ΑΠ Απόφαση 174 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Εκούσια διαδικασία , Διόρθωση εγγραφής σε κτηματολογικό βιβλίο.

Άρειος Πάγος 459/2016 Εργατικό ατύχημα - Για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς 
Απόφαση 174 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Εκούσια διαδικασία , Διόρθωση εγγραφής σε κτηματολογικό βιβλίο.
Περίληψη:

Η εκδίκαση της αγωγής του άρθρου 6 παρ.3 του Ν.2664/1998 που υπάγεται στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας αν εκδικασθεί κατά τις διατάξεις της αμφισβητουμένης δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος, γιατί δεν προκαλείται βλάβη, αφού η τακτική διαδικασία παρέχει περισσότερα εχέγγυα από ότι η εκουσία. Στις αγωγές του άρθρου 6 παρ.2 και 3 του Ν.2664/1998 δεν απαιτείται η προδικασία του άρθρου 8 του ΑΝ.1539/1938. Οι αιτιάσεις περί του ορισμένου της αγωγής πρέπει να υποβληθούν στο δικαστήριο της ουσίας. Απαράδεκτες το πρώτον στον Άρειο Πάγο. Η εκδίκαση της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν.2664/98 κατά την τακτική διαδικασία δεν την καθιστά αγωγή της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας και το ορισμένο της κρίνεται κατά το άρθρο 747 παρ.2. Δικονομικό και ουσιαστικό απαράδεκτο 559 αρ.1, 14 και 8.


Αριθμός 174/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Γ. του Σ. και 2)Ι. Γ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/12/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 16/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 και 2 του Ν.2664/1998 "περί Εθνικού Κτηματολογίου", όπως η παρ.2 ίσχυε (κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής) μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 5 του Ν.3559/2007 και πριν την αντικατάσταση της παρ.2 με το άρθρο 24 του Ν.3893/2011, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ'ύλην και κατά τόπου Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ ετών....Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγρ. αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που προβλέπει το άρθρο 1 παρ.3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφομένου ως δικαιούχου του δικαιώματος, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης στον προϊστάμενο του οικείου κτηματολογικού γραφείου.... "Περαιτέρω σύμφωνα με την παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Ν.2664/1998, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.2 του Ν.3481/2006, που τέθηκε σε ισχύ στις 2.8.2006 "Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παρ.2 του παρόντος άρθρου αγωγής" η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την κατάθεση της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου....Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παρ.2 του άρθρου αυτού...." Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι επί ακινήτων καταχωρηθέντων στο κτηματολόγιο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", οι θιγόμενοι από την εγγραφή αυτή υποχρεούνται, να υποβάλλουν τις αντιρρήσεις τους, αποκλειστικά με αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι αυτός να οριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας προκειμένου να ζητήσουν τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.
Περαιτέρω αν υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας, εισαχθεί στα πολιτικά δικαστήρια, κατά την τακτική ή άλλη ειδική διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, τότε επειδή η υποβολή αυτής της αίτησης δεν έχει δικονομικές συνέπειες, που να είναι ανάγκη να διατηρηθούν (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ασκήσεως αγωγής της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας), κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 ΚΠολΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται, έτσι που να πρέπει να υποβληθεί εκ νέου κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Αν παρά ταύτα εκδοθεί απόφαση για υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την τακτική ή άλλη ειδική διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, τότε η απόφαση αυτή δεν είναι αυτοδικαίως άκυρη, αφού τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάζουν τόσο ιδιωτικές διαφορές της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, όσο και υποθέσεις της εκούσιας και συνακόλουθα δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 313 παρ.1 εδ.β ΚΠολΔ. Η εν λόγω απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε έφεση, πλην όμως η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εσφαλμένα απέρριψε τον οικείο λόγο έφεσης, ενσωματώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αν η τήρηση της μη προσήκουσας διαδικασίας συνοδευόταν από την παράβαση συγκεκριμένου δικονομικού κανόνα, ο οποίος πρόδηλα περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις, κατά κανόνα δε η τακτική διαδικασία, ενέχει περισσότερα εχέγγυα ασφαλούς διάγνωσης της διαφοράς και η εφαρμογή της αντί των διατάξεων της εκουσίας δικαιοδοσίας ή της προσήκουσας ειδικής διαδικασίας, δεν προκαλεί δικονομική βλάβη και εντεύθεν δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την κατά το άρθρο 6 παρ.3α του ν.2664/1998 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, στην οποία αφορούσε η έφεση-και που είχε σωρευθεί με αγωγή του άρθρου 6 παρ.2 του ίδιου νόμου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων κατά της εγγραφείσας ως συγκυρίας Ζ. χας Σ. Γ. (μητέρας τους), η επί της οποίας (σωρευθείσας αγωγής) απόφαση δεν εξεκλήθη,-αλλά έκρινε ότι μολονότι αυτή εκδικαζόταν κατά την εκουσία δικαιοδοσία, θα έπρεπε να την κρατήσει και να την δικάσει με την ίδια, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, τακτική διαδικασία, που παρέχει μεγαλύτερα εχέγγυα ασφαλούς διάγνωσης της διαφοράς. Η αιτίαση όμως αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και εφόσον δεν γίνεται επίκληση παραβιάσεως συγκεκριμένου δικονομικού κανόνα περιέχοντος ευνοϊκότερους για τον εναγόμενο ή αυστηρότερους για τον ενάγοντα διατάξεις, δεν ιδρύει τους επικαλούμενους λόγους αναιρέσεως και μάλιστα σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το επικαλούμενο απαράδεκτο αφορά στη διαδικασία και όχι σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά ούτε και του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, αφού κατά τα προαναφερθέντα δεν συντρέχει παραβίαση συγκεκριμένου ευνοϊκότερου ή αυστηρότερου, δικονομικού κανόνα, ενώ η τήρηση των κανόνων της τακτικής διαδικασίας, αντί εκείνων της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν προκαλεί βλάβη στο διάδικο, ενόψει του ότι παρέχει περισσότερα εχέγγυα ασφαλούς διάγνωσης της διαφοράς ούτε άλλωστε γίνεται από το αναιρεσείον επίκληση βλάβης. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει, ως αλυσιτελής, να απορριφθεί.
Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 24 του Ν.2732/1999 καθιερώνεται η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Η διοικητική όμως αυτή διαδικασία δεν απαιτείται για την άσκηση της αίτησης της παρ.3 του άρθρου 6 του Ν.2664/1998, η οποία αφορούσε ακίνητο που φέρεται "ως αγνώστου ιδιοκτήτη". Τούτο δε γιατί το ακίνητο αυτό - αφού δεν οριστικοποίηθηκε η πρώτη εγγραφή - δεν ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Εξάλλου με την αίτηση της παραγράφου αυτής δεν αξιώνεται εμπράγματο δικαίωμα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά ζητείται η διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων της πρώτης εγγραφής, για το λόγο δε αυτό η εν λόγω διάταξη δεν απαιτεί να απευθύνεται η αίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά μόνο να κοινοποιείται σ'αυτό, τούτο δε γιατί αν η αίτηση περί διόρθωσης της πρώτης εγγραφής δεν γίνει τελεσίδικα δεκτή, το ακίνητο τεκμαίρεται αμάχητα ότι ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Με τα παραπάνω συμπορεύεται και η επελθούσα πρόσφατα τροποποίηση της παρ.2 του άρθρου 6 του Ν.2668/1998, με την παρ.1 του άρθρου 24 του Ν.3983/2011, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 17.6.2011 (άρθρο 25 του νόμου) με την οποία προστέθηκε εδάφιο στην παρ.2 που ορίζει ότι "....όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν.2732/1999)". Δηλαδή και για τις αγωγές της παρ.2 κατά του Δημοσίου, όταν αυτό αναγράφεται ως δικαιούχο του δικαιώματος, δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου δεν απαιτείται, πολύ περισσότερο, η τήρηση της διαδικασίας αυτής, στην περίπτωση της παρ.3, που το Δημόσιο δεν φέρεται ως δικαιούχος του αναγραφομένου δικαιώματος, αλλά απλώς καλείται στη σχετική δίκη, επειδή όταν θα οριστικοποιηθεί η εγγραφή θα αποκτήσει το σχετικό δικαίωμα, εφόσον βέβαια δεν διορθωθεί η πρώτη εγγραφή και δεν αναγραφεί ως δικαιούχος κάποιος τρίτος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, ήτοι επί παραβιάσεως κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, ενώ η κήρυξη ή μη κήρυξη, παρά το νόμο, ακυρότητας του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραβίαση της προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, όπως ισχύει, αφορούσε παραβίαση - αθέτηση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η άσκηση της αγωγής, χωρίς την τήρηση της προδικασίας αυτής να στερείται των απαραιτήτων προϋποθέσεων του παραδεκτού της ασκήσεως της, ενώ το οικείο απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938 (όπως ισχύει), δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, η οποία ως στρεφομένη και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και διώκουσα την αναγνώριση του προσβαλλομένου, με την ανακριβή εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, υπαγόταν στην προδικασία της παραβιασθείσας διατάξεως. Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφού η φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δικονομικού δικαίου και δεν επιδέχεται μομφή από την εν λόγω διάταξη, που αφορά σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ο ίδιος λόγος ως αιτίαση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αβάσιμος, αφού πρόκειται περί αγωγής της παρ.3 του άρθρου 6 του Ν.2664/1998 με την οποία δεν αξιώνεται δικαίωμα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, κατά του οποίου δεν απαιτείται να στρέφεται η αγωγή, αλλά μόνο να του κοινοποιείται. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω είναι απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη απορρίψεως, ως αορίστου της ένδικης αγωγής, καθόσον ο οικείος περί αοριστίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (αρθρ.562 παρ.2 ΚΠολΔ- ΑΠ 1020/2013, ΑΠ 1024/2013). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (αρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ'αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 (ΑΠ 481/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.12.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Χ. Γ. του Σ. και Ι. Γ. του Σ., για αναίρεση της υπ'αριθμ.254/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια