Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

ΑΠ Απόφαση 649 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αγωγή αναγνωριστική, Έλλειψη αιτιολογίας, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Κληρονομία , Χρησικτησία

Άρειος Πάγος 459/2016 Εργατικό ατύχημα - Για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς 
Απόφαση 649 / 2015    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αγωγή αναγνωριστική, Έλλειψη αιτιολογίας, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Κληρονομία , Χρησικτησία.
Περίληψη:

Έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Πράξεις νομής επί αστικού ακινήτου 559 αρ1 και 19 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις559 αρ11Ο περί ομολογίας ισχυρισμός απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον στον Άρειο Πάγο. Δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ8εδβ αν οι ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν. Με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν προσβάλλονται τα τοπογραφικά διαγράμματα, γιατί δεν είναι έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 432 ΚΠολΔ χρησιμοποιούμενα για άμεση απόδειξη, αλλά έγγραφα ιδιαζούσης κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ αποδεικτικής δύναμης που χρησιμεύουν για έμμεση απόδειξη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η εκτίμηση του περιεχομένου συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο


Αριθμός 649/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο ο δικηγόρος Πέτρος Σαμπράκος δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 13/9/2013 και κληρονομήθηκε από τους γιούς του α) Δ. Σ. του Π. και β) Μ. Σ. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται με τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2007 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης λόγω αρμοδιότητας, 78/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης και 265/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2013 αίτησή του και τους από 31/3/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε τις από 3/12/2014 και 24/4/2015 εκθέσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ.ΑΠ 40/1996). Μόνο εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως, οπότε και απαιτείται η κατά το άρθρο 566 παρ.2 ΚΠολΔ κατάθεση της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ’ αριθμ.78/2010 αποφάσεως του σε πρώτο βαθμό δικούσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, όσο και κατά της υπ’ αριθμ.265/2012 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά του ενάγοντος και αρχικά αναιρεσιβλήτου (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν λόγω θανάτου του οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του) κατά της άνω πρωτόδικης αποφάσεως και το Εφετείο μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, την απέρριψε κατ’ ουσίαν. Επομένως η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην ως άνω απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα, πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία, στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 568 παρ.3 και 571 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υπόθεσης, ως και τη σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος, κατά το άρθρο 568 παρ.2, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της κοινοποιήσεώς τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεως των προσθέτων λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 27-9-2014 αίτηση του Κ. Γ. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.265/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 17-12-2014 και μετά από αναβολή η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος της 6-5-2015. Ο αναιρεσείων, ενόψει της συζητήσεως της αναιρέσεως κατά την προαναφερθείσα μετ’ αναβολή δικάσιμο της 6-5-2015, κατέθεσε στις 31.3.2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτό υπ’ αριθμ.43/31.3.2015 πράξη κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Φωτοπούλου. Πλήν όμως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, κατά τα προεκτεθέντα, έχουν ασκηθεί σε χρόνο μεταγενέστερο της αρχικά ορισθείσας δικασίμου, ήτοι εκπροθέσμως και γι’ αυτό πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη να απορριφθούν αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά το βάσιμο ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτοι (αρθρ.577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα, εάν συντρέχει λόγος, να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας, στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω στο πράγμα πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για αστικό ακίνητο είναι μεταξύ άλλων η επισκευή, η οίκηση, η περιτοίχηση, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η δήλωσή του στο Εθνικό Κτηματολόγιο, η σύνδεσή του με τις παροχές (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ), η τηλεφωνική σύνδεση, και η πληρωμή των οικείων λογαριασμών, καθώς και η καταβολή των οικείων φόρων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του ή εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσης και να δημιουργείται έτσι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα και αν απαιτείται και του δικαιοπαρόχου του, του οποίου το χρόνο χρησικτησίας προσμετράει στον δικό του. Τέλος ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Ο από το εδ.β του αριθμού αυτού λόγος για το ότι δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας, από έκτακτη χρησικτησία, αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος: To επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 686,52 τμ, μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας μετά του υπογείου της, εμβαδού του μεν ισογείου 88,69 τμ, του δε υπογείου 72,53 τμ, και των δύο παλαιών ισόγειων αποθηκών, συνολικού εμβαδού 20,32 τμ, το οποίο (επίδικο ακίνητο) βρίσκεται στο Δ.Δ. ... του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας του Νομού Αρκαδίας, αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκε κατά τον Ιούλιο του έτους 1991 από τον Πολιτικό Μηχανικό Ε. Κ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Χ-Α και συνορεύει ανατολικά με ακίνητο πρώην Ι. Γ. και με κοινοτική οδό και πλατεία, δυτικά με ακίνητο Μ., βόρεια με ακίνητο Τ. και ακίνητο του εφεσίβλητου και νότια με ακίνητο αλαμούτσου. Το ακίνητο αυτό ανήκε στον Ι. Γ., ο οποίος αποβίωσε στις 12.5.1968. Ο Ι. Γ. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το γιο του Δ. Γ.. Ο τελευταίος, που ήταν νυμφευμένος με τη Ι. Κ., και δεν είχε αποκτήσει τέκνα, αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του Ι. Γ. με δήλωση του, η οποία περιέχεται στη σχετική πράξη ...26.7.1983, η οποία συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Τρίπολης Χριστίνα Πλατανίτου και μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, ο Δ. Γ. διέμενε με τη σύζυγο του Ι. Κ. στην όμορη οικία, η οποία έχει κοινή αυλή και κοινή είσοδο με την πιο πάνω αναφερόμενη οικία και διαχωρίζεται από εκείνη με μεσότοιχο. Την οικία αυτή, στην οποία διέμενε, μαζί με το οικόπεδο της, είχε αποκτήσει ο Δ. Γ. κατά το έτος 1942 με το συμβόλαιο πώλησης ...30.6.1942 του τότε Συμβολαιογράφου Πάρνωνα Χαράλαμπου Χελδώνη. Περαιτέρω, λόγω του ότι ο Δ. Γ. και η Ι. Κ. δεν είχαν αποκτήσει τέκνα, όπως προαναφέρθηκε, τη φροντίδα και την περιποίηση αυτών, όσο ζούσαν στον Άγιο Πέτρο Αρκαδίας, είχε αναλάβει ο εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν ανεψιός του Δ. Γ.. Λόγω του γεγονότος αυτού και του ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε δική του αποκλειστικά οικία στον Άγιο Πέτρο Αρκαδίας, αφού η πατρική οικία αυτού είχε παραχωρηθεί στις αδελφές του, ο Δ. Γ., κατά το έτος 1979, παραχώρησε στον εφεσίβλητο ανεψιό του ατύπως, λόγω δωρεάς, το επίδικο ακίνητο και του παρέδωσε τα κλειδιά της οικίας, με την βούληση να νέμεται αυτό για δικό του λογαριασμό. Έτσι, η νομή του επίδικου ακινήτου, η οποία είχε περιέλθει στο Δ. Γ. από το χρόνο της επαγωγής σ’ αυτόν της κληρονομιάς του πατέρα του Ι. Γ.υ, δηλαδή από τις 12.5.1968, οπότε είχε αποβιώσει ο Ι. Γ., περιήλθε στον εφεσίβλητο, ο οποίος άρχισε να νέμεται το ακίνητο αυτό ασκώντας επί αυτού όλες τις προσήκουσες στη φύση και στο χαρακτήρα του ακινήτου πράξεις νομής διανοία κυρίου και ειδικότερα έχοντας τα κλειδιά της οικίας και κατοικώντας σ’ αυτή κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες με την οικογένεια του, προβαίνοντας σε επισκευές των πατωμάτων και της στέγης και σε τοποθέτηση υδραυλικών και σόμπας θέρμανσης, στρώνοντας στον εξωτερικό χώρο αυτού πλάκες Καρύστου, μεριμνώντας για την ορθή παροχέτευση των υδάτων έξω από την οικία, εγκαθιστώντας τηλεφωνική σύνδεση και ξεχωριστό υδρομετρητή, πληρώνοντας τους σχετικούς λογαριασμούς (ΟΤΕ, ΔΕΗ και ύδρευσης), οι οποίοι, ύστερα από αίτημα τους προς τους οικείους οργανισμούς, αποστέλλονταν στην Αθήνα, όπου ο ίδιος διέμενε, προκειμένου να εξοφλούνται αυτοί στον τόπο της διαμονής του. Έτσι, ο εφεσίβλητος άρχισε να χρησιδεσπόζει το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, ο Δ. Γ. αποβίωσε στις 16.10.1989. Μετά το θάνατο του συζύγου της Δ. Γ., η Ι. Κ. έφυγε από τον Άγιο Πέτρο Αρκαδίας και εγκαταστάθηκε στην Ιτέα της Φωκίδας, από όπου καταγόταν και όπου βρίσκονταν συγγενικά της πρόσωπα, όπως ο εκκαλών (ανεψιός της), ο οποίος τη φρόντιζε μέχρι την ημέρα του θανάτου της. Μετά την εγκατάσταση της στην Ιτέα, η Ι. Κ. επανερχόταν κατ’ αραιά διαστήματα στον Άγιο Πέτρο Αρκαδίας κυρίως για τη ρύθμιση των θεμάτων που αφορούσαν τα περιουσιακά της στοιχεία. Με δήλωση της, η οποία περιέχεται στη σχετική πράξη ...9.3.1990, η οποία συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Ιτέας Αγγελική Αργυροπούλου και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρνωνα με αύξοντα αριθμό 17, η Ι. Κ. αποδέχθηκε την κληρονομιά, την οποία άφησε σ’ αυτή ο σύζυγος της Δ. Γ. με την από 15.1.1963 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το πρακτικό 117/1989 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Με τη διαθήκη, όμως, αυτή, δεv είχε καταλειφθεί στην Ι. Κ. το επίδικο ακίνητο, αφού αυτή (διαθήκη) αφορά τα ακίνητα τα οποία είχαν περιέλθει στο διαθέτη Δ. Γ. με το συμβόλαιο ...24.3.1947 του Δημητρίου Ιατρίδη, Παρέδρου του Ειρηνοδικείου Πάρνωνα, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα Συμβολαιογράφου, καθώς και με το συμβόλαιο ...14.6.1961 του Συμβολαιογράφου Άμφισσας, τα οποία είχαν μεταγραφεί νόμιμα, ενώ το επίδικο ακίνητο περιήλθε στο διαθέτη με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή του πατέρα του Ι. Γ.υ, όπως προαναφέρθηκε. Το γεγονός ότι ο Δ. Γ. αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του Ι. Γ., στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, κατά το έτος 1983, όπως προαναφέρθηκε, δηλαδή σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο από την άτυπη παραχώρηση του επίδικου ακινήτου στον εφεσίβλητο κατά το έτος 1979, δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του εφεσίβλητου, αφού η’ έναρξη της χρησικτησίας στο πρόσωπο του τελευταίου δεν εξαρτάται από την ύπαρξη του δικαιώματος της κυριότητας (του παραχωρήσαντος) επί του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης της νομής. Παρόλα αυτά, η Ι. Κ., με την από 3.12.1993 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το σχετικό πρακτικό 20/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, κατέλιπε στον εκκαλούντα το επίδικο ακίνητο. Κατά συνέπεια, η αποδοχή από την Ι. Κ. της κληρονομιάς την οποία κατέλιπε σ’ αυτή, με την πιο πάνω αναφερόμενη διαθήκη, ο σύζυγος της Δ. Γ. δεν προσπόρισε σ’ αυτή κανένα δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι για την υλοποίηση της απόφασης της να μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία που βρίσκονταν στην Αρκαδία, η Ι. Κ., πριν από την κατάρτιση της προαναφερόμενης διαθήκης της και συγκεκριμένα την 2.12.1991, με το συμβόλαιο ...2.12.1991, το οποίο καταρτίστηκε στην Ιτέα από τη Συμβολαιογράφο Ιτέας Αγγελική Αργυροπούλου και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 95 των προαναφερόμενων βιβλίων μεταγραφών με αύξοντα αριθμό …, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον εφεσίβλητο το πιο πάνω αναφερόμενο όμορο, προς το επίδικο, ακίνητο (οικόπεδο εμβαδού 625,28 τμ με ημιανώγεια οικία, αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 54.80 τμ, τον όροφο εμβαδού 75,55 τμ και τους βοηθητικούς χώρους), στο οποίο (ακίνητο) διέμενε με το σύζυγο της Δ. Γ.. Περαιτέρω, η Ι. Κ. αποβίωσε στην Ιτέα στις 9.12.2001. Με δήλωση του, η οποία περιέχεται στη σχετική πράξη ...22.4.2002, που συντάχθηκε από την ίδια Συμβολαιογράφο και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 103 των προαναφερόμενων βιβλίων μεταγραφών με αύξοντα αριθμό …, ο εκκαλών αποδέχθηκε την κληρονομιά, την οποία η Ι. Κ. κατέλειπε σ’ αυτόν με την προαναφερόμενη από 3.12.1993 ιδιόγραφη διαθήκη της, δηλαδή το επίδικο ακίνητο. Όμως, εφόσον η διαθέτιδα δεν είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου με την αποδοχή της κληρονομιάς του συζύγου της Δ. Γ. και τη μεταγραφή της προαναφερόμενης σχετικής πράξης ...9.3.1990 της ίδιας Συμβολαιογράφου, η αποδοχή από τον εκκαλούντα της κληρονομιάς της Ι. Κ. και η μεταγραφή της σχετικής πράξης δεν προσπόρισαν σ’ αυτόν το δικαίωμα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου. Κατά συνέπεια, ο εφεσίβλητος που συνέχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο ασκώντας επί αυτού όλες τις προσήκουσες στη φύση και στο χαρακτήρα του ακινήτου πράξεις νομής διάνοια κυρίου και ειδικότερα έχοντας τα κλειδιά της οικίας και κατοικώντας σ’ αυτή κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες με την οικογένεια του, προβαίνοντας σε διάφορες επισκευές, επιβλέποντας αυτό, πληρώνοντας τους σχετικούς λογαριασμούς (ΟΤΕ, ΔΕΗ και ύδρευσης), οι οποίοι, ύστερα από αίτημα τους προς τους οικείους οργανισμούς, συνέχισαν να αποστέλλονται στην Αθήνα, όπου ο ίδιος διέμενε, προκειμένου να εξοφλούνται αυτοί στον τόπο της διαμονής του, κατέστη κύριος αυτού (επίδικου ακινήτου) με έκτακτη χρησικτησία κατά το έτος 1999, οπότε συμπληρώθηκε εικοσαετία στην άσκηση της νομής επί του ακινήτου αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με ανάλογες σκέψεις κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν σ’ αυτό και, συνεπώς, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος, ο έβδομος και ο όγδοος από τους λόγους της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επίσης, είναι απορριπτέο το αίτημα του εκκαλούντος για επίδειξη από τον εφεσίβλητο των εντύπων Ε9 της αρμόδιας ΔΟΥ, με τα οποία ο εφεσίβλητος δήλωσε το επίδικο ακίνητο ως περιουσιακό του στοιχείο, αφού στερείται αντικειμένου, δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος έχει προσκομίσει τα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, με την απόφαση 325/2006 του Δικαστηρίου τούτου, απορρίφθηκε η από 23.12.2003 έφεση του νυν εφεσίβλητου κατά της απόφασης 118/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, η οποία εκδόθηκε επί της από 15.12.2002 αγωγής του νυν εκκαλούντος κατά του νυν εφεσίβλητου περί προστασίας της νομής του επίδικου ακινήτου και με την οποία έγινε δεκτό ότι νομέας του επίδικου ακινήτου από το έτος 1979 δεν ήταν ο νυν εφεσίβλητος, αλλά ο νυν εκκαλών. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο εκκαλών, ως εναγόμενος προέβαλε την ένσταση δεδικασμένου, πηγάζοντος, κατά τους ισχυρισμούς του, από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση 118/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Η ένσταση αυτή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι αντικείμενο της από 15.12.2002 αγωγής ήταν η νομή επί του επίδικου ακινήτου κατά το τελευταίο έτος πριν από την άσκηση της, δηλαδή κατά το έτος 2002, οι δε πλεοναστικές αιτιολογίες, τις οποίες διέλαβε η απόφαση αυτή και σύμφωνα με τις οποίες ο τότε εκκαλών και νυν εφεσίβλητος δεν είχε τη νομή του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1979, δεν αποτέλεσαν διαγνωστικό αντικείμενο της αγωγής εκείνης και επομένως δεν καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο, αφού η κρίση αυτή δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση για τη διάγνωση του τότε επιδίκου δικαιώματος". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των, ανελέγκτως, γενομένων δεκτών ως αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού. Προσέτι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως από τον ενάγοντα - αρχικό αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντος τούτο (επίδικο) με διάνοια κυρίου και με τις περιγραφόμενες πράξεις νομής επί εικοσαετία και ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως και δη από εκ διαθήκης κληρονομιά, αφού η κληρονομουμένη από αυτόν θεία του Ι. Κ., δεν ήταν κατά το χρόνο του θανάτου της κυρία του επιδίκου. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της επικαλουμένης από τον αναιρεσείοντα και μνημονευομένης στη νομική σκέψη διατάξεως του άρθρου 1045 ΑΚ. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα και η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αναιρέσεως αιτίαση από τον αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - εναγομένου περί ιδίας κυριότητας καθώς και περί υπάρξεως δεδικασμένου από προεκδοθείσα περί νομής απόφαση του Ειρηνοδικείου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους προβληθέντες ισχυρισμούς με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν. Στη συνέχει με αιτιάσεις του ίδιου μοναδικού λόγου της αναίρεσης και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης των ως άνω ισχυρισμών του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου και στην παραδοχή, εν τέλει, της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του αρχικά αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, ως νεμηθέντος το επίδικο ακίνητο για μία εικοσαετία (η οποία άρχισε το έτος 1979 και συμπληρώθηκε το έτος 1999), παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία του αρχικά αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, που περιεχόταν στο υπ’ αριθμ....2.12.1991 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Ιτέας Αγγελικής Αργυροπούλου και ειδικότερα στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο αυτό σχέδιο του πολιτικού μηχανικού Ε. Κ., στο οποίο απεικονίζεται το πωλούμενο τμήμα ακινήτου εμβαδού 625,28 τ.μ. - το οποίο ήταν συνεχόμενο με το επίδικο ακίνητο των 686,52 τ.μ. - ότι και των δύο αυτών τμημάτων ακινήτου αναγνωρίζει "εν έτει 1991" ως κυρία και ιδιοκτήτρια την Ιφιγένεια Γύφτου και μάλιστα ότι αυτή τα απέκτησε από κληρονομιά του συζύγου της Δ. Γ. με την ιδιόγραφη πιο πάνω - από 15.1.1963 - διαθήκη του. Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει προεχόντως να απορριφθούν ως αόριστες εφόσον δεν γίνεται στο αναιρετήριο μνεία της επίκλησης στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα τέτοιας ομολογίας, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμιά από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Ανεξάρτητα όμως από αυτό όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο αφού εκτίμησε - ανελέγκτως (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) - το περιεχόμενο του πιο πάνω - ...2.12.1991 συμβολαίου - έκρινε ότι η Ι. Κ. μεταβίβασε λόγω πώλησης με το συμβόλαιο αυτό στον αρχικά αναιρεσίβλητο - ενάγοντα το όμορο προς το επίδικο πιο πάνω ακίνητο, εμβαδού 625,28 τ.μ. και ότι - όσον αφορά το επίδικο ακίνητο - κατέλιπε αυτό με την από 3.12.1991 ιδιόγραφη διαθήκη της στον ήδη αναιρεσείοντα - εναγόμενο, χωρίς όμως να προσπορίσει σ’ αυτόν την κυριότητά του, αφού αυτή δεν είχε καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου από κληρονομιά του συζύγου της Δ. Γ., γιατί ο τελευταίος δεν κατέλειπε σ’ αυτήν με την από 15.1.1963 ιδιόγραφη διαθήκη του το επίδικο ακίνητο, και κατά συνέπεια, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προεκτεθείσα εξώδικη ομολογία του αρχικά αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, η οποία, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, περιέχεται στο προεκτεθέν - ...2.12.1991 - συμβόλαιο - περάν της αοριστίας του - είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί αφού κατ’ ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του επίμαχου αποδεικτικού μέσου (συμβολαίου) δεν προέκυψε εξώδικη ομολογία, που άλλωστε θα εκτιμάτο ελευθέρως. Εξάλλου, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το συμβόλαιο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κατά τα άνω κρίση του, προς έμμεση απόδειξη (συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), ως μη παρέχον όσον αφορά το αποδεικτέο θέμα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου άμεση απόδειξη, κατά τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνεται η από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση της αποδεικτικής δύναμης του συμβολαίου αυτού ως δημοσίου εγγράφου και επομένως η συναφής αιτίαση, που περιλαμβάνεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Εξ ετέρου η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου του από Ιουλίου 1991 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Ε. Κ., που προσκομίστηκε νόμιμα από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον έγγραφα κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως είναι τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ προβλεπόμενα έγγραφα που παρέχουν άμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά, στα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση διαδίκου και φέρουν τον χαρακτήρα γνωμοδοτήσεων του άρθρου 390 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο της ουσίας. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος μοναδικός λόγος ως προς όλες τις αιτιάσεις του, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικά αναιρεσίβλητου εκ διαθήκης κληρονόμων του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.9.2013 αίτηση και τους από 31.3.2015 πρόσθετους λόγους του Κ. Γ. του Γ. κατά των επεισελθόντων στη θέση του αρχικά αναιρεσιβλήτου Π. Σ. του Δ. εκ διαθήκης κληρονόμων του Δ. Σ. του Π. και Μ. Σ. του Π., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.265/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και της υπ’ αριθμ.78/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: