ΑΠ Απόφαση 1019 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Δίοδος, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Δουλεία. Περίληψη: Πότε η πραγματική δουλεία διόδου ασκείται καταχρηστικά, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ. Λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 1,8,19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι (Επικυρώνει Εφ. Λαμ. 138/2012)

Άρειος Πάγος 459/2016 Εργατικό ατύχημα - Για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς 
Απόφαση 1019 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Δίοδος, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Δουλεία.
Περίληψη:

Πότε η πραγματική δουλεία διόδου ασκείται καταχρηστικά, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ. Λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 1,8,19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι (Επικυρώνει Εφ. Λαμ. 138/2012).


Αριθμός 1019/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τ........

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τ.....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2009 αίτησή τους και με τους από 25-1-2010 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1550/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 154/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια το Εφετείο Λαμίας εξέδωσε την 138/2012 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/2/2013 αίτηση της και τους από 4/12/2013 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ο κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής ή ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ. ΑΠ 3/1997). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ισχυρισμός μπορεί να στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικόν χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα δε από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υπό την προεκτεθείσα έννοια και δημιουργείται ο ειρημένος λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο λάβει υπόψη τέτοιο περιστατικό (πράγμα) που δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιόν του. Αν όμως τα λοιπά πραγματικά περιστατικά που είχε προτείνει ο διάδικος και τα οποία έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο συνιστούν την κατά το ανωτέρω άρθρο 281 του ΑΚ κατάχρηση δικαιώματος, ο προαναφερόμενος λόγος είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της αποφάσεως. Από την ίδια αυτή ΑΚ σε συνδυασμό με τις περί πραγματικών δουλειών διατάξεις των άρθρων 1118 επ. του ιδίου κώδικα προκύπτει ότι το δικαίωμα ασκήσεως της πραγματικής δουλείας από τον εκάστοτε κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, εφόσον το τελευταίο έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό, σε συνδυασμό με τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, θεωρείται ότι γίνεται καταχρηστικά, για τον λόγο δε αυτό απαγορεύεται η άσκησή του όταν από τη όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα γίνεται φανερό ότι η συνέχιση άσκησης της πραγματικής δουλείας υπερβαίνει προφανώς πλέον τα όρια που επιβάλλονται από τη καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου μπορεί να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της καταχρηστικής άσκησης της δουλείας από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου και να ζητήσει την απαγόρευση άσκησης της δουλείας στο μέλλον, αφού από το άρθρο 281 ΑΚ δεν γίνεται διάκριση ως προς τον δικονομικό τρόπο προβολής από τον θιγόμενο της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον αντίδικο (ΑΠ 1009/2009).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι κύριος ενός ακινήτου (αμπελώνα) εμβαδού 8500 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." ... Φθιώτιδος, την κατοχή και χρήση του οποίου έχει ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, γιός του , ότι το ακίνητο αυτό έχει συνενωθεί ήδη με τα όμορα όμοια (αμπελώνες) ακίνητα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και της θυγατέρας του τελευταίου Α.-Ά., εμβαδού, αντίστοιχα 12043,20 τ.μ. και 9023,75 τ.μ. και αποτελεί έτσι τμήμα μεγαλύτερου αμπελώνα, συνολικού εμβαδού 29577,25 τ.μ., ότι η αναιρεσείουσα είναι κυρία άλλου αγροτικού ακινήτου, εκτάσεως 14500 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση και συνορεύει προς νότον εν μέρει με το ανωτέρω ακίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και εν μέρει με το γειτονικό ακίνητο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, και ότι υπέρ του ακινήτου της αναιρεσείουσας και εις βάρος εκείνου του πρώτου αναιρεσιβλήτου έχει συσταθεί νομίμως με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου, συνολικού μήκους 97 μ. και πλάτους 3 μ., η οποία αρχίζει από τον επαρχιακό δρόμο ... - Ρεγκινίου, προς τον οποίο και η επικοινωνία του ακινήτου της αναιρεσείουσας, προχωρεί παράλληλα με το ανατολικό κοινό όριο της αμπέλου του πρώτου αναιρεσιβλήτου με το ακίνητο του δευτέρου και καταλήγει στον αγρό της αναιρεσείουσας (δεσπόζον ακίνητο). Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά το κύριο αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα-εναγομένη δεν έχει δικαίωμα διόδου ως πραγματική υπέρ του ακινήτου της δουλείας, διαμέσου του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, περαιτέρω όμως, για του αναφερόμενους στην αναιρεσιβαλλόμενη, ως κατωτέρω, λόγους, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά το επικουρικό της αίτημα και αναγνώρισε ότι το ειρημένο δικαίωμα (πραγματική δουλεία διόδου) της αναιρεσείουσας ασκείται καταχρηστικά, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, απαγόρευσε δε, μετά ταύτα, την άσκηση του δικαιώματος αυτού από την αναιρεσείουσα στο μέλλον. Ειδικότερα, ως προς το επικουρικό αυτό αίτημα της αγωγής το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο αγρός της εναγομένης (δεσπόζον), που εκτείνεται βόρεια του αμπελώνα των εναγόντων (δουλεία), συνορεύει κατά τη β.δ. πλευρά του σε μήκος 118,23 μ. με τον όμορο αγρό της κόρης της Χ. Ε. Φ., εμβαδόν 11417,73 μ. (...). Το φθινόπωρο του 1992 η εναγομένη και η κόρη της φύτεψαν στους συνεχόμενους αγρούς τους φυστικόδενδρα και έτσι δημιούργησαν μια ενιαία φυτεία και εκμετάλλευση. Από τότε και στο εξής, για τις ανάγκες της καλλιέργειάς τους, διέρχονται από διάφορα σημεία και συγκεκριμένα από όποιον όμορο αγρό ήταν κατά το χρόνο της διελεύσεως ακαλλιέργητος ή από όποιον, στον οποίο θα προξενούσαν την ελάχιστη δυνατή ζημία, πάντοτε με την ανοχή των κυρίων αυτών, όπως συνηθίζεται μεταξύ των αγροτών της περιοχής. Επίσης, οι ενάγοντες, μετά την αγορά του δουλεύοντος ακινήτου από τον πρώτο ενάγοντα το Νοέμβριο 2001, οπότε προέβη σε δυναμική και δαπανηρή καλλιέργεια επ' αυτού με τη φύτευση αμπέλου και την κατασκευή δαπανηρής περίφραξης με τσιμεντένια κράσπεδα ύψους 0,40 μ. και πλάτους 0.20 μ. με σιδηροπασάλους και δικτυωτό συρματόπλεγμα, κατέστησαν έτσι αδύνατη τη διέλευση τρίτου μέσω της αμπέλου, πράγμα που αποτέλεσε και την έναρξη της μεταξύ αυτών και της εναγομένης αντιδικίας. Ωστόσο, η εναγομένη, επειδή κατέστη υπέργηρη και αποσύρθηκε από την ενεργό αγροτική δραστηριότητα, καίτοι έπαυσε όπως προαναφέρθηκε από το έτος 1992 να καλλιεργεί και να εκμεταλλεύεται η ίδια τον αγρό της και παρέδωσε την εκμετάλλευσή του στην κόρη της που τον συνένωσε με τον όμορο δικό της, εν τούτοις αξιώνει να συνεχίζει τη δια της αμπέλου των εναγόντων διέλευση και η κόρη της προς εξυπηρέτηση του ενιαίου κτήματος φυστικόδενδρων. Η ίδια όπως προαναφέρθηκε δεν είναι πλέον σε θέση να καλλιεργήσει τον αγρό της και έτσι ουσιαστικά δεν κάνει χρήση της ένδικης διόδου. Όμως η κόρη της και ο γαμβρός της που καλλιεργούν το ενιαίο κτήμα που προέκυψε από τη συνένωση εξυπηρετούνται με τον προπεριγραφόμενο τρόπο, όπως εξυπηρετούνταν το δικό τους κτήμα πριν τη συνένωση με εκείνο της εναγομένης. Πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της νέας κατάστασης που προέκυψε από τη συνένωση των αγρών των εναγόντων (βαθειά άρωση, ισοπέδωση και ενοποίηση) και την επί του ενιαίου κτήματος φύτευση 5.600 συνολικά κλημάτων ότι οι αγροί αυτών απώλεσαν πλέον την αυτοτέλεια και τα διακριτικά μεταξύ τους ορόσημα, η δε περίφραξη του ενιαίου αμπελώνα συντελέστηκε το Μάιο 2002 χωρίς παρενόχληση από την κόρη της εναγομένης. Γι' αυτό και η εναγομένη στην από 12-9-2003 εξώδικη πρόσκλησή της προς τον δεύτερο ενάγοντα (που καλλιεργεί τον ενιαίο αμπελώνα) δεν παραπονείται για τη δίοδο μέσω του αγρού του πρώτου (πρώην ιδιοκτησία Γ. Χ.), αλλά περιορίζεται στη προειδοποίηση να μην καταστρέψει την περίφραξη της ιδιοκτησία της. Κατά δε τη διάρκεια της αντιδικίας του που ακολούθησε και δη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 39/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων, που αφορούσε την οιονεί νομή της αναιρεσείουσας επί της επίδικης δουλείας διόδου) οι ενάγοντες πρότειναν στη εναγομένη, προς αποφυγή της μεγάλης καταστροφής που θα τους προκαλούσε η εξακολούθηση διελεύσεως (ουσιαστικά της κόρης της εναγομένης) μέσω της αμπέλου τους λόγω της διαγώνιας κατεύθυνσης της διόδου και της εκ τούτου ανάγκης εκρίζωσης 11 έως 12 περίπου σειρών από κλήματα και καταστροφής του ριζικού συστήματος σε ανυπολόγιστο αριθμό άλλων και των συστημάτων ανάρτησης και στήριξης και άρδευσης (στάγδην) σε διάφορα σημεία τους, μία διαφορετική λύση, λιγότερο ζημιογόνα γι' αυτούς. Συγκεκριμένα, με την από 12-5-2006 εξώδικη δήλωσή τους της πρότειναν - σε αντικατάσταση της διόδου που αναγνώρισε το Δικαστήριο - με την προαναφερθείσα υπ'αριθμ.39/2006 απόφαση) να διέρχεται κατά μήκος της δυτικής πλευρά του αγρού του πρώτου ενάγοντος κατά μήκος του ορίου του με τον αγρό του Η. Κ., δεδομένου ότι εκεί υπήρχε αφύτευτη μία εδαφική λωρίδα πλάτους 3 μ. σε όλο το μήκος της, δηλαδή από το δρόμο μέχρι το νότιο όριο του αγρού της εναγομένης, προς διευκόλυνση των καλλιεργητικών εργασιών της κόρης της. Παρά ταύτα η εναγομένη (ουσιαστικά η κόρη της) απέρριψε αδικαιολόγητα την εύλογη αυτή πρόταση που θα έλυνε εξίσου καλά το πρόβλημα που παρουσιάστηκε ενόψει των νέων καλλιεργειών των ενιαίων αγρών (αμπέλου και φυστικαγρού). Ενόψει αυτών, η επιμονή της εναγομένης και ουσιαστικά της κόρης της στην εφαρμογή των όρων διελεύσεως που είχαν δημιουργηθεί υπό άλλες καλλιεργητικές προϋποθέσεις στο παρελθόν παρίσταται καταχρηστική διότι συντελεί στην εν μέρει βλάβη του πρότυπου βιολογικού αμπελώνα των εναγόντων με τη διαμόρφωση μονίμου διόδου μέσω αυτού. Συγκεκριμένα η εξακολούθηση λειτουργίας της επίδικης διόδου και μέσω του νέου αμπελώνα θα έχει ως αποτέλεσμα την εκρίζωση 11 και 12 περίπου σειρών από κλήματα και την καταστροφή του ριζικού συστήματος σε ανυπολόγιστο αριθμό άλλων και των συστημάτων ανάρτησης και στήριξης και άρδευσης (στάγδην) σε διάφορα σημεία τους, κατάσταση που συνεπάγεται ζημία ύψους 100.000 € περίπου. Ενόψει όλων αυτών και συγκεκριμένα των νέων περιστάσεων α)της δημιουργίας της νέας πρότυπης αμπέλου των εναγόντων, β)της παύσεως καλλιέργειας του δεσπόζοντος αγρού ατομικά από την εναγομένη, γ)της συνενώσεως αυτού με το όμορο κτήμα της κόρης της που το εκμεταλλεύεται εκείνη πλέον με νέα καλλιέργεια φυστικόδενδρων, δ)της εξυπηρέτησης του ενιαίου νέου αυτού κτήματος μέσω άλλων διεξόδων και δυνατοτήτων, τις οποίες είχε και προηγουμένως αυτοτελώς το κτήμα της κόρης της εναγομένης και ε)της αδικαιολόγητης άρνησής της να συγκατανεύσει στην προτεινόμενη αλλαγή της θέσεως της διόδου, η επιμονή της εναγομένης (και ουσιαστικά της κόρης της) στην εφαρμογή των αρχικών όρων διελεύσεως μέσω του κτήματος των εναγόντων, ενόψει και της προαναφερόμενης ζημίας που θα υποστούν οι τελευταίοι, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος δουλείας του αναγνωρίστηκε υπέρ της εναγομένης και γι'αυτό είναι καταχρηστική. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αγωγή των αναιρεσιβλήτων οι τελευταίοι αναφέρουν σ'αυτήν μεταξύ των άλλων (σελ.3, στην αρχή) ότι μετά την παρέλευση ενός και μισού περίπου έτους από τον χρόνο της αγοράς του ακινήτου του πρώτου από αυτούς (9-11-2001) και της εγκαταστάσεώς τους στο ακίνητο, οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στις αναφερόμενες εργασίες προετοιμασίας, περιφράξεως, φυτεύσεως και καθημερινής έκτοτε φροντίδας και της φυτείας και της όλης εγκαταστάσεως "παρούσης και μη αντιλεγούσης ούτε της εναγομένης ούτε της κόρης της Χ. συζ. Ε. Φ. (...)". Επομένως το Εφετείο, που έλαβε υπόψη, όπως ρητώς αναφέρεται στις προπαρατεθείσες παραδοχές του και τον ισχυρισμό αυτόν των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα ότι η περίφραξη του ενιαίου αμπελώνα των αναιρεσιβλήτων συντελέστηκε τον Μάιο του 2002 χωρίς παρενόχληση από την κόρη της εναγομένης και ότι η εναγομένη δεν παραπονέθηκε για τη δίοδο), ως επιμέρους στοιχείο της καταχρηστικότητας στην άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας που δέχθηκε, δεν έλαβε κατά τούτο παρά τον νόμο υπόψη πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα οποία δεν είχαν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους-ενάγοντες, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον μοναδικό, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αιτήσεώς της, από το αρ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Από την ίδια αγωγή των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι οι τελευταίοι δεν περιείχαν σ'αυτήν ισχυρισμό ότι πρότειναν στην αναιρεσείουσα την αλλαγή της θέσεως της διόδου δια μέσου του κτήματός τους προς αποφυγήν της "μεγάλης" καταστροφής που προκαλούσε σ'αυτό η διέλευση της διόδου από την ειρημένη θέση, και ειδικότερα ότι με την από 12-5-2006 εξώδικη δήλωσή τους, που επέδωσαν στην αναιρεσείουσα την 16-5-2006 (ήτοι κατά την ίδια ημέρα που κατατέθηκε η αγωγή), πρότειναν στην αναιρεσείουσα εις αντικατάσταση της υπάρχουσας διόδου (που αναγνώρισε το δικαστήριο), να διέρχεται αυτή κατά μήκος της δυτικής πλευράς του αγρού του πρώτου αναιρεσίβλητου, στο όριό του με το όμορο, προς την πλευρά αυτή ακινήτου του Η. Κ., όπου υπήρχε αφύτευτη εδαφική λωρίδα πλάτους 3 μ. σε όλο το μήκος της, δυναμένη να εξυπηρετήσει εξίσου καλά τις ανάγκες του ακινήτου της αναιρεσείουσας, και ότι η αναιρεσείουσα απέρριψε αδικαιολόγητα την "εύλογη" αυτή πρόταση των αναιρεσιβλήτων. Ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως ένα από τα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που προτείνουν οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες για την επικαλούμενη καταχρησικότητα της άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας-εναγομένης την αναγνώριση της οποίας (καταχρηστικότητας) ζητούσαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους, προτάθηκε δε το πρώτον ενώπιον του Πρωτοδικείου με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις των τελευταίων, όπως από αυτές προκύπτει, και ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, όπως από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης επίσης προκύπτει, στο οποίο (Εφετείο) είχαν επαναφέρει τον εν λόγω ισχυρισμό οι αναιρεσίβλητοι. Με το πρώτο μέρος του μοναδικού ως άνω, από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, λόγου του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος, ως στοιχείο της αγωγής μη περιλαμβανόμενο σ'αυτήν, δεν είχε προταθεί νομίμως από τους αναιρεσιβλήτους-ενάγοντες. Ενόψει του ότι τα λοιπά, ως ανωτέρω, πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή το δεσπόζον ακίνητο της αναιρεσείουσας έχει αυτάρκεια, εξυπηρετούμενο ήδη επαρκώς από άλλη δίοδο που οδηγεί στον κοινόχρηστο δρόμο, ότι στο δουλεύον ακίνητο των αναιρεσιβλήτων έχει δημιουργηθεί, προ της ασκήσεως της αγωγής, πρότυπη καλλιέργεια αμπέλου, την οποία οι αναιρεσίβλητοι περιέφραξαν με δαπανηρή περίφραξη με τσιμεντένια κράσπεδα ύψους 0,40,μ. και πλάτους 0,20 μ. και σιδηροπασάλους με δικτυωτό συρματόπλεγμα, ότι οι εργασίες αυτές (με τις οποίες κατέστη αδύνατη η διέλευση τρίτου, επομένως και της δουλειούχου αναιρεσείουσας, διαμέσου της αμπέλου) έγιναν υπό τα όμματα της αναιρεσείουσας, χωρίς καμιά διαμαρτυρία εκ μέρους της, και ότι τέλος, η διατήρηση της επίδικης διόδου συνεπάγεται τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη, ως ανωτέρω, επαχθείς συνέπειες για το δουλείον ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, είναι αρκετά (τα περιστατικά αυτά που δέχθηκε το Εφετείο) για να καταστήσουν και καθιστούν πράγματι καταχρηστική κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος (χρήση επίδικης δουλείας) της αναιρεσείουσας, ο εξεταζόμενος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέος προεχόντος ως αλυσιτελής. II. Ο αναιρετικός λόγος από το αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εξετάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ?ο δε αναιρετικός λόγος από το αρ.19 του ίδιου άρθρου 559 δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκής και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του οικείου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προσδίδοντας έτσι στην απόφαση νόμιμη βάση.
Εν προκειμένω, υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου και όπως ήδη έχει αναφερθεί στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσης, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος δουλείας διόδου της αναιρεσείουσας-εναγομένης παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη κατά την έννοια των προαναφερθεισών επίσης διατάξεων των άρθρων 281 και 1118 επ. του ΑΚ, και το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις αυτές, των οποίων συνέτρεχαν πράγματι οι προϋποθέσεις εφαρμογής, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού από τις ίδιες αυτές παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής, ως ανωτέρω, των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγο του από 4-12-2013 δικογράφου προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που κατατέθηκε την 4-12-2013.


ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως όπως διαμορφώθηκε με τον από 4-12-2013 πρόσθετο λόγο, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ.495§4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ.176,183,191§2 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-2-2013 αίτηση της Ε. Γ., όπως διαμορφώθηκε με τον από 4-12-2013 πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 138/2012 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια