ΑΠ Απόφαση 2007 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Έννομο συμφέρον , Διόρθωση εγγραφής σε κτηματολογικό βιβλίο

Άρειος Πάγος 459/2016 Εργατικό ατύχημα - Για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς
Απόφαση 2007 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Έννομο συμφέρον , Διόρθωση εγγραφής σε κτηματολογικό βιβλίο.
Περίληψη:

Σε περίπτωση ανακριβούς έγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, μπορεί, όπου έχει έννομο συμφέρον, να ζητήσει με αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία , την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Στην περίπτωση, όμως, των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου διαμονής" η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Σώρευση αιτήσεων κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ. Πότε η εκδίκαση μιας υπόθεσης κατ΄ την τακτική διαδικασία αντί της προσήκουσας ειδικής ιδρύει λόγο αναίρεσης. Η διοικητική διαδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, δεν απαιτείται για την αίτησης της παρ. 3 του άρθρου 6 ν. 2664/1998, καθώς και για την άσκηση της αγωγής της παρ. 2 του άρθρου 6 ν. 2668/1998, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 24 ν. 3983/2011, όταν στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.


Αριθμός 2007/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. συζ. Γ. Τ., το γένος Β. Σ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 17/5/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 19/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του ν.2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε από το ν.3127/2003 και ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν.3983/2011 (άρθρ. 24 παρ. 1), έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή, όριζε ότι: "Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παρ. 2 περ. β' του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου (παρ. 1). Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζομένους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) ετών ... Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, στον προϊστάμενο του οικείου κτηματολογικού γραφείου ... (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, μπορεί, όπως έχει έννομο συμφέρον, να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο (Μονομελούς ή Πολυμελούς Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου της συζήτησής της στον προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, πρέπει δε να καταχωρίζεται, επίσης με ποινή απαραδέκτου, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία, κατ' ανώτατο όριο, τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (άρθρα 12 παρ.1 περ. 1β και 5 και 13 παρ. 2 εδ. 4). Εξάλλου, στην παρ.3 περ. α' του ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν.3481/2006, ορίζεται: "Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστοι ιδιοκτήτες" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολογικό δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του σχετικού εγγραπτέτου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος. Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται: "Ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα "άγνωστου ιδιοκτήτη" θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (παρ.1). Τα αρμόδια Κτηματολογικά Γραφεία μεριμνούν για τη σημείωση στα Κτηματολογικά βιβλία της προβλεπόμενης στην προηγούμενη παράγραφο έννομης συνέπειες". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνα που εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει, ότι, στην περίπτωση ακινήτου φερόμενου ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" και πριν καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή το Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής σχετικά με εμπράγματο δικαίωμα τρίτου επί του ακινήτου αυτού, ορίζεται δε στο άρθρο 74 ΚΠολΔ ότι: "Περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν από κοινού, ως ομόδικοι, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζουν άλλες διατάξεις, 1) αν, σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, έχουν κοινό δικαίωμα ή κοινή υποχρέωση ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, ή 2) αν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση και συγχρόνως το δικαστήριο έχει αρμοδιότητα για τον καθένα από τους εναγομένους". Με το άρθρο αυτό ρυθμίζεται η απλή ομοδικία, ήτοι η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αιτήσεων κατά περισσότερων αντιδίκων. Επειδή δε η υποκειμενική σώρευση αιτήσεων συνεπάγεται αναπόφευκτα και αντικειμενική σώρευση αιτήσεων, η απλή παθητική ομοδικία επιτρέπεται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αντικειμενικής σώρευσης, που προβλέπονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων είναι και η υπαγωγή κάθε μίας από τις σωρευόμενες αιτήσεις στην ίδια διαδικασία. Και αν δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως μόνη κύρωση προβλέπεται ο χωρισμός των υποθέσεων, τον οποίο διατάσσει το δικαστήριο και όχι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής (ΑΠ 1283/2003 Ελλ. Δνη 46, 455). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 159μ 544 και 559 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, η εκδίκαση μιας υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία αντί της προσήκουσας ειδικής και γενικώς η μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας αυτή καθεαυτή, μη συνιστώσα έλλειψη ίδιας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δεν δημιουργεί καμία ακυρότητα ή απαράδεκτο, εκτός αν δεν εφαρμόσθηκε ειδικός σ' αυτή δικονομικός κανόνας, που έπρεπε να εφαρμοσθεί και ο οποίος πρόδηλα, περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις και επομένως ούτε ιδρύει λόγο αναίρεσης, εφόσον βέβαια η διαφορά υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 402/1981, ΑΠ 14/2007, ΑΠ 922/1999, ΑΠ 1303/1974). Τέλος, στο άρθρο 24 του ν.2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του α.ν 1539/1938, ορίζεται ότι: "Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όρια του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι, μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι: "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται, απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Γίνεται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 του ίδιου νόμου) στις 30.7.99 (ΦΕΚ Α 154/99), καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 § 1 του Α.Ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο (ΑΠ 692/2009, ΑΠ 2006/2006, ΑΠ 320/2004). Η διοικητική, όμως αυτή διαδικασία δεν απαιτείται για την άσκηση της αίτησης της παραγρ. 3 του άρθρου 6 ν. 2664/1998, η οποία αφορά σε ακίνητο που φέρεται "ως άγνωστου ιδιοκτήτη". Τούτο, δε, διότι, το ακίνητο αυτό - αφού δεν οριστικοποιήθηκε η πρώτη εγγραφή - δεν ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Με την αίτηση δε της παραγράφου αυτής δεν αξιώνεται εμπράγματο δικαίωμα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά ζητείται η διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων της πρώτης εγγραφής. Ενώ, γι' αυτό και η διάταξη αυτή δεν απαιτεί να απευθύνεται η αίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά μόνο να κοινοποιείται σ' αυτό και, ειδικότερα, διότι, αν η αίτηση περί διόρθωσης της πρώτης εγγραφής δεν γίνει τελεσιδίκως δεκτή, το ακίνητο τεκμαίρεται αμαχήτως ως ανήκον στο Ελληνικό Δημόσιο. Με τα ανωτέρω συμπορεύεται και η επελθούσα προσφάτως τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 6 ν.2668/1998 με την παρ. 1 του άρθρου 24 ν.3983/2011, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 17-6-2011 (βλ. άρθρο 25 του νόμου και ΦΕΚ 144/17-6-2011), με την οποία προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 2 που ορίζει, ότι, "... 'Όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν.2732/1999 (Α' 154)". Δηλαδή και για τις αγωγές της παρ. 2 κατά του Δημοσίου, όταν αυτό αναγράφεται ως δικαιούχο του δικαιώματος, δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου δεν απαιτείται πολύ περισσότερο η τήρηση της διαδικασίας αυτής στην περίπτωση της παρ. 3, που το Δημόσιο δεν αναγράφεται ως δικαιούχο του αναγραφόμενου δικαιώματος, αλλά απλώς καλείται στη σχετική δίκη, επειδή όταν θα οριστικοποιηθεί η εγγραφή θα αποκτήσει το σχετικό δικαίωμα, εφ' όσον βέβαια δεν διορθωθεί η πρώτη εγγραφή και δεν αναγραφεί ως δικαιούχος κάποιος τρίτος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης από 21-7-2008 αγωγής που δέχτηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στο δικόγραφο της αγωγής αυτής σωρεύονται: α) ως προς την πρώτη εναγομένη (η οποία πέθανε στις 27-8-2008 - μετά την άσκηση της αγωγής - και κληρονομήθηκε από την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, γι' αυτό και η δίκη καταργήθηκε με την προεκδοθείσα 108/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Αρτας) διαφορά που αφορά στη διόρθωση της αρχικής εγγραφής των κτηματολογικών στοιχείων για το ακίνητο που περιγράφεται στην αγωγή, το οποίο φέρεται στα στοιχεία αυτά ως ανήκουν στην κυριότητα της πρώτης εναγομένης, διαφορά που δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και β) ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, διαφορά που αφορά στη διόρθωση της αρχικής εγγραφής των κτηματολογικών στοιχείων για το ακίνητο που περιγράφεται στην αγωγή, το οποίο φέρεται ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", διαφορά που - όπως προαναφέρθηκε - επιλύεται με αίτηση του ενδιαφερομένου προς τον Κτηματολογικό Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας αυτής, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε, ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε παραδεκτή τη σώρευση των δύο αγωγών και στη συνέχεια προέβη στην εκδίκασή τους κατά την τακτική διαδικασία. Η κρίση του αυτή - δέχτηκε στη συνέχεια το Εφετείο - ήταν μεν εσφαλμένη, λόγω του ότι οι συνεκδικασθείσες αιτήσεις δεν υπάγονται στην ίδια διαδικασία, πλην όμως, εφόσον η σωρευθείσα δεύτερη αγωγή (αίτηση) δικάσθηκε (ι) από αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι το Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αρτας, αφού δεν έχει ορισθεί στο Πρωτοδικείο 'Αρτας Κτηματολογικός Δικαστής, και (ιι) με την τακτική διαδικασία, η οποία ενέχει περισσότερα εχέγγυα ασφαλούς διάγνωσης της διαφοράς από εκείνη της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ), με την οποία έπρεπε να εκδικασθεί, δεν δημιουργείται ακυρότητα ή απαράδεκτο, ούτε άλλωστε συντρέχει μη εφαρμογή ειδικού δικονομικού κανόνα, ο οποίος πρόδηλα περιέχει ευνοϊκότερες για το δεύτερο εναγόμενο ή αυστηρότερες για την ενάγουσα διατάξεις, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας". Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε, ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε την προαναφερθείσα δεύτερη των (σωρευθεισών στο ίδιο δικόγραφο) ως άνω αγωγών, με την οποία εισήχθη διαφορά που αφορά στη διόρθωση της αρχικής εγγραφής των κτηματολογικών στοιχείων για το ακίνητο που ... φέρεται ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", χωρίς να απαιτήσει την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 α.ν. 1539/1938, αν και δεν αιτιολογεί την κρίση του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ..". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε και έκρινε νόμιμη και την προαναφερθείσα δεύτερη αγωγή (αίτηση), ενώ δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη τη δεύτερη αυτή αγωγή, και, συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 46/2012 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια