Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

ΑΠ 1653/2018 - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος ..
της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 816 /2017,ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ273/2011,ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το τελευταίο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια (βλ σελ. 25 - 26 της προσβαλλομένης απόφασης), προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και με βάση τα αποδειχθέντα να καθορίσει το ποσοστό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος καθώς και το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας υιού της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και αδελφού των δύο άλλων , δεχόμενο την ένσταση συνυπαιτιότητας που παραδεκτά προτάθηκε κατά τα αναφερόμενα παραπάνω. Με τον από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως πλήρως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό ότι ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας πραγματοποίησε αναστροφή πορείας στο ύψος του σχολείου "...'' σχηματίζοντας εσφαλμένα πλήρη δικανική πεποίθηση από τις προανακριτικές καταθέσεις δύο φίλων του θανόντος που εδράζονται σε εκτιμήσεις τους, καθότι δεν βρίσκονταν στο σημείο του ατυχήματος την στιγμή που συνέβη αυτό, αλλά σε απόσταση και προσέτρεξαν μετά το συμβάν, καθόσον όλοι μαζί κατευθύνονταν με τις μοτοσυκλέτες τους σε συγκεκριμένο σημείο, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν θα διενεργούντο αυτοσχέδιοι αγώνες δικύκλων.

 Αριθμός 1653/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. χας Ι. Κ., το γένος Ι. Κ., 2) Ε. Κ. του Ι. και 3) Β. - Μ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 6-4-2009 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 9-7-2009 (αρ. εκθ. καταθ. ΕΓα/908/2009 και ΕΓα/909/2009 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
.Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα και από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ.5950Γ/11-8-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Γ. Λ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 13-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση είχε επιδοθεί, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Μ. Κ. για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20-10-2017, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-10-2018). Επομένως, εφόσον αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος ) δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ.
Η προσβαλλόμενη 191/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών (άρθρων 681 Α επ. ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων κατά το τμήμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω : Επί της από 6-4-2009 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του υιού της πρώτης από αυτούς και αδελφού του δεύτερου και τρίτης εκδόθηκε η 559/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή . Οι διάδικοι άσκησαν κατά της απόφασης αυτής αντίθετες εφέσεις, παραπονούμενοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και για νομικές πλημμέλειες. Επί των εφέσεων αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση που απέρριψε την 88/2010 έφεση των αναιρεσιόντων, την 89/2010 έφεση του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε την 99/2010 έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε κατ` ουσία την υπόθεση, έκανε δεκτή εν μέρει την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με την οποία αποδίδονται στο δικαστήριο της ουσίας οι πλημμέλειες που αναφέρονται στην αίτηση. Επομένως εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 564, 566§1 ΚΠολΔ), και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681Α, 666, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 591, παρ. 1 εδ. γ' και δ' , 256 παρ. 1 στοιχ. δ' , 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν προ της αντικαταστάσεώς τους με το νόμο 4334/2015 (ΦΕΚ Α' 80/23-7-2015), συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο στη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ2/2005,ΑΠ 98/2015, ΑΠ 465/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής των νυν αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι πληρεξούσιοι των νυν αναιρεσιβλήτων τότε εναγομένων πρότειναν προφορικά, εκτός των άλλων, και την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στο επελθόν αποτέλεσμα (ΑΚ 300), που σημειώθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση 559/2010 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου , ενώ με τις προτάσεις των εναγομένων, που είχαν κατατεθεί κατά τη συζήτηση ενώπιον επίσης του άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είχαν εκτεθεί εκτενώς τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν. Ήτοι, ότι ο θανών Κ.Κ., συγγενής κατά τα αναλυτικότερα στην αγωγή αναφερόμενα των εναγόντων ενήργησε παράνομα επιτόπια αναστροφή καίτοι τούτο απαγορεύεται λόγω της υπάρχουσας ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας στο ρεύμα πορείας του με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί με την κίνηση του αυτή στην πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και να προκληθεί το θανατηφόρο ατύχημα. Το Τριμελές Εφετείο, που όπως και το πρωτοδικείο δεν απέκρουσε ως απαράδεκτη την ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συγγενούς των εναγόντων, δεχόμενο ότι παραδεκτά και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα προτάθηκε η εν λόγω ένσταση συνυπαιτιότητας , ενήργησε σύμφωνα με το νόμο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και κατ` εκτίμηση προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 816 /2017,ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ273/2011,ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το τελευταίο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια (βλ σελ. 25 - 26 της προσβαλλομένης απόφασης), προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και με βάση τα αποδειχθέντα να καθορίσει το ποσοστό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος καθώς και το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας υιού της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και αδελφού των δύο άλλων , δεχόμενο την ένσταση συνυπαιτιότητας που παραδεκτά προτάθηκε κατά τα αναφερόμενα παραπάνω. Με τον από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως πλήρως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό ότι ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας πραγματοποίησε αναστροφή πορείας στο ύψος του σχολείου "...'' σχηματίζοντας εσφαλμένα πλήρη δικανική πεποίθηση από τις προανακριτικές καταθέσεις δύο φίλων του θανόντος που εδράζονται σε εκτιμήσεις τους, καθότι δεν βρίσκονταν στο σημείο του ατυχήματος την στιγμή που συνέβη αυτό, αλλά σε απόσταση και προσέτρεξαν μετά το συμβάν, καθόσον όλοι μαζί κατευθύνονταν με τις μοτοσυκλέτες τους σε συγκεκριμένο σημείο, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν θα διενεργούντο αυτοσχέδιοι αγώνες δικύκλων. Εκτός από τις προαναφερόμενες καταθέσεις εσφαλμένα, πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιόντων, η προσβαλλομένη απόφαση σχημάτισε δικανική πεποίθηση και από την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ν. Κ. που εξετάσθηκε και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επιμέλεια των ιδίων (αναιρεσιόντων) και δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό τους ότι ο θανών με τη μοτοσυκλέτα κινείτο ομόρροπα με το όχημα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων προπορευόμενος αυτού το δε όχημα επέπεσε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα στην μοτοσυκλέτα με αποτέλεσμα να προσκρούσει επί αυτής και να την παρασύρει σε αρκετή απόσταση και να τραυματισθεί θανάσιμα τόσο ο οδηγός όσο και ο συνεπιβάτης . Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η προσβαλλόμενη απόφαση για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης έλαβε υπόψη της όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα , όπως μνημονεύεται και στο κείμενο της , και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα αυτό, πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/ 2011). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/ 2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 04/07/2008 και περί ώρα 22:50 ο ανήλικος Κ. Κ. οδηγώντας, χωρίς να κατέχει νόμιμη άδεια οδήγησης, την με αριθμό κυκλοφορίας ... διθέσια μοτοσυκλέτα, μάρκας Suzuki Malaysia, χρώματος ασημί, ιδιοκτησίας του πατέρα του Ι. Κ., με συνεπιβάτη τον, επίσης ανήλικο, Ε. Γ., έβαινε επί της νότιας περιφερειακής ... με κατεύθυνση από παλαιά επαρχιακή οδό Άργους-Τριπόλεως προς επαρχιακή .... Την ίδια ώρα, ο Μ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου Omega GL, εργοστασίου Opel, χρώματος γκρι, ιδιοκτησίας του, το οποίο, κατά τον ως άνω χρόνο, ήταν ασφαλισμένο με ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία "... Α.Ε.", έβαινε επί της ίδιας ως άνω νότιας περιφερειακής ... με αντίθετη κατεύθυνση από Άγιο Βασίλειο προς παλαιά επαρχιακή οδό Άργους-Τρίπολης. Η εν λόγω νότια περιφερειακή οδός Άργους-Τρίπολης μετά από μια δεξιά στροφή που παρουσιάζει στο 2° χιλιόμετρο, είναι ευθεία με ασφάλτινο οδόστρωμα, και με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που έχουν συνολικό πλάτος 6,60 μ. Τα όρια των λωρίδων για την καθοδήγηση της κυκλοφορίας διαχωρίζονται μεταξύ τους με οριζόντια κατά μήκος διαγράμμιση, αποτελούμενη από δύο διακεκομμένες γραμμές, ενώ τα δύο ρεύματα πορείας διαχωρίζονται από διαχωριστική νησίδα, η οποία διακόπτεται στα σημεία διασταύρωσης της οδού με ασφάλτινες παρόδους. Στο ρεύμα πορείας της οδού προς επαρχιακή ... υφίσταται πινακίδα Ρ-32 που καθορίζει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας σε 70 χλμ/ώρα, ενώ στο αντίθετο ρεύμα πορείας (προς παλαιά επαρχιακή οδό Άργους - Τρίπολης), όπου έβαινε ο πρώτος εναγόμενος, δεν υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32 που να καθορίζει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας αλλά ούτε και πληροφοριακή πινακίδα Π-17 που να καθορίζει την αρχή της κατοικημένης περιοχής, με συνέπεια το ανώτατο επιτρεπόμενο, σ' αυτό το σημείο της οδού, όριο ταχύτητας να είναι 90 (άρθρο 20 § 2 Κ.Ο.Κ.). Η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων που κινούνται στην οδό δεν περιορίζεται από φυσικά εμπόδια. Κατά τον παραπάνω χρόνο, επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μεγάλη και δεν κυκλοφορούσαν πεζοί. Στο 2,2° χλμ της ως άνω νότιας περιφερειακής οδού, όπου αυτή διασταυρώνεται εκατέρωθεν με ασφάλτινες παρόδους, στο ύψος του σχολείου "...", και σε σημείο που απέχει από την προηγούμενη δεξιά στροφή κατά 150 μέτρα περίπου, ο Κ. Κ. επιχείρησε να ενεργήσει επιτόπια αναστροφή, με σκοπό να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να κατευθυνθεί προς την παλαιά επαρχιακή οδό Άργους - Τρίπολης (μολονότι η κίνηση αυτή δεν επιτρεπόταν στο σημείο εκείνο, ένεκα της σήμανσης της οδού με ρυθμιστική της κυλοφορίας πινακίδα Ρ - 29, μετην οποία δηλώνεται ότι απαγορεύεται η αναστροφή (στροφή κατά 180 μοίρες), χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο , με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, ο οποίος είχε εξέλθει από τη δεξιά καμπύλη στροφή) που σχηματίζει η ως άνω οδός στην πορεία του, όπως προαναφέρθηκε, και βρισκόταν σε απόσταση από τη διασταύρωση 56,5 μέτρων κινούμενος στην αριστερή λωρίδα του οδοστρώματος με υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα. Αποτέλεσμα της ανωτέρω αντικανονικής οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού της μοτοσικλέτας ήταν να επιπέσει το αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας και από τη σύγκρουση αυτή να τραυματισθούν θανάσιμα οι δύο επιβάτες του δίκυκλου οχήματος και να υποστούν υλικές ζημιές αμφότερα τα οχήματα. Το σημείο σύγκρουσης εντοπίσθηκε, με βάση κηλίδα λαδιού προερχόμενη από την δίκυκλη μοτοσικλέτα, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω οδού ακριβώς στο σημείο της οδού που βρίσκεται στο ύψος της αρχής του τσιμέντινου διαζώματος, που είχε στα αριστερά του, ο οδηγός της μοτ/τας, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες της Αστυνομίας και του τεχνικού συμβούλου της ασφαλιστικής εταιρείας (φωτ. 1,10) και όχι σε απόσταση από αυτήν (την αρχή του διαζώματος), όπως σημειώνεται στο σχεδ/μα της Τροχαίας. Το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, σε απόσταση 50,5 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης (75-24,5μ.) και όχι σε απόσταση 9 μέτρων, που εσφαλμένα έχει υπολογίσει η έκθεση αυτοψίας με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του να απέχει 1,59 μ. από την διαχωριστική νησίδα. Η δίκυκλη μοτοσυκλέτα βρέθηκε τελικώς εντός της αριστερής λωρίδας του αντίθετου ρεύματος πορείας (προς επαρχιακή οδό Άργους - Νέας Κίου ), αφού διαπέρασε τη διαχωριστική νησίδα, σε απόσταση 45,00 μ. από το σημείο σύγκρουσης. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας βρέθηκε πάνω στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας, σε απόσταση 10,60 μ και ο συνεπιβάτης αυτής βρέθηκε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, σε απόσταση 5,60 μ. από τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του αυτοκινήτου. Στο οδόστρωμα υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης 75,00 μ. προερχόμενα από τους τροχούς του αυτοκινήτου, τα οποία ξεκινούσαν 24,50 μ. πριν από το σημείο σύγκρουσης, με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό να απέχει 1,00 μ. από την λευκή γραμμή που εκτείνεται από το αριστερό άκρο του οδοστρώματος της ως άνω αριστερής λωρίδας. Ίχνη πλάγιας ολίσθησης δεν ανευρέθησαν. Στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας και περίπου ανάμεσα στο σημείο σύγκρουσης και την θέση, όπου βρέθηκε ο οδηγός της μοτοσικλέτας, εντοπίσθηκε σημείο χαραγής από την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας σε αυτό. Ελάχιστα πριν από το σημείο χαραγής βρέθηκε ίχνος συρσίματος από τον εμπρόσθιο τροχό της μοτοσικλέτας. Θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων βρέθηκαν διάσπαρτα επί της οδού, σε μήκος 30,00 μ. καθώς και εντός της διαχωριστικής νησίδας. Βάσει του χρησιμοποιούμενου στην πράξη και διεθνώς αποδεκτού νομογραφήματος του Ινστιτούτου Τροχαίας του Πανεπιστημίου του Ιλλινόις των Η.Π.Α. η ταχύτητα του αυτοκινήτου προσδιορίσθηκε σε 115 χλμ/ώρα (βλ. το δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Άργους της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης Άργους της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αργολίδας). Ωστόσο, λόγω της απορρόφησης ενός μέρους αυτής από τη σύγκρουση με την μοτ/τα, αυτή ανερχόταν σε πλέον των 115 χλμ/ώρα. Την ταχύτητα αυτή μπορούσε να την αναπτύξει το εν λόγω αυτοκίνητο γιατί είχε ξεκινήσει από το φανάρι της διασταύρωσης με την ... που απέχει από το σημείο σύγκρουσης 800 μ. και όχι 50 μ. που αναφέρει ο οδηγός του, σε συνδυασμό με το ότι ο οδηγός και ιδιοκτήτης του εν λόγω ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε αντικαταστήσει παράνομα τον κινητήρα του οχήματος του τοποθετώντας άλλον, προφανώς μεγαλύτερης ιπποδύναμης. Ο θάνατος του Κ. Κ. επήλθε συνεπεία βαρέων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και του Ε. Γ. συνεπεία κακώσεων κεφαλής και αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Από την τοξικολογική ανάλυση δεν ανιχνεύθηκαν αιθυλική αλκοόλη ούτε φαρμακευτικές - ναρκωτικές- τοξικές ουσίες στα πτώματα των ως άνω ανηλίκων, ενώ ανιχνεύθησαν κανναβινόλες σε συγκέντρωση 273mg/ml ούρων στον οργανισμό του ανωτέρω οδηγού του αυτοκινήτου. Δεν ανιχνεύθηκε ποσότητα οινοπνεύματος στον οργανισμό του τελευταίου. Από τον τεχνικό έλεγχο που διενεργήθηκε στα εμπλακέντα στην ένδικη σύγκρουση οχήματα, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Τμήματος Τροχαίας Άργους, προέκυψε για το μεν αυτοκίνητο ότι, εξ αιτίας της σύγκρουσης με τη μοτοσικλέτα, είχε σπάσει η μπροστινή μάσκα, είχε παραμορφωθεί το μπροστινό καπό, είχε θρυμματισθεί το παρμπρίζ εμπρός αριστερά, υπήρχε θραύση του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού τροχού και είχε αλλαχθεί ο κινητήρας που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας, για την δε δίκυκλη μοτοσικλέτα ότι είχε καταστραφεί ολοσχερώς ο πίσω τροχός λόγω της σύγκρουσης και ότι είχε φανούς πορείας εμπρός και πίσω αλλά, εξ αιτίας της καταστροφής της καθ' ολοκληρίαν μετά το ατύχημα, δεν κατέστη εφικτή η διαπίστωση εάν λειτουργούσαν πριν από αυτό. Οι προεκτεθείσες συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος αποδεικνύονται από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της επιληφθείσας ανθυπαστυνόμου του Τμήματος Τροχαίας Άργους, Δ. Ν., από τις φωτογραφίες της Τροχαίας, που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά που συνέβη, καθώς και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου περί αναστροφής της μοτ/τας και παρεμβολής της στην πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, αμφισβητείται απ' τους εκκαλούντες της υπό στοιχείο Α έφεσης με τον ισχυρισμό ότι η πορεία που αποτυπώνεται από την Τροχαία Άργους στο συνταχθέν από αυτήν δημόσιο έγγραφο του σχεδιαγράμματος είναι ομόρροπη με αυτήν του αυτοκινήτου του εναγομένου στο δεξιό (δηλ. προς Ε.Ο. Άργους - Τρίπολης) ρεύμα πορείας και ότι η αποτύπωση αυτή, που αναφέρεται και στην σχετική έκθεση αυτοψίας της, στηρίχθηκε, σε όσα, προφανώς, της ανέφερε ο εναγόμενος κατά την άφιξή της στο σημείο του ατυχήματος. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 440 ΚΠολΔ ;για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 ΚΠοινΔ από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη. Όμως, κατά της αποδείξεως αυτής επιτρέπεται ανταπόδειξη. Έτσι, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στοιχεία ως προς την θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα, είναι από εκείνα την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως και του σχεδιαγράμματος. Επομένως, κατ' αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 670, 671 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η διαφορά κατά το άρθρο 68ΙΑ ΚΠολΔ, με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμούνται με τον ίδιο τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση απ' την επικαλούμενη απ' τους εκκαλούντες έκθεση αυτοψίας και απ' το κεφάλαιο αυτής περί της αρχικής κατεύθυνσης των οχημάτων που ενεπλάκησαν στο επίδικο τροχαίο ατύχημα αναφέρεται μεν ότι αυτή ήταν επί της νότιας περιφερειακής οδού Άργους, με κατεύθυνση από Άγ. Βασίλειο προς παλαιά Ε.Ο. Άργους - Τρίπολης και για τα δύο οχήματα, πλην όμως, το γεγονός αυτό δεν προκύπτει ότι διαπιστώθηκε απ' την διενεργήσασα την αυτοψία ανθυπαστυνόμο (η οποία έφτασε στο σημείο του ατυχήματος λίγη ώρα μετά το ατύχημα), μετά από σχετική δήλωση του παρόντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δηλ. του πρώτου εναγομένου, ενώ, εξάλλου από τις προανακριτικές καταθέσεις των φίλων των θανατωθέντων, Χ. Κ. και Τ. Α., που έφτασαν στο σημείο του ατυχήματος μόλις λίγα λεπτά μετά από αυτό προκύπτει ότι η αρχική κατεύθυνσή τους ήταν στο αντίθετο ρεύμα. Ειδικότερα απ' τις καταθέσεις των παραπάνω προέκυψε ότι στις 4/7/2008 και περί ώρα 22.40 οι παραπάνω μάρτυρες ξεκίνησαν, μαζί με τα ως άνω ανήλικα θύματα από την γειτονιά τους, οδηγώντας τα μηχανάκια τους, προκειμένου να παρακολουθήσουν αυτοσχέδιους αγώνες ταχύτητας (" κόντρες") που είχαν ακούσει ότι θα διεξάγονταν στον νότιο περιφερειακό Άργους - Τριπόλεως. Οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν ακόμη ότι κάποια στιγμή σταμάτησαν σε ένα βενζινάδικο για ανεφοδιασμό, ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κ. Κ. συνέχισε την πορεία της, ότι, όταν έφθασαν πια στο ύψος του σχολείου "ΑΥΤΕΝΕΡΕΩ", αντίκρυσαν τον οδηγό του αυτοκινήτου και τους φίλους τους πεσμένους στο οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος πορείας και ότι, κατά την εκτίμησή τους, οι δύο ανήλικοι, αφού είδαν ότι στο σημείο εκείνο - που είναι ευθεία - δεν γίνονταν " κόντρες ", γύρισαν πίσω για να τους προλάβουν. Η εκτιθέμενη, επομένως, στις υπό κρίση κύριες αγωγές εκδοχή ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα κινείτο στο δεξιό (εννοούν το προς Ε.Ο. Άργους - Τρίπολης ρεύμα κατεύθυνσης και όχι την δεξιά λωρίδα αυτού), ρεύμα πορείας της ως άνω περιφερειακής οδού, μπροστά από το αυτοκίνητο και με την ίδια με αυτό κατεύθυνση (όπως απεικονίζεται η αρχική κατεύθυνση στο λεχθέν σχεδιάγραμμα), αναιρείται από τα ως άνω αναφερθέντα πραγματικά γεγονότα, που κατέθεσαν οι φίλοι των θανατοθέντων αλλά και από αυτά που κατέθεσε στην προανάκριση ο μάρτυς των εναγόντων, Ν. Κ.ς. Αυτός σύμφωνα με την κατάθεσή του, ευρισκόμενος στη διασταύρωση της Ν. Κίου - Άργους στις σιδηροδρομικές γραμμές, με κατεύθυνση από Ν.Κίο προς Άργος, είδε δύο αυτοκίνητα να φεύγουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα απ' το φανάρι της νέας περιφερειακής οδού και με κατεύθυνση από Άργος προς Τρίπολη, το ένα εκ των οποίων, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, ήταν του πρώτου εναγομένου, αφού στο ατύχημα που συνάντησε επί της νέας περιφερειακής οδού, αμέσως μόλις άναψε το δικό του φανάρι και εισήλθε στην οδό αυτή, ήταν του γείτονά του Γάσπαρη, όπως πληροφορήθηκε κατά την επιστροφή του στο σπίτι του. Ο μάρτυς αυτός ερωτηθείς αν τα παραπάνω δύο αυτοκίνητα, που έφυγαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τα ακολούθησε άλλο αυτοκίνητο, απάντησε ότι δεν τα ακολούθησε κανένα, ούτε, επίσης, προπορευόταν αυτών κανένα όχημα. Επομένως, και απ' την κατάθεση του Ν.Κ. προκύπτει ότι η μοτ/τα του Κ. δεν προπορευόταν του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου στο ρεύμα κατεύθυνσης προς Τρίπολη, από τη διασταύρωση με την οδό Άργους - Ν. Κίου, μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Τέλος, δεν αποδεικνύεται βάσιμος και ο άλλος ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο οδηγός της μοτ/τας εισήλθε στο ρεύμα προς Τρίπολη απ' την επομένη διασταύρωση του "..." και επομένως το ατύχημα συνέβη ενώ προπορευόταν του εναγομένου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος γιατί δεν υπήρχε κανένας λόγος να φτάσει ο οδηγός της μοτοσυκλέτας μέχρι την επόμενη διασταύρωση, που μεσολαβεί (με την οδό ...) μεταξύ της διασταύρωσης προς το σχολείο " ... " (την επίδικη), και της διασταύρωσης στις σιδηροδρομικές γραμμές, αφού σ' αυτή τη διασταύρωση, που βρίσκεται πάνω στη στροφή, που προηγείται κατά 150 μ. περίπου απ' το σημείο σύγκρουσης δεν συγκεντρώνονταν μηχανές για κόντρες λόγω της επικινδυνότητας του σημείου αλλά αυτές συγκεντρώνονταν στην διασταύρωση του "...", απ όπου ξεκινάει η ευθεία της νότιας περιφερειακής οδού προς Τρίπολη, που τους επέτρεπε την ανάπτυξη μεγάλων ταχυτήτων.
Συνεπώς, η μόνη περίπτωση που απομένει και η οποία εξηγεί το πώς η μοτ/τα που οδηγούσε ο θανών Κ. Κ..ς και επέβαινε και ο Γ., βρέθηκε απ' το ένα ρεύμα στο άλλο, είναι αυτή της αναστροφής του στην επίδικη διασταύρωση του "..." και η παρεμβολή του στην πορεία του αυτοκινήτου έχοντας, μεν, ευθυγραμμιστεί στην οδό, ολοκληρώνοντας την αναστροφή (όπως αποδεικνύεται απ' το σημείο που έπαθε ζημιές η μοτοσυκλέτα, δηλ. στο πίσω μέρος) μη έχοντας, όμως, προλάβει, ακόμα να αναπτύξει ταχύτητα λόγω του ότι αναγκαστικά την μείωσε για να ενεργήσει την αναστροφή, οπότε και κατέφτασε το αυτοκίνητο του εναγομένου και συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν. Η ιδιαιτέρως αυξημένη ταχύτητα του οδηγού του αυτοκινήτου αποδεικνύεται, εκτός από το ως άνω νομογράφημα και τα ίχνη τροχοπέδησης, από την βιαιότητα της ένδικης πρόσκρουσης και την εκτίναξη σε μεγάλη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης των συνεπιβατών της μοτοσικλέτας και του οχήματος τους. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο οδικό τροχαίο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός των δύο ανήλικων προσώπων οφείλονται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στην ένδικη σύγκρουση ατυχημάτων, οι οποίοι παρέλειψαν να καταβάλουν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (προσοχή), την οποία όφειλαν ως οδηγοί από τις περιστάσεις να καταβάλουν, όπως άλλωστε, θα έπραττε οιοσδήποτε άλλος μέσος συνετός οδηγός που θα βρισκόταν υπό παρόμοιες με αυτούς συνθήκες, να μην προκαλέσουν κίνδυνο. Ειδικότερα: α) ο μεν Μ. Κ., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας συνεχώς υπ' όψιν του τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρο 19 § 2 ΚΟΚ), ιδιαιτέρως δε, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του μολονότι κινείτο νυκτερινή ώρα σε οδό που δεν φωτιζόταν επαρκώς, είχε στην πορεία του δεξιά στροφή, που εμπόδιζε την ορατότητά του και επιπλέον δεν την μείωσε όταν αντελήφθη στην πορεία του να βρίσκονται μπροστά του, συγκεντρωμένες στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, επί της διασταύρωσης του "ΑΥΤΕΝΕΡΕΩ" 15-20 μοτοσυκλέτες, που ετοιμάζονταν να κάνουν κόντρες, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος, αλλά αντιθέτως, συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα, πλέον των 115 Κm/h, που είναι μεγαλύτερη απ' την επιτρεπόμενη σ' αυτό το σημείο, των 90 Κm/h, β) ο δε Κ. Κ., οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή (άρθρο 12 § 1 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα από απροσεξία του επιχείρησε να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, ενεργώντας επιτόπια αναστροφή, καίτοι τούτο απαγορεύεται λόγω της υπάρχουσας ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας Ρ-27 στο ρεύμα πορείας του (άρθρο 4 §3 ΚΟΚ), χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν στο ρεύμα πορείας ,στο οποίο είχε πρόθεση να εισέλθει (άρθρο 21 παρ 1 ΚΟΚ),πράγμα που θα μπορούσε να το πετύχει αν έδειχνε την προσοχή που απαιτείτο, γιατί το σημείο όπου επιχείρησε την αναστροφή απείχε 150 μέτρα περίπου απ' τη στροφή και συνεπώς είχε το χρονικό περιθώριο να αντιληφθεί την πορεία του εναγομένου. Αποτέλεσμα αυτής της απροσεξίας του ήταν να παρεμβληθεί με την κίνησή του αυτή αιφνίδια στην πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Μ. Κ., όταν ο τελευταίος βρισκόταν σε απόσταση από αυτόν μόλις 56,5μέτρων και να προκληθεί η ανωτέρω θανατηφόρα σύγκρουση, κατά τα προεκτεθέντα. Οι προδιαληφθείσες παραβάσεις των ως άνω οδηγών συνδέονται αναμφίλεκτα αιτιωδώς με το προπεριγραφέν τροχαίο ατύχημα, αφού εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου κινείτο με τη σύννομη ταχύτητα των 90 Km/h θα είχε προλάβει να ακινητοποιήσει το όχημά του. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι, κινούμενος ο εναγόμενος με την ταχύτητα των 115 Km/h αντελήφθη για πρώτη φορά τον οδηγό της μοτ/τας να εισέρχεται στην πορεία του, από απόσταση τουλάχιστον 24,5 μ (όσο δηλ. η έναρξη του φρεναρίσματος του απ' το σημείο σύγκρουσης), πλέον 32 μέτρων, (115.000 μ : 3600"), που διήνυσε σε 1"που απαιτείται για τον μέσο οδηγό, για να αντιδράσει και να τροχοπεδήσει, δηλαδή αντελήφθη τον οδηγό της μοτ/τας από απόσταση 56,5 μέτρων. Αν ο εναγόμενος οδηγούσε με την επιτρεπόμενη, έστω, ταχύτητα των 90 Km/h , τότε θα χρειαζόταν μόλις 48 μέτρα, σύμφωνα με το νομογράφημα, για να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του και συνεπώς θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση. Κατά τον ίδιο τρόπο, εάν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας δεν είχε επιχειρήσει την παράνομη και ιδιαίτερα επικίνδυνη αναστροφή στο παραπάνω σημείο (επειδή βρίσκεται 150 μέτρα από στροφή), καθ' ην στιγμή το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου βρισκόταν από αυτόν σε απόσταση 56,5 μέτρων και ο ίδιος λόγω της αναστροφής, βράδυνε να αναπτύξει την ταχύτητά τού και να απομακρυνθεί, δεν θα είχε διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου και δεν θα είχε συμβεί η σύγκρουση. Το Δικαστήριο, συγκρίνοντας τις παραβάσεις εκάστου οδηγού, αναλόγως της σπουδαιότητάς τους, κρίνει ότι τον οδηγό του αυτοκινήτου βαρύνει ποσοστό υπαιτιότητας 40% και τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας ποσοστό συνυπαιτιότητας 60%. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ως άνω ένσταση των εναγομένων περί ζημίας εξ οικείου πταίσματος του Κ. Κ. για το ως άνω ποσοστό (60%), απορριπτομένου του ισχυρισμού της ασφαλιστικής εταιρείας περί αποκλειστικής αυτού υπαιτιότητας, καθώς και των εκκαλούντων της υπό στοιχείο Α έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου, άλλως, συνυπαιτιότητα, αυτού πλέον του 40%. Σημειώνεται ότι η διαπίστωση ύπαρξης στα ούρα του ως άνω συνυπαίτιου οδηγού του αυτοκινήτου της προαναφερθείσας ποσότητας τοξικής ουσίας, δεν αποδεικνύει ότι η κάνναβη συνέβαλε αιτιωδώς το επελθόν αποτέλεσμα. Κατ' αρχήν η συγκέντρωση μόνο τα ούρα, ποσότητας κανναβινολών άνω των 135 mg δεν αποδεικνύει πρόσφατη χρήση, αφού η ανίχνευση αυτή σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα (Ε. Α. " H νομοθεσία για τα ναρκωτικά" στο άρθρο 25 σελ. 114) μπορεί να αφορά χρήση στο παρελθόν μέχρι και τριάντα ημέρες μετά το κάπνισμα έστω και αν δεν υπάρχει κανενός είδους επίδραση.
Συνεπώς, εφόσον δεν δίνει σαφείς πληροφορίες για τη συγκέντρωσή του στο αίμα δεν δίνει πληροφορίες και για την επήρεια του ατόμου στην οδήγηση, ούτε επιτρέπει τον προσδιορισμό της έκτασης και του βαθμού της επήρειας αυτής. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, στην προκειμένη υπόθεση αποδεικνύεται : 1) απ' τον τρόπο της πέδησης (βίαιη), 2) το χρόνο της πέδησης, που συνέβη αμέσως μόλις εισήλθε ο οδηγός της μοτοσυκλέττας στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι η θέση του σημείου σύγκρουσης εντοπίζεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ύψος της αρχής (άκρης) του τσιμέντινου διαζώματος, και 3) απ' το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου συγκρότησε το αυτοκίνητο μέσα στα όρια της λωρίδας κυκλοφορίας του, ότι ο ως άνω οδηγός αντελήφθη έγκαιρα την κίνηση της αναστροφής του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και έκανε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες, φρενάροντας δυνατά επί του οδοστρώματος, όπως προκύπτει απ' τα έντονα ίχνη που άφησαν τα ελαστικά του αυτοκινήτου του επ' αυτού, ενώ άλλη ενέργεια, όπως ελιγμός προς τα δεξιά, δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει λόγω της ύπαρξης των άλλων 15-20 μοτοσυκλετιστών, που είχαν καταλάβει την δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας. Επομένως προκύπτει ότι οι ψυχοδιανοητικές του λειτουργίες ήσαν σε φυσιολογική κατάσταση και τα αντανακλαστικά του δεν είχαν επηρεασθεί από χρήση τοξικής ουσίας (κανναβινόλες). Το γεγονός που κατέθεσαν προανακριτικά οι προαναφερθέντες μάρτυρες Χ. Κ. και Τ. Α., ότι , δηλαδή, ο οδηγός του αυτοκινήτου φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται τι είχε συμβεί και ότι καλούσε ασθενοφόρο λέγοντας πως οι ανήλικοι ήταν καλά δεν αναιρεί τα παραπάνω, καθ' όσον δεν αποδεικνύει αναμφισβήτητα ότι αυτός τελούσε υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και δεν αντιλαμβανόταν την κατάσταση των θυμάτων, αφού, δεν αποκλείεται, λόγω των συνθηκών της εν λόγω σύγκρουσης αυτός να περιήλθε σε κατάσταση ψυχικού σοκ.
Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι οι ανιχνευθείσες στο δείγμα ούρων κανναβινόλες επηρέασαν αιτιωδώς την οδηγική συμπεριφορά του ανωτέρω προσώπου και ότι επομένως ο οδηγός του αυτοκινήτου είναι αποκλειστικά υπαίτιος ή συνυπαίτιος σε μεγαλύτερο βαθμό γιατί, πέραν της υπερβολικής, όπως κρίθηκε, ταχύτητάς του είχε και μειωμένη ικανότητα οδήγησης όσον αφορά στην αντίληψή του για το υπερβολικό της ταχύτητάς του καθώς και την είσοδο της μοτ/τας στο ρεύμα πορείας του. Για την ως άνω υπαιτιότητα του στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και θανάτωση των δύο παραπάνω ανηλίκων ο οδηγός του αυτοκινήτου έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή. Βάσει των παραπάνω δειχθέντων πραγματικών περιστατικών; ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις σχετικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των δύο οχημάτων που ενεπλάκησαν στο επίδικο τροχαίο ατύχημα και συνεπώς οι σχετικές ;περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης των διαδίκων και συγκεκριμένα οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και δέκατος λόγοι εφέσεως των εκκαλούντων της υπό στοιχείο Α έφεσης ;που αφορούν όλοι σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά στις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και στον βαθμό υπαιτιότητος των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, καθώς και ο δεύτερος λόγος έφεσης της υπό στοιχείο Γ έφεσης περί αποκλειστικής ευθύνης του θανόντος οδηγού, άλλως συνυπαιτιότητάς του κατά ποσοστό πλέον του 60%) πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι". Το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 12 § 1, 16 §§ 1 και 4, 19 § 1 και 3, 20, 23 § 2, και 42 του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με την συνυπαιτιότητα καθενός των δύο εμπλακέντων οδηγών. Συγκεκριμένα: α) για τον θανασίμως τραυματισθέντα οδηγό της μοτοσυκλέτας διαλαμβάνει ότι αυτός, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή (άρθρο 12 § 1 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα από απροσεξία του επιχείρησε να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, ενεργώντας επιτόπια αναστροφή, καίτοι τούτο απαγορεύεται λόγω της υπάρχουσας ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας Ρ-27 στο ρεύμα πορείας του (άρθρο 4 §3 ΚΟΚ), χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν στο ρεύμα πορείας ,στο οποίο είχε πρόθεση ν α εισέλθει (άρθρο 21 παρ 1 ΚΟΚ), πράγμα που θα μπορούσε να το πετύχει αν έδειχνε την προσοχή που απαιτείτο, γιατί το σημείο όπου επιχείρησε την αναστροφή απείχε 150 μέτρα περίπου απ' τη στροφή και συνεπώς είχε το χρονικό περιθώριο να αντιληφθεί την πορεία του εναγομένου. Αποτέλεσμα αυτής της απροσεξίας του ήταν να παρεμβληθεί με την κίνησή του αυτή αιφνίδια στην πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Μ. Κ., όταν ο τελευταίος βρισκόταν σε απόσταση από αυτόν μόλις 56,5 μέτρων και να προκληθεί η ανωτέρω θανατηφόρα σύγκρουση, κατά τα προεκτεθέντα. και β) για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου διέλαβε ότι αυτός δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας συνεχώς υπ' όψιν του τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρο 19 § 2 ΚΟΚ), ιδιαιτέρως ,δε δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του μολονότι κινείτο νυκτερινή ώρα σε οδό που δεν φωτιζόταν επαρκώς, είχε στην πορεία του δεξιά στροφή, που εμπόδιζε την ορατότητά του και επιπλέον δεν την μείωσε όταν αντελήφθη στην πορεία του να βρίσκονται μπροστά του, συγκεντρωμένες στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, επί της διασταύρωσης του "..." 15-20 μοτοσυκλέτες, που ετοιμάζονταν να κάνουν κόντρες, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος, αλλά αντιθέτως, συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα, πλέον των 115 Κm/h, που είναι μεγαλύτερη απ' την επιτρεπόμενη σ' αυτό το σημείο, των 90 Κm/. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: α) εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της χρήσης τοξικών ουσιών από τον υπαίτιο οδηγό του αυτοκινήτου και της επελθούσας σύγκρουσης με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα ,καθόσον ο οδηγός ευρισκόμενος υπό την επήρεια τοξικών ουσιών οι οποίες έχουν επηρεάσει την όραση ,την αντιληπτική ικανότητα και την οδική συμπεριφορά λειτουργεί με μειωμένη αντιληπτική ικανότητα ,ώστε να μην μπορεί να διαγνώσει εγκαίρως τις απαιτούμενες οδηγικές ενέργειες στις οποίες πρέπει και δύναται να προβεί. β) υπάρχει ευθεία αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης, αφού από τη μία δέχεται την προανακριτική κατάθεση του Ν.Κ., στην οποία αναφέρεται με ενάργεια ότι δεν προπορευόταν ούτε έπονταν άλλο όχημα πλην των δύο οχημάτων που είχε συναντήσει στο φανάρι και από την άλλη κάνει δεκτό ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά μόλις αντιλήφθηκε τη δίκυκλη μοτοσυκλέττα του θανόντος επειδή στο δεξιό ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου βρισκόταν μία ομάδα μοτοσυκλετιστών που απαρτίζονταν από 15-20 μηχανάκια .Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Κατ' ακολουθία οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες , αφού ουδόλως κλονίζουν το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με βεβαιότητα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, επί του οποίου θεμελιώνεται η αμέλεια του θανασίμως τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσυκλέτας καθώς και η αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου . Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ.1 άλλως 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι, υπό το πρόσχημα αυτό, πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως , πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-6-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 18/2016 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 191/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρισταμένης αναιρεσιβλήτης , την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: