
Απόφαση 1240 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αγωγή αναγνωριστική, Κυριότητα, Δουλεία.
Περίληψη:
Αγωγή αναγνωριστική, Κυριότητα, Δουλεία.
Περίληψη:
Αγωγή ομολογήσεως δουλείας και αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου. Λόγοι αναίρεσης: 1ος από αριθ. 3 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., 2ος από αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., 3ος από αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
Αριθμός 1240/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Σ. του Π., συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ζ. ή Δ. του Π., συζ. Γ. Δ. και 2) Κ. Α. του Μ., συζ. Π. Δ. ή Ζ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 9/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2003 μη οριστική, 61/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 149/2004 μη οριστική και 54/2008 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση των αποφάσεων 54/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, 61/2005 και 70/2003 του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/7/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 24/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης ακυρώσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά των 709/2003 και 61/2005 οριστικών αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, η κατά των οποίων έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 54/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 560 αριθ.3 Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως, που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 παρ.2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του δεν ασχολείται αυτεπαγγέλτως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ 30/1995, 3/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθ.3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια αφού στην ένδικη περίπτωση αναφορικά με την αγωγή της αναιρεσείουσας και σε ό,τι έχει σχέση με την πρώτη επικουρική βάση, ήτοι την αναγνώριση δουλείας παραθύρου και την προσβολή αυτής με την κατασκευή πέρκουλας σε επαφή με αυτό και την άρση της εν λόγω προσβολής, καθώς επίσης και σε ό,τι έχει σχέση με τη δεύτερη επικουρική βάση, της αρνητικής κυριότητας αγωγής, ήτοι την αναγνώριση της κυριότητας αγωγής, ήτοι την αναγνώριση της κυριότητάς της της οικίας της, που αναφέρει σ'αυτήν και την προστασία αυτής με την άρση της προσβολής, με την απομάκρυνση του παρτεριού, προς το σκοπό άρσεως της υγρασίας, σε καμία περίπτωση δεν ήταν αρμόδιο προς εκδίκαση των διαφορών τούτων, το Ειρηνοδικείο, δεδομένου ότι αρμόδιο προς εκδίκαση των διαφορών τούτων, το Ειρηνοδικείο, δεδομένου ότι, αρμόδιο σε περίπτωση ασκήσεως αρνητικής, αγωγής προστασίας της κυριότητας ακινήτου αλλά και της δουλείας υπέρ και σε βάρος ακινήτου, είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, λόγω αδυναμίας χρηματικής αποτίμησης του αντικειμένου τούτου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 του ΚΠολΔ. έπρεπε επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο να απόσχει της εκδίκασης των βάσεων τούτων και να παραπέμψει την αγωγή της κατά τα σκέλη αυτά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ενώ το ίδιο επίσης έπρεπε να κάνει και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να παραπέμψει την αγωγή της για την εκδίκαση των επικουρικών τούτων βάσεων στο αρμόδιο προς τούτο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Έτσι, παραβιάστηκαν και δεν εφαρμόστηκαν οι περί καθ' ύλην αρμοδιότητας διατάξεις και ειδικότερα του άρθρου 18 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα όσα έχουν προεκτεθεί το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα, αφού δεν αναφέρεται, σε καθ' ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα αυτού του ιδίου, δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τον αριθ.5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Η αρνητική δουλεία παραθύρων ( βλ. άρθρα 1118 και 1120 ΑΚ), η οποία υπάρχει όταν κάποιος έχει παράθυρα επί του ιδίου αυτού τοίχου, συνίσταται στο δικαίωμα του δεσπόζοντος να έχει θέα, άποψη ή φως στο δουλεύον κατά τρόπο που να εμποδίζει τον κύριο του δουλεύοντος να οικοδομήσει ή να προβεί σε άλλες κατασκευές επί του ακινήτου αυτού, παρεμποδίζοντας τη θέα ή τον φωτισμό. Η τοιαύτη δουλεία απαγορεύεται να συσταθεί καθοιονδήποτε τρόπο μετά την έναρξη ισχύος (1-12-1955) του από 9.5.1955 Βδ/τος "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους (ΓΟΚ) σύμφωνα με το άρθρο 75 αυτού. Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. 3,5, 16 και 17 πρ. και 1 και 2 πανδ. (8.2) και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 1123 ΑΚ επί αρνητικών δουλειών η νομή για έκτακτη χρησικτησία αρχίζει από τότε που ο κύριος του δεσπόζοντος απαγόρευσε στον κύριο του δουλεύοντος την πράξη της οποίας η παράλειψη αποτελεί περιεχόμενο της δουλείας (ως το προϊσχύσαν δίκαιο βλ. ΑΠ 10/1940, Θέμις ΝΑ 298).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18.02.2002 και αρ. εκθ κατάθ. 22/2002 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Φ. Σ. ισχυρίσθηκε ότι είναι νομέας, κυρία και κάτοχος ενός οικοπέδου, μετά της υπάρχουσας επ' αυτού οικίας, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη συνοικία των ..., στη Μυτιλήνη, επί της οδού ... αρ. 15 και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Κ., δυτικά με ιδιοκτησία της καθής, βόρεια με δημοτική οδό ... και νότια με ιδιοκτησία Σ.. Ότι απέκτησε την κυριότητα του οικοπέδου αυτού από τον πατέρα της, ο οποίος ήταν κύριος αυτού και δυνάμει του υπ' αρ. .../1997 προικοσυμφώνου του Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Σάββα Σαμαρίδη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, στον τόμο ... με αύξ. αριθμό 161. Ότι η πρώτη εναγομένη είναι ψιλή κυρία και οι λοιποί εναγόμενοι επικαρπωτές κατά ποσοστό ΛΑ εξ αδιαιρέτου ο καθένας του οικοπέδου, μετά της υπάρχουσας επ' αυτού οικίας, που βρίσκεται δυτικά της ως άνω ιδιοκτησίας της, στην απόληξη της ανωτέρω δημοτικής οδού κι έχει εμβαδό 100 τ.μ. περίπου. Ότι οι αναιρεσίβλητες προ έτους περίπου και συγκεκριμένα στις 25 Ιανουαρίου 2001, κατασκεύασαν ξύλινο κεραμοσκεπές στέγαστρο (πέρκουλα) διαστάσεων 3,10μ πλάτους επί 2.80μ μήκους, σε επαφή με το πρόσωπο της οικίας τους. αλλά. και σε επαφή και επί μήκους 2,80μ με το βόρειο τοίχο της οικίας της, που αποτελεί και το πρόσωπο (ο βόρειος τοίχος είναι το πρόσωπο της οικίας της) αποκόβοντας έτσι εντελώς το φως και τη θέα του εκεί παραθύρου που βρίσκεται στο ισόγειο και στη ΒΔ γωνία του ακινήτου της, σε απόσταση 1μ περίπου από αυτήν (ΒΔ γωνία)και σε ύψος 1 μ περίπου από το έδαφος, διαστάσεων 0,8μ Χ 1,10 μ. Επειδή , η οικία αυτή υφίσταται τουλάχιστον από το 1920 και ειδικότερα το ως άνω παράθυρο το οποίο έχει στερηθεί το φως και τη θέα από το ξύλινο κεραμοσκεπές στέγαστρο, υφίσταται από το 1920 (από το χρόνο κατασκευής αυτής) χρησιμοποιείται με καλή πίστη και οιονεί νομή- διάνοια δικαιούχου δουλείας παραθύρου φωτισμού και θέας επί συνεχή χρόνο άνω των 80 ετών συνολικά από αυτήν και από τους δικαιοπάροχους της, (ήτοι τους Δ. ή Κ. θυγατέρα Ν. Σ., τους μετέπειτα αυτής κληρονόμους με διαθήκη, Β. Σ.. Μ. Κ. και Μ. Ζ., τους μετέπειτα κληρονόμων αυτών, Α. Σ.- Π. και Ε. Σ.- Κ., σύμφωνα με την .../1957 αποδοχή κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Σάββα Σαμαρίδη και στη συνέχεια από τον άμεσο δικαιοπάροχό τους Π. Σ.) με την έννοια αυτή και το σκοπό αυτό, δηλαδή ως παράθυρο που λειτουργεί ως μέσο φωτισμού του εσωτερικού της οικίας της, αλλά και για τη θέα αυτών που χρησιμοποιούν το χώρο της οικίας της προς την πλευρά αυτή συνέχεια και αδιάλειπτα χωρίς καμία ενόχληση, διαμαρτυρία ή παρεμπόδιση σε πλήρη γνώση, αποδοχή και συναίνεση των εναγομένων και όλων των προκτητόρων αυτής από το 1920 και μετά, ώστε κατά συνέπεια έχει συσταθεί δουλεία παραθύρου, με επιπλέον περιεχόμενο την δουλεία θέας και φωτισμού των διαμενόντων στην οικία τούτη, σε βάρος του ακινήτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ζήτησε ακολούθως η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μεταξύ άλλων και την αναγνώριση του δικαιώματος δουλείας παραθύρου και την άρση της προσβολής αυτής. Η αγωγή αυτή, που φέρει τον χαρακτήρα της ομολογήσεως δουλείας (άρθρο 1132 ΑΚ), είναι μη νόμιμη και τούτο, διότι η οιονεί νομή δουλείας παραθύρου για την επικαλουμένη έκτακτη χρησικτησίας αρχίζει μόλις το 2001, οπότε οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι κατασκεύασαν επί του δουλεύοντος ακινήτου τους το ξύλινο κεραμοσκεπές κατασκεύασμα, που παρεμποδίζει τη θέα και το φωτισμό του ως άνω παραθύρου της αναιρεσείουσας και έτσι δεν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος χρησικτησίας των 30 ετών κατά το προϊσχύσαν βυζ. δίκαιο ως και των 20 ετών υπό την ισχύ του ΑΚ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή ομολογήσεως δουλείας αν και με διάφορη από την ως άνω αιτιολογία, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο , που δίκασε ως Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ομολογήσεως δουλείας ως μη νόμιμη, παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 Εισ. Ν ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτου του άμεσου δικαιοπαρόχου στερείται εννόμων συνεπειών, εκτός εάν ο εναγόμενος επί διεκδικητικής αγωγής, ερειδομένης επί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας του διεκδικούμενου ακινήτου, με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως, ήθελε αμφισβητήσει την επί του επιδίκου κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται με τις ίδιες προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του αν υπάρξει ανάγκη και των απωτέρων μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσεως κυριότητας. Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από ένα από τους δικαιοπαρόχους του (άμεσο ή απωτέρους του) καθιστά την αγωγή αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, διότι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δεν απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσιβλήτων λόγω νομικής αοριστίας. Η παράβαση αυτή, συντελέστηκε κατά την εναγόμενη-αναιρεσείουσα, επειδή κρίθηκε ορισμένη η ένδικη αγωγή, που στηριζόταν μόνο σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου και παρότι η ίδια στην έφεσή της, αμφισβήτησε την κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους, οι τελευταίοι δεν συμπλήρωσαν, όπως όφειλαν την αγωγή, με την επίκληση πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, που δεν έγινε πρωτοδίκως, αλλά με λόγο έφεσης στερείται εννόμων συνεπειών και δε καθιστά την αγωγή αόριστη σε περίπτωση μη συμπλήρωσης της κατά τα ανωτέρω ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2008 αίτηση της Φ. Σ. για αναίρεση της 54/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο καθώς και των 70/2003 και 61/2005 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου