
Απόφαση 1209 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αγωγή αναγνωριστική, Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου.
Περίληψη:
Αγωγή αναγνωριστική, Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου.
Περίληψη:
Αν δε γίνει έγκυρη γνωστοποίηση το λόγου της διακοπής η δίκη συνεχίζεται στο όνομα των αρχικών διαδίκων. Η κατά το άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ δήλωση παράστασης στο ακροατήριο δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις του 287 ΚΠολΔ . Κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου διατηρείται η κατά το Οθωμανικό δίκαιο διάκριση των Γαιών ΚΚΔ αρθ 63 παρ 5, 4 εδ στ. 65, 69, 57. Κατά το αρθρ 78 του από 17 Ραμαζαν 1274 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών αναγνωρίζεται δικαίωμα τεσσαρούφ, αν αυτός εξουσιάζει καλλιεργήσιμη γαία επί 10 έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση Ν. 2100/1952. Κατά τα άρθρα 37-40, 51 και 61 το ΚΚΔ τα ακίνητα που βρίσκονται στις περιφέρειες Ρόδου Κω και Λέρου όπου ισχύει το κτηματολόγιο υπόκεινται σε καταχώρηση στο οικείο βιβλίο, που όταν καταστεί αμετάκλητη, αποτελεί αμάχητο τεκμήριο έναντι πάντων ότι το εμπράγματο δικαίωμα στο οποίο αφορά η καταχώρηση κατά το αρθρ. 57 παρ 4 περ γ εντός των τριών πρώτων από την καταγραφή μπορεί να γίνει ανάκτηση από το Δημόσιο, κατά δε της σχετικής μπορεί να γίνει προσφυγή εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως. Ισχυρισμός που δεν έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας είναι κατά 562 παρ 2 ΚΠολ Δ απαράδεκτος 8 παρ 3ΝΔ 920/71 τα ακίνητα της παρ 6 του εν λόγω νόμου περιέρχονται στον ΕΟΤ. Σε αυτά περιλαμβάνονται και τα ακίνητα του Ν 2100/52. Με το Ν 2636/26/27.8.98 συνεστήθη ΑΕ για διαχείριση της περιουσίας του ΕΟΤ με την επωνυμία «Αν Ετ Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ» που στη συνέχεια με το Ν2837/2000 μετονομάστηκε σε «Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ» και ήδη μετονομασθεί σε «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ» που απολαμβάνει των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου.
Αριθμός 1209/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) Κ. Α. του Α.. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παρασκευά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία δηλώθηκε ότι η δεύτερη απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η πρώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της διαχειριζόμενης της περιουσία του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού ΕΟΤ" και εκπροσωπούσης αυτόν δικαστικώς, η οποία εκπροσωπήθηκε από τ.... ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2001 αγωγή των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 4-12-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔικ η δίκη διακόπτεται αν, μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, μετά από την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους (NUMERUS CLAUSUS). Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός λχ θάνατος του διαδίκου κλπ, όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίηση του επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται κατά το άρθρο 287 του ίδιου κώδικα, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιός του. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Χωρίς όμως έγκυρη γνωστοποίηση, η δίκη συνεχίζεται κανονικά σαν αυτή να μη εχώρησε και η απόφαση εγκύρως εκδίδεται στο όνομα των αρχικών διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα Χ. Α. του Α., κατέθεσε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, στην οποία περιέχεται γνωστοποίηση περί βιαίας διακοπής της δίκης λόγω του θανάτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και περί επαναλήψεώς της από αυτών (πρώτη αναιρεσείουσα) ως μοναδικής κληρονόμου της. Πλην όμως η γνωστοποίηση αυτή δεν είναι νόμιμη αφού δεν γίνεται με τους οριζόμενους στη διάταξη του άρθρου 287 ΚΠολΔικ τρόπους, καθόσον η δήλωση του 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ είναι γραπτή και όχι προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που μάλιστα απλώς κατατίθεται και δεν επιδίδεται, ώστε να πληρούται το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως του 287 ΚΠολΔικ. Ενόψει τούτων, εφόσον δεν έχει χωρήσει έγκυρη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής της δίκης, αυτή συνεχίζεται κανονικά στο όνομα των διαδίκων, η δε υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔικ θα συζητηθεί ως να ήταν παρούσα και η απολιπομένη δεύτερη αναιρεσείουσα, καθόσον αυτή όπως και η πρώτη είναι οι επισπεύδουσες τη συζήτηση, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 5415γ/29.5.2012, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... που διενήργησε την επίδοση προς την αναιρεσίβλητη.
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το υπ’ αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30.12.1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, διατηρείται κατ’ αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες α)δημοσίων γαιών (εραζί, εμυριέ, μιρί, κλπ), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) και γ)βακουφίων, όπως είχε κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο. Ως δημόσια κτήματα (γαίαι) της κατηγορίας "εραζί-εμυριέ" θεωρούνται οι γαίες που είχαν παραχωρηθεί κάποτε σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (τοπία) μόνο για την ωφέλιμη κυριότητα "τεσσαρούφ", καθώς και εκείνες οι οποίες λόγω ελλείψεως τίτλου, θέλουν αναγνωρισθεί και ταξινομηθεί από τα όργανα του Κτηματολογίου, κατά την ενέργεια της βεβαιώσεως, στην ανωτέρω κατηγορία, οπότε η καταγραφή αυτή, μετά την παρέλευση των προθεσμιών των άρθρων 37 και 39 καθίσταται αμετάκλητη (άρθρ. 61 εδ. β’ ). Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 5 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού δεν συγχωρείται εις βάρος των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες "μιρί ή εραζί εμυριέ". Από το τελευταίο αυτό άρθρο συνδυαζόμενο και προς το άρθρο 4 εδ. στ’, με το οποίο προβλέπεται η από της ισχύος του Κανονισμού παραχώρηση της ωφέλιμης κυριότητας των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων, μόνο με πράξη του Κυβερνήτη, σαφώς συνάγεται ότι επιτρέπεται πλέον μόνο η παραγραφή (κτητική) του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) των δημοσίων κτημάτων και μάλιστα οπωσδήποτε αυτών που έχουν παραχωρηθεί, ενώ αντιθέτως δεν συγχωρείται η παραγραφή του δικαιώματος ψιλής κυριότητας των ίδιων κτημάτων. Με το άρθρο 65 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού, ορίσθηκε ότι τα δημόσια οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρησή τους σε ιδιώτες έγινε μετά την Ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάληψης, εφόσον συμβιβάζονται προς τις παρούσες κτηματολογικές διατάξεις. Επομένως ισχύει για τα ανωτέρω κτήματα και το άρθρο 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών, με το οποίο αναγνωρίζεται δικαίωμα ανάλογο προς την χρησικτησία, (κατ’ εξαίρεση των διατάξεων του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν τον θεσμό της χρησικτησίας, ως κτητική παραγραφή) και μάλιστα με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο που αποκτάται με έκδοση τίτλου και παραχώρηση από το Δημόσιο (τεσσαρούφ), αφού η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι εκείνος ο οποίος έχει εξουσιάσει και καλλιεργήσει για 10 συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες (εραζί-εμυριέ), όχι όμως βακουφικές, αποκτά επ’ αυτών δικαιώματα διηνεκούς εγκαταστάσεως, νομιμοποιούμενος στη δημιουργηθείσα και υφισταμένη πραγματική κατάσταση (ωφέλιμης κυριότητας). Έτσι και μετά την ισχύ του Κτηματολογικού Κανονισμού στην Δωδεκάνησο είναι κατά νόμο δυνατή η απόκτηση δικαιώματος "τεσσαρούφ" επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος (τον Κυβερνήτη), αλλά και με δεκαετή εξουσίασή του και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στην δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο. Εννοείται ότι η ανωτέρω 10ετής κτητική παραγραφή στην ωφέλιμη κυριότητα επί δημοσίας γης, ισχύει κατά του Δημοσίου, εφόσον αυτή έχει συμπληρωθεί πριν από την ισχύ του α.ν. 1539/1938, ο οποίος έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο με το Β.Δ/γμα της 31.12.1948/10.1.1949, δεδομένου ότι μετά από αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω νόμου, (κατά το οποίο) τα δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμμία παραγραφή, τέτοια δε παραγραφή που άρχισε πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει καμιά νόμιμη συνέπεια, αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω αναγκαστικού νόμου, απαγορεύεται πλέον η παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου και επομένως και αυτής της ωφέλιμης κυριότητας. Εξάλλου ο νόμος 2100/1952 "περί συστάσεως οργανισμού ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω κλπ", με το άρθρο 9 του οποίου ορίστηκε ότι επί των ακινήτων της κατηγορίας δημοσίων γαιών, επί των οποίων υπάρχει δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) αποσβέννυται οποιοδήποτε δικαίωμα του Δημοσίου και οι έχοντες δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτούν αυτοδικαίως, χωρίς καμμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα επ’ αυτών, έχει εφαρμογή ειδικώς για τα κτήματα των περιφερειών των κτηματολογίων Ρόδου και Κω, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ανωτέρω δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτήθηκε πριν από την έναρξη της καταρτίσεως του Κτηματολογίου και διατηρήθηκε τούτο εξακολουθητικώς μέχρι της δημοσιεύσεως του ανωτέρω νόμου (26.4.1952) με την έννοια ότι φέρεται καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο στο όνομα κάποιου εξουσιαστή (παραχωρησιούχου). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 37-40, 51 και 61 του ίδιου ως άνω Κτηματολογικού Κανονισμού προκύπτει ότι σε ακίνητα που βρίσκονται στις περιφέρειες Ρόδου, Κω και Λέρου (Λακκί), όπου ισχύει το Κτηματολόγιο, υπόκεινται σε καταχώρηση στο οικείο βιβλίο του κτηματολογίου και ισχύουν από της καταχωρήσεως όλες οι μεταβολές της κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος του ακινήτου και ότι η υπάρχουσα στα βιβλία αρχική «θεμελιώδης» εγγραφή εμπραγμάτου δικαιώματος, όταν η εγγραφή αυτή καταστεί αμετάκλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37-40 του ίδιου Κτηματ. Κανον., αποτελεί αμάχητο τεκμήριο, έναντι πάντων, ότι το εμπράγματο δικαίωμα που αφορά η ως άνω καταχώρηση (εγγραφή) στο σχετικό βιβλίο, ανήκει στο πρόσωπο που αναφέρεται στην αρχική (θεμελιώδη) αυτή εγγραφή, ενώ οι μεταγενέστερες της θεμελιώδους εγγραφές (όπως και η θεμελιώδης που δεν κατέστη αμετάκλητη) αποδεικνύουν μεν το δικαίωμα επί του ακινήτου, πλην όμως το παραγόμενο από αυτές τεκμήριο είναι μαχητό (ΟλΑΠ 1270/1985). Περαιτέρω στο άρθρο 57 του Κτηματολογικού Κανονισμού προβλέπεται, εκτός από την περίπτωση της διόρθωσης (μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ή αυτεπαγγέλτως) υλικού σφάλματος ή παραλείψεως που παρεισέφρησαν κατά την ενέργεια των εγγραφών στο κτηματικό βιβλίο (παρ. 1, 2 και 3) και η περίπτωση ανάκτησης ακινήτου ή τμημάτων αυτού ειδικά για τα ακίνητα που ανήκουν στο Δημόσιο. Ειδικότερα, στην παράγραφο 4 περίπτωση γ του ανωτέρω άρθρου 57, προβλέπεται ότι εντός των τριών πρώτων ετών από την (θεμελιώδη) καταγραφή του ακινήτου και αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη των Προϊσταμένων των Γραφείων της Οικονομικής Εφορίας και της Διαχείρησης Δημοσίων Κτημάτων, μπορεί να γίνει ανάκτηση ακινήτου ή τμήματος αυτού, ανήκοντος στο Δημόσιο, όταν "ως εκ της φύσεώς των ή εκ της καταστάσεως της καλλιέργειάς των πεπλανημένως απεδόθησαν εις ιδιώτην ή εις νομικά πρόσωπα", ενώ στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι κατά της αποφάσεως του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου (ήδη Κτηματολογικού δικαστή) με την οποία διατάσσεται ή απορρίπτεται η διόρθωση μιας εγγραφής ή μιας βεβαιώσεως, επιτρέπεται εντός προθεσμίας 15 ημερών, από της κοινοποιήσεως αυτής, προσφυγής εις τον Κυβερνήτη, ο οποίος αποφασίζει οριστικά. Από την άνω διάταξη της παραγρ. 4 περίπτ. γ’ του άρθρου 57 του Κτηματολογικού Κανονισμού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 1, 46 παρ. 1 και 63 παρ. 4 και 5 του ίδιου Κανονισμού, σαφώς συνάγεται ότι: α)για δημόσιο κτήμα που έχει εγγραφεί στο κτηματικό βιβλίο, επ’ ονόματι του εξουσιαστή προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση, προβλέπεται, τηρουμένης της ειδικής στο άνω άρθρο διαδικασίας (γνωμοδότηση των Προϊσταμένων των Γραφείων της Οικονομικής Εφορίας και της Διαχείρησης Δημοσίων Κτημάτων) περίπτωση απώλειας «εκπτώσεως» του δικαιώματος της παραχωρήσεως (εξουσιάσεως) και περιελεύσεως αυτού στην κυβέρνηση, εφόσον η τελευταία διαπιστώσει δια των οργάνων της εντός τριών ετών από της καταγραφής (πριν δηλαδή η θεμελιώδης εγγραφή καταστεί αμετάκλητη), ότι λόγω της φύσεως του ακινήτου ή της καταστάσεως της καλλιέργειάς του, από πλάνη παραχωρήθηκε το άνω δικαίωμα και εκδόθηκε επ’ ονόματι του εξουσιαστή ο τίτλος και β) επί των άνω κτημάτων η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) της Κυβέρνησης της Κτήσεως μετατρέπεται σε πλήρη κυριότητα «ανάκτηση του ακινήτου» με την εγγραφή της σχετικής περί απωλείας του δικαιώματος εξουσιάσεως διατάξεως του Προϊσταμένου του Κτηματολογίου. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 69 του Κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι οι παραχωρημένες δημόσιες γαίες οι οποίες σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή έμειναν ακαλλιέργητες, εγκαταλελειμμένες ή σε αγρανάπαυση για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των τριών ετών, εκπίπτουν του δικαιώματος παραχωρήσεως και περιέρχονται στην πλήρη διάθεση της Κυβέρνησης, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την παραχώρηση σε ιδιώτη μιας δημόσιας γαίας ήταν η καλλιέργεια αυτής. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων, σ’ αυτό, αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" Στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Κοσκινού Ρόδου βρίσκεται ένα ακίνητο νομικής φύσης "αρζί μιρί", εκτάσεως 70.000 τ.μ., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος γαιών Κοσκινού 2, φύλλο 5, μερίδα ..., φάκελος ..., το οποίο συνορεύει ανατολικά με περίκρημνο θαλάσσια ακτή, νότια με την υπ’ αριθ. ... μερίδα, δυτικά με τις υπ’ αριθ. ..., ... και ... μερίδες και βόρεια με τις υπ’ αριθ. ... και ... μερίδες. Στο εν λόγω ακίνητο σύμφωνα με το με αριθμό 240/Μάρτιος 1292 (ελληνικό έτος 1876) πιστοποιητικό του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου (Τουρκικός Τίτλος), το οποίο προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα, του οποίου η νομική φύση είναι αρζί μιρί (δημόσια εν παραχωρήσει γαία) φέρεται να έχει παραχωρηθεί δικαίωμα εξουσιάσεως στον Π. Α., ήτοι παππού εκ πατρός των εναγουσών. Στη συνέχεια κατά τη σύνταξη του απογραφικού βιβλιαρίου [το απογραφικό βιβλιάριο βρίσκεται μέσα στο "φάκελλο" και έχουν καταχωρηθεί σ’ αυτό πλείστα χρήσιμα στοιχεία, τα οποία αφορούν το ακίνητο κατά την πρώτην απογραφήν του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι πληροφορίες τις οποίες συνέλεξε το Συνεργείο απογραφής για την κατάσταση κάθε ακινήτου (Θεοδωρόπουλος σελίς 135)] του ανωτέρω ακινήτου στις 23.05.1923 (το οποίο επίσης προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση από την ιταλική στην ελληνική γλώσσα), το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στο όνομα του Α. Α. του Π., πατέρα των εναγουσών, τον οποίο οι τελευταίες κληρονόμησαν μετά τον κατά το έτος 1981 θάνατό του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ενώ και στο απογραφικό βιβλιάριο η νομική φύση του ακινήτου καταγράφεται ως "αρζί μιρί". Στο άνω βιβλιάριο τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του άνω ακινήτου αναφέρονται ως εξής: Στην ένδειξη χρήση ακινήτου αυτό αναφέρεται ως "θαμνώδες βοσκοτόπι", στην ένδειξη περιγραφή του βαθμού γονιμότητας του εδάφους καταγράφεται η ένδειξη "ελάχιστη", (βλ. στοιχ. 16 του απογραφικού βιβλιαρίου), στην ένδειξη αν εξάγονται γεωργικά προϊόντα αναφέρεται η λέξη "κανένα", ενώ στη σελίδα που πρέπει να περιγραφεί η ύπαρξη του είδους της καλλιέργειας δεν σημειώνεται καμία ένδειξη. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και καταγραφές προκύπτει ότι το εν λόγω ακίνητο κατά το έτος 1923 δεν ήταν καλλιεργήσιμη γαία και ότι, δεδομένου ότι επρόκειτο για ακίνητο νομικής φύσης "αρζί μιρί" ήτοι δημόσιας εν παραχωρήσει γαίας, με το να καταγραφεί κατά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στο όνομα του Α. Α. του Π., δυνάμει της υπ’ αριθ. 204/08.11.1927 διάταξης του Προέδρου της Επιτροπής Κτηματολογίου, αυτός απέκτησε δικαίωμα μόνο ωφέλιμης κυριότητας, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας παρέμενε στο Ιταλικό Δημόσιο. Στη συνέχεια στις 11 Ιουνίου του έτους 1930 και ενώ, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο από αρχική θεμελιώδη καταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία φαινόταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Α. Α., δυνάμει του υπ’ αριθ. 54.843/01.04.1930 διατάγματος εγγράφηκε στα κτηματολογικά βιβλία κατά πλήρη κυριότητα στο όνομα της Κυβέρνησης των Ιταλικών Νήσων του Αιγαίου, η εγγραφή δε αυτή αποτελεί μεταγενέστερη της αρχικής (θεμελιώδους). Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη (διάταγμα), η οποία προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση από την ιταλική στην ελληνική γλώσσα, η Κυβέρνηση των Νήσων του Αιγαίου, με τη σύμφωνη γνώμη των Προϊσταμένων της Οικονομικής Υπηρεσίας και της Υπηρεσίας του Δημοσίου, προχώρησε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του Κτηματολογικού Κανονισμού, σε "διόρθωση" της αρχικής θεμελιώδους εγγραφής, με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση των Νήσων του Αιγαίου να ανακτήσει το δικαίωμα της ωφέλιμης κυριότητας του ακινήτου, το οποίο από την αρχική θεμελιώδη εγγραφή είχε ο Α. Α., αποκτώντας κατ’ αυτό τον τρόπο την πλήρη κυριότητα επ’ αυτού. Με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η γενόμενη μεταγενέστερη εγγραφή στο όνομα της Κυβέρνησης των Νήσων του Αιγαίου έλαβε χώρα στις 11 Ιουνίου 1930, ήτοι πριν συμπληρωθεί τριετία από την καταγραφή της θεμελιώδους εγγραφής (08.11.1927) και συνεπώς, για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η θεμελιώδης εγγραφή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη και δεν παρείχε αμάχητο τεκμήριο σχετικά με το δικαίωμα επί της ωφέλιμης κυριότητας του αρχικού τιτλούχου. Περαιτέρω, η εν λόγω μεταγενέστερη εγγραφή στηρίχθηκε στη διάταξη του άρθρου 57 περ. γ’ του Κανονισμού, καθόσον εκ της φύσεως του ακινήτου ως "θαμνώδους βοσκότοπου", χωρίς άλλες καλλιέργειες, όπως αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις προαναφερθείσες εγγραφές στο απογραφικό βιβλιάριο του ακινήτου όσο και από τον χαρακτηρισμό αυτού όπως προκύπτει από τα κτηματολογικά βιβλία, δεν δικαιολογείτο η παραχώρηση του δικαιώματος της ωφέλιμης κυριότητας στον εν λόγω τιτλούχο (Α. Α.), διότι το δικαίωμα της ωφέλιμης κυριότητας στηρίζεται στο γεγονός της καλλιέργειας του ακινήτου από τον εξουσιαστή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, η γενόμενη μεταγενέστερη εγγραφή ήταν καθ’ όλα νόμιμη και σύμφωνη με τα αναφερόμενα στο άρθρο 57 περ. γ’ του Κτηματολογικού Κανονισμού. Επομένως η καταχώρηση την οποία έκαμε επ’ ονόματί του το Ιταλικό Δημόσιο το 1930, αποτελεί διόρθωση της εγγραφής που εγένετο επ’ ονόματι του πατέρα των εναγουσών το έτος 1927 προβλεπόμενη (η διόρθωση) από το άρθρο 57 του Κτηματολογικού Κανονισμού με την οποία (καταχώριση του 1930) ο εξουσιαστής πατέρας των εναγουσών απώλεσε το δικαίωμα εξουσιάσεως το οποίο και απέκτησε το Ιταλικό Δημόσιο το τελευταίο δε δια της εγγραφής του δικαιώματος αυτού επ’ ονόματί του απέκτησε το ακίνητο κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας. Εξάλλου η αρχική (βασική, θεμελιώδης) εγγραφή του 1927 ήταν προσωρινή και ουδέποτε κατ’ εφαρμογή των άρθρων 37, 38 και 39 οριστικοποιήθηκε (με την Ολομ. 1270/1985 η εγγραφή ονομάζεται τελεσίδικη) και κατά μείζονα λόγο αυτή δεν κατέστη αμετάκλητη, αφού πριν να παρέλθει τριετία το ακίνητο γράφτηκε κατά πλήρες δικαίωμα στο όνομα του Ιταλικού Δημοσίου (ανακτήθηκε) και επομένως αφού αυτή (η θεμελιώδης εγγραφή του 1927) δεν έγινε αμετάκλητη δεν παράγεται αμάχητο τεκμήριο από την εγγραφή αυτή υπέρ του δικαιοπαρόχου των εναγουσών αλλά μαχητό όπως, μαχητό τεκμήριο παράγουν και οι μεταγενέστερες εγγραφές.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το σχετικό αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της εγγραφής του επιδίκου ακινήτου στο Ιταλικό Δημόσιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι και η επόμενη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, η οποία διατάχθηκε με τις υπ’ αριθμ. 1540/1973, 3722/1975 και 4935/1976 διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, δυνάμει της οποίας το επίδικο ακίνητο περιήλθε από το Ελληνικό Δημόσιο στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, τη διαχείριση της περιουσίας του οποίου, καθώς και την εκπροσώπησή του έχει αναλάβει η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν.2636/1998, είναι καθ’ όλα έγκυρη, αφενός διότι στηρίχθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομότυπη και έγκυρη εγγραφή, αφετέρου διότι έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 του ν.δ. 920/1971 (ΦΕΚ 148/23.07.1971), με το οποίο προβλεπόταν η μεταβίβαση της κυριότητας διαφόρων ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου προς τον ΕΟΤ, σε συνδυασμό με το αρθ. 1 εδ. Δ’ αρ. 14 του ν.162/1975 (ΦΕΚ 199/20.09.1975) "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών του ν.δ. 920/1971", όπου ρητώς προβλέπεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι από αυτά που περιέρχονται στην κυριότητα του ΕΟΤ.
Συνεπώς και το σχετικό αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ως άνω εγγραφής του επιδίκου ακινήτου στον ΕΟΤ πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.
Κατόπιν των ανωτέρω και παρά το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών είχε καταγραφεί στα κτηματολογικά βιβλία ως δικαιούχος, του δικαιώματος "τεσσαρούφ" επί του επιδίκου ακινήτου, με τη γενόμενη μεταγενέστερη εγγραφή στο όνομα του Ιταλικού Δημοσίου, η οποία όπως προαναφέρθηκε ήταν νόμιμη, απώλεσε το δικαίωμά του αυτό, με αποτέλεσμα το Ιταλικό Δημόσιο να ανακτήσει επί του εν λόγω ακινήτου την πλήρη κυριότητα. Πρέπει να λεχθεί ότι πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 του ν.2100/1952 δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση και τούτο διότι ο πατέρας των εναγουσών δεν διατήρησε εξακολουθητικά εγγεγραμμένο το δικαίωμά του μέχρι τη δημοσίευση του άνω νόμου σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχ. ΙΙΙ (Ε) νομική σκέψη. Ωστόσο, ενώ ο Α. Α., θα μπορούσε ως "σφετεριστής" να αποκτήσει το "τεσσαρούφ", εξουσιάζοντας και καλλιεργώντας το επίδικο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών, μέχρι το έτος 1949 δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των εναγουσών ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο και δη από της καταρτίσεως του Κτηματολογίου μέχρι το έτος 1949 αφού κανένα αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δη ουδείς μάρτυρας εξετάστηκε, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι δε εκκαλούσες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τη ληφθείσα με αριθμό .../23.3.2004 ένορκη βεβαίωση του Α. Φ. του Κ. που δόθηκε με επιμέλεια εκείνων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Χρυσάνθης Ευσταθίου-Μητσού, της οποίας και γίνεται μνεία με την εκκαλούμενη.
Πρέπει να λεχθεί ότι οι ενάγουσες με την αγωγή ισχυρίστηκαν ότι η με αριθμ. 54843/1930 πράξη του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού γραφείου (τίτλος της Κυβέρνησης της Κτήσεως) είναι άκυρη διότι το επίδικο δεν ήταν βοσκότοπος, όπως εκτίθεται στην άνω πράξη, αλλά αμπέλι και επομένως η επακολουθήσασα καταχώρηση της πράξης δηλαδή η 6111/11.7.1930 διάταξη του ίδιου ως άνω Προϊσταμένου είναι άκυρη. Με το πρώτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η καταχώρηση (6111/1930) είναι άκυρη διότι ο τίτλος της Κυβέρνησης της Κτήσεως δεν ήταν δεκτικός καταχωρήσεως αφού δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στον πατέρα τους ώστε να καταστεί καταχωριστέος με την πάροδο της 15ημερης προθεσμίας του άρθρου 57 § 5 του Κτημ. Κανονισμού προς άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού γραφείου, επί πλέον δε η άνω πράξη δεν στρέφεται κατά του πατέρα τους Α. Π. Α., αλλά κατά άσχετου προσώπου ονομαζόμενου Σ. Π. Σ.. Η το πρώτον όμως στην έκκλητη δίκη με την έφεση επιχειρούμενη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 226 εδ. α’ και β’ ΚΠολΔικ και ο σχετικός λόγος της έφεσης είναι απαράδεκτος. Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις μνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 57 και 68 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, του άρθρου 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού Νόμου περί γαιών καθώς και του άρθρου 9 του Ν. 2100/1952, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι προτού να καταστεί αμετάκλητη η αρχική (θεμελιώδης) υπ’ αριθμ. 204/8.11.1927 εγγραφή, στο Κτηματολόγιο, του επιδίκου, στο όνομα του δικαιοπαρόχου των εναγουσών πατέρα τους Α. Α. του Π., ήτοι προτού να παρέλθει τριετία από της εγγραφής αυτής, έγινε "διόρθωση" με το υπ’ αριθμ. 54843/1.4.1930 διάταγμα, σύμφωνα με το άρθρο 57 του Κανονισμού και μεταγενέστερη εγγραφή στις 11.6.1930 με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση των Νήσων του Αιγαίου να αποκτήσει το δικαίωμα της ωφέλιμης κυριότητας του επιδίκου και συνακόλουθα την πλήρη κυριότητά του, ενόψει δε του ότι το επίδικο δεν ήταν καταγεγραμμένο στο όνομα του δικαιοπαρόχου των εναγουσών, δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Ν. 2100/1952, ενώ περαιτέρω ο εν λόγω δικαιοπάροχος δεν εξουσίασε το επίδικο τουλάχιστον επί μία 10ετία μέχρι το 1949 με καλλιέργεια, αφού τούτο ως εκ της φύσεώς του ως "θαμνώδες βοσκοτόπι" δεν καλλιεργείτο, μη συντρεχουσών ως εκ τούτου των προϋποθέσεων των άρθρων 65 και 69 του Κανονισμού, καθώς και του άρθρου 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού Νόμου. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά τον οποίο "ο τίτλος της Κυβέρνησης Κτήσεως δεν ήταν δεκτικός καταχωρήσεως, γιατί δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στον δικαιοπάροχο των εναγουσών, ώστε να καταστεί καταχωρητέος με την πάροδο της 15νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 57 παρ. 5 του Κτηματικού Κανονισμού προς άσκηση προσφυγής κατά του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού γραφείου", ενώ περαιτέρω "η πράξη αυτή δεν στρεφόταν κατά του εν λόγω δικαιοπαρόχου, αλλά κατά τρίτου προσώπου ονομαζομένου Σ. Π. Σ." είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ γιατί αφορά σε ισχυρισμό, που αυτοτελώς θεμελιώνει αγωγικό αίτημα περί ακυρότητας της ένδικης εγγραφής, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, που ήταν η ακυρότητα της από 11.6.1930 εγγραφής, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 54843/1.4.1930 διατάγματος, γιατί το επίδικο δεν ήταν βοσκότοπος, αλλά καλλιεργήσιμη γη και συγκεκριμένα αμπέλι, ενώ, επίκληση του αναφερομένου στον ερευνώμενο λόγο ισχυρισμού περί μη κοινοποιήσεως κ.λπ του τίτλου, για πρώτη φορά έγινε και μάλιστα αορίστως στο εφετήριο, καθόσον γίνεται επίκληση μόνο της διατάξεως του άρθρου 57 του ΚΚΔ και στη συνέχεια στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και ως εκ τούτου δεν κατέστη αντικείμενο κρίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ενόψει τούτων οι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ΝΔ 920/1971 "Συμβάσεις Δημοσίου - ΕΟΤ ..." "πάντα τα ακίνητα, μετά των επ’ αυτών εγκαταστάσεων και εξοπλισμού τούτων, εις α αναφέρεται η εν άρθρω 6 του παρόντος σύμβασις ... περιέρχονται δυνάμει του παρόντος και άνευ ετέρας διατυπώσεως εις την πλήρη κυριότητα του ΕΟΤ". Μεταξύ των ακινήτων αυτών περιλαμβάνονται, όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου Ν.Δ. και τα ακίνητα που δυνάμει του Ν. 2100/1952 περιήλθαν κατά κυριότητα στον "Οργανισμό Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω ΟΔΠΔΔ" και κατά διοίκηση και διαχείρηση μέχρι το 1975 στον ΕΟΤ, δυνάμει των Ν. 3295/1953 και 3231/1955 και του εις εκτέλεση του άρθρου 5 του Ν. 2295/1953 εκδοθέντος ΒΔ της 11-3/20.4.1957. Στη συνέχεια με το Κεφάλαιο Β του Ν. 2636/26/27.8.98 (άρθρα 12 έως και 22) συνεστήθη ανώνυμη εταιρεία για τη διαχείρηση της περιουσίας του ΕΟΤ, της οποίας η επωνυμία κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του εν λόγω νόμου ήταν "Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ" και ο σκοπός κατά το άρθρο 13 παρ. 1 «... η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ»«, ενώ μεταξύ των περιουσιακών της στοιχείων ήταν κατά το άρθρο 13 παρ. 2 εδ. α’» «τα κάθε είδους κινητά και ακίνητα πράγματα, συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στον ΕΟΤ ...» . Στη συνέχεια η εταιρεία αυτή με το Ν. 2837/2000 μετονομάστηκε σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" και ήδη έχει μετονομασθεί σε "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ" (δυνάμει της Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ - ΦΕΚ 2779/Β/2.12.11 - που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 66 Ν. 4002/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, έχει περιέλθει στον ΕΟΤ, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 του Ν. 2636/1998, καθόσον παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 και 6 του Ν. 920/71. Ως προς το ζήτημα αυτό στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται "Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι και η επόμενη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, η οποία διατάχθηκε με τις υπ’ αριθμ. 1540/1973, 3722/1975 και 4935/1976 διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, δυνάμει της οποίας το επίδικο ακίνητο περιήλθε από το Ελληνικό Δημόσιο στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, τη διαχείριση της περιουσίας του οποίου, καθώς και την εκπροσώπησή του έχει αναλάβει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 2636/1938, είναι καθ’ όλα έγκυρη, αφενός διότι στηρίχθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομότυπη και έγκυρη εγγραφή, αφετέρου διότι έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 του ΝΔ 920/71, με το οποίο προβλεπόταν η μεταβίβαση της κυριότητος διαφόρων ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου προς τον ΕΟΤ ...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες διατάξεις, καθόσον κατά τις παραδοχές αυτές αλλά και εκείνες που εκτίθενται παραπάνω στο υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες δεν έχουν δικαιώματα, επί του επιδίκου ακινήτου και τούτο ορθά μετά την εγγραφή της 11.6.1930 γράφτηκε στα κτηματολογικά βιβλία με τις επικαλούμενες διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή στο όνομα του ΕΟΤ, στον οποίο νόμιμα μεταβιβάστηκε, κατά κυριότητα με τις αναφερόμενες στην απόφαση και αναλυόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του ΝΔ 920/1971, στις οποίες (διατάξεις) ως μεταβιβαζόμενα, μεταξύ άλλων στον ΕΟΤ ακίνητα είναι και εκείνα, που όπως το επίδικο περιήλθαν στο Δημόσιο και δη στον "Οργανισμό Ακίνητης Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω" κατά τον Ν. 2100/1952 και που ήδη κατά το αναφερόμενο στη νομική σκέψη άρθρο 13 του Ν. 2636/1938 ανήκουν στην περιουσία της αναιρεσίβλητης. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος είναι αβάσιμος και γι’ αυτό πρέπει, όπως και η αναίρεση, στο σύνολό της, να απορριφθούν. Οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο επί του Δημοσίου άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 και όπως τούτο ισχύει (ΚΥΑ 134423/1992), των δικονομικών προνομίων του οποίου απολαμβάνει η αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν. 2636/26-27/8.1998, ως εταιρεία διαχειριζομένη την περιουσία του ΕΟΤ, ο οποίος κατά το άρθρο 1 παρ. 12 του Ν. 2160/1993 έχει τα προνόμια αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.12.2011 αίτηση των Χ. Α. του Α. και Κ. Α. του Α., κατά της ανώνυμης εταιρείας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 174/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου