Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

ΑΠ 1691/2018 - Στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης", στο δε άρθρο 8 παρ.1 εδ. γ' του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Οι ως άνω, όμως, διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση κατάρτισης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη

Στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης", στο δε άρθρο 8 παρ.1 εδ. γ' του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και..
επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Οι ως άνω, όμως, διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση κατάρτισης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του αναμορφωμένου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ - ΟΤΕ), που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω ΕΣΣΕ- άρθρο 7 παρ.1 του ν. 1876/1990), "Ο Οργανισμός (ΟΤΕ) δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και από την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό".
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο κάτω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ - ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, οι δε προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ.1 εδ. γ' του ν. 2112/1920 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της σύμβασης, ως ορισμένης διάρκειας, του υποχρεωτικά, βάσει νόμου, προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο μισθωτού, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΑΠ 694/2013).

  
Απόφαση 1691 / 2018    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1691/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου ...., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ..., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 4973/9-12-2005. Εκδόθηκαν η 2759/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 6434/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2013 και με αριθμό κατάθεσης 441/20-6-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 30-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης", στο δε άρθρο 8 παρ.1 εδ. γ' του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Οι ως άνω, όμως, διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση κατάρτισης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του αναμορφωμένου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ - ΟΤΕ), που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω ΕΣΣΕ- άρθρο 7 παρ.1 του ν. 1876/1990), "Ο Οργανισμός (ΟΤΕ) δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και από την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό".
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο κάτω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ - ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, οι δε προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ.1 εδ. γ' του ν. 2112/1920 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της σύμβασης, ως ορισμένης διάρκειας, του υποχρεωτικά, βάσει νόμου, προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο μισθωτού, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΑΠ 694/2013).
2.
Η επακολουθήσασα Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10-7-1999 και της οποίας η ισχύς άρχισε την 10-7-2001, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, ειδικά δε για την Ελλάδα, που έκανε χρήση σχετικής επιφύλαξης, άρχισε μετά ένα έτος, δηλαδή την 10-7-2002, ενσωματώθηκε τελικά στην ελληνική έννομη τάξη, την 2-4-2003, με το π.δ. 81/2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου". Μέχρι τότε η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν στην ημεδαπή έννομη τάξη με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Στο ως άνω π.δ. 81/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 180/2004, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Στο άρθρο 2 παρ.1 "Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134), το παρόν προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιριών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με το οποίο (άρθρο 3 περ. γ') ορίζεται ότι ""Δημόσιος τομέας" νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιριών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003". Τέτοια ανώνυμη εταιρία είναι και η αναιρεσείουσα (ΟΤΕ ΑΕ), η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003. β) Στο άρθρο 5 "Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... (παρ.1). Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης (παρ.3). "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου (παρ.4). Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (παρ.5)". Και γ) Στο άρθρο 8Α παρ.1, "Στις διαδοχικές συμβάσεις που είναι ενεργείς ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134), ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω π.δ. (164/2004)". Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 19-7-2004, και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του εν λόγω π.δ. απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ., οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό (ΟλΑΠ 16/2017). Ειδικότερα, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004‚ το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο 8Α του π.δ. 81/2003 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004) και επί της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ορίζουν τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5. Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης...". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, που εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο 8Α του π.δ. 81/2003, και επί της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τότε οι συναφθείσες με αυτή διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
3.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
4.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), την 8-5-2002, προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από 8-5-2002 έως 7-1-2003, προκειμένου να εργασθεί ως έκτακτη εργάτρια συνεχούς και πλήρους απασχόλησης στο ευρισκόμενο στην Αθήνα, επί της οδού Πατησίων αρ. 85, κατάστημά της, χωρίς να αποκλείεται η μετακίνησή της, κατόπιν υπηρεσιακής εντολής, σε άλλες περιοχές ή χώρους, για υπηρεσιακές ανάγκες. Ότι η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε (παρατάθηκε) για άλλους οκτώ (8) μήνες, ήτοι έως 7-9-2003 και στη συνέχεια για έξι (6) ακόμη μήνες, ήτοι έως 7-3-2004. Ότι την 15-3-2004, δυνάμει νέας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας 18 μηνών, ήτοι από 15-3-2004 έως 14-9-2005, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία είναι μέλος του ομίλου (θυγατρική) της εναγομένης, προκειμένου να εργασθεί ως εργάτρια υποστήριξης συνεργείων για νέες τηλεφωνικές συνδέσεις και μεταφορές τηλεφωνικών συνδέσεων. Ότι η κατάρτιση της τελευταίας αυτής σύμβασης, στην οποία φέρεται τυπικά ως εργοδότης η πιο πάνω εταιρία, έγινε χωρίς η τελευταία να θέσει για την πρόσληψη αυτή δικά της κριτήρια ή να κάνει σχετική έρευνα αγοράς (πρόσκληση, προκήρυξη, αγγελία κλπ) και με το αιτιολογικό ότι, δυνάμει σύμβασης που συνήψε με την εναγομένη, ανέλαβε ως ανάδοχος το έργο "Νέες τηλεφωνικές συνδέσεις και μεταφορές στην Αττική". Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάσθηκε στο τελευταίο αυτό έργο της αναδόχου εταιρίας, υποκείμενη στο διευθυντικό της δικαίωμα, αλλά παρείχε τις υπηρεσίες της και πάλι στην εναγομένη, υποκείμενη στο διευθυντικό δικαίωμα της τελευταίας, παρέχοντας την εργασία της κατά τις ώρες που όριζε η εναγομένη. Ότι στην πραγματικότητα η ενάγουσα συνέχιζε να εργάζεται στους τόπους εργασίας της εναγομένης εταιρίας και παρείχε την εργασία της κάτω από τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων και εκπροσώπων της εναγομένης και με το ίδιο καθημερινό και πλήρες ωράριο, με αποτέλεσμα πραγματικός εργοδότης να εξακολουθεί να είναι η εναγομένη εταιρία. Ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της θυγατρικής εταιρίας της εναγομένης, η αληθινή βούληση και των τριών μερών (ενάγουσας, εναγομένης και "...") ήταν η παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος που δεν δηλωνόταν, δηλαδή η κατά φαινόμενο προσληφθείσα από την εταιρία "..." ενάγουσα να παρέχει την εργασία της στην εναγομένη, η οποία ήταν και παρέμενε η αληθινή εργοδότρια αυτής, αφού η εργασία της ήταν απαραίτητη για την κάλυψη των παγίων αναγκών των υπηρεσιών της, η δε υπογραφή αυτής εκ μέρους της ενάγουσας δικαιολογείται από το φόβο της μη πρόσληψής της μετά την 7-3-2004 και τη συνακόλουθη μη δυνατότητα αυτής να επιβάλει στην εναγομένη τη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας. Ότι η εικονικότητα της πρόσληψης αυτής ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα ουδέποτε απασχολήθηκε στη φερόμενη εργοδότριά της και ουδέποτε αυτή άσκησε οποιαδήποτε εποπτεία ή έλεγχο κατά την παροχή της εργασίας της, αλλά από την πρώτη ημέρα της πρόσληψής της μόνο η εναγομένη, ως άμεση εργοδότριά της, ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα επ' αυτής. Ότι, παρόλο που στις τρεις προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις, που η ενάγουσα είχε συνάψει απευθείας με την εναγομένη, φέρεται ότι προσλήφθηκε από την τελευταία ως έκτακτη εργάτρια, από το 424Δ/24-8-2003 έγγραφο της εναγομένης προκύπτει ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Τεχνικών Θεμάτων και Λειτουργιών Αττικής και από 1-9-2003 στη Διεύθυνση Επιχειρησιακών Πληροφοριακών Συστημάτων και παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη ως διοικητικό προσωπικό και όχι ως εργάτρια. Ότι ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που έδωσε η εναγομένη στην ένδικη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ως ορισμένου χρόνου, χωρίς τη δυνατότητα αυτής να αντιλέξει στο χαρακτηρισμό αυτό, από τη φύση και τη λειτουργία της εργασιακής αυτής σχέσης για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών και τεσσάρων (4) μηνών (από 8-5-2002 έως 14-9-2005), αναδεικνύεται η πραγματική υφή της σύμβασης, καθώς και η βούληση των μερών να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ τους μία ενιαία σύμβαση εργασίας με τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για την κάλυψη παγίων, διαρκών, τακτικών και προβλέψιμων αναγκών των παραπάνω υπηρεσιών της εναγομένης, που ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συνθήκες απασχόλησης αυτής, οι οποίες είναι ίδιες με αυτές του μονίμου προσωπικού της εναγομένης. Ότι με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουσα, η οποία από την αρχική της σύμβαση παρείχε τις υπηρεσίες της, απασχολούμενη συνεχώς και αδιαλείπτως στις θέσεις που εξαρχής τοποθετήθηκε από την εναγομένη εταιρία και συνέχιζε να παρέχει αυτές και μετά την πρόσληψή της από τη φερόμενη (εικονική) εργοδότριά της, καλύπτοντας πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 8Α του π.δ. 81/2003, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, εφόσον αυτή: α) συνυπολογιζόμενου και του χρόνου εργασίας της στην ως άνω εικονική εργοδότριά της (θυγατρική-μέλος του ομίλου της εναγομένης), είχε συμπληρώσει κατά την έναρξη ισχύος του τελευταίου διατάγματος (23-8-2004) χρόνο μεγαλύτερο των 24 μηνών, αφού προσλήφθηκε την 8-5-2002, β) η σύμβασή της ήταν ενεργής κατά τη δημοσίευση του π.δ. 180/2004, γ) απασχολήθηκε στην ίδια εργοδότρια, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, και δ) το αντικείμενο της εργασίας της αφορά σε δραστηριότητα που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και δη στις υπηρεσίες αυτής, στις οποίες τοποθετήθηκε από την αρχική της πρόσληψη και η σύμβαση εργασίας της συνιστά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία συνεχίζει να υφίσταται και μετά την πιο πάνω συμφωνημένη λήξη της. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι η σχέση εργασίας, που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη, ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της.
5.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπαγόμενη στις διατάξεις του άρθρου 8Α του π.δ. 81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, και του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 2 παρ.2 του ΓΚΠ-ΟΤΕ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.1 (και όχι από τον αρ.14) ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, αφού από τη λύση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας την 14-9-2005 μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα την 14-12-2005, δεν είχε συμπληρωθεί η παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2013 και με αριθμό κατάθεσης 441/20-6-2013 αίτηση για αναίρεση της 6434/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Δεκεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: