνάγεται, ότι προϋπόθεση γέννησης
της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου είναι η κατά τη
διάρκεια του γάμου αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. ΕΤΣΙ...
Αριθμός 1697/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λογοθέτη. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Ε. του Δ., κατοίκου ...,ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12260/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1793/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400ΑΚ "αν ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".Από την άνω διάταξη συνάγεται, ότι προϋπόθεση γέννησης της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου είναι η κατά τη διάρκεια του γάμου αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Ετσι, δεν αποτελεί απόκτημα με την προαναφερθείσα έννοια οτιδήποτε αποκτήθηκε από τον σύζυγο πριν από την τέλεση του γάμου, ή, κατά τη διάρκεια μεν αυτού, από αιτία όμως που προϋπήρχε,όπως αυτό συμβαίνει σε περίπτωση είσπραξης από το σύζυγο διαρκούντος του γάμου μιάς απαίτησης, η αιτία της οποίας είχε γεννηθεί πριν από την τέλεσή του. Ο δικαιολογητικός λόγος της προαναφερόμενης εξαίρεσης είναι ο ίδιος που αποκλείει τον υπολογισμό στα αποκτήματα των αποκτηθέντων από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία και συνίσταται στο ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Εάν όμως ένα περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο σύζυγος από προϋπάρχουσα του γάμου αιτία, αξιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού, θεωρείται απόκτημα και εφόσον ο άλλος σύζυγος συνέβαλε στην εν λόγω αξιοποίηση, έχει, συντρεχουσών και των λοιπών προβλεπομένων από την προαναφερθείσα διάταξη προϋποθέσεων, αξίωση συμμέτοχης στην εκ μέρους της επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου. (σχ.ΑΠ2042/2013). Από την ίδια ως άνω διάταξη, λαμβανομένη υπόψη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εξ αυτής αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.
Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της. εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν. αποτελεί βάση ένστασης. που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στη σχετική ανωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο. κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ. υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας. Είναι δε αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων δικαιούται το ποσοστό τούτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βεβαίως της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του ετέρου συζύγου (ΑΠ1357/2015). Περαιτέρω,από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται,αν αυτός δεν εφαρμόστηκε,ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. 'Ετσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ.ΑΠ 10/2011). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ). ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004). δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005).Ετσι, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 1935/2017, 339/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 28-11-2014 ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία εδίωκε την αναγνώριση της πραγματικής άλλως της τεκμαρτής συμβολής της στην επελθούσα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους επαύξησης της περιουσίας του, εκτίθεται, ότι ο αναίρεσίβλητος απέκτησε,κατά τη διάρκεια του γάμου τους, μεταξύ άλλων, και τρία περιγραφόμενα σε αυτή διαμερίσματα μη δομημένα και αποπερατωμένα,αλλά μέλλοντα να ανεγερθούν.ευρισκόμενα όλα στο•Δήμο ..., εμβαδού 67,70 τετρ.μέτρων, το πρώτο και 67,87 τετρ.μέτρων καθένα των δεύτερου και τρίτου. Οτι τα διαμερίσματα αυτά αποκτήθηκαν,στην ανωτέρω κατάσταση, μετά από κλήρωση μετοχών του "Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης συν.Π.Ε.", τις οποίες ο αναιρεσίβλητος ήδη κατείχε κατά τη σύναψη του γάμου τους, συνολικής αξίας 3.000.000 δραχμών. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με τη δική της συμβολή, συνιστάμενη, κατά τα εκτιθέμενα, σε καταβολές χρηματικών ποσών, αλλά και στην υπερβαίνουσα την υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, παροχή υπηρεσιών, (που αποτιμά χρηματικά) τα εν λόγω διαμερίσματα αποπερατώθηκαν και διαμορφώθηκαν, με αποτέλεσμα, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασής τους,η αξία καθενός να ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ,η οποία συμπίπτει και με αυτή της άσκησης της αγωγής. Ότι η πραγματική επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου (επί της οποίας ασκεί την αξίωση συμμετοχής της) από την απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων ανέρχεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο ποσό των 80.000 ευρώ για καθένα, αφού από την αξία τους ύψους 100.000 ευρώ αφαιρεί το ποσό των 20.000 ευρώ, που, κατά τα εκτιθέμενα πάντα στην αγωγή, αντιστοιχεί στην επικαιροποιημένη κατά τον ίδιο χρόνο αξία των ανηκόντων στον αναιρεσίβλητο ήδη πριν τον γάμο τους και αντιστοιχούντων στην τότε αξία των κληρωθέντων(υπό την αρχική τους μορφή) διαμερισμάτων, προαναφερθέντων μετοχών. Υπό το ως άνω συνοπτικώς παρατιθέμενο περιεχόμενο της. η ένδικη ανωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσείουσας για τη συμμετοχή της στην αξιοποίηση των ανωτέρω αποκτηθέντων κατά τη διάρκεια του γάμου τους από τον αναιρεσίβλητο τριών διαμερισμάτων. Επομένως, το Εφετείο,που με την προσβαλλόμενη απόφαση, 1)απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την σχετική της αξίωση,κρίνοντας ότι τα επίμαχα διαμερίσματα δεν πρέπει να υπολογισθούν για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του αναιρεσίβλητου, γιατί αποκτήθηκαν μεν τυπικώς από αυτόν κατά τη διάρκεια του γάμου τους,πλην όμως από αιτία που προϋπήρχε αυτού, και συγκεκριμένα από την κλήρωση των συνεταιριστικών μεριδίων που ο τελευταίος είχε αποκτήσει πριν από το γάμο, με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνονται στα αποκτήματα, ούτε να καθίστανται τέτοια από τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τους αξίας κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των συζύγων και αυτής που είχαν τα συνεταιριστικά μερίδια λόνω των επικρατουσών συνθηκών και 2) έκρινε, με επάλληλη αιτιολογία,ότι σε κάθε περίπτωση "ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η επιδιωκόμενη με την αγωγή αξίωση συμμετοχής της ήδη αναιρεσείουσας στα αποκτήματα του συζύγου της διαρκούντος του γάμου τους, σε σχέση με τα ανωτέρω τρία διαμερίσματα, συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχαν αυτά κατασκευασμένα κατά τα προβλεπόμενα στην εργολαβική σύμβαση και αυτής που απέκτησαν εξαιτίας της συμβολής της",η αγωγή θα ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε σχέση με τα εν λόγω ακίνητα,διότι δεν εκτίθεται σε αυτή ποιό ακριβώς θεωρείται το ποσό της περιουσιακής επαύξησης του αναιρεσίβλητου, λόγω μη αναφοράς της αξίας τους, κατά τους κρίσιμους χρόνους ως εργολαβικών κατασκευών και ως βελτιωμένων κατασκευών, υπέπεσε στις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα με τους δύο πρώτους λόγους της κρινόμενης αίτησης της, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 8 (και όχι και αριθμ.14) ΚπολΔ, πλημμέλειες. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ήτοι την αύξηση της αρχικής αξίας των συνεταιριστικών μεριδίων λόγω των επικρατουσών συνθηκών, άλλως, τη διενέργεια κατά τη διάρκεια του γάμου βελτιωμένων ενάντι των προβλεπομένων από τις εργολαβικές συμβάσεις κατασκευών, στις οποίες έγκειται η επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, και δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που εκτίθενται, ήτοι, ότι η αξία των αποκτηθέντων από τον αναιρεσίβλητο πριν το γάμο τους συνεταιριστικών μεριδίων, αντιστοιχούσε στην μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ αξία των αποκτηθέντων κατά τη διάρκεια αυτού, μη δομημένων και αποπερατωμένων διαμερισμάτων, ενώ αυτή των 80.000 ευρώ για καθένα, στην επι πλέον αξία, την οποία απέκτησαν με την κατά τη διάρκεια αυτού αξιοποίησή τους με τη δόμηση και αποπεράτωσή τους, για την οποία συνέβαλε και η ίδια η αναιρεσείουσα, και την οποία αξίωνε με την ένδικη αγωγή της. Αποτέλεσμα της ανωτέρω πλημμέλειας ήταν, το Εφετείο, σε σχέση με τα επίμαχα διαμερίσματα, αφενός μεν να προβεί με την προσβαλλόμενη απόφαση σε λανθασμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα, κρίνοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς το σκέλος της επικαλούμενης επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσίβλητου με τον συνυπολογισμό και αυτών, μη νόμιμη, αφετέρου δε, να θεωρήσει με επάλληλη σκέψη την αγωγή, ως προς το ίδιο σκέλος αόριστη. Επομένως,οι προαναφερθέντες λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών,οι οποίοι πλήττουν το κύρος όλης της απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που την εξέδωσε (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος,πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα αυτής (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1793/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση,προς περαιτέρω εκδίκαση,στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λογοθέτη. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Ε. του Δ., κατοίκου ...,ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12260/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1793/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400ΑΚ "αν ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".Από την άνω διάταξη συνάγεται, ότι προϋπόθεση γέννησης της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου είναι η κατά τη διάρκεια του γάμου αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Ετσι, δεν αποτελεί απόκτημα με την προαναφερθείσα έννοια οτιδήποτε αποκτήθηκε από τον σύζυγο πριν από την τέλεση του γάμου, ή, κατά τη διάρκεια μεν αυτού, από αιτία όμως που προϋπήρχε,όπως αυτό συμβαίνει σε περίπτωση είσπραξης από το σύζυγο διαρκούντος του γάμου μιάς απαίτησης, η αιτία της οποίας είχε γεννηθεί πριν από την τέλεσή του. Ο δικαιολογητικός λόγος της προαναφερόμενης εξαίρεσης είναι ο ίδιος που αποκλείει τον υπολογισμό στα αποκτήματα των αποκτηθέντων από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία και συνίσταται στο ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Εάν όμως ένα περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο σύζυγος από προϋπάρχουσα του γάμου αιτία, αξιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού, θεωρείται απόκτημα και εφόσον ο άλλος σύζυγος συνέβαλε στην εν λόγω αξιοποίηση, έχει, συντρεχουσών και των λοιπών προβλεπομένων από την προαναφερθείσα διάταξη προϋποθέσεων, αξίωση συμμέτοχης στην εκ μέρους της επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου. (σχ.ΑΠ2042/2013). Από την ίδια ως άνω διάταξη, λαμβανομένη υπόψη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εξ αυτής αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.
Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της. εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν. αποτελεί βάση ένστασης. που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στη σχετική ανωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο. κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ. υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας. Είναι δε αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων δικαιούται το ποσοστό τούτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βεβαίως της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του ετέρου συζύγου (ΑΠ1357/2015). Περαιτέρω,από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται,αν αυτός δεν εφαρμόστηκε,ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. 'Ετσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ.ΑΠ 10/2011). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ). ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004). δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005).Ετσι, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 1935/2017, 339/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 28-11-2014 ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία εδίωκε την αναγνώριση της πραγματικής άλλως της τεκμαρτής συμβολής της στην επελθούσα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους επαύξησης της περιουσίας του, εκτίθεται, ότι ο αναίρεσίβλητος απέκτησε,κατά τη διάρκεια του γάμου τους, μεταξύ άλλων, και τρία περιγραφόμενα σε αυτή διαμερίσματα μη δομημένα και αποπερατωμένα,αλλά μέλλοντα να ανεγερθούν.ευρισκόμενα όλα στο•Δήμο ..., εμβαδού 67,70 τετρ.μέτρων, το πρώτο και 67,87 τετρ.μέτρων καθένα των δεύτερου και τρίτου. Οτι τα διαμερίσματα αυτά αποκτήθηκαν,στην ανωτέρω κατάσταση, μετά από κλήρωση μετοχών του "Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης συν.Π.Ε.", τις οποίες ο αναιρεσίβλητος ήδη κατείχε κατά τη σύναψη του γάμου τους, συνολικής αξίας 3.000.000 δραχμών. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με τη δική της συμβολή, συνιστάμενη, κατά τα εκτιθέμενα, σε καταβολές χρηματικών ποσών, αλλά και στην υπερβαίνουσα την υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, παροχή υπηρεσιών, (που αποτιμά χρηματικά) τα εν λόγω διαμερίσματα αποπερατώθηκαν και διαμορφώθηκαν, με αποτέλεσμα, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασής τους,η αξία καθενός να ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ,η οποία συμπίπτει και με αυτή της άσκησης της αγωγής. Ότι η πραγματική επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου (επί της οποίας ασκεί την αξίωση συμμετοχής της) από την απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων ανέρχεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο ποσό των 80.000 ευρώ για καθένα, αφού από την αξία τους ύψους 100.000 ευρώ αφαιρεί το ποσό των 20.000 ευρώ, που, κατά τα εκτιθέμενα πάντα στην αγωγή, αντιστοιχεί στην επικαιροποιημένη κατά τον ίδιο χρόνο αξία των ανηκόντων στον αναιρεσίβλητο ήδη πριν τον γάμο τους και αντιστοιχούντων στην τότε αξία των κληρωθέντων(υπό την αρχική τους μορφή) διαμερισμάτων, προαναφερθέντων μετοχών. Υπό το ως άνω συνοπτικώς παρατιθέμενο περιεχόμενο της. η ένδικη ανωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσείουσας για τη συμμετοχή της στην αξιοποίηση των ανωτέρω αποκτηθέντων κατά τη διάρκεια του γάμου τους από τον αναιρεσίβλητο τριών διαμερισμάτων. Επομένως, το Εφετείο,που με την προσβαλλόμενη απόφαση, 1)απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την σχετική της αξίωση,κρίνοντας ότι τα επίμαχα διαμερίσματα δεν πρέπει να υπολογισθούν για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του αναιρεσίβλητου, γιατί αποκτήθηκαν μεν τυπικώς από αυτόν κατά τη διάρκεια του γάμου τους,πλην όμως από αιτία που προϋπήρχε αυτού, και συγκεκριμένα από την κλήρωση των συνεταιριστικών μεριδίων που ο τελευταίος είχε αποκτήσει πριν από το γάμο, με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνονται στα αποκτήματα, ούτε να καθίστανται τέτοια από τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τους αξίας κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των συζύγων και αυτής που είχαν τα συνεταιριστικά μερίδια λόνω των επικρατουσών συνθηκών και 2) έκρινε, με επάλληλη αιτιολογία,ότι σε κάθε περίπτωση "ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η επιδιωκόμενη με την αγωγή αξίωση συμμετοχής της ήδη αναιρεσείουσας στα αποκτήματα του συζύγου της διαρκούντος του γάμου τους, σε σχέση με τα ανωτέρω τρία διαμερίσματα, συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχαν αυτά κατασκευασμένα κατά τα προβλεπόμενα στην εργολαβική σύμβαση και αυτής που απέκτησαν εξαιτίας της συμβολής της",η αγωγή θα ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε σχέση με τα εν λόγω ακίνητα,διότι δεν εκτίθεται σε αυτή ποιό ακριβώς θεωρείται το ποσό της περιουσιακής επαύξησης του αναιρεσίβλητου, λόγω μη αναφοράς της αξίας τους, κατά τους κρίσιμους χρόνους ως εργολαβικών κατασκευών και ως βελτιωμένων κατασκευών, υπέπεσε στις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα με τους δύο πρώτους λόγους της κρινόμενης αίτησης της, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 8 (και όχι και αριθμ.14) ΚπολΔ, πλημμέλειες. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ήτοι την αύξηση της αρχικής αξίας των συνεταιριστικών μεριδίων λόγω των επικρατουσών συνθηκών, άλλως, τη διενέργεια κατά τη διάρκεια του γάμου βελτιωμένων ενάντι των προβλεπομένων από τις εργολαβικές συμβάσεις κατασκευών, στις οποίες έγκειται η επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, και δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που εκτίθενται, ήτοι, ότι η αξία των αποκτηθέντων από τον αναιρεσίβλητο πριν το γάμο τους συνεταιριστικών μεριδίων, αντιστοιχούσε στην μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ αξία των αποκτηθέντων κατά τη διάρκεια αυτού, μη δομημένων και αποπερατωμένων διαμερισμάτων, ενώ αυτή των 80.000 ευρώ για καθένα, στην επι πλέον αξία, την οποία απέκτησαν με την κατά τη διάρκεια αυτού αξιοποίησή τους με τη δόμηση και αποπεράτωσή τους, για την οποία συνέβαλε και η ίδια η αναιρεσείουσα, και την οποία αξίωνε με την ένδικη αγωγή της. Αποτέλεσμα της ανωτέρω πλημμέλειας ήταν, το Εφετείο, σε σχέση με τα επίμαχα διαμερίσματα, αφενός μεν να προβεί με την προσβαλλόμενη απόφαση σε λανθασμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα, κρίνοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς το σκέλος της επικαλούμενης επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσίβλητου με τον συνυπολογισμό και αυτών, μη νόμιμη, αφετέρου δε, να θεωρήσει με επάλληλη σκέψη την αγωγή, ως προς το ίδιο σκέλος αόριστη. Επομένως,οι προαναφερθέντες λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών,οι οποίοι πλήττουν το κύρος όλης της απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που την εξέδωσε (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος,πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα αυτής (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1793/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση,προς περαιτέρω εκδίκαση,στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου