ΑΠ Απόφαση 571 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Πράγματα κοινόχρηστα, Προσβολή προσωπικότητας. Περίληψη: Οι οδοί περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 967 ΑΚ κοινόχρηστα πράγματα, δημοτική δε ή κοινοτική οδός, σύμφωνα με το αρθ 4 του ν.3155/1955 «περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών» χαρακτηρίζεται εκείνη που δημιουργείται μέσα στα διοικητικά όρια του δήμου ή της κοινότητας......

Άρειος Πάγος 459/2016 Εργατικό ατύχημα - Για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς 
Απόφαση 571 / 2015    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Πράγματα κοινόχρηστα, Προσβολή προσωπικότητας.
Περίληψη:

Οι οδοί περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 967 ΑΚ κοινόχρηστα πράγματα, δημοτική δε ή κοινοτική οδός, σύμφωνα με το αρθ 4 του ν.3155/1955 «περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών» χαρακτηρίζεται εκείνη που δημιουργείται μέσα στα διοικητικά όρια του δήμου ή της κοινότητας. Ο δρόμος αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου και με πράξη της διοικήσεως για ρυμοτομία και τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως. 2 παρ 1 ΝΔ της 17.7.1923. Συντελείται η απαλλοτρ και όταν ο επισπεύσας την έγκριση του σχεδίου, που ήταν ιδιοκτήτης των ορισθέντων ως κοινοχρήστων χώρων παραιτείται από οποιοδήποτε δικαίωμα επί των εκτάσεων αυτών οπότε κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1 Ν 690/48θεωρείται ότι περιήλθαν στην κοινή χρήση από της εγκρίσεως του σχεδίου. Τα ρυμοτομικά σχέδια εγκρίνονται με ατομική διοικητική πράξη και μόνο με τον ίδιο τρόπο ανακαλούνται. Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Δεν αποκτάται δε με τη χρήση αυτή η νομή και κατοχή, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα προστατευτέο κατά 57 ΑΚ. 281 Κατάχρηση δικαιώματος. Διδάγματα κοινής πείρας. Πότε δημιουργείται αναιρετικός λόγος.


Αριθμός 571/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. (Χ.) Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Στεργιόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Α., κατοίκου ..., 2) Π. Φ. του Α. και 3) Ν. Ζ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τ.....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2009 μη οριστική, 119/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2014 αίτησή της και τους από 9/2/2015 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 9/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 966 και 967 ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα κοινής χρήσεως είναι όσα, ύστερα από την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έλαβαν τον προορισμό αυτό. Οι οδοί, σύμφωνα με την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 967 ΑΚ περιλαμβάνονται μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων. Εξάλλου η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας και δημιουργείται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών, αποκτά δε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εκτός άλλων και από το νόμο, με πράξη της διοίκησης για ρυμοτομία και με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα ο τρόπος αυτός προβλεπόταν στο παλαιό και εφαρμοζόμενο στην ένδικη περίπτωση πολεοδομικό καθεστώς του Ν.Δ. της 17.7.1923 "περί σχεδίων πόλεων κλπ", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του οποίου "... τα ρυμοτομικά σχέδια καθορίζουν, ανάλογα με τις προβλεπόμενες ανάγκες: α) τας οδούς και πλατείας ... και εν γένει τους προς κοινωφελείς σκοπούς αναγκαιούντας κοινόχρηστους χώρους ...". Το περιεχόμενο του ρυμοτομικού σχεδίου του παλαιού πολεοδομικού καθεστώτος του εν λόγω ΝΔ ήταν απλοϊκό και περιορισμένο και περιελάμβανε τους οικοδομήσιμους χώρους (ιδιωτικούς και κοινωφελείς) και τους κοινόχρηστους χώρους και δη οδούς και πλατείες, καθώς και πάρκα και άλση. Συνήθως από το κείμενο του ΠΔ που εγκρίνει το ρυμοτομικό σχέδιο ή το ρυμοτομικό διάγραμμα που συνδημοσιεύεται με το ρυμοτομικό διάταγμα αυτό, προκύπτει, όχι μόνο ο κοινόχρηστος ή μη χαρακτήρας της συγκεκριμένης έκτασης που εντάσσεται στο σχέδιο, αλλά και η περαιτέρω χρήση του κοινόχρηστου χώρου, δηλαδή ενός από τους ως άνω ενδεικτικά αναφερόμενους. Για την απόκτηση του χώρου (οδού, πλατείας, πάρκου κλπ) δεν αρκεί η κήρυξη της απαλλοτρίωσης, με την οποία ισοδυναμεί η έγκριση του σχεδίου με την οικεία διοικητική πράξη, αλλά απαιτείται και συντέλεση της απαλλοτρίωσης προκειμένου ο κοινόχρηστος χώρος (ρυμοτομούμενος) να δοθεί στην κοινή χρήση, θεωρείται δε συντελεσθείσα η απαλλοτρίωση αυτή και στην περίπτωση που ο επισπεύσας την έγκριση του σχεδίου που ήταν ιδιοκτήτης των ορισθέντων ως κοινοχρήστων χώρων, παραιτείται από την κυριότητα νομή και κατοχή και από οποιοδήποτε δικαίωμα επί των εδαφικών εκτάσεων που οι χώροι αυτοί καταλαμβάνουν, ώστε να επιτύχει με την εφαρμογή του σχεδίου την διαίρεση των υπολοίπων εκτάσεών τους. Στην περίπτωση αυτή, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1 § 1, 4, 6 και 8 του Ν. 690/48, οι εδαφικές αυτές εκτάσεις, τις οποίες το σχέδιο της ρυμοτομίας καθόρισε ως κοινόχρηστους χώρους θεωρείται ότι περιήλθαν στην προβλεπόμενη από το σχέδιο ρυμοτομίας κοινή χρήση, αφότου αυτό εγκρίθηκε. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 και 70 του παραπάνω ΝΔ τα ρυμοτομικά σχέδια ή οι πολεοδομικές μελέτες εγκρίνονται, τροποποιούνται ή επεκτείνονται σύμφωνα με ορισμένη διοικητική διαδικασία που καταλήγει στην έκδοση της σχετικής πράξης από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η πράξη αυτή κατά το μέρος που αφορά στον καθορισμό μιας περιοχής ως οικιστικής, τον παρεπόμενο ορισμό των οικοδομήσιμων και των κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων και τις συναφείς ρυμοτομικού χαρακτήρα διαρρυθμίσεις, αποτελεί γενική ατομική διοικητική πράξη. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, που πρέπει να ερμηνευθούν ενόψει της σημασίας των ρυμοτομικών σχεδίων, των επιπτώσεών τους τόσο στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον όσο και στο συμφέρον των πληττομένων ιδιοκτητών, δεν αρκεί για την κατάλυση μιας ρυμοτομικής ρύθμισης μόνη η συνδρομή των λόγων που δικαιολογούν ή επιβάλλουν την άρση της, αλλά χρειάζεται, σύμφωνα άλλωστε και με τη γενική αρχή του διοικητικού δικαίου η έκδοση αντίθετης διοικητικής πράξης από την αρμόδια αρχή. Εξάλλου με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Με τη χρήση αυτή δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμποδίσεως της εν λόγω χρήσεως, και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. α του ΑΚ, κατά το οποίο "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναλειφθεί στο μέλλον". Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου ή ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Απαιτείται δηλαδή, για να καταστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ'ανάγκη και αφόρητων συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον, που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 § 1 του ΚΠολΔικ. αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ'αυτό αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ασκηθείσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων και κατά τη σωρευθείσα και αφορώσα την ένδικη αναίρεση βάση της, περί προσβολής της προσωπικότητάς τους λόγω της στερήσεως χρήσεως κοινοχρήστου δημοτικού δρόμου. "Οι εφεσίβλητοι τυγχάνουν εφεσίβλητοι τυγχάνουν συγκύριοι, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο 1ος και σε ποσοστό 25% ο καθένας από τους λοιπούς, του υπ' αριθμ 74 οικοπέδου, επιφανείας 1046,26 τμ, κείμενου εντός του εγκεκριμένου με την υπ' αριθμ 31546/7-10-1970 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας (ΦΕΚ Δ' 246/22-10-1970) ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ... του τ. Δήμου ... στη θέση "..." και στο ΟΤ … . Οι εφεσίβλητοι απέκτησαν το ακίνητο αυτό κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά δυνάμει του υπ' αριθμόν .../2003 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Κλεοπάτρας Παπαρρηγοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... (τ. ... αρ. 123), από τον Σ. Ξ.. Εξάλλου, η εκκαλούσα έχει στην κυριότητα της το υπ'αρ. 86 οικόπεδο του όμορου ΟΤ …, εκτάσεως 1014,35 τμ., το οποίο περιήλθε σε αυτήν δυνάμει του υπ' αριθμόν .../1976 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Αμφότερες οι ιδιοκτησίες αποτελούν τμήματα μείζονος έκτασης 451.919 τμ που ανήκε στον "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΔΕΗ" και αποτυπώνεται στο από 10-6-1975 διάγραμμα εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου του τοπογράφου μηχανικού Ι.Α., ο οποίος (Συνεταιρισμός) υπήγαγε την έκταση αυτή στο ανωτέρω ρυμοτομικό σχέδιο διαμορφούμενων 56 οικοδομικών τετραγώνων και 241 οικοπέδων, ελαχίστου εμβαδού 1000 τμ, καθώς και κοινόχρηστων χώρων (οδών, πλατειών κλπ) .Μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων και ειδικότερα βορειοανατολικά του ακινήτου των εφεσιβλήτων και νοτιοδυτικά του ακινήτου της εκκαλούσας παρεμβάλλεται η δημοτική οδός "...", πλάτους 8μ., η οποία απέκτησε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της από της εγκρίσεως κατά το έτος 1970 -κατά τα ανωτέρω- του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ... . Επίδικα είναι τα εξής δύο τμήματα: α) Τμήμα της ως άνω οδού εμβαδού 442,67 τμ, το οποίο αποτυπώνεται στο από Σεπτεμβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.Κ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-γ-β-α-Ρ-Σ-Τα-Α και β) τμήμα του ακινήτου των εφεσιβλήτων εμβαδού 7,65 τμ ,όπως αυτό εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία γ-β-α-ε-δ-γ ,τα οποία η εκκαλούσα έχει συμπεριλάβει στον αύλειο χώρο της ιδιοκτησίας της κατά την οριοθέτηση και περιτοίχιση αυτής, όταν προέβη στην ανοικοδόμηση του ακινήτου της και περί το έτος 1993. Διατείνεται περαιτέρω η εκκαλούσα ότι τα ανωτέρω τμήματα της ανήκουν κατά κυριότητα και προβάλλει περαιτέρω την σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας επ' αυτών. Η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού όμως δεν αποδείχθηκε. Και τούτο, διότι αφενός τα επίδικα τμήματα δεν περιλαμβάνονται στον ως άνω τίτλο ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, αφετέρου διότι η ανωτέρω δημοτική απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με πράξη της διοικήσεως για ρυμοτομία και τη συντέλεσή της σύμφωνα με το νόμο περί σχεδίων πόλεων και ως τέτοια υφίσταται από την εγκρίσεως του διαγράμματος εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ... του τ. Δήμου ... με την υπ' αριθμ 31546/7-10-1970 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Δ'246 στις 22-10-1970 και μόνο με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να απολέσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της με νεώτερη τροποποίηση αυτού κλπ. Επομένως, η εκκαλούσα, η οποία έχει ενσωματώσει στην ιδιοκτησία της τα ανωτέρω επίδικα τμήματα, τα οποία αποτελούν μέρος της κοινόχρηστης οδού "..." (το πρώτο) και του ακινήτου των εφεσιβλήτων (το δεύτερο), επεκτείνοντας αντίστοιχα την ιδιοκτησία της, δεν κατέστη ποτέ κυρία των επιδίκων εδαφικών αυτών λωρίδων ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο. Ισχυρίζεται ακόμα η εκκαλούσα ότι η αξίωση των εφεσιβλήτων ασκήθηκε με την αγωγή κατά κατάχρηση δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, επειδή, όπως ρητώς αναφέρεται στο υπ' αρ. .../2003 συμβόλαιο με το οποίο κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου τους, παρέλαβαν αυτό ανεπιφύλακτα, αφού εξέτασαν την πραγματική του κατάσταση και το βρήκαν της απολύτου αρεσκείας τους και επομένως αποδέχθηκαν τυχόν ελαττώματα αυτού. Ο ισχυρισμός της αυτός κρίνεται απορριπτέος καθόσον κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, περιστάσεις που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση. Αντίθετα, εν προκειμένω η με την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με υπαιτιότητα της εκκαλούσας, που δεν εφάρμοσε ορθά τον τίτλο ιδιοκτησίας της σε βάρος κοινοχρήστου χώρου και όμορης ιδιοκτησίας μετά και από αντιστάθμισή της προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί και η οποία (ανατροπή) άλλωστε δεν συνεπάγεται για την εκκαλούσα επαχθείς συνέπειες, καθότι το συνολικώς καταληφθέν τμήμα είναι ελεύθερο -μη οικοδομημένο, κρίνεται, επιβεβλημένη και ουδόλως καταχρηστική". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε ομοίως κρίνει ως ουσιαστικά βάσιμη τη συρρέουσα περί προσβολής της προσωπικότητας λόγω της στερήσεως χρήσεως κοινοχρήστου δημοτικού δρόμου βάση της αγωγής, που αποτελεί και αντικείμενο της αναιρέσεως, καθόσον η άλλη αγωγική βάση περί διεκδικήσεως εδαφοτεμαχίου 7,65 τμ, που ομοίως γίνεται δεκτή δεν πλήττεται αναιρετικά, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις περί σχεδίου πόλεως και ρυμοτομίας του ΝΔ της 17-7/16.8.1923 και του ΝΔ 690/1948, καθώς και των άρθρων 57 και 281 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του, υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ο επίδικο δρόμος απέκτησε την ιδιότητά του ως κοινοχρήστου με πράξη της διοικήσεως για ρυμοτομία και ως κοινόχρηστος δρόμος υφίσταται από της εγκρίσεως του διαγράμματος του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ... του τέως Δήμου ..., με την υπ' αριθμ. 31546/7.10.1970 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας (παραιτηθέντος νομότυπα του Οικοδομικού Συνεταιρισμού και υπέρ της Κοινότητας της κυριότητας των κοινοχρήστων χώρων) και μόνο με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να απωλέσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του, ήτοι με νεώτερη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και με την προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία και όχι με την εκ των πραγμάτων διαμορφωθείσα διαφορετική κατάσταση, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, εκτός εάν και πάλι με βάση την πραγματική αυτή κατάσταση γινόταν τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο σχηματισμός δρόμου διαφορετικού από εκείνον που ορίζει το ρυμοτομικό σχέδιο, οδηγεί στον σχηματισμό εντός του σχεδίου πόλεως κοινόχρηστου χώρου από ιδιωτική βούληση, πράγμα το οποίο, κατά το άρθρο 20 του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 απαγορεύεται, εκτός αν πρόκειται για δρόμο υφιστάμενο πριν από την έναρξη του νόμου αυτού (ΑΠ 913/2014). Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι από τη στέρηση της χρήσεως του κοινοχρήστου αυτού δρόμου προσβάλλεται η προσωπικότητα των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, η άσκηση του δικαιώματος των οποίων δεν υπερβαίνει τα όρια του 281 ΑΚ. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ δύο λόγοι της αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη κατέλαβε τον επίδικο δρόμο, ενώ καμία κατάληψη του εκ των πραγμάτων διαμορφωθέντος δρόμου δεν έχει γίνει και οι αναφορές της από Μαρτίου 2010 πραγ/νης της τοπογράφου Α. Π. που υιοθετήθηκαν αφορούν σε δρόμο που είναι αποτυπωμένος στο ρυμοτομικό σχέδιο, το οποίο δεν έχει εφαρμοσθεί, ενώ ο εκ των πραγμάτων διαμορφωθείς δρόμος υφίστατο πριν από το 1980 και προτού αυτή να ανοικοδομήσει στο οικόπεδό της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις του ούτε σε διδάγματα κοινής πείρας αφορούν, αλλά ούτε και σε κανόνα δικαίου που με βάση αυτά πρέπει να ερμηνευθεί ή σε πραγματικά περιστατικά που πρέπει να υπαχθούν στον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ερμηνευθέντα κανόνα. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 § 4 του ΚΠολΔικ. Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.12.2014 και τους από 9.2.2015 προσθέτους λόγους της Χ. (Χ.) Π. του Β. κατά των Α. Φ. του Α., Π. Φ. του Α. και Ν. Ζ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 353/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια