Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΓΙΑ ΥΙΟΘΕΣΙΑ


ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ. ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ 220 Κ.ΠΟΛ.Δ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

1.ΓΕΝΙΚΑ Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ
Ως υιοθεσία (ή τεκνοθεσία) νοείται η νοµική πράξη µε την οποία
αποκόπτεται µεταξύ του θετού τέκνου και της φυσικής του οικογένειας κάθε
δεσµός και δικαίωµα και ταυτόχρονα δηµιουργούνται µεταξύ του θετού τέκνου
και της οικογένειας του θετού γονέα οικογενειακοί δεσµοί ή άλλως η ίδρυση....

τεχνητής συγγένειας µεταξύ του θετού τέκνου και του θετού γονέα µε την
οικογένεια του.
Η νοµική φύση της υιοθεσίας υπήρξε ένα θέµα που απασχόλησε τη
νοµική επιστήµη και για την οποία υποστηρίχθηκαν κυρίως οι εξής απόψεις:
• Η υιοθεσία έχει αµιγή δικαιοπρακτικό χαρακτήρα
(συµβατική θεωρία)1
. Πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα
υποστηριζόταν η άποψη ότι η υιοθεσία είναι δικαιοπραξία. Αναφορικά δε, µε τη
δικαστική απόφαση για την τέλεση της υποστηρίζονταν ότι αυτή είναι
επιβεβαιωτική (επικυρωτική) της δικαιοπραξίας ή άλλως ένα υποκατάστατο του
νόµιµου τύπου της υιοθεσίας.
Πλέον, η παραπάνω άποψη δεν έχει νοµικό έρεισµα και δη µετά την
εισαγωγή του παλαιού άρθρου 1576ΑΚ και ήδη του ισχύοντος σήµερα
1549ΑΚ, ορίζεται ότι «η υιοθεσία τελείται µε δικαστική απόφαση». Εποµένως,
η δικαστική απόφαση δεν είναι µόνο εξωτερικός τύπος της υιοθεσίας.
• Η υιοθεσία είναι αµιγής δικαστική απόφαση (δικονοµική
θεωρία) 2. Εφόσον η υιοθεσία τελείται µε δικαστική απόφαση, ανατρέπεται µε
την άσκηση ενδίκων µέσων και βοηθηµάτων που προβλέπονται από τον
Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας, είναι µια δικαστική απόφαση. Εποµένως,

1 Χατζόπουλος, Περί υιοθεσίας κατά τον Αστικό Κώδικα, ΕΕΝ 13 (1946) 313
2 Μπέης, Ανατροπή της απόφασης εκουσίας δικαιοδοσίας για λόγους ουσιαστικού
δικαίου, ∆ 1986 918επ. 
6
σηµασία έχει µόνο ο δικονοµικός της χαρακτήρας και όχι το δικαιοπρακτικό
της στοιχείο. Επιπλέον, µε τη δικαστική απόφαση υπερκαλύπτονται οι
βουλήσεις των µερών3
. Η υιοθεσία έχει, εποµένως, δηµόσιο χαρακτήρα.
 Ωστόσο, η άποψη αυτή παραγνωρίζει το γεγονός ότι για την
τέλεση της υιοθεσίας προηγούνται δηλώσεις βουλήσεως των µερών αναφορικά
µε τη δηµιουργία τεχνητής συγγένειας, οι οποίες δεν είναι πρόταση και
αποδοχή, αλλά «βαίνουν παραλλήλως και συµφωνούν»4
. Η δικαστική
απόφαση δε µπορεί να άρει εποµένως, το δικαιοπρακτικό στοιχείο της
υιοθεσίας.
• Η υιοθεσία είναι σύνθετη πράξη, η οποία έχει και
δικαιοπρακτικό και δικονοµικό χαρακτήρα5
. Αποτελεί ενδιάµεση λύση, των δυο
προηγουµένων απόψεων και εκδηλώνεται µε δυο παραλλαγές: σύµφωνα µε
την πρώτη6 οι δυο χαρακτήρες είναι ισότιµοι, κατά δε τη δεύτερη ο
δικονοµικός χαρακτήρας υπερέχει έναντι του δικαιοπρακτικού.
Η δεύτερη παραλλαγή θεωρείται δε η ορθότερη άποψη7 από
θεωρητικούς και νοµολογία, διότι όπως προκύπτει από το σύνολο των
διατάξεων που ρυθµίζουν την υιοθεσία (π.χ. αναπλήρωση των συναινέσεων µε
δικαστική απόφαση) η δικαστική απόφαση αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο στην
σύνθετη πράξη της υιοθεσίας, αφού η προσβολή της γίνεται µόνο µε τα
προβλεπόµενα από το αστικό δικονοµικό δίκαιο ένδικα βοηθήµατα και µέσα και
διότι η υιοθεσία θεωρείται ανυπόστατη, όταν δεν τελείται µε δικαστική
απόφαση, ενώ υφίσταται ακόµη κι όταν ελλείπει κάποια από τις απαιτούµενες
συναινέσεις (δυνατότητα αναπλήρωσης συναίνεσης µερών).

3 ΑΠ914/1980 ΝοΒ 29 294
4 Γαζή - Κεραµέως, Ακυρότητα υιοθεσίας και διαθήκης λόγω ανικανότητας προς
δικαιοπραξία και αντιθέσεως προς τα χρηστά ήθη. Ουσιαστικές και δικονοµικές
απόψεις, ΝοΒ 1987 326
5 Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό ∆ίκαιο ΙΙ, ∆’ έκδοση, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα Θεσσαλονίκη, σελ.424επ. και της ίδιας, Η νοµική φύση του
συναινετικού διαζυγίου και τα ζητήµατα της ελαττωµατικότητας και της ανάκλησης
των συζυγικών συναινέσεων, ΝοΒ 1993 27επ.
6 Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού δικαίου, 1997, σελ 235
7 Βλ. προηγούµενη υποσηµείωση
7
∆εν παραγνωρίζεται ωστόσο, το γεγονός ότι καθοριστική είναι και η
θέση των συναινέσεων-ως έκφραση της ελεύθερης βούλησης των µερών-
στην υιοθεσία, µε τις οποίες στοχεύεται η δηµιουργία της τεχνητής
συγγένειας. Η υπεροχή βέβαια του δικονοµικού χαρακτήρα της υιοθεσίας
διαφαίνεται περισσότερο στην περίπτωση των ελαττωµάτων της βούλησης των
µερών. Σε αυτές τις περιπτώσεις η απόφαση της υιοθεσίας προσβάλλεται µε
τα προβλεπόµενα νόµιµα ένδικα µέσα και βοηθήµατα, χωρίς βέβαια η θέση
αυτή να υιοθετεί και την παλαιότερα κρατούσα άποψη ότι η δικαστική
απόφαση συµπληρώνει κυριαρχικά τη βούληση των µερών, ακόµη κι όταν σε
αυτήν ενυπάρχουν ελαττώµατα. Εποµένως, η υιοθεσία αποτελεί µια
δικαιοπραξία sui generis, η οποία θεµελιώνεται σε συµβατική βάση (βούληση
των µερών), αλλά προσλαµβάνει και δηµόσιο χαρακτήρα, εφόσον τελείται µε
τη σχετική δικαστική απόφαση8
.
Η άποψη αυτή συνάγεται και από τη ρύθµιση της ΑΚ1569, η οποία
ορίζει τον τρόπο προσβολής της υιοθεσίας µε προσβολή της σχετικής
δικαστικής απόφασης, δηλαδή προσδίδεται στην απόφαση τουλάχιστον
προέχων ρόλος αλλά όχι και αποκλειστικός.
• Η υιοθεσία προκύπτει αµέσως από το νόµο µετά την
τήρηση ορισµένης διαδικασίας. Εποµένως, παραγωγικό αίτιο της υιοθεσίας
είναι ο νόµος, και οι συναινέσεις των µερών και η δικαστική απόφαση
συνιστούν απλές προϋποθέσεις της.

8 Γυιόκας Κοσµάς, Η νοµική φύσις της προς υιοθεσίαν συναινέσεως, ΝοΒ 1983 481 
8
2.Η ΕΓΚΥΡΗ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ
ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
Προκειµένου να τελεστεί υιοθεσία, η οποία δε µπορεί να προσβληθεί
κατά τη διάταξη του άρθρου 1569ΑΚ, πρέπει καταρχήν να συντρέχουν οι
επιµέρους όροι του νόµου για την τέλεση της και επιπλέον όλες οι
προϋποθέσεις χορήγησης έγκυρης συναινέσεως από τα πρόσωπα που είναι
αρµόδια σχετικά. Ειδικότερα, οι συναινέσεις προς τέλεση υιοθεσίας α) θα
πρέπει να δίδονται από τα άτοµα που σύµφωνα µε το Νόµο απαιτείται να
δηλωθούν, β) να είναι έγκυρες από άποψη του τύπου και σύµφωνα µε το
ουσιαστικό δίκαιο και γ) να µην έχουν δοθεί υπό την επήρεια πλάνης ως προς
την ταυτότητα του προσώπου του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, ή απάτης
ως προς ουσιώδη περιστατικά ή παράνοµης ή ανήθικης απειλής.
Επιµέρους όροι του νόµου για την τέλεση της υιοθεσίας ανηλίκων είναι:
α) η υιοθεσία να αποβλέπει πάντα στο συµφέρον του θετού τέκνου9
,
β) η ηλικία του υιοθετούντος10 11 [κατώτατη: τα τριάντα (30) χρόνια12,
ανώτατη: τα εξήντα (60) χρόνια] και

9 Αόριστη νοµική έννοια. Ελέγχεται αναιρετικά. ∆ιαπιστώνεται από το ∆ικαστήριο της
υιοθεσίας κατά το άρθρο 1558ΑΚ, αν η υιοθεσία συµφέρει το θετό τέκνο ελέγχοντας
την προσωπικότητα του θετού γονέα, την υγεία του, την οικογενειακή και οικονοµική
του κατάσταση σε συνδυασµό µε τη δυνατότητα προσαρµογής τόσο του υιοθετούντος
όσο και του υιοθετούµενου και του περιβάλλοντος του µε την νέα κατάσταση. Το
συµφέρον του υιοθετούµενου µπορεί να είναι και περιουσιακό, αλλά και
κοινωνικοηθικό πνευµατικό, Ωστόσο, προτιµάται το δεύτερο έναντι του πρώτου,
καθόσον η οικονοµική ευµάρεια του θετού γονέα δε σηµαίνει αυτόµατα την σωστή
ηθική και κοινωνική ανάπλαση του υιοθετουµένου.
10 Άρθρο 1543ΑΚ σε συνδυασµό µε το 1545παρ.2ΑΚ, σύµφωνα µε το οποίο στην
περίπτωση που υιοθετούν δυο σύζυγοι, τα πιο πάνω όρια αρκεί να συντρέχουν στο
πρόσωπο του ενός µόνο συζύγου
11 Αντίθετη µε τη γραµµατική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως είναι η άποψη που
υποστηρίζεται ότι η ηλικία του υιοθετούντος µπορεί να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια µε
την προϋπόθεση ότι η παράκαµψη αυτή λειτουργεί προς το συµφέρον του
υιοθετούµενου. Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε γνωµοδότηση [∆ούβλης Β., Υιοθεσία
βρέφους από ζευγάρι που υπερβαίνουν και οι δυο κατά πέντε έτη το ανώτατο όριο
ηλικίας του άρθρου 1544, εδ.α’ΑΚ – Επιτρεπτό υιοθεσίας βάσει του συµφέροντος του
9
γ) η διαφορά ηλικίας13 µεταξύ του θετού γονέα και του υιοθετούµενου
[ελάχιστη: τα δεκαοχτώ (18) χρόνια14 και µέγιστη: τα πενήντα (50) χρόνια].
Επίσης, προϋπόθεση της ίδρυσης έγκυρης σχέσεως της υιοθεσίας είναι
ότι το χρόνο τελεσιδικίας της σχετικής δικαστικής απόφασης θα πρέπει θετός
γονέας και θετό τέκνο να βρίσκονται εν ζωή.
Παρόλο που δεν προβλέπεται µε σχετική ρύθµιση στον ελληνικό Αστικό
Κώδικα [σε αντίθεση µε το γερµανικό (1753γερµΑΚ) και το γαλλικό
(353παρ.3γαλλΑΚ)], η µετά θάνατον υιοθεσία δε µπορεί να ιδρύσει τεχνητή
συγγένεια, εφόσον ο θάνατος µιας από τις πλευρές (ήτοι του γονέα ή του
τέκνου) επήλθε µετά την κατάθεση του δικογράφου της αιτήσεως για την
υιοθεσία ενώπιον του αρµοδίου ∆ικαστηρίου και σε χρόνο πριν από την
τελεσιδικία της σχετικής αποφάσεως15.

υιοθετουµένου σύµφωνα µε τα άρθρα 1542, εδ.β’ και 1558ΑΚ, Ελλ∆νη 2001
1262επ.]η υπέρβαση από τους υιοθετούντες του ανώτατου ηλικιακού ορίου (και
µάλιστα κατά 5 µόνο έτη) πρέπει να σταθµιστεί µε ευρύτητα πνεύµατος και µε
κριτήριο πάντα το συµφέρον του υιοθετούντος. Άλλωστε σύµφωνα µε την ίδια πάντα
ως άνω γνωµοδότηση εφόσον και από τη διεθνή σύµβαση για την υιοθεσία ανηλίκων
που κυρώθηκε µε το Ν.1048/1980 δεν προβλέπεται η προϋπόθεση της ανώτατης και
κατώτατης διαφοράς ηλικίας θετου γονέα και τέκνου, οµοίως η ΕφΑθ6954/2009ΕφΑ∆
2009 1213
12 Κατώτατο όριο ηλικίας για αυτόν που υιοθετεί: α) κατά το αγγλικό δίκαιο είναι το
εικοστό πρώτο (21ο
) έτος της ηλικίας του, (Bromley P. – M./Lowe N.-V., Family law,
7th edition 1987, 387), β) κατά το γαλλικό (γαλλΑΚ 343-1παρ.1) είναι το τριακοστό
(30ο
), ενώ δεν τίθενται ηλικιακά όρια όταν υιοθετούµενος είναι τέκνο του άλλου
συζύγου, ή όταν πρόκειται για υιοθεσία από δυο συζύγους που ήδη συµβιώνουν οµαλά
επί πέντε και πλέον χρόνια (343)
13 Άρθρο 1544ΑΚ σε συνδυασµό µε το 1545παρ.2ΑΚ, όπως παραπάνω. Στο γαλλικό
δίκαιο κατώτατο όριο διαφοράς ηλικίας µεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουµένου είναι
τα 15 έτη (344παρ. 1 εδ.1) που µειώνεται όµως στα 10 έτη όταν υιοθετείται τέκνο του
άλλου συζύγου (344παρ.2), ενώ χορηγείται η ευελιξία στο ∆ικαστήριο της υιοθεσίας
να επιτρέπει υιοθεσίες µε µικρότερη διαφορά ηλικίας µε αιτιολογηµένη άποψη του
(344παρ.2)
14 Εξαίρεση από τον κανόνα συνιστά η περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου,
καθώς και η περίπτωση που συντρέχει σπουδαίος λόγος. Το ελάχιστο της διαφοράς
ηλικίας σε αυτές τις περιπτώσεις µπορεί να είναι και τα δεκαπέντε (15) χρόνια
15 Φουντεδάκη Κατερίνα, Υιοθεσία – Προϋποθέσεις, διαδικασία προσβολής, Συµβολή
στη µελέτη του δικαίου της υιοθεσίας µε το Ν.2447/1996, 4 ∆ηµοσιεύµατα
Οικογενειακού ∆ικαίου, Ιω. ∆εληγιάννης - Αστ. Γεωργιάδης - Ε. Κουνουγέρη-
Μανωλεδάκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.138επ. 
10
Τέλος, το ίδιο ανήλικο παιδί δε µπορεί να υιοθετηθεί: α) από
περισσότερους ταυτόχρονα εκτός και αν οι θετοί γονείς είναι σύζυγοι. Υπό την
ίδια προϋπόθεση µπορεί να υιοθετηθεί παιδί διαδοχικά από περισσότερους16.
Επιµέρους όροι του νόµου που ισχύει σήµερα17 για την τέλεση της
υιοθεσίας ενηλίκων είναι:
α) η υιοθεσία να αποβλέπει πάντα στο συµφέρον του θετού τέκνου18,
β) ο υιοθετούµενος ενήλικος θα πρέπει να είναι συγγενής έως και τον τέταρτο
βαθµό εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί,
γ) ο θετός γονέας θα πρέπει αν έχει συµπληρώσει το τεσσαρακοστό (40ο
)
έτος19 και να έχει τουλάχιστον δεκαοχτώ (18) χρόνια διαφορά από το θετό
τέκνο.
Ο χρόνος, που κρίνεται η συνδροµή των παραπάνω προϋποθέσεων και
όρων για την τέλεση υιοθεσίας είτε ανηλίκου είτε ενηλίκου, είναι ο χρόνος
συζήτησης της σχετικής αιτήσεως20 στο αρµόδιο ∆ικαστήριο. [Αναφορικά δε µε
το µέγιστο επιτρεπόµενο όριο ηλικίας του θετού γονέα, ήτοι τα εξήντα (60)
έτη, γίνεται δεκτό ότι ο υποψήφιος θετός γονέας δε θα πρέπει να έχει υπερβεί
το εξηκοστό (60ο
) έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως,
ενώ µπορεί να το έχει υπερβεί το χρόνο της συζήτησης.]

16 Άρθρο 1545ΑΚ
17 Καταργηθέν άρθρο 1568ΑΚ: ο θετός γονέας δεν έπρεπε να είχε άλλο φυσικό
κατιόντα. Σήµερα δεν ισχύει, εποµένως το πρόσωπο που έχει ήδη φυσικά ή θετά τέκνα
µπορεί να υιοθετήσει
18 Άρθρο 1542ΑΚ σε συνδυασµό µε το 1580ΑΚ
19 Άρθρο 1582ΑΚ. Στο προγενέστερο ∆ίκαιο της Υιοθεσίας η ελάχιστη ηλικία του
θετού γονέα µπορούσε να είναι και τα τριάντα (30) χρόνια ή και ακόµη λιγότερο (αρ.
3 νδ 610/1970). Τέλος δε, σύµφωνα µε το παλιό άρθρο 1568ΑΚ ο θετός γονέας
έπρεπε να είχε συµπληρώσει το 50ο έτος, εφόσον όµως, ο υιοθετούµενος δεν ήταν
παιδί του συζύγου του θετού γονέα.
20 Συγχωρείται η έλλειψη µιας προϋπόθεσης ή η ύπαρξη ενός σφάλµατος να
δηµιουργηθεί αργότερα και µέχρι την τελεσιδικία της αποφάσεως. Σε αυτήν την
περίπτωση το συµφέρον του θετού τέκνου –θεµελιώδης αρχής στο δίκαιο της
υιοθεσίας- επιβάλλει τη θεραπεία της ελλείψεως ή του κωλύµατος [Φουντεδάκη Κ.,
ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.142επ.] 
11
3.ΕΙ∆ΙΚΟΤΕΡΑ Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΓΙΑ ΥΙΟΘΕΣΙΑ
3.1 Η ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
Ανάλογα µε την αποδοχή της απόψεως για τη νοµική φύση της
υιοθεσίας κρίνεται και η νοµική φύση της σχετικής συναίνεσης. Έτσι λοιπόν:
• Η συναίνεση είναι δήλωση βούλησης21 [σύµφωνα µε την άποψη
ότι η υιοθεσία έχει αµιγή δικαιοπρακτικό χαρακτήρα (συµβατική θεωρία)]. Η
συναίνεση του θετού γονέα και του θετού τέκνου είναι δηλώσεις (πρότασης
και αποδοχής) µε τις οποίες εξωτερικεύεται η βούληση των µερών της
«σύµβασης» της υιοθεσίας να επέλθει το έννοµο αποτέλεσµα της ίδρυσης της
τεχνητής συγγένειας. Οι συναινέσεις των φυσικών γονέων, του επιτρόπου και
του συζύγου είναι µονοµερείς δικαιοπραξίες µε την έννοια της συγκατάθεσης
τρίτου22.
• Η συναίνεση είναι αµιγής διαδικαστική πράξη23 [σύµφωνα µε την
άποψη ότι η υιοθεσία είναι αµιγής δικαστική απόφαση]. Η συναίνεση είναι
αποκλειστικά (επιτευκτική) διαδικαστική πράξη, αποτελεί ανακοίνωση
βούλησης (τα έννοµα αποτελέσµατα της επέρχονται εκ του νόµου) και
επιπλέον τυπική προϋπόθεση της τέλεσης της υιοθεσίας από το ∆ικαστήριο. Ο
έλεγχος του ∆ικαστηρίου περιορίζεται µόνο στην ύπαρξη της δήλωσης και
στην τήρηση των απαραιτήτων διαδικαστικών προϋποθέσεων της, σύµφωνα
µε το αστικό δικονοµικό δίκαιο, αποκόπτοντας την από τη βούληση του
συναινούντος. Υποστηρίζεται24 ωστόσο, ότι για να θεµελιωθεί η αυτοτελής
υπόσταση της συναίνεσης, ως διαδικαστικής πράξης, θα πρέπει αυτή να

21 Χατζόπουλος, ο.π. 313
22 Φουντεδάκη Κατερίνα, Η ελαττωµατική υιοθεσία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη
1993, σελ.91επ.
23 Μπέης, ο.π. 918επ. Γαζή - Κεραµέως, ο.π. 326
24 Αναλογικά η δήλωση των συζύγων στο συναινετικό διαζύγιο, όπου διακρίνεται η
συµφωνία των συζύγων να χωρίσουν (1441παρ.1ΑΚ) από τη δήλωση της συµφωνίας
αυτής στο ∆ικαστήριο (1441παρ.2ΑΚ). [Φουντεδάκη Κ., ο.π., Η ελαττωµατική
υιοθεσία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1993, σελ.93επ.] 
12
διασπαστεί από τη συναίνεση για υιοθεσία καθεαυτή, ώστε αυτοτελώς να
κριθεί ως δήλωση ενώπιον του ∆ικαστηρίου.
• Η συναίνεση για υιοθεσία είναι διφυής πράξη µε διαδικαστικό και
δικαιοπρακτικό χαρακτήρα25 [σύµφωνα µε την άποψη ότι η υιοθεσία είναι
σύνθετη πράξη, η οποία έχει και δικαιοπρακτικό και δικονοµικό χαρακτήρα]. Η
θέση αυτή κρίνεται η ορθότερη στο ελληνικό ∆ίκαιο της Υιοθεσίας και είναι
σύµφωνη µε την κρατούσα άποψη για τη νοµική φύση της υιοθεσίας.
Καταρχήν, η δήλωση της συναίνεσης του θετού γονέα και θετού τέκνου είναι
µια εξωτερίκευση της βούλησης τους. Η έννοµη συνέπεια της δήλωσης τους,
ως δικαιοπραξία, είναι ηθεληµένη από αυτούς και είναι η δηµιουργία της
τεχνητής συγγένειας γονέα - τέκνου26.
Ο τύπος της δήλωσης της συναίνεσης (αυτοπρόσωπη παρουσία ενώπιον
του ∆ικαστηρίου) δεν την καθιστά αµιγή διαδικαστική πράξη27. Ο αυστηρός
τύπος τίθεται προκειµένου να διαπιστωθεί από το ∆ικαστήριο η σοβαρότητα
της βούλησης του προσώπου που συναινεί για την ίδρυση της συγγένειας.
Επικρίνεται η άρνηση του δικαιοπρακτικού χαρακτήρα της συναινέσεως και η
αποδοχή µόνο του διαδικαστικού της χαρακτήρα, διότι σε αυτήν την
περίπτωση θα κατέληγε σε αποκοπή της τέλεσης της υιοθεσίας από τη
βούληση των µερών και θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση µε την έννοια της
υιοθεσίας, ως θεσµού δηµιουργίας οικογένειας και συγγένειας εν γένει. Ως
αµιγής διαδικαστική πράξη δεν είναι διαµορφωτική, καθόσον τα έννοµα

25 Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, υποσ. 5, Γυιόκας Κοσµάς, ο.π. 481
26 Γυιόκας Κοσµάς, Η νοµική φύσις της προς υιοθεσίαν συναινέσεως, ΝοΒ 1983 480επ.
27 ∆ιαδικαστικές πράξεις διακρίνονται σε: i) διαµορφωτικές ήτοι οι πράξεις που έχουν
ως στόχο την επέλευση των εννόµων συνεπειών τους, και διαµέσου αυτών, τη
διαµόρφωση της έννοµης σχέσης της δίκης και/ ή τη διαµόρφωση της διαδικασίας , οι
οποίες επιµέρους διακρίνονται σε α) δικονοµικές συµβάσεις των διαδίκων (π.χ. για
παρέκταση τοπικής αρµοδιότητας, 42ΚΠολ∆), β) συλλογικές πράξεις των
διαδίκων(π.χ. κοινή δήλωση των διάδικων για παρέκταση της προθεσµίας,
148ΚΠολ∆), γ) οι δηλώσεις βούλησης (π.χ. η ανάκληση της αγωγής), δ) οι δηλώσεις
της πολιτειακής βούλησης (π.χ. το τµήµα της απόφασης που καταδικάζει τον
εναγόµενο σε παροχή ], ε) διαµορφωτικές πράξεις µε στενή έννοια, ήτοι οι
ανακοινώσεις βούλησης, οι ανακοινώσεις της παράστασης και οι υλικές διαδικαστικές
πράξεις και ii) επιτευκτικές είναι οι πράξεις, οι οποίες δεν έχουν άµεση δικονοµική
ενέργεια, αλλά τείνουν στην έκδοση ευνοϊκής δικαστικής απόφασης. Όρα ειδικότερα
Κ.Ε. Μπέης – Κ.Φ.Καλαβρός – Σ.Γ. Σταµατόπουλος, ∆ικονοµία των ιδιωτικών
διαφορών Ι, Αθήνα 1999, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα σελ 390επ. 
13
αποτελέσµατα της δεν επέρχονται αυτόµατα. Η δήλωση της συναίνεσης
καθιστά το πρόσωπο που συναινεί διάδικο, χωρίς αυτό να θεωρείται διάπλαση
µιας ουσιαστικής δικονοµικής κατάστασης. Περισσότερο ως επιτευκτική µπορεί
να θεωρηθεί, καθόσον οδηγεί στην έκδοση ευνοϊκής δικαστικής απόφασης
(την τέλεση της υιοθεσίας) και ως ανακοίνωση βούλησης µε την οποία
εξωτερικεύεται η βούληση του συναινούντος όχι τόσο να εκδοθεί η δικαστική
απόφαση, όσο να τελεστεί η υιοθεσία.
∆ε µπορεί επίσης, να κριθεί το σύνολο των απαιτούµενων συναινέσεων
για υιοθεσία ως δικονοµική σύµβαση ή συνδικαιοπραξία (και κάθε συναίνεση
χωριστά ως δικονοµική δήλωση βουλήσεως). Η συναίνεση κατευθύνεται στη
διάπλαση ουσιαστικών σχέσεων των µερών και όχι σε επέλευση ηθεληµένης
δικονοµικής συνέπειας. Οι δικονοµικές άλλωστε δικαιοπραξίες είναι πάντοτε
ηθεληµένες διαµορφωτικές διαδικαστικές πράξεις, και ως τέτοιες σε καµιά
περίπτωση δε µπορούν να θεωρηθούν οι συναινέσεις για υιοθεσία, όπως
προαναφέρθηκε. Άλλωστε, τα ελαττώµατα των συναινέσεων µε την αποδοχή
της άποψης ότι αποτελούν αµιγείς διαδικαστικές πράξεις θα κριθούν ως
δικονοµικές ακυρότητες (οι οποίες αφορούν µόνο τις διαµορφωτικές
διαδικαστικές πράξεις). Εποµένως, ενισχύεται µε τον ανωτέρω συλλογισµό η
θέση περί του µη αµιγούς διαδικαστικού χαρακτήρα των συναινέσεων.
Η συναίνεση λοιπόν, για υιοθεσία είναι διφυής πράξη, αφού στο
πραγµατικό της συνυπάρχουν ως δικαιοπραξία η δήλωση βούλησης της
συναίνεσης και ως διαδικαστική πράξη η δήλωση αυτής στο ∆ικαστήριο.
Εποµένως η δήλωση βούλησης δε µπορεί να διακριθεί, αλλά ταυτίζεται µε τη
βούληση, θέση που ενισχύεται και από τη γραµµατική διατύπωση του συνόλου
των διατάξεων που ρυθµίζουν τη συναίνεση για υιοθεσία. Συµπερασµατικά
λοιπόν, η συναίνεση είναι δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, που υποβάλλεται
σε έναν ορισµένο συστατικό τύπο, ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζεται ως το
διαδικαστικό της µέρος28.
Οι συναινέσεις δε των φυσικών γονέων και των συζύγων (του θετού
γονέα ή τέκνου), κρίνονται ως µονοµερείς δικαιοπραξίες και ειδικότερα ως
συγκαταθέσεις, εφόσον η τέλεση της υιοθεσίας επιφέρει έννοµα

28 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Η ελαττωµατική υιοθεσία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη
1993, σελ.103επ
14
αποτελέσµατα, που επηρεάζουν και τα δικά τους συµφέροντα. Επιπλέον, η
συναίνεση των φυσικών γονέων και του συζύγου οδηγούν σε ορισµένο
έννοµο αποτέλεσµα, που είναι η δηµιουργία νοµίµου όρου για τη δηµιουργία
µιας έννοµης σχέσης µεταξύ άλλων προσώπων. Άρα, λοιπόν, οι συναινέσεις
των φυσικών γονέων και των συζύγων δε συµπλέκονται σε µια δικαιοπραξία
της υιοθεσίας, αλλά αποτελούν ανεξάρτητες µεταξύ τους µονοµερείς
δικαιοπραξίες.
Μετά την ανάλυση που επιχειρήθηκε ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι
συναινέσεις του θετού γονέα και του θετού τέκνου δε συµπλέκονται µεταξύ
τους για την κατάρτιση µιας σύµβασης, αλλά είναι δηλώσεις βουλήσεως που
«βαίνουν παραλλήλως και συµφωνούν»29 στη δηµιουργία της σχέσεως της
τεχνητής συγγένειας. Οι δε συναινέσεις των λοιπών, είναι δηλώσεις
βουλήσεως µε την οποία επιδοκιµάζεται η δηµιουργία της συγγένειας και
δηµιουργείται πρόσθετος όρος νοµίµου της υιοθεσίας.
3.2. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΣΥΝΑΙΝΟΥΝ
3.2.1. ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ
α) το πρόσωπο που υιοθετεί30 (1549ΑΚ)

29 Υποσηµείωση 4
30 Τελευταίες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο αναφορικά µε τα πρόσωπα που
υιοθετούν: εκκρεµούσα προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου
∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (Ε.∆.∆.Α.) στην υπόθεση Gas και Dubois κατά Γαλλίας
(Αριθµός 25951/2007). Η προσφυγή αφορά την απόρριψη αίτησης της
προσφεύγουσας Γαλλίδας για τεκνοθεσία του φυσικού τέκνου της ερωτικής της
συντρόφου (το οποίο αποκτήθηκε µε δωρεά σπέρµατος αγνώστου άντρα στο Βέλγιο
µέσω υποβοηθούµενης αναπαραγωγής). Σύµφωνα µε το γαλλικό δίκαιο, επιτρέπεται
υιοθεσία από (ετερόφυλα) άτοµα, τα οποία έχουν συνάψει προηγουµένως γάµο. Το
ερώτηµα λοιπόν που εκκρεµεί ενώπιον του Ε.∆.∆.Α. είναι αν µια χώρα υποχρεούται να
επιτρέπει την τεκνοθεσία από δεύτερο οµόφυλο γονέα, σύντροφο του βιολογικού,
σύµφωνα µε τα άρθρα 8 (περί προστασίας στης ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) σε
συνδυασµό µε το άρθρο 14 (περί απαγόρευσης αρνητικών διακρίσεων) της ΕΣ∆Α.
Πρβλ. Παπαζήση Θεοφανώ, Η οικογένεια προσώπων του αυτού φύλου: Εκφυλισµός ή
ίση µεταχείριση, ΧρΙ∆ Ζ2007 σελ. 767
Αναφορικά µε το ερώτηµα για τη δυνατότητα τεκνοθεσίας από τον οµόφυλο σύντροφο
του φυσικού γονέα οι νοµοθέτες πολλών χωρών (Βέλγιο, ∆ανία, Φινλανδία, Γερµανία, 
15
β) το ανήλικο τέκνο που υιοθετείται, εφόσον έχει συµπληρώσει το
χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως το δωδέκατο31 (12ο
) έτος της ηλικίας
του32 (1555ΑΚ),
γ) οι φυσικοί γονείς33 του προς υιοθεσία τέκνου34,
δ) εφόσον ο ανήλικος δεν έχει γονείς, ο επίτροπος του35,
36
(ΑΚ1550παρ.1 εδ.β’),

Ισλανδία, Σουηδία και Μεγάλη Βρετανία) έχουν ήδη απαντήσει θετικά µε την
πρόβλεψη σχετικών διατάξεων στα ∆ίκαια τους.
Τέλος σύµφωνα µε την απόφαση McD κ.L του ιρλανδικού Supreme Court της
11.12.2009 ο δωρητής σπέρµατος µπορεί να έχει «πρόσβαση» στο παιδί,
δηµιουργώντας έτσι το φαινόµενο το τέκνο να έχει περισσότερους των δυο γονέων.
[Παπαδοπούλου Λίνα, Τεκνοθεσία από δεύτερο οµόφυλο γονέα; Ιατρικό ∆ίκαιο και
Βιοηθική 2009 Τεύχος 8]
Στην Ελλάδα σύµφωνα µε το άρθρο 1562ΑΚ
31 Για τη συµπλήρωση του 12ου έτους εφαρµόζεται η 241ΑΚ. Σύµφωνα µε προϊσχύσαν
δίκαιο η αυτοπρόσωπη συναίνεση του ανηλίκου απαιτούνταν, εφόσον αυτός είχε
συµπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του. Στο γαλλικό δίκαιο απαιτείται συναίνεση του
ανηλίκου που έχει συµπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του. Στο αγγλικό δίκαιο δεν
απαιτείται συναίνεση του θετού τέκνου, πρέπει ωστόσο, να ερευνώνται από το
∆ικαστήριο της υιοθεσίας οι επιθυµίες και τα αισθήµατα του, σε συνάρτηση πάντα µε
την ηλικία και το βαθµό ωριµότητας του. Bromley P. – M./Lowe N.-V., Family law, 7th
edition 1987, 392)
32 Προβλέπεται η διακριτική ευχέρεια του ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας να επιτρέψει την
ακρόαση του ανήλικου που δεν έχει συµπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του
ανάλογα µε την πνευµατική ωριµότητα του -ΑΚ1555παρ.2-
33 Η φυσική οικογένεια του υιοθετούµενου δεν είναι απαραίτητο να είναι και η
βιολογική του οικογένεια, αλλά µπορεί να είναι και η «κοινωνικοσυναισθηµατική» του
οικογένεια (ο πατέρας και η σύζυγος – µητέρα στην περίπτωση που η τελευταία
υποβλήθηκε σε τεχνητή γονιµοποίηση µε χρήση ξένου ωαρίου) [Κουνουγέρη -
Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό ∆ίκαιο ΙΙ, ∆’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα
Θεσσαλονίκη, σελ.371, υποσ.1]
34 Φυσικοί γονείς, των οποίων η συναίνεση είναι απαραίτητη για την τέλεση υιοθεσίας
είναι και στην περίπτωση της παρένθετης µητρότητας η έγγαµη «κυοφόρος», η
γυναίκα δηλαδή που κυοφορεί και γεννά έµβρυο, που προήλθε από το γονιµοποιηµένο
ωάριο της «γενετικής» µητέρας και ο σύζυγος της (κυοφόρου), εφόσον δεν
προηγήθηκε της µεταφοράς του ωαρίου η σχετική δικαστική άδεια. Έτσι, η κυοφόρος
θεωρείται φυσική µητέρα του τέκνου και ο σύζυγος της, εφόσον το τέκνο γεννήθηκε
εντός του γάµου, ο φυσικός του πατέρας και αυτοί καλούνται να συναινέσουν σε
ενδεχόµενη υιοθεσία του τέκνου. ΠΠρΧαν122/2008 ιστοσελίδα NOMOS 
16
ε) εφόσον ο θετός γονέας είναι έγγαµος, ο σύζυγος του37 (1546ΑΚ) και
στ) εφόσον ο ανήλικος που υιοθετείται είναι έγγαµος38, ο σύζυγός του,
κατά αναλογική εφαρµογή του άρθρου 1583ΑΚ για την υιοθεσία ενηλίκων.
Χωρίς να αποτελεί συναίνεση, ωστόσο λαµβάνεται υπόψη από το
∆ικαστήριο της υιοθεσίας και η γνώµη των τέκνων του θετού γονέα
(1556ΑΚ)39. Η γνώµη αυτών παρέχεται αυτοπροσώπως σε µέλος της σύνθεσης
του ∆ικαστηρίου που εξετάζει την αίτηση της υιοθεσίας , σε ιδιαίτερο γραφείο,
χωρίς δηµοσιότητα (ΚΠολ∆800παρ.2), συνεκτιµάται δε από το ∆ικαστήριο
προκειµένου να προστατεύσει το συµφέρον του υιοθετούµενου, όπως
επιβάλλεται από το ∆ίκαιο της υιοθεσίας, αλλά και να εξασφαλίσει µια ήρεµη
και χωρίς προστριβές οικογενειακή ζωή για τα υπόλοιπά µέλη της υποψήφιας
θετής οικογένειας. Η παράλειψη δε, του ∆ικαστηρίου να ακούσει τη γνώµη
κάποιων από τα παραπάνω πρόσωπα αποτελεί λόγο προσβολής της υιοθεσίας
ένεκα µη συνδροµής των όρων του νόµου40.
3.2.2. ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ
α) το πρόσωπο που υιοθετεί (1549ΑΚ σε συνδυασµό µε το 1580ΑΚ),
β) ο ενήλικος που υιοθετείται (1555ΑΚ σε συνδυασµό µε το 1580ΑΚ),

35 Αν δεν υπάρχουν γονείς, ούτε επίτροπος διορίζεται προσωρινός επίτροπος (άρθρο
1601 εδ.β’ΑΚ)
36 ΠΠρωτΘεσ7789/1995 Αρµ1995 1015, οι γονείς του θετού τέκνου «δεν
υπάρχουν», εφόσον δε βρίσκονται εν ζωή.
37 Εφόσον υιοθετεί ζευγάρι, ο κάθε σύζυγος συναινεί και για τον εαυτό του και για
την υιοθεσία που τελεί ο σύζυγός του
38 Κατά το αγγλικό δίκαιο δεν είναι δυνατή υιοθεσία ανηλίκου που είναι ή ήταν
έγγαµος, εποµένως δεν τίθεται θέµα συναίνεσης του συζύγου του.
39 Υπό το προϊσχύσαν ∆ίκαιο (αρ.2παρ.2 του ν.δ.610/1970), η έλλειψη φυσικών
τέκνων για τον υιοθετούντα αποτελούσε προϋπόθεση της υιοθεσίας, µε εξαίρεση την
περίπτωση της ύπαρξης (φυσικού) τέκνου, το οποίο έπασχε από ανίατη ασθένεια ή
εφόσον συνέτρεχε άλλος σπουδαίος λόγος
40 Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό ∆ίκαιο ΙΙ, ∆’ έκδοση, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα Θεσσαλονίκη, σελ.429, Β.Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο,
Τόµος Ε’, Οικογενειακό ∆ίκαιο Άρθρα 1346-1694, Αθήνα 2004, σελ.1173 
17
γ) ο σύζυγος του θετού γονέα (1546ΑΚ σε συνδυασµό µε το 1580ΑΚ),
δ) ο σύζυγος του υιοθετούµενου (1583ΑΚ)
Αναλογικά ισχύουν, όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τα τέκνα του
θετού γονέα (1556ΑΚ σε συνδυασµό µε την1580ΑΚ).
3.3. ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ Η΄ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΝ
Η συναίνεση που παραλείπεται, δεν υπάρχει, ενώ η συναίνεση που
αναπληρώνεται υποκαθίσταται από απόφαση του ∆ικαστηρίου, ύστερα από
σχετική αίτηση των αιτούντων την υιοθεσία41. Η διάκριση τους είναι µόνο
θεωρητική, διότι πρακτικά η υιοθεσία τελείται έγκυρα χωρίς κάποια από τις
απαιτούµενες συναινέσεις, µετά από τη σχετική κρίση του ∆ικαστηρίου42.
Προκειµένου να τελεστεί έγκυρα µια υιοθεσία θα πρέπει όλα τα
πρόσωπα που νοµιµοποιούνται να συναινέσουν να δηλώσουν τη συναίνεση
τους µε τον απαιτούµενο νόµιµο τύπο στο ∆ικαστήριο της υιοθεσίας. Εκ των
πραγµάτων ωστόσο, είναι δυνατό η συναίνεση κάποιων από τα πρόσωπα,
λόγω πραγµατικής ή νοµικής αδυναµίας τους, να µην είναι δυνατό να
παρασχεθεί. Εφόσον, λοιπόν απαγορεύεται η αντιπροσώπευση για τη
χορήγηση συναίνεσης για υιοθεσία, σε ορισµένες περιπτώσεις σταθµίζοντας τα

41 Καλουτάς ∆ηµήτριος, ∆ικαστική αναπλήρωσις της προς υιοθεσίας συναινέσεως του
αγνώστου ή αγνώστων φυσικών γονέων έκθετου τέκνου (ν.δ.610/1970), Ελλ∆νη
1979 775επ.
42 Είναι δυνατό σε ορισµένες περιπτώσεις το ∆ικαστήριο της υιοθεσίας εσφαλµένα να
δεχτεί ότι συντρέχει λόγος αναπλήρωσης ή παράλειψης της συναίνεσης.
Η απόφαση ΟλΑΠ914/1980 [ΕΕΝ 1981 53, ΝοΒ 1981 294 ιστοσελίδα NOMOS] έκρινε
σε περίπτωση εσφαλµένης από το ∆ικαστήριο της υιοθεσίας κρίσης περί αναπλήρωσης
της συναίνεσης του φυσικού γονέα (µητέρα, η οποία έπασχε από πνευµατική νόσο και
ήταν άγνωστης διαµονής), η υιοθεσία δεν προσβάλλεται διότι παρόλο που ελλείπει η
απαιτούµενη συναίνεση του φυσικού γονέα, αυτή αναπληρώθηκε και η απόφαση του
∆ικαστηρίου, χωρίς να υπάρχει συνδροµή του Νόµου, κάλυψε κυριαρχικά τη βούληση
του φυσικού γονέα να υιοθετήσει το τέκνο του. Επιπλέον, η Ολοµέλεια θεωρώντας
την υιοθεσία ως σύµβαση (θέση η οποία σήµερα δε γίνεται δεκτή) επιτρέπει την
προσβολή της µόνο για ακυρότητα. Αφού λοιπόν, η απόφαση του ∆ικαστηρίου
αναπληρώνει τη συναίνεση, η «σύµβαση» της υιοθεσίας δεν είναι άκυρη, εποµένως δε
µπορεί να προσβληθεί. Ωστόσο, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 800παρ.4ΚΠολ∆,
η συναίνεση του φυσικού γονέα που εσφαλµένα παραλείφθηκε από το ∆ικαστήριο της
υιοθεσίας αποτελεί κλασική περίπτωση άσκησης τριτανακοπής . 
18
συµφέροντα ο νοµοθέτης επιτρέπει την τέλεση της υιοθεσίας είτε
παραλείποντας, είτε αναπληρώνοντας43 κάποια συναίνεση, η οποία δεν
κρίνεται απαραίτητη για την τέλεση της υιοθεσίας44.
Παρακάτω επιχειρείται διεξοδικά, για κάθε πλευρά της τριγωνικής
σχέσης της υιοθεσίας, µια ανάλυση της συναίνεσης των προσώπων που
νοµιµοποιούνται σχετικά.
3.3.1. Η συναίνεση του υιοθετούντος
Η συναίνεση του προσώπου που υιοθετεί δε µπορεί να παραλειφθεί,
ούτε να αναπληρωθεί µε κανέναν τρόπο. Σε υποθετική περίπτωση που δεν
παρέχεται η συναίνεση του θετού γονέα, η αίτηση για υιοθεσία απορρίπτεται
από το ∆ικαστήριο.
- η συναίνεση του συζύγου του
Ειδικότερα και στην περίπτωση που ο υιοθετών είναι έγγαµος και
προβαίνει µόνος του στην τέλεση υιοθεσίας, απαιτείται από το νόµο η
συναίνεση του συζύγου του, προκειµένου εγκύρως να καταρτιστεί η υιοθεσία.
∆ικαιολογητικός λόγος αυτής της ρύθµισης είναι η υιοθεσία από έναν από τους
συζύγους, επηρεάζει άµεσα τις σχέσεις και τη ζωή του συζύγου του. Επιπλέον,
η δηµιουργία συγγένειας σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, όπου άτοµα που το
συναποτελούν διάκεινται αρνητικά σε αυτήν, δεν αποβλέπει στο συµφέρον του
υιοθετουµένου.
Η συναίνεση του συζύγου του εγγάµου θετού γονέα (ΑΚ 1546) µπορεί
νοµίµως να παρασχεθεί εγγράφως, αν η αυτοπρόσωπη παρουσία του συζύγου
στο ∆ικαστήριο της υιοθεσίας είναι αδύνατη, εφόσον αυτός συνήθως διαµένει

43 Η αναπλήρωση γίνεται µε ειδικά και εµπεριστατωµένα αιτιολογηµένη απόφαση του
∆ικαστηρίου της υιοθεσίας. ∆ιακρίνεται από την απόφαση της υιοθεσίας, µπορεί
ωστόσο να ενσωµατώνεται σε αυτήν.
44 Αρ.5 παρ.2 της διεθνούς συµβάσεως του Στρασβούργου «περί υιοθεσίας ανηλίκων»
της 24.4.1967 (ΕΣ), που κυρώθηκε στην Ελλάδα µε το Ν.1049/1980 και επικρατεί
κάθε αντίθετης διάταξης του εσωτερικού ∆ικαίου: η αρµοδια αρχή δικαιούται α) να
παραλείψει τη λήψη συναινέσεως ενός από τα πρόσωπα που προβλέπονται στην παρ.1
(των γονέων) ούτε β) να παρίδει την άρνηση συναινέσεως των παραπάνω προσώπων
«εκτός ένα συντρέχωσιν εξαιρετικοί λόγοι, καθοριζόµενοι υπό της υιοθεσίας» 
19
στην αλλοδαπή. Σε αυτήν την περίπτωση η υιοθεσία τελείται νόµιµα, ακόµη κι
όταν ο σύζυγος δίδει τη συναίνεση του ενώπιον συµβολαιογραφικής ή
προξενικής αρχής. Η συναίνεση συζύγου του θετού γονέα45 µπορεί να
παραληφθεί, εφόσον η δήλωση της συναίνεσης είναι αδύνατη για νοµικούς
(για παράδειγµα δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού) ή πραγµατικούς λόγους
(για παράδειγµα όταν αυτός είναι άγνωστης διαµονής ή πάσχει από σοβαρή
ασθένεια, της οποίας ο χρόνος ίασης είναι απροσδιόριστος) ή εκκρεµεί δίκη
διαζυγίου µεταξύ των συζύγων46.
Σε περίπτωση άρνησης δηλώσεως συναίνεσης από το σύζυγο
υποστηρίζεται47 ότι θα πρέπει να προηγηθεί έλεγχος καταχρηστικότητας (κατ’
άρθρο 281ΑΚ) αυτής της άρνησης, παρόλο που δεν υπάρχει σχετική
νοµοθετική πρόβλεψη, προκειµένου η συναίνεση να παραληφθεί σε
περιπτώσεις που δεν προβλέπονται νοµοθετικά, είναι απαραίτητο όµως και
ορθό.
Η παραποµπή ωστόσο εν προκειµένω, στη γενική διάταξη του ΑΚ 281
δε µπορεί να διευρύνει περαιτέρω τις περιπτώσεις παράλειψης της συναίνεσης

45 Για το σύζυγο του εγγάµου θετού τέκνου, η διάταξη του αρ. 1583ΑΚ προβλέπει
αναλογική εφαρµογή µόνο του δευτέρου εδαφίου του ΑΚ1546. Για τις λοιπές, ωστόσο,
περιπτώσεις που το άρθρο 1546ΑΚ επιτρέπει την παράλειψη της συναίνεσης του
συζύγου του θετού γονέα (αδυναµία συναίνεσης για νοµικούς ή πραγµατικούς λόγους
ή εκκρεµής δίκη διαζυγίου µεταξύ των συζύγων) δεν υπάρχει νοµοθετική πρόβλεψη
αναλογικής εφαρµογής και για τη συναίνεση του συζύγου εγγάµου θετού τέκνου.
Επειδή, σε αυτές τις περιπτώσεις είναι παράλογο να απαιτείται παροχή συναίνεσης του
συζύγου του θετού τέκνου, θα πρέπει µε αναλογική εφαρµογή της γενικής διάταξης
του αρ.281ΑΚ να καλύπτεται το κενό που ηθεληµένα ή µη άφησε ο νοµοθέτης
46 Η διάσταση, ακόµη και η µακρόχρονη, µεταξύ των συζύγων δεν αρκεί για να
επιτρέψει την υιοθεσία το ∆ικαστήριο παρά την έλλειψη της συναίνεσης του άλλου
συζύγου, εκτός κι αν επιπλέον ο σύζυγος έχει άγνωστη διαµονή [∆ασκαρόλης Γ., ο.π.,
σελ.159, Παπαχρίστου Θ., ο.π., σελ.229, ∆εληγιάννη Ι.Γ.,ο.π.,σελ.12 αντιθ. Η
συναίνεση του συζύγου είναι περιττή, όταν οι σύζυγοι για πολύ καιρό ζουν σε
διάσταση, Λιβιεράτος Ξεν., Περί του επιτρεπτού της υιοθεσίας εν περιπτώσει
ελλείψεως συναινέσεως του ετέρου των εν διαστάσει τελούντων συζύγων, Ελλ∆νη
1961 667 Κουµάντος Γιώργος, Οικογενειακό ∆ίκαιο, Τόµος ΙΙ, Αθήνα 1989 σελ. 271,
Σπυριδάκης Ι., Η υιοθεσία ανηλίκων, Εκδόσεις Σάκκουλα 1997 ]
47 Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Ε., Οικογενειακό ∆ίκαιο, ο.π. σελ.394, Φουντεδάκη
Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.164επ., Κουµάντος Γ., ο.π.,
σελ.272 
20
και άλλων προσώπων, όπως για παράδειγµα των φυσικών γονέων, για τους
οποίους ισχύουν αποκλειστικά οι διατάξεις των άρθρων 1550 και 1552ΑΚ.
- η γνώµη των τέκνων του
Στην περίπτωση που ο υιοθετών έχει ήδη τέκνα (γνήσια ή θετά) το
∆ικαστήριο οφείλει να ακούει και τη δική τους γνώµη και να τη συνεκτιµήσει
ανάλογα µε την πνευµατική τους ωριµότητα σε συνδυασµό µε την ηλικία τους
(1556ΑΚ). ∆ικαιολογητικός λόγος της ρύθµισης είναι η προστασία του
συµφέροντος του υιοθετούµενου (η δηµιουργία συγγένειας µε πρόσωπα που
τον έχουν αποδεχτεί), αλλά και της οικογενειακής ζωής των λοιπών τέκνων
του θετού γονέα, καθώς σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 1561ΑΚ ο
υιοθετούµενος εντάσσεται πλήρως στη θετή οικογένεια και αναπτύσσει µε όλα
τα µέλη της δεσµούς.
Η ακρόαση των τέκνων του θετού γονέα αποτελεί έκφραση της γνώµης
τους48 και δεν είναι συναίνεση κατά τα προαναφερόµενα. Συνεκτιµάται και
συντελεί στη διαµόρφωση της κρίσης του ∆ικαστηρίου αναφορικά µε τη
σκοπιµότητα της υιοθεσίας. Το ∆ικαστήριο «οφείλει» να ακούσει τα τέκνα του
θετού γονέα, άρα τυχόν παράλειψη του, καθιστά την απόφαση του
ελαττωµατική και µπορεί να προσβληθεί µόνο από τα τέκνα που στερήθηκαν
το ανωτέρω δικαίωµα ακρόασης τους.
3.3.2 Η συναίνεση των φυσικών γονέων
-η περίπτωση α’ του ΑΚ1552
Αναπληρώνεται µε απόφαση του ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας η
συναίνεση των φυσικών γονέων, εφόσον αυτοί (και οι δυο) είναι άγνωστοι ή
το τέκνο είναι έκθετο (ΑΚ1552περ.α). Άγνωστοι θεωρούνται οι γονείς, όταν
υπάρχει σχέση γονέα προς τέκνο κατά τους βιολογικούς κανόνες, αλλά δεν
είναι γνωστά τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία συνδέονται µε αυτήν τη σχέση (για

48 Β.Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο, Τόµος Ε’, Οικογενειακό ∆ίκαιο Άρθρα
1346-1694, Αθήνα 2004 σελ. 1140επ. 
21
παράδειγµα του ανηλίκου που περιπλανιέται και κανείς ούτε το ίδιο δε
γνωρίζει τους γονείς του)
49.
Άγνωστοι µπορούν να είναι εκ των πραγµάτων και οι δυο γονείς,
εφόσον αν το πρόσωπο του ενός είναι γνωστό θα είναι δυνατή η
πληροφόρηση από το γνωστό γονέα των στοιχείων της ταυτότητας του άλλου.
Επίσης, ο πατέρας που δεν αναγνώρισε το τέκνο γεννηµένο εκτός γάµου, δε
θεωρείται γονέας του τέκνου, άρα δεν είναι άγνωστος.
-η περίπτωση β’ του ΑΚ1552
Η συναίνεση50 ενός των φυσικών γονέων παραλείπεται, εφόσον αυτός
έχει εκπέσει από τη γονική µέριµνα51 για οποιαδήποτε λόγο και για τους
λόγους που ορίζονται στο άρθρο 1537ΑΚ52 ή έχει τεθεί σε δικαστική
συµπαράσταση που του αφαιρεί και την ικανότητα να συναινεί για την
υιοθεσία του τέκνου του. Στις ανωτέρω περιπτώσεις η υιοθεσία τελείται
έγκυρα µε τη συναίνεση µόνο του άλλου γονέα.
-η περίπτωση γ’ του ΑΚ1552
Άλλη δυνατότητα αναπλήρωσης της συναίνεσης των φυσικών γονέων
είναι όταν αυτοί έχουν άγνωστη διαµονή (ΑΚ1552περ.γ). Η αδυναµία γνώσης

49 Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Ε., ο.π., σελ.386επ., ∆ασκαρόλης Γ., ο.π. σελ.170
50 Οι γονείς συναινούν στην υιοθεσία του παιδιού τους απλώς µε την ιδιότητα τους ως
γονέων και όχι ως αντιπρόσωποι νόµιµοι του ανηλίκου
51 Υποστηρίζεται ωστόσο, και η αντίθετη άποψη σύµφωνα µε την οποία ακόµη κι αν
έχει αφαιρεθεί η άσκηση της γονικής µέριµνας από τον ένα γονέα (ή και από τους
δυο), ο γονέας συναινεί στην υιοθεσία του τέκνου του. επίσης, συναινεί και ο γονέας,
ο οποίος δεν ασκεί γονική µέριµνα στην περίπτωση διαζυγίου ή τέκνου γεννηµένου
εκτός γάµου των γονέων του [Παπαχρίστου Θανάσης, Εγχειρίδιο Οικογενειακού
∆ικαίου, 3η Έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, Αθήνα – Κοµοτηνή 2005, σελ.226,
∆ελληγιάννη, Ι.Γ., Προϋποθέσεις και διαδικασία τέλεσης της υιοθεσίας ανηλίκων κατά
το νέο δίκαιο (Ν.2447/1996), Αρµ 1998, Παντελίδου Ρόη, Η δικαστική αναπλήρωση
της συναινέσεως για την υιοθεσία ανηλίκων, ΝοΒ 1994 161, 1, Γεωργιάδης
Απόστολος, Η δικαστική αναπλήρωση της συναινέσεως των γονέων για την υιοθεσία
ανηλίκου (γνωµοδότηση) Ελλ∆νη 1995 1512]
52 Τελεσίδικη καταδίκη σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός µηνός για αδίκηµα που
διέπραξε µε δόλο και που αφορά τη ζωή, την υγεία και τα ήθη του τέκνου. 
22
του τόπου διαµονής του φυσικού γονέα θα πρέπει να προκύπτει µετά από
επισταµένη και επιµελή έρευνα πληροφοριών και η άγνοια αυτή να είναι
αντικειµενική, δηλαδή ευρύτερου κύκλου προσώπων53. Το ∆ικαστήριο πρέπει
να κρίνει τις πληροφορίες αυτές, λαµβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες
επιβεβαίωσης τους και εφαρµόζοντας τη διάταξη αυτή µε µεγάλη φειδώ να
καταλήγει σε απόφαση αναπλήρωσης της συναίνεσης του φυσικού γονέα,
εφόσον συντρέχει αυτός ο λόγος µόνο όταν υπάρχει πλήρης απόδειξη της
άγνωστης διαµονής του προς αποφυγή του κινδύνου παράκαµψης της
συναίνεσης του απολειπόµενου γονέα54.
-η περίπτωση δ’ του ΑΚ1552
Ακόµη και όταν οι γονείς καταχρηστικά αρνούνται να συναινέσουν στην
περίπτωση που το τέκνο προστατεύεται55 από αναγνωρισµένη κοινωνική
οργάνωση και σωρευτικά56 από τους γονείς έχει αφαιρεθεί (µε δικαστική
απόφαση) η επιµέλεια, σύµφωνα µε τα άρθρα 1532ΑΚ και 1533ΑΚ είναι
δυνατό να αναπληρωθεί η συναίνεση των φυσικών γονέων (ΑΚ1552περ.δ).
-η περίπτωση ε’ του ΑΚ1552
Τέλος, χωρεί αναπλήρωση της συναίνεσης των φυσικών γονέων, αν το
τέκνο έχει παραδοθεί µε τη συναίνεση των γονέων του σε οικογένεια για
φροντίδα και ανατροφή, µε σκοπό την υιοθεσία, και έχει ενταχθεί σε αυτήν για

53 ΕφΘρ 475/99 Αρµ 2000 1386, ΠΠρωτΘεσ1453/2007 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρΑθ807/2006 ιστοσελίδα NOMOS, ΠΠρΡοδ28/2003 ιστοσελίδα NOMOS
54 Για παράδειγµα, δεν αρκεί η κατάθεση µάρτυρα, θα πρέπει να προηγηθούν
ενέργειες για συλλογή πληροφοριών στην αστυνοµία ή στους οικείους του (αν
υπάρχουν), είτε µε την καταχώριση στον τύπο προς ανεύρεση του τόπου διαµονής και
ότι παρά τις προσπάθειες αυτός δεν ανευρέθη.
55 Η λέξη «προστατεύεται» αντικατέστησε τη λέξη «περιθάλπεται» του παλαιότερου
άρ.11παρ.1γ’του ν.δ.610/1970, οπότε προκειµένου να εφαρµοστεί η συγκεκριµένη
διάταξη δεν είναι απαραίτητο το ανήλικο να είναι τρόφιµος µέσα στο ίδρυµα
56 Επιτυχής ρύθµιση η οποία απαιτεί σωρευτικά τη συνδροµή των ανωτέρω
προϋποθέσεων προκειµένου να αποφεύγονται φαινόµενα καταστρατήγησης της
ανωτέρω διάταξης και µε την επίκληση της καταχρηστικότητας (281ΑΚ) να
παρακάµπτεται η βούληση και η συναίνεση των φυσικών γονέων 
23
τουλάχιστον ένα έτος και οι γονείς εκ των υστέρων αρνούνται καταχρηστικά
να συναινέσουν (ΑΚ1552περ.ε57).
Με την ανωτέρω διάταξη διευρύνονται σηµαντικά οι περιπτώσεις
αναπλήρωσης της συναίνεσης των φυσικών γονέων και δηµιουργούνται
προϋποθέσεις για την υιοθεσία ανηλίκων χωρίς τη συναίνεση των γονέων τους
λόγω της ανάθεσης της φροντίδας τους σε άλλη οικογένεια. Σκοπός ωστόσο
του νοµοθέτη (του Ν.2915/2001) ήταν µε τη διάταξη αυτή να θεραπευτούν
περιπτώσεις στις οποίες, ενώ το παιδί µεγαλώνει κανονικά µε τους
υποψήφιους θετούς γονείς, υπάρχει αδικαιολόγητη άρνηση των φυσικών
γονέων του για την υιοθεσία, που υποκρύπτει σαφώς εκβιασµούς σε βάρος
των υποψήφιων θετών γονεών.
Προκειµένου λοιπόν, να περιοριστεί το ενδεχόµενο καταστρατήγησης
της διάταξης αυτής η έννοια της καταχρηστικής άρνησης των γονέων να
συναινέσουν πρέπει να είναι η εξής58: εξετάζοντας το ∆ικαστήριο την
κατάσταση του θετού τέκνου στην οικογένεια που είχε παραδοθεί για
φροντίδα και ανατροφή και την κατάσταση του στη φυσική του οικογένεια να
προκύπτει σαφώς ότι το συµφέρον του ανηλίκου προκρίνει την υιοθεσία του
από την πρώτη οικογένεια, στην οποία έχει προσαρµοστεί τον τελευταίο
χρόνο. Επιπλέον, εξεταζόµενη από πλευράς σκοπιµότητας η άρνηση των
φυσικών γονέων να υιοθετηθεί το τέκνο τους από την οικογένεια που ένα
χρόνο την εµπιστεύθηκαν να το φροντίσει, να προκύπτει ότι αυτή υποκρύπτει
κάποιο οικονοµικό εκβιασµό από τους φυσικούς γονείς των προσώπων που
επιθυµούν να υιοθετήσουν το τέκνο59.

57 Η περίπτωση αυτή συµπληρώθηκε στο άρθρο 1552ΑΚ µε τον Ν.2915/2001 και
σύµφωνα µε το άρθρο 25παρ.2 του ίδιου νόµου η τροποποίηση αυτή εφαρµόζεται και
σε εκκρεµείς, κατά την έναρξη της ισχύος της, υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί
τελεσίδικη απόφαση.
58 Πανταζόπουλου Στ., Σκέψεις για την αναπλήρωση της συναίνεσης του φυσικού
γονέα µε δικαστική απόφαση, λόγω καταχρηστικής άρνησης παροχής, Ελλ∆νη 1990
738, ΠΠρΘεσ47493/2007 ιστοσελίδα NOMOS, ΠΠρΘεσ2813/2007 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρΑθ761/2006 ΝοΒ 2007 655 και NOMOS,
59 Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Ε., Οικογενειακό ∆ίκαιο ο.π., σελ.389επ., Παντελίδου
Ρόη, Οι τελευταίες αλλαγές στο ∆ίκαιο της Υιοθεσίας που επέφερε ο Ν.2915/2001,
Αρµ 2002 835 
24
Από τη γραµµατική διατύπωση του άρθρου 1552ΑΚ προκύπτουν επίσης
τα εξής: 1) για την περίπτωση υπό στοιχείο -α- υποστηρίζεται60 επίσης, ότι και
οι δυο γονείς θα πρέπει να είναι αγνώστου διαµονής, προκειµένου να
αναπληρωθεί η συναίνεση, 2) για την περίπτωση υπό στοιχείο –β- ρητά
ορίζεται από το νοµοθέτη ότι η συναίνεση αναπληρώνεται µε δικαστική
απόφαση όταν στο πρόσωπο και των δυο γονέων συντρέχουν οι ο λόγος
αναπλήρωσης που ο Νόµος ορίζει. Στις λοιπές περιπτώσεις, υπό στοιχεία –γ-
και –δ-, υποστηρίζεται61 η άποψη (η οποία ενισχύεται και από τη γραµµατική
ερµηνεία της διάταξης, αλλά και από την ανάγκη εξασφάλισης παροχής
συναίνεσης και από τους δυο γονείς) ότι η συναίνεση του ενός γονέα, στο
πρόσωπο του οποίου συντρέχει ο λόγος αναπλήρωσης, πρέπει να
αναπληρωθεί ακόµα και στην περίπτωση που στο πρόσωπο του άλλου γονέα
δεν συντρέχει τέτοιος λόγος.
Αναφορικά µε την παράλειψη ή την αναπλήρωση της συναίνεσης των
φυσικών γονέων πρέπει να σηµειωθεί το εξής: σύµφωνα µε τη διάταξη του
άρθρου 800παρ.4ΚΠολ∆, εφόσον η συναίνεση του παραλειφθεί ή
αναπληρωθεί του χορηγείται το δικαίωµα άσκησης τριτανακοπής κατά της
απόφασης της υιοθεσίας και παράλληλα το δικαίωµα62 να πληροφορείται

60 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.162επ.
Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Ε., Οικογενειακό ∆ίκαιο ο.π., σελ.385επ., Ευαγγελίδου –
Τσικρικά Φούλη,ο.π. σελ. 208επ.
61 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.162επ.,
∆εληγιάννη
62 Το δικαίωµα αυτό πρέπει µε διασταλτική ερµηνεία της διατάξεως του άρθρου
800παρ.4ΚΠολ∆ να επεκταθεί και σε άλλα πρόσωπα, που νοµιµοποιούνται να
ασκήσουν τριτανακοπή, διότι µόνο µε τη γραµµατική ερµηνεία του σχετικού άρθρου
οδηγούµαστε στο ανεπιεικές αποτέλεσµα τα πρόσωπα αυτά να µην έχουν στοιχεία να
θεµελιώσουν την τριτανακοπή τους. Αφού λοιπόν, ο Νόµος τους χορηγεί το δικαίωµα
της τριτανακοπής θα πρέπει να τους εξασφαλίσει και όλα τα µέσα να έχουν πλήρη
δικαστική προστασία κατά το άρθρο 20παρ.1Σ. Η τήρηση µυστικής της τελούµενης
υιοθεσίας έναντι τρίτων (άρθρα 1559ΑΚ και 9 του Ν.2447/1996) δεν έχει
συνταγµατικό θεµέλιο. Εποµένως, τυχόν άρνηση των κοινωνικών υπηρεσιών να
πληροφορήσουν σχετικά µε τα στοιχεία δικαστικής απόφασης της υιοθεσίας και τρίτα
πρόσωπα που έχουν έννοµο συµφέρον και δύνανται να ασκήσουν τριτανακοπή,
χορηγεί δικαίωµα προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης (Φουντεδάκη Κ., ο.π.,
Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.248επ.) 
25
στοιχεία αυτής από την αρµόδια κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση που
µεσολάβησε στην τέλεση της υιοθεσίας.
Τέλος, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 1553ΑΚ, προκειµένου το
∆ικαστήριο της υιοθεσίας να αναπληρώσει τη συναίνεση ενός ή και των δυο
φυσικών γονέων στις περιπτώσεις υπό στοιχεία β’ έως και ε’ του 1552ΑΚ,
όπως εκτέθηκαν παραπάνω, ακούει και τη γνώµη των πλησιεστέρων
συγγενών, εφόσον η ακρόαση τους είναι εφικτή63.
Ειδικότερα η περίπτωση του ανηλίκου που τελεί υπό
επιτροπεία
Η συναίνεση του επιτρόπου είναι απαραίτητη για την υιοθεσία του
ανηλίκου που τελεί υπό επιτροπεία. Συγκεκριµένα, αν η επιτροπεία οφείλεται
στο γεγονός ότι οι γονείς έχουν εκπέσει ή έχουν τεθεί σε πλήρη δικαστική
συµπαράσταση, η συναίνεση του επιτρόπου δίδεται µετά από σχετική άδεια
του εποπτικού συµβουλίου (1550παρ.1εδ.β’ΑΚ). Αν ο ανήλικος βρίσκεται υπό
επιτροπεία για άλλους λόγους (διαζύγιο των γονέων, αφαίρεση από τους
γονείς της γονικής µέριµνας) η συναίνεση δίδεται από τους φυσικούς γονείς
του τέκνου64.
Η συναίνεση του επιτρόπου ανηλίκου δύναται να αναπληρωθεί (µε
απόφαση του ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας) κατ’ άρθρο 1552παρ.2ΑΚ, εφόσον
συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) ο προς υιοθεσία ανήλικος προστατεύεται
από αναγνωρισµένη κοινωνική οργάνωση και β) ο επίτροπος καταχρηστικά
αρνείται να συναινέσει.
Προκειµένου να επιτευχθεί η αναπλήρωση, δεν είναι απαραίτητη η
προηγούµενη αφαίρεση της επιµέλειας από τον επίτροπο65, εφόσον η

63 Οι όροι «πλησιέστεροι συγγενείς» και «εφικτή» είναι αόριστες νοµικές έννοιες, οι
οποίες εξειδικεύονται σε κάθε περίπτωση [ΠΠρΑθ331/2006 ιστοσελίδα NOMOS]
64 ∆ασκαρόλης Γ., ο.π. σελ.171 αντιθ. Σπυριδάκης Ι., Η υιοθεσία ανηλίκων, Εκδόσεις
Σάκκουλα 1997, σελ37επ. Η σύναινεση του επιτρόπου είναι απαραίτητη σε όλες τις
περιπτώσεις που οι φυσικοί γονείς δεν έχουν τη γονική µέριµνα του τέκνου τους
65 Πρβλ. ΑΚ1552παρ.1περ.δ’ για τους φυσικούς γονείς, για τους οποίους απαιτείται
να έχει αφαιρεθεί η άσκηση επιµέλειας του τέκνου τους 
26
αφαίρεση επιµέλειας από επίτροπο σηµαίνει διορισµό νέου επιτρόπου, ο οποίος
θα κληθεί να συναινέσει.
3.3.3 Η συναίνεση του θετού τέκνου
Η συναίνεση του υιοθετούµενου (ανηλίκου άνω των δώδεκα ετών,
καθώς και του ώριµου66 ανηλίκου κάτω των 12 ετών ή του ενηλίκου67) είναι
απαραίτητη επίσης για την τέλεση της υιοθεσίας. Ωστόσο, γίνεται διάκριση68
(ΑΚ1555παρ.1) για την περίπτωση του υιοθετούµενου που βρίσκεται σε τέτοια
κατάσταση ψυχικής ή πνευµατικής διαταραχής που περιορίζει αποφασιστικά τη
λειτουργία της βουλήσεως του, κατά την οποία µπορεί το ∆ικαστήριο να
εκδώσει απόφαση για την τέλεση της υιοθεσίας παραλειπόµενης της σχετικής
συναίνεσης (περίπτωση κατά την οποία αν δινόταν η σχετική συναίνεση θα
ήταν άκυρη).
Αναφορικά µε τη συναίνεση του συζύγου του θετού τέκνου ισχύουν
αναλογικά, όσα παραπάνω αναφέρθηκαν για το σύζυγο του υιοθετούντος. Για
δε την περίπτωση του εγγάµου ανηλίκου, υποστηρίζεται ότι η συναίνεση του
συζύγου του θα πρέπει υποχρεωτικά να δηλώνεται στο ∆ικαστήριο της
υιοθεσίας κατά αναλογική εφαρµογή του άρθρου 1546ΑΚ69 .
3.4. ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ
Από το σύνολο των διατάξεων που ρυθµίζουν τη δήλωση της
συναίνεσης στο οικείο κεφάλαιο του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 1546, 1549, 1550,
1555) προκύπτει µε σαφήνεια ότι καταρχήν όλα τα συµµετέχοντα πρόσωπα
στη δίκη της υιοθεσίας πρέπει να δηλώνουν (προφορικά) τη συναίνεση τους
ενώπιον του αρµοδίου ∆ικαστηρίου, όπου δικάζεται η αίτηση της υιοθεσίας. Με
αυτήν την επιλογή ο νοµοθέτης εξασφάλισε για το ∆ικαστήριο της υιοθεσίας

66 Ο ανήλικος θεωρείται ώριµος, όταν αυτός σύµφωνα µε την ηλικία και την
πνευµατική του κατάσταση δύναται να αντιληφθεί τη σηµασία της υιοθεσίας
67 Η συναίνεση του ενήλικου θετού τέκνου εκδηλώνεται µε την συνυποβολή µε το
θετό γονέα προς το ∆ικαστήριο της αιτήσεως υιοθεσίας.
68 Το πρώην άρθρο 1577ΑΚ δεν περιλάµβανε σχετική ρύθµιση
69 Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Ε., Οικογενειακό ∆ίκαιο, ο.π. σελ.394 
27
την ευχερέστερη διάγνωση τόσο της σοβαρότητας της επιθυµίας των
προσώπων να τελεστεί η υιοθεσία, όσο και της ύπαρξης τυχόν ελαττωµάτων
της συναίνεσης των προσώπων αυτών.
Υφίσταται, ωστόσο, και η ευχέρεια που προβλέπεται από τη διάταξη του
αρ. 800παρ.2 ΚΠολ∆. Συγκεκριµένα, τα πρόσωπα η συναίνεση των οποίων
είναι απαραίτητη για την τέλεση της υιοθεσίας µπορούν να δηλώσουν
(προφορικά) τη συναίνεση τους ενώπιον µέλους της σύνθεσης του
δικαστηρίου της υιοθεσίας, σε ιδιαίτερο χώρο, χωρίς δηµοσιότητα. Με αυτήν
την καινοτοµία που εισήχθη µε το Ν.2447/199670 διαφυλάσσεται µε καλύτερο
τρόπο η µυστικότητα της υιοθεσίας
Από τα πρόσωπα των οποίων η συναίνεση είναι προαπαιτούµενο της
τέλεσης υιοθεσίας, µόνο ο σύζυγος του θετού γονέα ή του εγγάµου θετού
τέκνου κατ’ εξαίρεση δύναται εγγράφως να διατυπώνει τη συναίνεση του προς
τέλεση της υιοθεσίας, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του δυο
προϋποθέσεις: α) έχει τη συνήθη διαµονή του στην αλλοδαπή και β) η
συναίνεση του να δηλώνεται ενώπιον συµβολαιογράφου.
Επίσης, η συναίνεση των φυσικών γονέων για την τέλεση της υιοθεσίας
του τέκνου τους, το οποίο προστατεύεται από κοινωνική υπηρεσία ή
αναγνωρισµένη κοινωνική οργάνωση µπορεί να δηλωθεί και σε εντεταλµένο
δικαστήριο ή δικαστή. Η εξαίρεση αυτή (800παρ.2εδ.δ’ΚΠολ∆) προβλέπεται
µόνο για τους φυσικούς γονείς, αφορά µόνο τις εσωτερικές και διεθνείς

70 Σύµφωνα µε το προϊσχύσαν δίκαιο έγγραφη συναίνεση πέραν του συζύγου του
θετού γονέα και του εγγάµου θετού τέκνου σε κάθε περίπτωση (για υιοθεσία
ανηλίκων: αρ. 6 ν.δ. 610/1970, για υιοθεσία ενηλίκων: 1573ΑΚ), µπορούσαν να
δηλώσουν και οι φυσικοί γονείς εφόσον αυτοί είχαν τη συνήθη διαµονή τους στο
εξωτερικό ή για οποιοδήποτε λόγο ήταν αδύνατο να παρουσιαστούν αυτοπροσώπως
ενώπιον του ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας.
Μετά την εισαγωγή του Ν.2447/96 η παραπάνω ρύθµιση δεν ισχύει για τους
φυσικούς γονείς, οι οποίοι οφείλουν να παρουσιαστούν ενώπιον του ∆ικαστηρίου της
υιοθεσίας και να δηλώσουν τη συναίνεση τους, ακόµη και υπό τους όρους του αρ.
800παρ.2ΚΠολ∆. Προστατεύεται λοιπόν πλέον, µε τον καλύτερο τρόπο και δη της
αυτοπρόσωπης παρουσίας η παροχή της συναίνεσης των φυσικών γονέων. Βέβαια,
στις περιπτώσεις που λόγω τις αυστηρότητας της ρύθµισης είναι δυσχερής η τέλεση
της υιοθεσίας λόγω κωλύµατος των φυσικών γονέων να παρουσιαστούν
αυτοπροσώπως και να δηλώσουν τη συναίνεση τους, µπορεί από µε την παρουσίαση
τους στο ∆ικαστήριο ως αγνώστου διαµονής από τους αιτούντες µπορεί η συναίνεση
τους να αναπληρωθεί νοµίµως (ΑΚ1552) 
28
υιοθεσίες και όχι τις διακρατικές71 υιοθεσίες και αποβλέπει στην απαλλαγή
αυτών από περιττά έξοδα και µετακινήσεις, στην περίπτωση που η υιοθεσία
γίνεται σε άλλο δικαστήριο του τόπου διαµονής τους, και προκειµένου η δίκη
της υιοθεσίας να µην αναβάλλεται λόγω κωλυµάτων στο πρόσωπο των
διαδίκων, ώστε να η υιοθεσία να τελεστεί µέσα σε σύντοµο χρονικό διάστηµα.

71 ∆ιακρατικές είναι οι υιοθεσίες, που ο υιοθετούµενος µετακινείται, και οι οποίες
ρυθµίζονται από το άρθρο 5του Ν.2447/1996, σύµφωνα µε το οποίο παρέχεται η
δυνατότητα στο φυσικό γονέα να συναινεί για την υιοθεσία του τέκνου είτε ενώπιον
των ελληνικών προξενικών αρχών της αλλοδαπής είτε ενώπιον της αρµόδιας αρχής
του τόπου της συνήθους διαµονής του
29
4. ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ
4.1. Η ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
Η συναίνεση προς τέλεση της υιοθεσίας θεωρείται ανύπαρκτη εφόσον:
4.1.1. δεν έχει δηλωθεί από πρόσωπο που σύµφωνα µε το
νόµο απαιτείται να συναινέσει
Η συναίνεση προς υιοθεσία πρέπει να δηλωθεί από το πρόσωπο που
προβλέπεται από το Νόµο72 (πλην των περιπτώσεων παράλειψης ή
αναπλήρωσης των συναινέσεων µε απόφαση του ∆ικαστηρίου που
προβλέπονται από το Νόµο) και η συναίνεση του είναι απαραίτητη για την
τέλεση της υιοθεσίας.
Είναι δυνατό πρόσωπα που αρχικά ανήκαν στην οµάδα των προσώπων
που νοµίµως έπρεπε να δηλώσουν τη συναίνεση τους για την τέλεση της
υιοθεσίας, µετά από κάποιο γεγονός να µην ανήκουν πλέον στην οµάδα αυτή,
εποµένως να µην έχουν πλέον το δικαίωµα της συναίνεσης (για παράδειγµα:
πατέρας συναινεί ως φυσικός γονέας για την τέλεση υιοθεσίας, παρόλο που
έχει καταστεί αµετάκλητα δεκτή αγωγή προσβολής της πατρότητας του κατ’
άρθρο ΑΚ1469 αρ.5 και ΑΚ1472παρ.2, επίτροπος συναινεί, ενώ οι φυσικοί
γονείς του θετού τέκνου είναι εν ζωή κ.ο.κ.). Εφόσον δηλωθεί συναίνεση, υπό
αυτές τις προϋποθέσεις, ενώπιον του αρµοδίου ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας, στο
οποίο δεν έχει καταστεί γνωστό ότι πλέον το πρόσωπο που συναινεί δε
νοµιµοποιείται πλέον, η συναίνεση είναι ανύπαρκτη και η υιοθεσία που τελείται
µε ανύπαρκτη συναίνεση πάσχει.
Αντιστρόφως, είναι δυνατό πρόσωπα που καταρχήν δεν ανήκουν στην
οµάδα των προσώπων που νοµίµως πρέπει να δηλώσουν τη συναίνεση τους
για την τέλεση της υιοθεσίας µετά την τέλεση της υιοθεσίας να ανήκουν
πλέον στην οµάδα αυτή, ακόµη και αναδροµικά, και άρα να έχουν το δικαίωµα

72 Στη περίπτωση που δηλωθεί από πρόσωπο που δεν ανήκει στην οµάδα αυτών που
η συναίνεση τους είναι προαπαιτούµενο της υιοθεσίας, η υιοθεσία δεν τελείται,
καθόσον η αίτηση της υιοθεσίας απορρίπτεται από το ∆ικαστήριο. 
30
της συναίνεσης. Σε αυτήν την περίπτωση η τελεσθείσα υιοθεσία δεν
επηρεάζεται. Χαρακτηριστικό εν προκειµένω είναι το παράδειγµα του τέκνου
που αναδροµικά αναγνωρίζεται από τρίτο ως γνήσιος κατιών του.
Υποστηρίζεται73, ότι στο σύστηµα πλήρους υιοθεσίας (ελληνικό σύστηµα
υιοθεσίας) η αναγνώριση του θετού τέκνου µετά την τέλεση της υιοθεσίας
αποκλείεται, αφού το παιδί έχει πλέον αποκοπεί πλήρως από τη φυσική του
οικογένεια. Ωστόσο, ρητή αναφορά στο ελληνικό ∆ίκαιο της Υιοθεσίας για τη
ρύθµιση της συγκεκριµένης περιπτώσεως δεν υπάρχει, σε αντίθεση µε άλλα
δίκαια74.
Στην περίπτωση που κάποιο πρόσωπο παρουσιάζεται ενώπιον του
∆ικαστηρίου της υιοθεσίας ή του συµβολαιογράφου ως δικαιούχος της
συναίνεσης (περίπτωση πλαστής ταυτότητας) ή προσκοµίζει πλαστό
συµβολαιογραφικό έγγραφο παροχής συναίνεσης75, η συναίνεση του θεωρείται
ανύπαρκτη κατά τα ανωτέρω. Αν παρόλα αυτά εκδοθεί η δικαστική απόφαση,
µε την οποία τελείται η υιοθεσία και οι παράνοµες πράξεις κριθούν
µεταγενέστερα µε αµετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού ∆ικαστηρίου,
η απόφαση για την υιοθεσία πάσχει και υπόκειται και στο έκτακτο ένδικο µέσο
της αναψηλάφησης κατ’ άρθρο 544 αρ. 6ΚΠολ∆.
4.1.2. ως δικαιοπραξία είναι ανυπόστατη
Η συναίνεση που παρασχέθηκε υπό καθεστώς απόλυτης σωµατικής βίας
ή υπό συνθήκες τα αποτελέσµατα των οποίων εξοµοιώνονται µε αυτήν (π.χ.
περιπτώσεις µη συνείδησης των πραττοµένων λόγω βαριάς µέθης ή χρήσης
ναρκωτικών ουσιών κ.λ.π.) είναι ανυπόστατη.

73 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.168επ. υποσ.31
µε την άποψη ότι η αναγνώριση και υπό την πλήρη υιοθεσία είναι δυνατή, αλλά έχει
περιορισµένη σηµασία µόνο για την εφαρµογή των διατάξεων για τα κωλύµατα γάµου
(ΑΚ1561 εδ.α) και για την αναβίωση της γονικής µέριµνας των φυσικών γονέων µετά
την προσβολή ή τη λύση της υιοθεσίας (ΑΚ1575 εδ.1)
74 353παρ.1 γαλλΑΚ, όπου η τοποθέτηση του παιδιού µε σκοπό την πλήρη υιοθεσία
του εµποδίζει την αναγνώριση του
75 ΕφΘρ64/1948 Αρµ1949 57, ΕφΑθ4081/1955 ΕΕΝ1956 915 
31
Ωστόσο, µετά την εισαγωγή µε το Ν.2447/96 της υποχρέωσης της
αυτοπρόσωπης παρουσίας των προσώπων της υιοθεσίας στο ∆ικαστήριο
προκειµένου να συναινέσουν, η ως άνω περίπτωση δεν τυγχάνει ιδιαίτερης
πρακτικής εφαρµογής, καθόσον η δήλωση συναίνεσης υπό αυτές τις συνθήκες
είναι πλέον ευχερώς διαγνώσιµη από το δικάζοντα ∆ικαστή.
Σε περίπτωση ελαττώµατος του τύπου της συναίνεσης (για παράδειγµα
συναίνεση µε συµβολαιογραφικό έγγραφο από πρόσωπο, η συναίνεση του
οποίου είναι απαραίτητο να δηλωθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του ∆ικαστηρίου)
η αίτηση της υιοθεσίας θα απορριφθεί από το ∆ικαστήριο. Η έλλειψη του
απαιτούµενου νόµιµου τύπου για τη συναίνεση µπορεί τελικά να την
καταστήσει είτε άκυρη είτε ανυπόστατη. Ο νόµος εξοµοιώνει ωστόσο, τα
αποτελέσµατα της άκυρης και της ανυπόστατης συναίνεσης, όπως προκύπτει
από τις διατάξεις των αρ. 1569 και 1570ΑΚ.
4.2. ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
∆εν προβλέπεται από το ∆ίκαιο της υιοθεσίας δυνατότητα ανάκλησης
της συναίνεσης. Με αυτόν τον τρόπο εµµέσως συνάγεται η σοβαρότητα µε την
οποία πρέπει να περιβάλλεται η συναίνεση από τα πρόσωπα που
νοµιµοποιούνται να τη δηλώσουν, προκειµένου να τελεστεί µια έγκυρη
υιοθεσία.
Ανάλογα βέβαια, και µε τη θεώρηση της φύσης της συναίνεσης
προκύπτουν τα εξής: α) ως δήλωση βουλήσεως είναι διαπλαστική, όποτε τα
έννοµα αποτελέσµατα της επέρχονται άµεσα µε την εξωτερίκευση της, άρα δεν
είναι δυνατόν να ανακληθεί, β) ως δήλωση χωρίς άµεσες έννοµες συνέπειες, η
οποία επιφέρει µόνο µια συνέπεια (την ίδρυση της τεχνητής συγγένειας) µέσω
της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, η ανάκληση της είναι δυνατή µέχρι το
σηµείο επέλευσης της αλλαγής στον εξωτερικό κόσµο (της διάπλασης), ήτοι
της τελεσιδικίας της απόφασης της υιοθεσίας, άποψη η οποία προκρίνεται76. Σε

76 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.170επ.,
Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος, Αγωγές Οικογενειακού ∆ικαίου, Θεωρία – Νοµολογία –
Πράξη, Τόµος Β’, Αθήνα 2003, σελ.413 
32
αυτήν την περίπτωση, η ανάκληση µπορεί να γίνει είτε ενώπιον του
∆ικαστηρίου της υιοθεσίας είτε µε την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτοδίκου
αποφάσεως που δέχεται την αίτηση της υιοθεσίας.
4.3. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
Στην περίπτωση που τελείται µια υιοθεσία µε την έκδοση της σχετικής
δικαστικής απόφασης, παρόλο που ελλείπει κάποια από τις απαιτούµενες
συναινέσεις, πλέον77 ρητά ορίζεται από τη διάταξη του αρ. 1570ΑΚ ότι η
υιοθεσία πάσχει ακυρότητας, την οποία µπορεί να επικαλεστεί µόνο το
πρόσωπο του οποίου λείπει η έγκυρη συναίνεση (σχετική ακυρότητα),
δικαίωµα το οποίο είναι προσωποπαγές και δεν κληρονοµείται.
Επιχειρώντας µια τελολογική ερµηνεία της διατάξεως του αρ.1570ΑΚ
οδηγείται κανείς στα ακόλουθα συµπεράσµατα: το γεγονός ότι θεσπίστηκε
σχετική ακυρότητα της τελεσθείσας παρά την έλλειψη κάποιας από τις
απαιτούµενες συναινέσεις υιοθεσίας, έγινε για να εξασφαλίσει τα δικαιώµατα
και το συµφέρον του προσώπου που τελικά δε συναίνεσε για την
επιχειρούµενη υιοθεσία.
Μια συγγένεια, η οποία ιδρύεται µεταξύ προσώπων και δη του θετού
γονέα και του θετού τέκνου, δε µπορεί να τελείται χωρίς να υπάρχει
συναίνεση (ρητή βούληση) των προσώπων αυτών. Επιπλέον δεν είναι δυνατό
ένα παιδί να «βγαίνει» από τη φυσική του οικογένεια, να αποκόπτονται οι
δεσµοί του µε τα λοιπά µέλη της οικογένειας του, χωρίς οι φυσικοί τους γονείς
συνειδητά να εκφράζουν τη βούληση τους προς τούτο. Σε κάθε περίπτωση, δε
µπορεί να παραβλέπεται το γεγονός ότι προκειµένου να ιδρυθεί η τεχνητή
συγγένεια µεταξύ του θετού γονέα και τέκνου, πρέπει να προκύπτει αβίαστα
και η βούληση των προσώπων αυτών προς τούτο.

77 Στο προϊσχύσαν δίκαιο της υιοθεσίας διατυπώθηκαν για το κρινόµενο θέµα δυο
απόψεις, συγκεκριµένα: α) ότι η έλλειψη απαιτούµενης συναίνεσης του θετού γονέα ή
του θετού τέκνου, εφόσον έχει εκδοθεί απόφαση για την ίδρυση της τεχνητής
συγγένειας δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει στην κρίση ότι η υιοθεσία είναι ανυπόστατη
[κρατούσα άποψη] και β) ότι η έλλειψη συναίνεσης ή ακόµη και µια ανυπόστατη
συναίνεση αυτών συνεπάγονται µια ανυπόστατη υιοθεσία
33
Η θεσπιζόµενη από το νόµο προϋπόθεση της προηγούµενης έκδοσης
της σχετικής δικαστικής απόφασης δεν είναι δυνατόν να καλύψει την έλλειψη
της συναίνεσης και να οδηγήσει στην ίδρυση µιας συγγένειας µεταξύ
προσώπων, που αν µη τι άλλο δεν εξέφρασαν τη βούληση τους προς τούτο. Η
σχετική ακυρότητα, λοιπόν, του άρθρου 1570ΑΚ προστατεύει καταρχήν τα
συµφέροντα και τη σφαίρα των σχέσεων των προσώπων υπέρ των οποίων έχει
θεσπιστεί.
Βέβαια, λόγω της σηµασίας και της ευαισθησίας µε την οποία πρέπει να
ρυθµίζεται το ζήτηµα της υιοθεσίας, η σχετικότητα της ακυρότητας
προστατεύει και εξυπηρετεί δευτερευόντως και την υιοθεσία ως θεσµό. Με
αυτόν τον τρόπο, είναι δυνατό να αποκοπεί ένα παιδί από την οικογένεια του
και να ενταχθεί πλέον σε µια νέα οικογένεια (θετή), µε την οποία θα αναπτύξει
δεσµούς χωρίς να δηµιουργούνται προβλήµατα και εξασφαλιζόµενης της
εκδήλωσης της βούλησης όλων των προσώπων που έχουν κρείσσονος
σηµασίας εµπλοκή στην ίδρυση της τεχνητής συγγένειας (θετοί και φυσικοί
γονείς και θετό τέκνο ηλικίας µεγαλύτερης των δώδεκα ετών). 
34
5. Η ΕΓΚΥΡΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
Προκειµένου να τελεστεί εγκύρως µια υιοθεσία, θα πρέπει οι
απαιτούµενες συναινέσεις να δηλωθούν εγκύρως. ∆ιαφορετικά, η υιοθεσία
µπορεί να προσβληθεί µε την άσκηση των προβλεπόµενων από το δικονοµικό
δίκαιο ενδίκων µέσων ή βοηθηµάτων (ΑΚ1569).
Η εγκυρότητα µιας συναίνεσης δεν ορίζεται ειδικά στο ∆ίκαιο της
Υιοθεσίας, ωστόσο η διάταξη του άρθρου 1569ΑΚ ρητά ορίζει ότι η συναίνεση
εξετάζεται ως προς την εγκυρότητα της τόσο από τις ειδικές διατάξεις του
Νόµου για την υιοθεσία, όσο και από τις γενικές διατάξεις για τις
δικαιοπραξίες.
5.1. Ο τύπος της συναίνεσης
Η συναίνεση, η οποία χορηγείται προκειµένου να τελεστεί µια υιοθεσία
έχει χαρακτήρα δικαιοπραξίας, η οποία πρέπει να έχει έναν απαιτούµενο από
το Νόµο τύπο (τυπική δικαιοπραξία).
Συγκεκριµένα, θα πρέπει αυτοπροσώπως78 79 να δηλώνεται ενώπιον
του ∆ικαστηρίου (εκτός από τη συναίνεση του συζύγου του θετού γονέα ή του
θετού τέκνου, ο οποίος εγκύρως µπορεί να συναινέσει µε συµβολαιογραφικό
έγγραφο, εφόσον έχει τη συνήθη διαµονή του στο εξωτερικό). Ειδικά δε, η
συναίνεση των φυσικών γονέων, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου
800παρ.2ΚΠολ∆, µπορεί να δηλωθεί και ενώπιον εντεταλµένου δικαστή ή
∆ικαστηρίου.

78 Εποµένως, συναίνεση προσώπου, που από τον Νόµο υποχρεούται να συναινέσει, η
οποία δηλώνεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ακόµη κι ο τελευταίος είναι
εφοδιασµένος µε ειδικό πληρεξούσιο είναι άκυρη ελλέιψει νοµίµου τύπου.
79 Ο νόµος ορίζει ρητά για αυτοπρόσωπη συναίνεση του θετού γονέα (ΑΚ1548), του
θετού τέκνου (ΑΚ1555) και του συζύγου του εγγάµου γονέα (ΑΚ1546). Αναλογικά,
απαιτείται και η συναίνεση των φυσικών γονέων του υιοθετούµενου να δηλώνεται
αυτοπροσώπως, καθόσον µε αυτόν τρόπο εξασφαλίζεται η σοβαρότητα της επιλογής
τους να υιοθετηθεί το τέκνο τους. 
35
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συναίνεσης, ότι δηλαδή δηλώνεται στα
πλαίσια της δίκης της υιοθεσίας, της προσδίδει ένα πρόσθετο χαρακτήρα, ήτοι
της διαδικαστικής πράξης, η οποία βέβαια, έχει παρακολουθηµατικό
χαρακτήρα80. Εποµένως, συναίνεση που δεν πληροί τους όρους του Νόµου, ως
προς τη δήλωση της, είναι άκυρη ελλείψει νοµίµου τύπου (ΑΚ159).
Συγκεκριµένα, τα πρόσωπα των οποίων η συναίνεση είναι απαραίτητη
προκειµένου να τελεστεί µια υιοθεσία θα πρέπει να δηλώσουν τη σχετική
βούληση τους ενώπιον µέλους της σύνθεσης του ∆ικαστηρίου που εξετάζει την
αίτηση της υιοθεσίας σε ιδιαίτερο γραφείο και όχι στο ακροατήριο81,
προκειµένου να αποφευχθεί ενδεχόµενο δηµοσιοποίησης στοιχείων της
ταυτότητας των εµπλεκοµένων προσώπων και της τελούµενης υιοθεσίας
(800παρ.2ΚΠολ∆).
Γίνεται δεκτό82 ωστόσο, ότι η διάταξη 800παρ.2ΚΠολ∆ εξειδικεύει τον
τρόπο που παρέχεται η συναίνεση στη δίκη της υιοθεσίας, χωρίς να ορίζει ότι
διαδικαστικά αυτός είναι και ο µόνος τρόπος. Ο απαιτούµενος τύπος είναι η
αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του ∆ικαστηρίου. Στην περίπτωση λοιπόν, που
κάποιο πρόσωπο συναινέσει στο ακροατήριο του ∆ικαστηρίου και όχι
ιδιαιτέρως στο γραφείο του δικαστή – µέλους του σύνθεσης του ∆ικαστηρίου,
η συναίνεση του είναι έγκυρη και δεν προσβληθεί ως άκυρη µη τηρουµένου
του νόµιµου επιβαλλοµένου τύπου.
Οι συναινέσεις λοιπόν, µπορεί να δοθούν στο ιδιαίτερο γραφείο του
αρµοδίου δικαστή από όλα τα νοµιµοποιούµενα πρόσωπα είτε ταυτόχρονα από
όλους µαζί, είτε από καθένα πρόσωπο ξεχωριστά.

80 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.174επ.
81 Η δυνατότητα αυτή προβλέφθηκε υποχρεωτικά για όλους τους συναινούντες µε το
Ν.2447/1996. στο προγενέστερο δίκαιο (παλαιό αρ.800παρ.2ΚΠολ∆) η δυνατότητα
δήλωσης µε την τήρηση µυστικότητας ίσχυε προαιρετικά και αποτελούσε την
εξαίρεση.
Επίσης σύµφωνα µε το αρ.10εδ.β’του ν.δ. 610/1970, ο φυσικός γονέας που διέµενε
στην αλλοδαπή ή αδυνατούσε να εµφανιστεί ενώπιον του ∆ικαστηρίου να συναινέσει,
δήλωνε τη συναίνεση του για την υιοθεσία µε συµβολαιογραφικό έγγραφο
82 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.174επ. 
36
Τέλος, η νοµοθετική πρόβλεψη για την αυτοπρόσωπη παρουσία των
προσώπων που υποχρεούνται σε συναίνεση (και δη των φυσικών γονέων)
κατοχυρώνει τη σοβαρότητα της επιθυµίας τους να τελεστεί η υιοθεσία.
5.2. Η δικαιοπρακτική ικανότητα του συναινούντος
Λόγω της φύσεως της συναινέσεως ως δικαιοπραξίας προκειµένου να
δηλωθεί εγκύρως µια συναίνεση και κατ’ αποτέλεσµα να καταρτιστεί µια
έγκυρη υιοθεσία θα πρέπει κάθε πρόσωπο που συναινεί να έχει δικαιοπρακτική
ικανότητα (ΑΚ128επ.). Στη διάταξη, ωστόσο, του αρ. 1543ΑΚ ρητά ορίζεται
ότι ο υιοθετών θα πρέπει να είναι ικανός δικαιοπρακτικά. Εποµένως,
υποστηρίζεται και ότι η δικαιοπρακτική ικανότητα του θετού γονέα είναι
αυτοτελής όρος του νόµου για την τέλεση της υιοθεσίας.
Εποµένως, ανάλογα αν η δικαιοπρακτική ικανότητα θα θεωρηθεί όρος
του κύρους της συναίνεσης, θα µπορεί να προσβληθεί µόνο από το πρόσωπο
του οποίου η συναίνεση δεν είναι έγκυρη, σύµφωνα µε το άρθρο 1570
αρ.2ΑΚ83, ενώ αν θεωρηθεί ως αυτοτελής όρος του νόµου θα προσβληθεί από
κάθε πρόσωπο που έχει έννοµο συµφέρον και από τον Εισαγγελέα κατά το
άρθρο 1570αρ.1ΑΚ.
Ειδικότερα:
5.2.1. ο θετός γονέας
Ρητά ορίζεται από το άρθρο 1543ΑΚ ότι ο υποψήφιος θετός γονέας θα
πρέπει να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Αυτό σηµαίνει, από το
συνδυασµό των διατάξεων 127ΑΚ, 128ΑΚ, 129ΑΚ, 131παρ.1ΑΚ, ότι θα πρέπει
να έχει συµπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο
) έτος της ηλικίας του
(προαπαιτούµενο που προκύπτει και από τον ειδικότερο όρο να έχει
συµπληρώσει το τριακοστό (30ο
) έτος της ηλικίας του), να µη βρίσκεται υπό
πλήρη στερητική δικαστική συµπαράσταση (ΑΚ128αρ.2) και κατά το χρόνο
που συναινεί να έχει συνείδηση των πραττοµένων του, να µην βρίσκεται

83 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.176επ. 
37
δηλαδή σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη
λειτουργία της βουλήσεως του (ΑΚ131παρ.1).
Υποστηρίζεται η άποψη84 ότι είναι δυνατό να υιοθετήσει εγκύρως
πρόσωπο, το οποίο βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συµπαράσταση είτε
πλήρη είτε µερική που περιλαµβάνει και την υιοθεσία, µε τη συναίνεση βέβαια
και του δικαστικού συµπαραστάτη του. Επίσης, όσοι βρίσκονται σε µερική
επικουρική δικαστική συµπαράσταση ή σε µερική στερητική δικαστική
συµπαράσταση, που δεν περιλαµβάνει και την υιοθεσία, µπορούν να
υιοθετήσουν εγκύρως χωρίς περιορισµούς. Εναπόκειται στο δικαστήριο να
συνεκτιµήσει το συµφέρον του υιοθετουµένου και ανάλογα να επιτρέψει ή να
απορρίψει την αίτηση της υιοθεσίας για λόγους προστασίας του συµφέροντος
του θετού τέκνου.
Άποψη η οποία έχει αντίλογο85, ο οποίος στηρίζεται στο συµφέρον του
υιοθετουµένου και ειδικότερα στο γεγονός ότι το πρόσωπο που πρόκειται να
υιοθετήσει θα πρέπει να είναι πλήρως ικανός να αναλάβει όχι µόνο την
προσωπική ευθύνη και επιµέλεια του, αλλά και την ευθύνη του τέκνου που
πρόκειται να υιοθετήσει.
Η διάταξη του άρθρου 1545παρ.2ΑΚ επίσης, έχει εφαρµογή και εν
προκειµένω. Οπότε, στην περίπτωση που υιοθετούν και οι δυο σύζυγοι αρκεί
δικαιοπρακτικά ικανός να είναι µόνο ο ένας.
Η συναίνεση του συζύγου του εγγάµου θετού γονέα, µπορεί να
παραλείπεται χωρίς να επηρεάζει το κύρος της υιοθεσίας, εφόσον αυτή είναι
αδύνατη για νοµικούς ή πραγµατικούς λόγους (αρ.1546ΑΚ), στους οποίους
περιλαµβάνεται και η δικαιοπρακτική ανικανότητα. Στην περίπτωση που ο
δικαιοπρακτικά ανίκανος σύζυγος συναινέσει, παρόλο που η συναίνεση του
είναι άκυρη, δεν επηρεάζεται το κύρος της υιοθεσίας, καθόσον αυτή τελείται
ακόµη κι αν αυτή παραληφθεί.
Τέλος, όταν ο σύζυγος ευρισκόµενος στην κατάσταση του
αρ.131παρ.1ΑΚ συναινέσει, ισχύουν αναλογικά τα παραπάνω.

84 Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Ε.,Οικογενειακό ∆ίκαιο ο.π., σελ.381
85 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.178επ. 
38
5.2.2. οι φυσικοί γονείς
Η δικαιοπρακτική ικανότητα των φυσικών γονέων του προς υιοθεσία
τέκνου ρυθµίζεται από τις διατάξεις των αρ.1550παρ.1εδ.α’ΑΚ και
αρ.1552παρ.1ΑΚ. ∆ε γίνεται ρητή διάκριση από το νόµο αν είναι έγκυρη ή
άκυρη η συναίνεση που προέρχεται από φυσικό γονέα εξαιτίας της ελλείψεως
δικαιοπρακτικής ικανότητας του λόγω ηλικίας. Εποµένως, έγκυρα µπορεί να
συναινέσει και ο φυσικός γονέας, ακόµη κι αν δεν έχει συµπληρώσει το δέκατο
όγδοο έτος της ηλικίας του.
Γενικότερα, υποστηρίζεται86 ότι µε την εξαίρεση ελάχιστων
περιπτώσεων που ο φυσικός γονέας του θετού τέκνου είναι πολύ ανήλικος και
για αυτό το λόγο δεν έχει την πνευµατική ωριµότητα να συνειδητοποιήσει το
έννοµο αποτέλεσµα της δήλωσης του, θα πρέπει στις υπόλοιπές περιπτώσεις
να γίνεται δεκτό ότι είναι έγκυρη η συναίνεση ακόµη και του ανηλίκου
φυσικού γονέα ερειδόµενης της απόψεως στην ιδιότητα των φυσικών γονέων
ως γονέων και µόνο του τέκνου και στη σχέση τους µε αυτό.
Για την περίπτωση που κάποιος ή και οι δυο φυσικοί γονείς τελούν υπό
καθεστώς στερητικής δικαστικής συµπαράστασης ή επικουρικής δικαστικής
συµπαράστασης και η παροχή της συναίνεσης στην υιοθεσία δεν είναι από τις
ενέργειες που απαιτούν συµπαράσταση, µπορούν έγκυρα να συναινέσουν για
την υιοθεσία του τέκνου τους87. Είναι αυτονόητο και εν προκειµένω ότι σε
περίπτωση που ο φυσικός γονέας βρίσκεται στην κατάσταση του
αρ.131παρ.1ΑΚ88 και συναινέσει, η δήλωση του είναι άκυρη.

86 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.180επ.,
Κουνουγέρη –Μανωλεδάκη Ε., ο.π., Οικ.∆ίκαιο, ∆’ έκδοση, σελ. 392,
87 ∆ασκαρόλης Γεώργιος, Παραδόσεις Οικογενειακού ∆ικαίου, Τόµος ΙΙ, Εκδόσεις
Α.Σάκκουλα 2001, σελ.146
88 Το µέλος της σύνθεσης του ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας σε αυτή περίπτωση, εφόσον
αντιληφθεί την πνευµατική κατάσταση του φυσικού γονέα, ότι εµπίπτει δηλαδή στην
κατάσταση που περιγράφεται στο αρ.131παρ.1ΑΚ, δε µπορεί ούτε να αναπληρώσει,
ούτε να παραλείψει τη συναίνεση των φυσικών γονέων [δεν περιλαµβάνεται η
περίπτωση του αρ.131παρ.1ΑΚ στις περιπτώσεις των άρθρων 1550 και 1552ΑΚ].
∆ύναται ωστόσο, να αναβάλει τη δήλωση του φυσικού γονέα σε άλλη δικάσιµο, κι αν
ούτε αυτή η ενέργεια εξασφαλίζει την παροχή συναίνεσης υπό καθεστώς πλήρους
συνειδήσεως, µπορεί να αναβάλλει µέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης που θέτει
39
Για δε την περίπτωση που κάποιος ή και οι δυο φυσικοί γονείς τελούν
υπό καθεστώς στερητικής δικαστικής συµπαράστασης ή επικουρικής
δικαστικής συµπαράστασης89 και η παροχή της συναίνεσης στην υιοθεσία είναι
από τις ενέργειες που απαιτούν συµπαράσταση, εφόσον έχουν κριθεί ότι
στερούνται της σχετικής ικανότητας, η συναίνεση τους αναπληρώνεται
νόµιµα90 µε απόφαση του δικαστηρίου, σύµφωνα µε τα ισχύοντα στο αρ.
1552ΑΚ ή και παραλείπεται σύµφωνα µε το αρ. 1550παρ.1ΑΚ.
5.2.3.το θετό τέκνο
i. το ανήλικο θετό τέκνο
Ρητά ορίζεται από το άρθρο 1555ΑΚ ότι εξαιρετικά δικαιοπρακτικά
ικανός91 να συναινέσει για την υιοθεσία είναι ο ανήλικος που έχει
συµπληρώσει το δωδέκατο (12ο
) έτος της ηλικίας του. Εξειδίκευση της
προηγούµενης διάταξης αποτελεί και αυτή του αρ.800παρ.5ΚΠολ∆, σύµφωνα
µε την οποία ο συµπληρώσας το δωδέκατο έτος της ηλικίας του ανήλικος,
µπορεί να παρασταθεί αυτοπροσώπως στο ∆ικαστήριο και να συναινέσει για
την τέλεση της επιχειρούµενης υιοθεσίας92.

το φυσικό γονέα σε καθεστώς δικαστικής συµπαράστασης (οπότε θα ισχύσουν τα
σχετικά µε τη δικαστική συµπαράσταση)
89 Ειδικά δε σε αυτήν την περίπτωση απαιτείται επιπροσθέτως και η συναίνεση του
δικαστικού συµπαραστάτη του
90 Ακόµη και στην περίπτωση που ο φυσικός γονέας παρόλο που τελεί υπό καθεστώς
τέτοιας καταστάσεως, συναινεί ενώπιον του ∆ικαστηρίου, χωρίς αυτή η πνευµατική
του κατάσταση να γίνει αντιληπτή, η συναίνεση του δεν επηρεάζει το κύρος της
υιοθεσίας καθώς κατά ρητή νοµοθετική πρόβλεψη αυτή θα µπορούσε να παραληφθεί
91 Ενώ κατά τη γενική διάταξη του 128ΑΚ καταρχήν δικαιοπρακτικά ικανό είναι το
πρόσωπο, που έχει συµπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο
) έτος της ηλικίας του
Raison, Le statut des mineurs et des majeurs protegés, 1979 12
92 63ΚΠολ∆ σύµφωνα µε το οποίο και ο περιορισµένα ικανός για δικαιοπραξία δύναται
να παρασταθεί στο ∆ικαστήριο µε το δικό του όνοµα «όπου ο νόµος επιτρέπει την
αυτοπρόσωπη παρουσία του» [800παρ.5ΚΠολ∆] 
40
Ωστόσο, στην περίπτωση που ο ανήλικος ηλικίας άνω των δώδεκα ετών
δε διαθέτει την ανάλογη πνευµατική ωριµότητα, διότι βρίσκεται σε τέτοια
κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που επηρεάζει αποφασιστικά τη
βούληση του93, η υιοθεσία µπορεί έγκυρα να τελεστεί ακόµη και χωρίς τη
συναίνεση του.
Η γνώµη του ανηλίκου πρέπει σε κάθε περίπτωση να ακούγεται και να
συνεκτιµάται από το ∆ικαστήριο της υιοθεσίας, προκειµένου να σχηµατίσει
άποψη για το συµφέρον του υιοθετούµενου, η προστασία του οποίου αποτελεί
κύριο µέληµα του.
ii. το ενήλικο θετό τέκνο
Το άρθρο 1580ΑΚ (για την υιοθεσία ενηλίκων) ρητά παραπέµπει στις
διατάξεις για την υιοθεσία ανηλίκων, οι οποίες εφαρµόζονται αναλογικά στην
υιοθεσία ενηλίκων. Εποµένως, ο ενήλικος που έχει πλήρη δικαιοπρακτική
ικανότητα συναινεί εγκύρως για την τέλεση της υιοθεσίας. Η συναίνεση
ενηλίκου, ο οποίος βρίσκεται σε τέτοια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που
επηρεάζει αποφασιστικά τη βούληση του, µπορεί να παραληφθεί από το
∆ικαστήριο της υιοθεσίας94, σύµφωνα µε το συνδυασµό των διατάξεων των
άρθρων 1580 και 1555παρ.1ΑΚ.
Πρέπει να διευκρινιστεί σε αυτό το σηµείο η δυνατότητα που χορηγεί η
διάταξη του αρ.1581εδ.β’ΑΚ. Στην περίπτωση που ο ενήλικος υιοθετούµενος
είναι πλήρως ανίκανος για δικαιοπραξία την κοινή αίτηση για την υιοθεσία
υποβάλλει µαζί µε το θετό γονέα, ο νόµιµος αντιπρόσωπος του υιοθετουµένου
ενήλικα.

93 Ακόµη και στην περίπτωση που ο ανήλικος παρόλο που τελεί υπό καθεστώς τέτοιας
καταστάσεως, συναινεί ενώπιον του ∆ικαστηρίου, χωρίς η πνευµατική του κατάσταση
να γίνει αντιληπτή, η συναίνεση του δεν επηρεάζει το κύρος της υιοθεσίας καθώς κατά
ρητή νοµοθετική πρόβλεψη αυτή θα µπορούσε να παραληφθεί
94 Ακόµη και στην περίπτωση που ο ενήλικος παρόλο που τελεί υπό καθεστώς τέτοιας
καταστάσεως, συναινεί ενώπιον του ∆ικαστηρίου, χωρίς αυτή η πνευµατική του
κατάσταση να γίνει αντιληπτή, η συναίνεση του δεν επηρεάζει το κύρος της υιοθεσίας
καθώς κατά ρητή νοµοθετική πρόβλεψη αυτή θα µπορούσε να παραληφθεί 
41
Ειδικότερα για την περίπτωση που ο ενήλικος τελεί υπό καθεστώς
στερητικής δικαστικής συµπαράστασης ή επικουρικής δικαστικής
συµπαράστασης και η κατάθεση της αίτησης για υιοθεσία δεν είναι από τις
ενέργειες που απαιτούν συµπαράσταση, µπορεί έγκυρα να καταθέσει την
αίτηση. Για δε την περίπτωση που ο ενήλικος τελεί υπό καθεστώς στερητικής
δικαστικής συµπαράστασης ή επικουρικής δικαστικής συµπαράστασης και η
κατάθεση αίτησης για υιοθεσία είναι από τις ενέργειες που απαιτούν
συµπαράσταση, εφόσον έχουν κριθεί ότι στερείται της σχετικής ικανότητας, η
κατάθεση της αιτήσεως γίνεται από το δικαστικό συµπαραστάτη του στην
περίπτωση της στερητικής και από κοινού µε το δικαστικό συµπαραστάτη στην
περίπτωση της µερικής επικουρικής.
∆ιχογνωµία δηµιουργήθηκε µε αυτήν τη διάταξη αν αναλογικά µπορεί
να επεκταθεί η δυνατότητα αυτή και στη δήλωση της συναίνεσης, ήτοι να
παρέχεται η συναίνεση του ενηλίκου – δικαιοπρακτικά ανικάνου προς υιοθεσία
δια του νοµίµου αντιπροσώπου του. Είναι δυνατό εποµένως, εφόσον η αίτηση
κατατίθεται από νόµιµο αντιπρόσωπο του θετού τέκνου, να µπορεί και η
συναίνεση να δηλώνεται από αυτόν. Ωστόσο επικρατέστερη είναι η άποψη95, η
οποία στηρίζεται στη γενική απαγόρευση αντιπροσώπευσης κατά τη δήλωση
της συναίνεσης που διέπει το ∆ίκαιο της υιοθεσίας.
Εποµένως, κάθε συναίνεση πρέπει να δηλώνεται αυτοπροσώπως
ενώπιον του ∆ικαστηρίου, εκτός των περιπτώσεων που ο νόµος ρητά εξαιρεί
και επιτρέπει την παράλειψη τους. Αναλογικά εποµένως, όσων ισχύουν για την
παράλειψη της συναίνεσης στην αντίστοιχη περίπτωση για τον ανήλικο
υιοθετούµενο, πρέπει να ισχύσουν και για τον ενήλικο.

95 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.180επ. 
42
5.3. Η αίρεση ή προθεσµία στην υιοθεσία
Η υιοθεσία που τελείται υπό αίρεση96 (διαλυτική ή αναβλητική) ή
προθεσµία δεν επιτρέπεται σύµφωνα µε τη διάταξη του αρ.1548ΑΚ. Με αυτόν
τον τρόπο εξασφαλίζεται η σοβαρότητα που πρέπει να αντιµετωπίζεται ο
θεσµός, αλλά και η ανάγκη σταθερότητας και αποφυγής ανατροπών στην
οικογενειακή ζωή των προσώπων της υιοθεσίας και ειδικά του υιοθετούµενου.
Επιπλέον, επιδιώκεται µε την απαγόρευση αυτή, η εξασφάλιση µονιµότητας
στη σχέση γονέα και τέκνου που δηµιουργείται µε την υιοθεσία. Η ως άνω
απαγόρευση, αφορά την παρεχόµενη συναίνεση από τα πρόσωπα της
υιοθεσίας και όχι βέβαια τη δικαστική απόφαση µε την οποία τελείται η
υιοθεσία ή την αίτηση για υιοθεσία97.
Η συναίνεση που παρέχεται µε αίρεση98 ή προθεσµία είναι άκυρη και
επηρεάζει το κύρος της υιοθεσίας κατ’ άρθρο 1569ΑΚ. Συγκεκριµένα, η
συναίνεση που χορηγείται µε αίρεση ή προθεσµία δεν είναι έγκυρη κατά ρητή
διάταξη του άρθρου 1548ΑΚ, συνδέεται µε την ουσία της υιοθεσίας99 και
µπορεί να θεµελιώσει λόγο προσβολής της υιοθεσίας, από αυτόν που
συναίνεσε κατά το άρθρο 1570 αρ.2ΑΚ.
Ωστόσο, υποστηρίζεται η άποψη100 ότι αν παρά την ύπαρξη συναίνεσης
υπό αίρεση ή προθεσµία το ∆ικαστήριο δεχθεί την αίτηση της υιοθεσίας, η
υιοθεσία είναι έγκυρη εφόσον αυτή θα µπορούσε να τελεστεί έγκυρα
παραλείποντας τη συγκεκριµένη συναίνεση.

96 Η προσθήκη αίρεσης ή προθεσµίας στην υιοθεσία, τίθεται είτε για να αναβάλλει την
έναρξη της υιοθεσίας ή για να περιορίσει τη διάρκεια ή τα αποτελέσµατα της
97 Ως διαδικαστική πράξη είναι αδύνατο να υποβάλλεται υπό αίρεση σύµφωνα µε τον
ΚΠολ∆
98 Η αίρεση ή η προθεσµία πρέπει ευκρινώς να εµπεριέχεται στη δήλωση της
συναίνεσης και να προκύπτει αβίαστα η βούληση του συναινούντος προσώπου η
συναίνεση του να εξαρτηθεί από τη δηλούµενη αίρεση ή προθεσµία. Ενδόµυχες
σκέψεις και εσωτερικές συµφωνίες µεταξύ των προσώπων δεν επηρεάζουν το κύρος
της υιοθεσίας, καθώς δεν εξωτερικεύονται
99 Φουντεδάκη, ο.π. σελ.183
100 ∆ασκαρόλης Γ., ο.π., σελ.178επ. 
43
5.4. Ο χρόνος της συναίνεσης
Ο περιορισµός αυτός τίθεται από τη διάταξη του αρ.1551ΑΚ και αφορά
τους φυσικούς γονείς του θετού τέκνου, ως ειδικότερη προϋπόθεση του
κύρους της δικαιοπραξίας. Συγκεκριµένα, ορίζεται ότι δε µπορούν να
συναινέσουν για την υιοθεσία του τέκνου τους αν προηγουµένως δε
συµπληρωθεί ένα τρίµηνο από τη γέννηση του τέκνου τους. Οι τρεις µήνες θα
πρέπει τουλάχιστον να έχουν συµπληρωθεί κατά το χρόνο συζήτησης από το
αρµόδιο δικαστήριο της υιοθεσίας.
Αν παρά τη σχετική απαγόρευση οι φυσικοί γονείς συναινέσουν για την
υιοθεσία του τέκνου τους, η συναίνεση τους είναι άκυρη, επηρεάζει το κύρος
της υιοθεσίας και προσβάλλεται από τον ίδιο το φυσικό γονέα κατ’ άρθρο 1570
αρ.2ΑΚ. Ο χρόνος των τριών µηνών κρίνεται αρκετός, ώστε οι φυσικοί γονείς
και ειδικά η µητέρα να µην κινηθούν βεβιασµένα, υπό το κράτος της
ψυχολογικής πίεσης και της ασταθούς ψυχολογίας µετά τον τοκετό. Άλλωστε
τρεις µήνες µετά την γέννηση του τέκνου τους, οι φυσικοί γονείς µε
µεγαλύτερη ψυχραιµία και υγιή σκέψη µπορούν να αποφασίσουν για την τύχη
του τέκνου τους101.
Ο χρόνος του τριµήνου υποστηρίζεται102 ότι πρέπει να ισχύσει και για
τη δικαστική αναπλήρωση της συναίνεσης των φυσικών γονέων κι αυτό διότι
η φόρτιση που νιώθουν οι γονείς µε τη γέννηση του παιδιού τους επηρεάζει
τόσο τη βούληση τους για να συναινέσει στην υιοθεσία του, όσο και τη
συµπεριφορά τους, που µπορεί να θεµελιώσει λόγο αναπλήρωσης.

101 Όρα και άρθρο 5παρ. 4 ΕΣ [ Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την υιοθεσία ανηλίκων], η
οποία υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 24.04.1967 και κυρώθηκε µε το
Ν.1049/1980, η οποία έκτοτε αποτελεί αναπόσπαστο µέρος του ∆ικαίου της Υιοθεσίας
υπερνοµοθετικής ισχύος
102 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.185επ., αντίθ.
Κουµάντος Γ., ο.π. σελ.280, Παντελίδου Ρ., ο.π.σελ.164 
44
5.5. Η συναίνεση που αντίκειται στα χρηστά ήθη
Στο άρθρο 1569ΑΚ ορίζεται ότι η υιοθεσία προσβάλλεται επιπλεόν και
στην περίπτωση που η συναίνεση ενός από τα πρόσωπα που ήταν αρµόδια να
συναινέσουν υπήρξε άκυρη για οποιοδήποτε λόγο.
Εποµένως, η συναίνεση εξετάζεται περαιτέρω ως προς την εγκυρότητα
της και υπό των πρίσµα των γενικών διατάξεων περί αντίθεσης της σε διάταξη
του Νόµου (174ΑΚ), στα χρηστά ήθη (178ΑΚ) και περί εικονικότητας αυτής.
Η εν λόγω διάταξη εισήχθη στο ∆ίκαιο της Υιοθεσίας µε το
Ν.2447/1996103, προκειµένου να τεθεί το νοµοθετικό έρεισµα που θα ανέτρεπε
τη διαµορφούµενη έως εκείνο το χρονικό σηµείο νοµολογία. Μέχρι τότε,
επικρατούσε στη νοµολογία104 η άποψη ότι δεν είναι δόκιµη η προσβολή της
υιοθεσίας για λόγους εικονικότητας και αντίθεσης στα χρηστά ήθη105, διότι η
δικαστική απόφαση, έχοντας κυρίαρχο ρόλο στην τέλεση της υιοθεσίας,
καλύπτει τα ελαττώµατα της συναίνεσης των προσώπων.

103 Η αντίθεση στα χρηστά ήθη και η εικονικότητα αφορούν τη συναίνεση, η οποία ως
δικαιοπραξία, κατά την κρατούσα άποψη µπορεί να ελέγχεται από αυτήν την σκοπιά.
Εποµένως, αν µετά τον έλεγχο αυτό προέκυπτε ότι η συναίνεση πάσχει ακυρότητας εξ
αυτών των λόγων, το ελάττωµα της υιοθεσίας να το επικαλούνταν κατά το άρθρο
1570αρ.2ΑΚ, µόνο τα πρόσωπα των οποίων η συναίνεση ήταν εικονική ή αντίθετη στα
χρηστά ήθη. Σκοπός των συντακτών του Νόµου, ήταν να ανατρέψουν το ανωτέρω
άτοπο, καθώς η προσβολή της υιοθεσίας θα αποκλειόταν καταρχήν µε την προσβολή
της ένστασης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώµατος
104 ΑΠ657/1974 ΕΕΝ 1975, ΕφΑθ11048/1995 Ελλ∆νη 1996 1163, ΕφΘεσ 2547/1996
Ελλ∆νη 1998 676
105 Περιπτώσεις υιοθεσίας αντίθετης στα χρηστά ήθη ή εικονικής: υιοθεσία (κυρίως
ενηλίκων) για τη γένεση κληρονοµικών δικαιωµάτων µεταξύ προσώπων που
συνδέονται ερωτικά, για την κτήση ελληνικής ιθαγένειας, υιοθεσία που τελείται έναντι
οικονοµικού ανταλλάγµατος. Η πρόθεση των προσώπων που συµπράττουν για την
τέλεση υιοθεσίας δεν είναι η δηµιουργία τεχνητής συγγένειας καθαυτή, αλλά η
εξυπηρέτηση σκοπών τελείως διαφορετικών της υιοθεσίας. Ειδικά: η επιδίωξη µέσω
της ίδρυσης τεχνητής συγγένειας της κτήσης διάσηµου ονόµατος, του αποκλεισµού
άλλων προσώπων από την κληρονοµική διαδοχή, απόκτηση ιθαγένειας, απόκτηση
άδειας διαµονής και εργασίας, η µείωση της στρατιωτικής θητείας, η κληρονοµική
διαδοχή περιουσίας, η γηροκόµηση, η µη καταβολή µεγάλου φόρου κληρονοµίας, η
δηµιουργία κληρονοµικών και άλλων δικαιωµάτων µεταξύ ζευγαριών, τα οποία δε
µπορούν να τα αποκτήσουν µε άλλο τρόπο (οµόφυλα ζευγάρια κλπ) 
45
Τα όρια µεταξύ εικονικής και αντίθετης στα χρηστά ήθη συναινέσεως
είναι δυσδιάκριτα. Ως εικονική συναίνεση για υιοθεσία ορίζεται η συναίνεση µε
την οποία το πρόσωπο που συναινεί δεν επιθυµεί να επέλθουν οι έννοµες
συνέπειες της υιοθεσίας, ούτε πραγµατική βούληση του είναι να τελεστεί η
υιοθεσία, προβαίνει στη συναίνεση ωστόσο, επιδιώκοντας ένα άλλο
αποτέλεσµα από την υιοθεσία. Υπό αυτά τα δεδοµένα εικονική συναίνεση δεν
είναι δυνατόν να υπάρξει, καθώς το πρόσωπο που επιδιώκει την εξυπηρέτηση
άλλου σκοπού από την υιοθεσία αποδέχεται ότι µόνο µε την τέλεση της
υιοθεσίας ο σκοπός αυτός µπορεί να επιτευχθεί, αποδέχεται εποµένως,
εµµέσως και την τέλεση της υιοθεσίας. Μάλιστα, η συναίνεση δηλώνεται
ενώπιον ∆ικαστηρίου µε τρόπο τυπικό, οπότε τα πρόσωπα που συναινούν
ασφαλώς γνωρίζουν και αποδέχονται την τέλεση της υιοθεσίας106.
Επίσης, µε την αποδοχή αυτής της απόψεως διαφυλάσσονται οι σχέσεις
που δηµιουργούνται µε τη συναίνεση και προστατεύεται ο θεσµός της
οικογένειας που δηµιουργείται µε την υιοθεσία. Αποκλειοµένης λοιπόν, της
περιπτώσεως εικονικότητας της συναινέσεως για υιοθεσία, σύµφωνα µε τα όσα
αναφέρθηκαν παραπάνω, η περίπτωση της ανήθικης συναίνεσης107 καλείται να
καλύψει το σύνολο των περιπτώσεων.
Αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συναίνεση του προσώπου που
επιδιώκει την τέλεση της υιοθεσίας, αποδέχεται τα έννοµα αποτελέσµατα της,
όµως κίνητρο του δεν είναι κάθε αυτή η ίδρυση της συγγένειας, αλλά η κτήση
ορισµένης ωφέλειας ξένη από τη δηµιουργία συγγένειας. Το κίνητρο αυτό του
συναινούντος θα πρέπει αποκλειστικά να τον οδηγεί να συναινέσει για την
τέλεση της υιοθεσίας, ενώ τη δηµιουργία της τεχνητής συγγένειας να την
αποδέχεται µόνο ως «αναγκαίο κακό»108.
Θα ήταν βέβαια πολύ αυστηρή, αλλά συγχρόνως και επισφαλής η κρίση
ως ανήθικης της συναινέσεως για υιοθεσία που αποβλέπει και σε άλλα

106 Κουνουγέρη –Μανωλεδάκη Ε., ο.π., Οικ.∆ίκαιο, ∆’ έκδοση, σελ. 429, πρβλ. όµοια
θέση στο γαλλικό δίκαιο για το γάµο ( εικονικότητα δεν είναι δυνατή στην υιοθεσία,
όπως και στο γάµο, λόγω της αυστηρής τυπικότητας των δηλώσεων των µερών)
Foulon – Piganiol, Le mariage “simulé”, RTDC 1960, 217 Foulon – Piganiol, Mariage
simulé ou mariage à effets limités? D.1967.Chron.9.
107 Larribeau – Terneyre, note στην απόφαση Cour d’ appel de Pau 19.02.1991, D.
1991, Jur.381
108 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.193επ. 
46
ωφελήµατα, πέραν της δηµιουργίας συγγένειας µε αυτόν τον τρόπο. Το
κριτήριο εποµένως, για τη θεώρηση ή µη µιας συναίνεσης για υιοθεσία ως
ανήθικης, είναι η πρωταρχική σηµασία που δίδεται από το πρόσωπο που
συναινεί στην τέλεση της υιοθεσίας ή στα επιµέρους απορρέοντα ωφελήµατα.
Αποδοκιµαστέο δεν είναι το κίνητρο, αλλά η χρησιµοποίηση της υιοθεσίας και
του θεσµού της οικογένειας, προκειµένου να εξυπηρετηθούν απώτεροι σκοποί.
Εφόσον λοιπόν, κριθεί ότι µια από τις απαραίτητες για την τέλεση της
υιοθεσίας συναινέσεις αντίκειται στα χρηστά ήθη και εξ αυτού του λόγου είναι
άκυρη, η τελούµενη υιοθεσία µπορεί να προσβληθεί κατά τα άρθρα 1569ΑΚ
και 1570ΑΚ. Πέραν της ακυρότητας της υιοθεσίας λόγω έλλειψης έγκυρης
συναίνεσης (εφόσον αυτή είναι ανήθικη)109, υποστηρίζεται110 η άποψη ότι η
έλλειψη προθέσεως από τα µέρη να δηµιουργήσουν µια πραγµατική
οικογενειακή σχέση γονέα και τέκνου πρέπει να θεωρηθεί ως έλλειψη όρου
του νόµου και για αυτό το λόγο η υιοθεσία να προσβληθεί κατά το άρθρο
1570αρ.1.ΑΚ από οποιονδήποτε επικαλείται και αποδεικνύει έννοµο συµφέρον
προς τούτο και από τον Εισαγγελέα. Βέβαια, σε κανένα σηµείο των
ισχυουσών διατάξεων για την υιοθεσία δεν αναφέρεται ότι η δηµιουργία µιας
πραγµατικής σχέσης γονέα – τέκνου µε την υιοθεσία είναι απαραίτητος όρος
για την τέλεση της υιοθεσίας. Από το πνεύµα του συνόλου των
νοµοθετηµάτων για την υιοθεσία όµως, συνάγεται µε βεβαιότητα η πρόθεση
του εκάστοτε νοµοθέτη να εξοµοιώσει µε την υιοθεσία τη σχέση µεταξύ θετού
γονέα και θετού τέκνου µε αυτήν του φυσικού γονέα και τέκνου.
Ειδικότερα: Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΜΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΑ
Στις περιπτώσεις ανήθικης συναίνεσης για την τέλεση υιοθεσίας που
εκτέθηκαν αµέσως προηγουµένως, τα πρόσωπα δεν αποδέχονται τη
δηµιουργία µεταξύ τους της οικογενειακής σχέσης γονέα – τέκνου,
χρησιµοποιούν ωστόσο, το θεσµό για να εξυπηρετήσουν άλλους απώτερους

109 Την προσβολή της οποίας µπορεί να επιχειρήσει µόνο το πρόσωπο του οποίου η
συναίνεση είναι άκυρη
110 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.203επ. 
47
σκοπούς τους. Μια συναίνεση για υιοθεσία, η οποία έχει άµεσο σκοπό τη
δηµιουργία σχέσης γονέα – τέκνου, µπορεί επίσης να έχει ανήθικο χαρακτήρα,
όταν για παράδειγµα αυτή γίνεται µε την προσφορά και την αποδοχή
οικονοµικών ανταλλαγµάτων µεταξύ των µερών (εµπορία βρεφών)
προκειµένου να συναινέσουν για την τέλεση της υιοθεσίας.
Η υιοθεσία που τελείται µε τέτοιους όρους, µπορεί τελικά να καταλήγει
στο συµφέρον του θετού τέκνου, ωστόσο, πέραν των ποινικών διαστάσεων
του θέµατος, είναι αντίθετη µε τις συνταγµατικές αρχές (αρ.2 και 5Σ) της
αξίας του ανθρώπου και της αρχής προστασίας της αξιοπρέπειας του ατόµου,
καθόσον η υιοθεσία λαµβάνει χαρακτήρα πώλησης έναντι ανταλλάγµατος και
το θετό τέκνο χαρακτήρα «αντικειµένου» προς πώληση. Είναι άκυρη
εποµένως, η συναίνεση που δίδεται υπό τον όρο οικονοµικών ανταλλαγµάτων,
ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη111. Εποµένως, λόγω της άκυρης συναίνεσης
µπορεί να προσβληθεί και η υιοθεσία που στηρίχθηκε σε αυτήν.
Ωστόσο, πολλές από τις περιπτώσεις υιοθεσιών µε οικονοµικά
ανταλλάγµατα οδηγούν τελικά στο συµφέρον του τέκνου και στη βελτίωση της
ζωής του. Υπό το πρίσµα της καλύτερης ποιότητας της ζωής του θετού τέκνου
λοιπόν, πρέπει112 τα δικαστήρια εξετάζοντας ad hoc τις περιστάσεις και τις
συνθήκες κάθε περίπτωσης να εφαρµόζουν τελολογικά το νόµο και να µην
καταλήγουν στην ακύρωση της υιοθεσίας, που τελικά θα βλάψει περισσότερο
την προσωπική και οικογενειακή ζωή και την ψυχική ηρεµία του θετού τέκνου.
Η άκυρη συναίνεση λοιπόν, κατά τα ανωτέρω, µπορεί να προσβληθεί
κατά το άρθρο 1570αρ.2ΑΚαπό το πρόσωπο µόνο του οποίου η συναίνεση δεν
είναι έγκυρη λόγω της αντίθεσης της στα χρηστά ήθη. Με αυτόν τον τρόπο
ωστόσο, περιορίζεται σηµαντικά η δυνατότητα του ∆ικαστηρίου να απορρίψει
µια αίτηση υιοθεσίας, το οποίο διαπιστώνει κατά το εξεταστικό σύστηµα της
εκουσίας δικαιοδοσίας την ανηθικότητα µιας συναίνεσης.

111 Ο φυσικός γονέας που έλαβε οικονοµικό αντάλλαγµα δεν είναι υποχρεωµένος να
συναινέσει για την τέλεση της υιοθεσίας του τέκνου του και οι οικονοµικές απολαβές
του δεν επιστρέφονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισµού (904επ.ΑΚ),
εφόσον πρόκειται για απαίτηση παροχής από αισχρή αιτία κατά το 907ΑΚ
112 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.205επ. 
48
Υποστηρίζεται113 λοιπόν, και η άποψη ότι η αντίθεση στα χρηστά ήθη
πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται στη σύσταση της υιοθεσίας ως νοµικού
γεγονότος, και όχι µόνο στις συναινέσεις ειδικά, µε αποτέλεσµα την απόλυτη
ελαττωµατικότητα της υιοθεσίας και για αυτόν το λόγο θα µπορεί η τελούµενη
υιοθεσία να προσβληθεί κατά το άρθρο 1570αρ.1 ΑΚ από οποιονδήποτε έχει
έννοµο συµφέρον και από τον Εισαγγελέα.
5.6 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΚΥΡΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 1569ΑΚ και 1570αρ.2ΑΚ
προκύπτει ότι η άκυρη συναίνεση οδηγεί στην προσβολή της τελεσθείσας
υιοθεσίας µε τα προβλεπόµενα από το δικονοµικό δίκαιο ένδικα µέσα και
βοηθήµατα114 ή και ακόµη στην απόρριψη της αιτήσεως για την υιοθεσία115.
∆ικαίωµα προσβολής της απόφασης της υιοθεσίας, εφόσον εκδοθεί, έχει το
πρόσωπο του οποίου η συναίνεση δεν ήταν έγκυρη. Εφόσον λοιπόν, πρόκειται
για σχετική ακυρότητα της αποφάσεως της υιοθεσίας, το ελάττωµα της
απόφασης υιοθεσίας και της άκυρης συναίνεσης µπορεί να θεραπευτεί εάν το
πρόσωπο – φορέας του δικαιώµατος προσβολής δεν το ασκεί. Επίσης, είναι
δυνατόν η άκυρη έωα εκείνη τη στιγµή συναίνεση να δηλωθεί εκ νέου µε την
άσκηση ενδίκου µέσου ή βοηθήµατος απαλλαγµένη από το ελάττωµα που την
κατέστησε άκυρη καιν έτσι το ελάττωµα να ιαθεί.
Ωστόσο, τα πρόσωπα, τα οποία έχουν δικαίωµα να επικαλεστούν
ακυρότητα συναίνεσης ενός των νοµιµοποιουµένων προς τούτο, µπορούν να
το πράξουν και κατά τη διάρκεια της δίκης κατά την εκουσία δικαιοδοσία, πριν
δηλαδή την έκδοση της απόφασης, εφόσον βέβαια υπάρχει στάση δίκης. Η
παραπάνω δυνατότητα είναι σύµφωνη µε το χαρακτήρα της εκουσίας
δικαιοδοσίας και ειδικότερα µε τη διάταξη του άρθρου 785ΚΠολ∆, το οποίο

113Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.206επ.
114 Μέσα στα χρονικά όρια που προβλέπονται από το αρ.800παρ.3ΚΠολ∆
115 Η απόρριψη της αίτησης για την τέλεση της υιοθεσίας θα θεµελιωθεί στην έλλειψη
συνδροµής των όρων του νόµου. Το ∆ικαστήριο, που εξετάζει τη σχετική αίτηση κατά
την εκουσία δικαιοδοσία, απορρίπτει την αίτηση ή αναβάλλει την απόφαση έως τη
θεραπεία του ελαττώµατος εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι δυνατό. 
49
επιτρέπει την προβολή πραγµατικών ισχυρισµών έως και την τελευταία
συζήτηση στο ακροατήριο.
Τέλος, η ακυρότητα της συναίνεσης δεν είναι απαραίτητο να διαγνωστεί
µε απόφαση της τακτικής δικαιοδοσίας, χωρίς ωστόσο η δυνατότητα αυτή να
αποκλείεται για το πρόσωπο που επιθυµεί να επιλέξει και αυτήν τη δικαστική
προστασία116. Εκ των πραγµάτων βέβαια, και από τον τύπο της παρεχόµενης
συναίνεσης, η οποία δηλώνεται ενώπιον µέλους του ∆ικαστηρίου, που
αποφασίζει για την τέλεση της υιοθεσίας, δεν είναι δυνατό η συναίνεση να
ελεγχθεί αυτοτελώς σε χωριστή δίκη της τακτικής δικαιοδοσίας, µε εξαίρεση
δυο περιπτώσεων: α) εφόσον πρόκειται για συναίνεση συζύγου διαµένοντος
στο εξωτερικό, η οποία χορηγείται προγενέστερα της συζήτησης της αιτήσεως
µε συµβολαιογραφικό έγγραφο και β) για τις λοιπές συναινέσεις που
δηλώνονται προφορικά στο ακροατήριο, εφόσον υπάρξει στάση της δίκης της
υιοθεσίας και ενόψει της πρόβλεψης του 745ΚΠολ∆.
Τα άρθρα 1569ΑΚ και 1570ΑΚ σαφώς ορίζουν ότι στα πλαίσια της δίκης
για την τέλεση της υιοθεσίας γίνεται και παρεµπίπτων έλεγχος της
εγκυρότητας της συναίνεσης.

116 Ευαγγελίδου – Τσικρικά Φούλη, Μορφές ανίσχυρου της υιοθεσίας και τρόποι
προσβολής της (Μια κριτική προσέγγιση της ελαττωµατικής υιοθεσίας σε συνάρτηση
µε τη νοµική της φύση), Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 2001, σελ. 46επ. 
50
5.7.ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 1569ΑΚ, η υιοθεσία προσβάλλεται
αν η συναίνεση ενός των προσώπων που οφείλουν να συναινέσουν για την
τέλεση της υιοθεσίας δόθηκε υπό την επήρεια πλάνης ως προς την ταυτότητα
του προσώπου του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, απάτης ως προς ουσιώδη
περιστατικά ή παράνοµης ή ανήθικης απειλή. Σε συνδυασµό δε µε τη διάταξη
του άρθρου 1570αρ.2ΑΚ, δικαίωµα προσβολής της απόφασης έχει µόνο ο
πλανηθείς, ο εξαπατηθείς και ο απειληθείς.
Οι ανωτέρω διατάξεις εισήχθησαν για πρώτη φορά στο ∆ίκαιο της
υιοθεσίας µε το Ν.2447/1996. Μέχρι τη θέσπιση του Ν.2447/96 η ελληνική
νοµολογία117 δεν αναγνώριζε την περίπτωση ότι η συναίνεση που χορηγείται
ενώπιον του ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας µπορεί να είναι προϊόν πλάνης, απάτης
ή απειλής, υποστηρίζοντας ότι η ίδια η δικαστική απόφαση µε την οποία
τελείται η υιοθεσία συµπληρώνει κυριαρχικά τις συναινέσεις των µερών.
Περαιτέρω χαρακτηρίζεται επιτυχής118 η θέσπιση των ανωτέρω
διατάξεων και ειδικότερα της δυνατότητας προσβολής της υιοθεσίας, εφόσον
υπάρχουν ελαττώµατα βούλησης στις συναινέσεις των προσώπων που
συµπράττουν στην τέλεση της υιοθεσίας για τους εξής λόγους:
1. Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατή η προσβολή της
υιοθεσίας για τυχόν ελαττώµατα της βούλησης, καθόσον η δικαστική απόφαση
καλύπτει κυριαρχικά τις συναινέσεις, δεν είχε νοµοθετικό έρεισµα. ∆εν υπήρχε

117 ΑΠ657/1974 ΕΕΝ 1975, ΕφΑθ11048/1995 Ελλ∆νη 1996 1163, ΕφΘεσ 2547/1996
Ελλ∆νη 1998 676
118 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.211επ. 
51
σχετική διάταξη που να απαγορεύει την ανωτέρω δυνατότητα. Επιπλέον, η
συναίνεση για υιοθεσία πρέπει να είναι έγκυρη, να µην είναι προϊόν απάτης,
πλάνης ή απειλής, ούτως ώστε να οδηγεί στη δηµιουργία οικογενειακών
δεσµών, που µε σοβαρότητα και πλήρη βούληση τα υποκείµενα τους
επιδίωξαν.
2. Το άρθρο 1569ΑΚ εµπεριστατωµένα και ειδικά προβλέπει τις
περιπτώσεις των ακυρώσιµων συναινέσεων που µπορούν να οδηγήσουν σε
προσβολή και τελικά σε ακύρωση της υιοθεσίας. ∆εν προβλέπεται ακύρωση
υιοθεσίας για όλες τις περιπτώσεις πλάνης, απάτης ή απειλής, αλλά για τις
ουσιώδεις και για όσες πραγµατικά συνάδουν µε το χαρακτήρα των
συναινέσεων για υιοθεσία.
3. Πριν την εισαγωγή των διατάξεων των άρθρων 1569 και1570ΑΚ
υπήρχε έντονη αµφισβήτηση στους εφαρµοστές του ∆ικαίου της Υιοθεσίας αν
τα ελαττώµατα της βούλησης των συναινέσεων για υιοθεσία θεµελιώνουν
απευθείας λόγο προσβολής της απόφασης για την τέλεση της υιοθεσίας χωρίς
προηγούµενη αναγνώριση της ακυρωσίας τους ή είναι υποχρεωτική η
προηγούµενη αναγνώριση του ελαττώµατος της βούλησης του συναινούντος,
µε χωριστή διαδικασία, και µετέπειτα καθίσταται δυνατή η προσβολή της
υιοθεσίας εξ αυτού του λόγου. Ο νοµοθέτης όµως, του Ν.2447/96 όρισε
επακριβώς ότι ελαττώµατα των συναινέσεων λόγω πλάνης, απάτης και απειλής
δικαιολογούν άµεσα προσβολή της απόφασης για υιοθεσία µε το ένδικο µέσο
της εφέσεως ή µε τριτανακοπή.
Αναφορικά µε τη δυνατότητα διάγνωσης της ακυρωσίας της συναίνεσης
πριν από την έκδοση της απόφασης για την τέλεση της υιοθεσίας, ισχύουν όσο
ανωτέρω αναφέρθηκαν σχετικά µε τη διάγνωση της ακυρότητας της
συναίνεσης.
Συµπληρωµατικά, κατά την εκδίκαση της αίτησης για την υιοθεσία το
∆ικαστήριο δε δεσµεύεται από τους περιορισµούς στον έλεγχο ελαττωµάτων
της συναίνεσης που εισάγονται µε το άρθρο 1569ΑΚ. Οι περιορισµοί αυτοί
αφορούν το στάδιο µετά την τέλεση της υιοθεσίας και τέθηκαν προκειµένου να
διασφαλίσουν µε κάθε τρόπο την ήδη ιδρυθείσα τεχνητή συγγένεια. Πριν από
την έκδοση της απόφασης δε δηµιουργήθηκε οικογένεια µεταξύ του θετού
γονέα και του θετού τέκνου, η οποία να απειλείται από πρόσωπα που ο Νόµος
52
τους χορηγεί το δικαίωµα να προσβάλλουν την υιοθεσία και πρέπει να
προστατευθεί από το νοµοθέτη.
Επιπλέον, το ∆ικαστήριο της υιοθεσίας, στα πλαίσια της εκουσίας
δικαιοδοσίας (ανακριτικό σύστηµα) και της ανάγκης προστασίας κατεξοχήν του
συµφέροντος του υιοθετουµένου τέκνου, δύναται να ελέγχει το κύρος των
συναινέσεων γενικά, αν δε συνάδουν δηλαδή όχι µόνο µε τις περιοριστικά
αναφερόµενες περιπτώσεις του άρθρου 1569ΑΚ, αλλά και µε όλους τους
όρους του νόµου, ήτοι µε όλες τις περιπτώσεις των γενικών διατάξεων για τις
ακυρώσιµες δικαιοπραξίες119.
Η Πλάνη
Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 1569ΑΚ η υιοθεσία προσβάλλεται
µόνο εφόσον η συναίνεση ενός των προσώπων που σύµφωνα µε το νόµο ήταν
αρµόδια να συναινέσουν, δόθηκε υπό την επήρεια πλάνης ως προς την
ταυτότητα του προσώπου του θετού γονέα ή του θετού τέκνου.
Θεσπίζοντας ο νοµοθέτης µόνο το ανωτέρω είδος πλάνης ως λόγο
προσβολής της υιοθεσίας, αυτοµάτως αποκλείει τις λοιπές περιπτώσεις
ακυρωσίας λόγω πλάνης (ήτοι, τις περιπτώσεις πλάνης ως προς τις ιδιότητες
[ΑΚ142] του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, και την πλάνη ως προς τη
δήλωση), οι οποίες εξάλλου δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν µια συγγενική
σχέση και συγκεκριµένα: α) η πρώτη περίπτωση (πλάνη ως προς τις
ιδιότητες120) ως λόγος προσβολής της απόφασης υιοθεσίας δεν είναι
παραδεκτή από πλευράς χαρακτήρα της υιοθεσίας ως θεσµού δηµιουργίας
συγγένειας, ήτοι δε µπορεί να αναιρείται µια συγγένεια, διότι τα µέλη της
οικογένειας απέβλεψαν121 σε συγκεκριµένες ιδιότητες εκατέρωθεν (άλλωστε

119 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.227επ.
120 Για παράδειγµα: α) θετοί γονείς υιοθετούν τέκνο που πάσχει από χρόνια ασθένεια
την οποία δε γνωρίζουν, όταν συναινούν, β) φυσικοί γονείς συναινούν για την
υιοθεσία του τέκνου τους αγνοώντας ότι οι θετοί γονείς είναι µόνιµοι κάτοικοι
εξωτερικού, πράγµα το οποίο εάν γνώριζαν δε θα συναινούσαν για την υιοθεσία του
121 Επιθυµίες και προσδοκίες των θετών γονέων για την εξέλιξη και το µέλλον των
θετών τέκνων τους δεν είναι δυνατόν να θεµελιώσουν τη συναίνεση τους 
53
κανένας γονέας – είτε φυσικός είτε θετός- δε µπορεί να προβλέψει την εξέλιξη
ούτε της υγείας, ούτε της προσωπικότητας των τέκνων του), αλλά και από
πλευράς της αρχής της προστασίας του συµφέροντος του θετού τέκνου,
διαπνέει το ∆ίκαιο της υιοθεσίας και β) η δεύτερη περίπτωση (πλάνη ως προς
τη δήλωση) δε µπορεί να συντρέξει κατά την τέλεση της υιοθεσίας, διότι τα
πρόσωπα που συναινούν εµφανίζονται ενώπιον του ∆ικαστηρίου της υιοθεσίας
και αν µη τι άλλο κατευθύνονται και ενηµερώνονται σχετικά από τα µέλη της
σύνθεσης του ∆ικαστηρίου.
Αναφορικά µε την περίπτωση της πλάνης ως προς τις ιδιότητες του
θετού γονέα ή του θετού τέκνου πρέπει να σηµειωθεί το εξής: στην αντίστοιχη
περίπτωση του ελαττωµατικού γάµου (1374ΑΚ) γίνεται δεκτό122 ότι
διευρύνεται η έννοια της πλάνης όχι µόνο ως προς την ταυτότητα του
προσώπου, άλλα και ως προς την «αστική» του ταυτότητα, η οποία
περιλαµβάνει και περαιτέρω γνωρίσµατα και ιδιότητες του (ποινικό µητρώο,
οικονοµική κατάσταση κλπ). Στην υιοθεσία δε µπορεί ωστόσο, να γίνει δεκτή
διασταλτική ερµηνεία του άρθρου 1569ΑΚ, διότι µε αυτόν τον τρόπο τελικά θα
καταλήγουµε να ακυρώνονται υιοθεσίες, λόγω πλάνης ως προς τις ιδιότητες
του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, γεγονός το οποίο δεν είναι σύµφωνο µε
το χαρακτήρα της υιοθεσίας, ως θεσµού δηµιουργίας οικογενειακών σχέσεων.
Αντίλογος123 της ανωτέρω άποψης, υποστηρίζει ότι πρέπει η διεύρυνση της
περιπτώσεως της πλάνης ως προς την ταυτότητα του θετού γονέα ή του θετού
τέκνου να γίνεται πάντα σε συνάρτηση µε την ουσία της υιοθεσίας, που είναι η
δηµιουργία της τεχνητής συγγένειας και µε την αρχή της προστασίας του
συµφέροντος του θετού τέκνου (από την σκοπιά ως επί το πλείστον της
πλάνης των φυσικών γονέων για ελαττώµατα και µειονεκτήµατα της
ταυτότητας των θετών γονέων, όταν ο φυσικός γονέας έδωσε τη συναίνεση
του χωρίς να γνωρίζει επακριβώς την ταυτότητα του θετού γονέα).

122 ∆ικαιολόγηση της διασταλτικής ερµηνείας του σχετικού άρθρου στον ελαττωµατικό
γάµο είναι ο κίνδυνος αχρησίας της διάταξης λόγω του περιορισµένου περιεχοµένου
της.
123 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.215επ. 
54
Η απάτη
Η διάταξη του άρθρου 1569ΑΚ αποκλίνει από τη γενική διάταξη περί
απάτης (ΑΚ147επ), περιορίζοντας τη δυνατότητα προσβολής της µόνο στις
περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες η πλάνη που δηµιουργήθηκε στο
συναινούντα από την απάτη αφορά ουσιώδη περιστατικά.
Με τη θέσπιση της ανωτέρω διάταξης περιορίστηκε σηµαντικά η
δυνατότητα καταστρατήγησης της διάταξης περί πλάνης, ώστε να µην
προσβάλλονται περιπτώσεις που η πλάνη που δηµιουργούσε η επιχειρούµενη
απάτη στο πρόσωπο που συναίνεσε στην υιοθεσία αφορούσε επουσιώδη
περιστατικά. ∆εν µπορεί η διάταξη αυτή να κριθεί αυστηρή. Ο περιορισµός που
εισάγει συνάδει απολύτως µε το χαρακτήρα της υιοθεσίας, ως θεσµού
δηµιουργίας σταθερών οικογενειακών δεσµών και µε την αρχή της προστασίας
του συµφέροντος του υιοθετουµένου τέκνου. Σταθµίζοντας λοιπόν, το
συµφέρον του υιοθετούµενου τέκνου και των ήδη δηµιουργηθεισών
οικογενειακών σχέσεων µε το συµφέρον του εξαπατηθέντος, ο νοµοθέτης της
διάταξης του άρθρου 1569ΑΚ, προέκρινε το συµφέρον των πρώτων124.
Ουσιώδες (περιστατικό) είναι µια αόριστη νοµική έννοια125, η οποία
µπορεί να ερµηνευθεί ως εξής: κάθε περιστατικό, της ύπαρξης ή ανυπαρξίας
του οποίου αν ήταν γνώστης ο µέσος κοινωνικός άνθρωπος, υπό τις συνθήκες
της συγκεκριµένης περίπτωσης, δε θα έδινε τη συναίνεση του για την τέλεση
συγκεκριµένης υιοθεσίας.
Περιστατικά δε, νοούνται το γεγονότα και καταστάσεις του
παρελθόντος, του παρόντος ή του µέλλοντος, που αναφέρονται στο εσωτερικό
κόσµο και έχουν σχέση είτε µε το θετό γονέα ή το θετό τέκνο, είτε µε άλλα
πρόσωπα ή καταστάσεις.

124 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.217επ.
125 Β.Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο, Τόµος Ε’, Οικογενειακό ∆ίκαιο Άρθρα
1346-1694, Αθήνα 2004, σελ.1175 
55
Περιπτωσιολογία «ουσιωδών περιστατικών»:
Α) Η ταυτότητα του θετού γονέα ή του θετού τέκνου:
Εκ των πραγµάτων θεωρείται ουσιώδης η δηµιουργούµενη πλάνη
αναφορικά µε την ταυτότητα των βασικών προσώπων της υιοθεσίας, εφόσον
αποτελεί περίπτωση ακυρωσίας της υιοθεσίας, ακόµη και στην περίπτωση που
δεν προκαλείται από απάτη.
Β) Οι περιουσιακές σχέσεις θετού γονέα και θετού τέκνου:
Σε ξένα δίκαια (γερµανικό), η περίπτωση αυτή ρητά απαγορεύεται από
το Νόµο να αποτελέσει λόγο ακυρωσίας της τελεσθείσας υιοθεσίας. Ωστόσο,
υποστηρίζεται η άποψη126 ότι η απάτη αναφορικά µε τις περιουσιακές σχέσεις
θετού γονέα και θετού τέκνου µπορούν να οδηγήσουν στην ακύρωση της
τελεσθείσας υιοθεσίας, σε συνάρτηση πάντα µε το συµφέρον του
υιοθετούµενου, και συγκεκριµένα όταν για παράδειγµα ο υποψήφιος θετός
γονέας εξαπατά τα λοιπά πρόσωπα που συναινούν για υιοθεσία
παρουσιάζοντας για τον εαυτό του εύρωστα οικονοµικά στοιχεία, τα οποία
όµως, δεν ανταποκρίνονται στην οικονοµική του επιφάνεια.
Στην αντίθετη περίπτωση που οι θετοί γονείς ζητούν την προσβολή της
απόφασης της υιοθεσίας για το λόγο ότι εξαπατήθηκαν αναφορικά µε την
οικονοµική κατάσταση του θετού τέκνου, η υιοθεσία δε µπορεί να ακυρωθεί,
διότι ο λόγος προσβολής δε συνδέεται µε το συµφέρον του τέκνου.
Τίθεται ωστόσο το ερώτηµα αν και κατά πόσο µια υιοθεσία που
στηρίζεται στον απώτερο στόχο των θετών γονέων να ωφεληθούν από την
περιουσιακή κατάσταση του υιοθετούµενου µπορεί να γίνεται προς το
συµφέρον του υιοθετούµενου.
Γ) Η υγεία του θετού γονέα ή του θετού τέκνου:
Η υγεία του θετού γονέα ή του θετού τέκνου αποτελεί ουσιώδες
περιστατικό στην περίπτωση που το πρόσωπο αυτό πάσχει από βαριά σωµατική

126 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.218επ. 
56
ή ψυχική νόσο, ανίατη, µεταδοτική127 και δύναται να θεµελιώσει λόγο
ακύρωσης της απόφασης για την υιοθεσία. Ωστόσο, η άποψη αυτή έρχεται σε
ευθεία αντίθεση µε τη δικαιολόγηση του θεσµού της υιοθεσίας και των σκοπών
δηµιουργίας σοβαρών και ουσιωδών οικογενειακών σχέσεων µεταξύ των
µελών του. Όπως σε κάθε φυσική οικογένεια, οι γονείς δε γνωρίζουν, ούτε
µπορούν να προδιαγράψουν το µέλλον των παιδιών τους, έτσι και ο θετός
γονέας δε µπορεί να ανατρέψει τη τεχνητή συγγένεια της υιοθεσίας από µόνο
το λόγο της υγείας του υιοθετούµενου τέκνου. Με τον παραπάνω τρόπο, όπως
προελέχθη, εξασφαλίζεται από τα πρόσωπα της υιοθεσίας µια σοβαρή και
χωρίς όρους συναίνεση.
Προκειµένου βέβαια, να τηρηθεί η αναλογία µεταξύ των περιπτώσεων
θα πρέπει να γίνει διάκριση ως προς το ενδεχόµενο οι φυσικοί γονείς µε δόλια
µέσα και ενέργειες να αποκρύπτουν από τους θετούς γονείς την αλήθεια
αναφορικά µε την κατάσταση της υγείας του θετού τέκνου, δηµιουργώντας
τους µε αυτόν τον τρόπο την πεποίθηση ότι πρόκειται να υιοθετήσουν ένα
υγιές τέκνο.
Η ερµηνεία των ουσιωδών περιστατικών πρέπει να γίνεται ad hoc σε
κάθε τέλεση υιοθεσίας και πάντα σε συνάρτηση µε το σκοπό του θεσµού και
της προστασίας του συµφέροντος του θετού τέκνου.
Τέλος, αν την απάτη µετήλθε τρίτος, ήτοι άλλο πρόσωπο πλην των
συναινούντων, η απάτη µπορεί να οδηγήσει στην προσβολή της υιοθεσίας αν
ένας από τους συναινούντες υπέρ του οποίου η απάτη του τρίτου ήταν
γνώστης ή όφειλε να είναι, βάσει των περιστάσεων της συγκεκριµένης
περιπτώσεως (ΑΚ147εδ.β’) (για παράδειγµα δηµιουργεί πλάνη µε απάτη ο
παππούς του θετού τέκνου –τρίτος-, η απάτη οδηγεί στην ακυρωσία της
υιοθεσίας µόνο στην περίπτωση που και ο γιος του –θετός γονέας-, γνώριζε ή
όφειλε να γνωρίζει την απάτη).

127 Β.Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο, Τόµος Ε’, Οικογενειακό ∆ίκαιο Άρθρα
1346-1694, Αθήνα 2004, σελ.1175 
57
Η απειλή
Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 1569ΑΚ η απόφαση της υιοθεσίας
προσβάλλεται, εφόσον η συναίνεση ενός των προσώπων που είναι αρµόδια να
συναινέσουν δόθηκε υπό την επήρεια παράνοµης ή ανήθικης απειλής. Σαφώς,
µε την εν λόγω διάταξη γίνεται εµµέσως παραποµπή στις γενικές διατάξεις
περί απειλής (ΑΚ150-1).
Ως απειλή θεωρείται η άσκηση ψυχολογικής βίας σε βάρος του
συναινούντος, διότι η συναίνεση που δηλώνεται µετά την άσκηση σωµατικής
βίας θεωρείται ανυπόστατη128.
Η βία που ασκήθηκε σε βάρος του προσώπου που συναίνεσε υπό το
κράτος απειλής, πρέπει να του δηµιούργησε σοβαρό και δικαιολογηµένο φόβο,
ήτοι φόβο για τη ζωή, τη σωµατική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιµή και
την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων του άµεσου και στενού
οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος. ∆ικαιολογηµένος θεωρείται ο
φόβος που δηµιουργείται στο µέσο συνετό και έµφρονα άνθρωπο µε τα ίδια
ατοµικά χαρακτηριστικά (ηλικία, καταγωγή, µόρφωση κλπ) στις συγκεκριµένες
συνθήκες, καθόσον το περιεχόµενο της απειλής είναι δυνατό και εξαρτάται
από τον απειλούντα.
Η συναίνεση υπό την επήρεια απειλής παράνοµής ή ανήθικης πρέπει να
έγινε αποκλειστικά και µόνο σύµφωνα µε την απειλή και να µην υπήρξε
αποτέλεσµα της ελεύθερης βούλησης του προσώπου που κλήθηκε να
συναινέσει.
Τέλος, παράνοµη και ανήθικη είναι η απειλή, όταν είτε το αποτέλεσµα
της, είτε ο σκοπός που επιδιώκεται µε αυτήν έχουν παράνοµο ή ανήθικο
χαρακτήρα. Επίσης, είναι παράνοµη ή ανήθικη η απειλή όταν η σχέση του
µέσου προς το σκοπό µε βάση τις συγκεκριµένες περιστάσεις θεωρείται ότι
είναι παράνοµη και αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ακόµη κι
αν τόσο το µέσο όσο και ο σκοπός θεωρούνται νόµιµοι και θεµιτοί [για
παράδειγµα είναι άκυρη η συναίνεση που δίνει η φυσική µητέρα για την
υιοθεσία του τέκνου της υπό την απειλή του δικού της πατέρα ότι θα την
αποκληρώσει αν δεν πράξει διαφορετικά. Σε αυτήν την περίπτωση, τόσο το

128 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.220επ. 
58
µέσο όσο και ο σκοπός είναι θεµιτοί, ήτοι και η άσκηση νοµίµου δικαιώµατος
του παππού του υιοθετούµενου και η συναίνεση της µητέρας του για την
υιοθεσία του τέκνου της, η σχέση τους όµως θεωρείται απειλή διότι αντιβαίνει
στις επιταγές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.]129.
5.8 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΚΥΡΩΣΙΜΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
Οι συνέπειες της ακυρώσιµης συναίνεσης εξοµοιώνονται µε αυτές της
άκυρης, κατά ρητή νοµοθετική πρόβλεψη σύµφωνα µε το άρθρο 1569ΑΚ. Έτσι
λοιπόν, όταν συναίνεση για υιοθεσία που χορηγήθηκε από πρόσωπο που ήταν
υποχρεωµένο προς τούτο υπήρξε προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής, η
απόφαση που επιτρέπει την υιοθεσία µπορεί να προσβληθεί130 µε αίτηση
εκείνου που πλανήθηκε, εξαπατήθηκε ή απειλήθηκε (ΑΚ1570αρ.2).
Η ακυρότητα που δηµιουργείται είναι σχετική, καθώς συγκεκριµένη
οµάδα προσώπων µπορούν να την επικαλεστούν και τελικά να οδηγήσουν
στην αναγνώριση της ακυρότητας της συναίνεσης και άρα σε προσβολή της
υιοθεσίας και δη κατά περίπτωση µόνο ο πλανηθείς ή ο εξαπατηθείς ή ο
απειληθείς, αλλά όχι οι κληρονόµοι τους (σε αντίθεση µε τη γενική διάταξη
του άρθρου 154ΑΚ περί ακυρώσιµων δικαιοπραξιών, σύµφωνα µε την οποία
το δικαίωµα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας έχει µόνο αυτός που
πλανήθηκε ή εξαπατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόµοι τους).
Ο νοµοθέτης θέλησε σαφώς να περιορίσει τον κύκλο των προσώπων
που δύνανται να προσβάλλουν την υιοθεσία στα αµέσως θιγόµενα πρόσωπα
από τα ελαττώµατα της βούλησης τους επιβεβαιώνοντας από ακόµη µια
νοµοθετική διάταξη τη βούληση του να παρεµποδίσει κατά το δυνατόν την
ανατροπή της ζωής και των δηµιουργηθέντων οικογενειακών δεσµών µεταξύ
των υποκειµένων της τεχνητής συγγένειας.

129 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.221επ.
130 Πριν από την έκδοση της απόφασης, εφόσον συντρέχει περίπτωση µη έγκυρης
συναίνεσης η απόρριψη της αίτησης για την τέλεση της υιοθεσίας θα θεµελιωθεί στην
έλλειψη συνδροµής των όρων του νόµου. Το ∆ικαστήριο, που εξετάζει τη σχετική
αίτηση κατά την εκουσία δικαιοδοσία, απορρίπτει την αίτηση ή αναβάλλει την
απόφαση έως τη θεραπεία του ελαττώµατος εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι δυνατό. 
59
Παρόλο που δεν υπάρχει σχετική νοµοθετική πρόβλεψη ειδικά στο
∆ίκαιο της υιοθεσίας, προσφεύγοντας κανείς στις γενικές διατάξεις περί
θεραπείας των ακυρώσιµων δικαιοπραξιών (ΑΚ149, 152 και 156) η ακυρώσιµη
συναίνεση, µπορεί να θεραπευτεί, εφόσον το πρόσωπο που συναίνεσε υπό την
επήρεια πλάνης ή απάτης ή απειλής δεν προσβάλει ποτέ την υιοθεσία, παρόλο
που έχει το δικαίωµα (σιωπηρή παραίτηση). Είναι δυνατόν επίσης, το ίδιο
πρόσωπο ρητά να παραιτηθεί από το δικαίωµα του, αναγνωρίζοντας και
αποδεχόµενο την τελεσθείσα υιοθεσία.
Σύµφωνα µε το άρθρο 1569ΑΚ, η υιοθεσία προσβάλλεται µόνο µε την
άσκηση των προβλεπόµενων ενδίκων µέσων ή βοηθηµάτων κατά της σχετικής
δικαστικής απόφασης. Εποµένως, και ο πλανηθείς ή εξαπατηθείς ή απειληθείς
κατά το άρθρο 1570ΑΚ µπορούν να επικαλεστούν την ακυρωσία της
συναίνεσης τους και να προσβάλλουν την υιοθεσία µέσα στα προβλεπόµενα
από τη διάταξη του άρθρου 800παρ.3ΚΠολ∆ χρονικά όρια (30ήµερο από την
επίδοση της απόφασης για την άσκηση εφέσεως και εφόσον δε γίνει επίδοση
της απόφασης µέσα σε ένα έτος από τη δηµοσίευση της απόφαση που
απαγγέλλει την υιοθεσία)131.
Παρατηρεί κανείς, ότι το γεγονός που σηµαίνει την αφετηρία για
προσµέτρηση του χρόνου προσβολής της απόφασης της υιοθεσίας είναι η
επίδοση ή η δηµοσίευση της132. Είναι δυνατό ωστόσο, η κατάσταση πλάνης ή
απάτης ή απειλής να διαρκεί και µετά τα χρονικά όρια του άρθρου
800παρ.3ΚΠολ∆. Εποµένως, το πρόσωπο του οποίου η συναίνεση υπήρξε
προϊόν πλάνης ή απάτης ή απειλής µε την ισχύουσα νοµοθετική ρύθµιση είναι
δυνατό να χάσει το δικαίωµα του να προσβάλλει την υιοθεσία, η οποία
τελέστηκε µε την ελαττωµατική του συναίνεση, αν η κατάσταση εξακολουθεί
να υπάρχει και µετά τη λήξη των προθεσµιών του 800παρ.3ΚΠολ∆.

131 Μετά την εισαγωγή του Ν.2447/1996 δε γίνεται λόγος πλέον για αναλογική
εφαρµογή του άρθρου 1380παρ.2ΑΚ, που θέτει τα χρονικά όρια για την προσβολή του
ακυρώσιµου γάµου -6 µήνες αφότου έγινε δυνατή η έγερση της αγωγής και πάντως
όταν περάσουν τρία χρόνια από την τέλεση του γάµου- στην περίπτωση της υιοθεσίας
132 Σε αντίθεση µε τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 157ΑΚ και 1380παρ.2ΑΚ, οι
οποίες εισάγουν εξαίρεση στα χρονικά τους όρια και προβλέπουν ειδική προθεσµία για
την περίπτωση που η κατάσταση πλάνης ή απάτης ή απειλής διαρκεί µετά την τέλεση
της δικαιοπραξίας ή του γάµου αντίστοιχα
60
Σαφώς παραµερίζονται τα δικαιώµατα λοιπόν, των προσώπων που
«εµπλέκονται» σε µια υιοθεσία υπό την επήρεια πλάνης ή απάτης ή απειλής
έναντι της προστασίας που επιχειρείται από το σύνολο του ∆ικαίου της
υιοθεσίας των οικογενειακών δεσµών που δηµιουργούνται µε την τέλεση της
υιοθεσίας.
Τα χρονικά όρια προσβολής της απόφασης της υιοθεσίας σύµφωνα µε
τη διάταξη του 800παρ.3ΚΠολ∆ είναι σαφώς συντοµότερα από τους χρονικούς
περιορισµούς για την ακύρωση της ελαττωµατικής δικαιοπραξίας (157ΑΚ). Σε
κάθε περίπτωση, για την προσβολή της υιοθεσίας ένεκα υπάρξεως
«ελαττωµατικής» συναινέσεως, δεν ισχύουν οι χρονικοί περιορισµοί του
άρθρου 157ΑΚ (διετία από την τέλεση της δικαιοπραξίας ή τη λήξη
κατάστασης πλάνης ή απάτης ή απειλής).
Εφόσον λοιπόν, ο νοµοθέτης ρητά όρισε τον τρόπο προσβολής της
υιοθεσίας στα άρθρα 1569 και 1570ΑΚ, παραπέµποντας ρητά στη διάταξη του
άρθρου 800παρ.3ΚΠολ∆, δεν άφησε περιθώρια για περαιτέρω θεωρητικές
αναλύσεις και αναλογική εφαρµογή καµίας άλλης διάταξης. 
61
6. ΕΙ∆ΙΚΟΤΕΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΚΥΡΗΣ
ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ ΛΟΓΩ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΩΝ
ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΝ
6.1. Η ΓΕΝΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ
∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

Η απόφαση της υιοθεσίας προσβάλλεται στα πλαίσια και σύµφωνα µε
τους όρους των άρθρων 1569 και 1570ΑΚ. Η νόµιµη προσβολή της απόφασης
της υιοθεσίας αποτελεί δικαίωµα του προσώπου, που νοµιµοποιείται σχετικά.
Ωστόσο, προσβολή της απόφασης της υιοθεσίας, η οποία έρχεται σε σαφή
αντίθεση µε την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του
δικαιώµατος απαγορεύεται κατά τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ.
Περιεχόµενο133 της γενικής ρήτρας της καταχρηστικότητας (281ΑΚ)
µπορεί να είναι η προστασία του συµφέροντος του υιοθετούµενου τέκνου134. Η
άσκηση των προβλεπόµενων ενδίκων µέσων ή βοηθηµάτων κατά της

133 Στο προϊσχύσαν ∆ίκαιο ο χρόνος άσκησης του δικαιώµατος προσβολής υπήρξε
καθοριστικό στοιχείο της κρίσης περί καταχρηστικότητας του σχετικού δικαιώµατος.
Έτσι λοιπόν, προσβολή της υιοθεσίας µετά από µεγάλο χρονικό διάστηµα από την
έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης κρινόταν ως καταχρηστική από την άποψη
ότι ο φορέας του δικαιώµατος είχε εύλογο χρόνο να το ασκήσει και από τη άποψη ότι
θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσµατα λύσης ήδη δηµιουργηθέντων συγγενικών
σχέσεων. [Μιχαηλίδη – Νουάρου Γεωργίου, Υιοθεσία τελεσθείσα άνευ της συναινέσεως
του συζύγου του υιοθετούντος (γνωµοδότηση), ΝοΒ 1967 545] Πλέον µε τα
συντοµότατα όρια προσβολής του άρθρου 800παρ.3ΚΠολ∆, η περίπτωση αυτή πλέον
δεν έχει ιδιαίτερη πρακτική σηµασία.
134 Το συµφέρον του υιοθετούµενου τέκνου δεν αποτελεί όρο του νόµου της τέλεσης
της υιοθεσίας, εποµένως δε µπορεί να θεµελιώσει αυτοτελή λόγο προσβολής της
απόφασης της υιοθεσίας. Υποστηρίζεται η άποψη ότι το συµφέρον του τέκνου µπορεί
να αποτελέσει µέρος εξειδίκευσης της γενικής ρήτρας του ΑΚ281 [Φουντεδάκη Κ.,
ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.229επ.] 
62
απόφασης της υιοθεσίας, ως δικονοµικό δικαίωµα, δεν είναι δυνατό να
αποτελέσει περιεχόµενο της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώµατος
προσβολής. Η καταχρηστικότητα εντοπίζεται εν προκειµένω στο δικαίωµα που
έχει το νοµιµοποιούµενο πρόσωπο σύµφωνα µε τα άρθρα 1569 και 1570ΑΚ να
προσβάλλει την απόφαση της υιοθεσίας και όχι στο (ένδικο) µέσο του
∆ικονοµικού ∆ικαίου που θα επιλέξει για την προσβολή αυτήν.
Επιπλέον, οι περιπτώσεις, σύµφωνα µε τις οποίες µπορεί να κριθεί ως
καταχρηστική η προσβολή της υιοθεσίας, κρίνονται διαφορετικά. Σε περίπτωση
που προσβάλλει ο φυσικός γονέας που δε συναίνεσε για την τέλεση της
υιοθεσίας, η κρίση περί καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώµατος
προσβολής της σχετικής απόφασης θα πρέπει να γίνει µε περισσή επιείκεια.

6.2. Η ΠΑΡΟΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ∆ΙΑΦΥΛΑΞΗ
ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ
Η υιοθεσία είναι µυστική, όταν προστατεύεται από τη δηµοσιοποίηση
τόσο η τέλεση της, όσο και η ταυτότητα των εµπλεκοµένων προσώπων. Η
µυστικότητα της υιοθεσίας προστατεύει τη θετή οικογένεια από µελλοντικά
προβλήµατα, έριδες και παρεµβάσεις. Ωστόσο, είναι αναφαίρετο δικαίωµα του
κάθε ατόµου να γνωρίζει και να πληροφορείται για την καταγωγή του,
δικαίωµα το οποίο ερείδεται στις συνταγµατικές διατάξεις των άρθρων
5παρ.1Σ (περί προστασίας της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας) και
21παρ.1Σ (προστασία της παιδικής ηλικίας). Εποµένως, το ανήλικο τέκνο, και
δη αυτό ηλικίας κάτω των 12 ετών, που δε συµµετέχει στη δίκη της υιοθεσίας,
πρέπει να πληροφορείται τόσο για την τέλεση της υιοθεσίας, όσο και για την
ταυτότητα των φυσικών γονέων του.
Προκειµένου να διαφυλαχθεί η µυστικότητα της υιοθεσίας υπάρχουν
δυο συστήµατα παροχής συναίνεσης των φυσικών γονέων: 1) η συναίνεση εν
λευκώ, σύµφωνα µε την οποία οι φυσικοί γονείς παρέχουν µια γενική
συναίνεση εν λευκώ το τέκνο τους να υιοθετηθεί από τους θετούς γονείς που
η αρµόδια κοινωνική υπηρεσία θα επιλέξει σε µέλλοντα χρόνο. ∆ε γνωρίζουν
63
ούτε τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των υποψήφιων θετών γονέων, ούτε το
χρόνο της υιοθεσίας, ούτε αν τελικά τελέστηκε η υιοθεσία. Και 2) η συναίνεση
που χορηγείται από τους φυσικούς γονείς ενόψει µιας επιχειρούµενης
υιοθεσίας (απόρρητη υιοθεσία µε στενή έννοια). Σε αυτήν την περίπτωση οι
φυσικοί γονείς γνωρίζουν ότι επίκειται η υιοθεσία του τέκνου τους και τα
χαρακτηριστικά στοιχεία (κοινωνικά, οικονοµικά κλπ) των υποψήφιων γονέων
(όχι βέβαια την ταυτότητα τους) και παρέχουν τη συναίνεση τους στην
επικείµενη υιοθεσία.
Το ελληνικό ∆ίκαιο της υιοθεσίας µέχρι και την ψήφιση του
Ν.2447/1996 προέβλεπε συγκεκριµένες περιπτώσεις ρύθµισης της
εξασφάλισης του απορρήτου της υιοθεσίας (σύστηµα δυνητικής τήρησης της
µυστικότητας πλην της περιπτώσεως της εν λευκώ συναινέσεως). Καταρχήν
ίσχυε το σύστηµα της αµετακλήτου γενικής εν λευκώ συναινέσεως
(αρ.12παρ.2 του ν.δ.610/1970) για παιδιά - τροφίµους ιδρυµάτων ή
κοινωνικών υπηρεσιών. Έτσι λοιπόν, οι φυσικοί γονείς συναινούσαν για την
υιοθεσία του τέκνου τους χωρίς να γνωρίζουν ούτε το όνοµα, ούτε πρόσθετα
στοιχεία για την προσωπικότητα των θετών γονέων. Η συναίνεση τους
αφορούσε την υιοθεσία του τέκνου τους από οποιονδήποτε θετό γονέα έκρινε
κατάλληλο το ίδρυµα ή η κοινωνική υπηρεσία στην οποία είχαν εµπιστευθεί το
τέκνο τους. Η όλη διαδικασία της υιοθεσίας µετά την παροχή της εν λευκώ
συναινέσεως κινούνταν µε πρωτοβουλία του ιδρύµατος ή της κοινωνικής
υπηρεσίας χωρίς καµία περαιτέρω ανάµειξη των φυσικών γονέων.
Στην περίπτωση που το προς υιοθεσία τέκνο δεν προστατευόταν από
κάποια κοινωνική υπηρεσία, η µυστικότητα της υιοθεσίας εξασφαλιζόταν είτε
µε την παροχή συναίνεσης σε άλλη δικάσιµο, ή ενώπιον µέλους της σύνθεσης
του ∆ικαστηρίου εκτός του ακροατηρίου, ή µε την παροχή συναίνεσης µε
συµβολαιογραφικό έγγραφο.
Επιπλέον, τα δικόγραφα των αιτήσεων για υιοθεσία δεν περιείχαν τα
πραγµατικά ονόµατα των διαδίκων, αλλά αναφέρονταν αυτοί µε
ψευδώνυµα135. Τα ονόµατα των διαδίκων καταγράφονταν σε ειδικό βιβλίο του

135 Η χρήση ψευδωνύµων είναι επιτρεπτή στα δικόγραφα της υιοθεσίας και υπό το
ισχύον δίκαιο. Ειδικότερα, σύµφωνα µε τα άρθρα 8 και 9 του Ν.2447/1996
αναδιατυπώνονται διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου. Σύµφωνα µε το αρ.8
εξακολουθεί να διατηρείται το απόρρητο βιβλίο για τις τελούµενες υιοθεσίες στα
64
Πρωτοδικείου για λόγους ταυτοποίησης χωρίς ωστόσο, το βιβλίο αυτό να είναι
προσβάσιµο δηµοσίως.
Πλέον µετά τη θέση σε ισχύ του Ν.2447/1996 και τη θέσπιση του
άρθρου 1559ΑΚ ορίζεται ρητά ότι η υιοθεσία ανηλίκων τηρείται µυστικά.
Καθιερώνεται εποµένως το σύστηµα της υποχρεωτικής µυστικότητας, στο
µέτρο βέβαια που οι συνθήκες το επιτρέπουν, το οποίο αφορά γενικά άπαντες,
τόσο τους τρίτους, όσο και τους φυσικούς γονείς.
Η πρόβλεψη της µυστικότητας της υιοθεσίας έχει τεθεί για την
προστασία των συµφερόντων των θετών γονέων, του θετού τέκνου και των
φυσικών γονέων, οι οποίοι βέβαια, µπορούν να παραιτηθούν από αυτό το
δικαίωµα τους και η σχετική δίκη να διεξαχθεί δηµόσια στο ακροατήριο. Η
τήρηση λοιπόν, της µυστικότητας αποτελεί υποχρέωση των δικαστών, των
κοινωνικών υπηρεσιών ή οργανώσεων και των υπαλλήλων, οι οποίοι
αναµείχθηκαν στην υιοθεσία136.
Βέβαια, το θετό τέκνο αποκτά µετά την ενηλικίωση του (εφόσον δεν
του έχει ήδη γνωστό) το δικαίωµα πληροφόρησης137 των στοιχείων των
φυσικών γονέων του τόσο από τη θετή του οικογένεια, όσο και από
οποιαδήποτε αρχή (ΑΚ1559παρ.2)138. ∆ικαίωµα που θεµελιώνεται στη
συνταγµατικά προστατευµένη αρχή της προστασίας της προσωπικότητας του
ατόµου (Σ5παρ.1).

Πρωτοδικεία, η έκδοση αποσπάσµατος της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του
υιοθετούµενου, γεγονός που εµµέσως νοµιµοποιεί την πρακτική του παρελθόντος
αναφορικά µε τα ψευδώνυµα.
136 ∆ασκαρόλης Γ., ο.π., σελ.189
137 ΓνµδΕισΠρΘεσ3/1997 ΑρχΝ 2000 876 και NOMOS: «… µόνον το θετό τέκνο µετά
την ενηλικίωση του (ή άλλος που ενεργεί κατ’ εντολή του θετού τέκνου ή ο δικηγόρος
του τελευταίου, η εντολή των οποίων να προκύπτει από δηµόσιο έγγραφο), έχουν το
δικαίωµα να πληροφορούνται πλήρως µόνο τα στοιχεία των φυσικών γονέων του
θετού τέκνο, τα δε όργανα των αρµοδίων κοινωνικών υπηρεσιών ή ιδρυµάτων έχουν
την υποχρέωση να παρέχουν στους ενδιαφεροµένους τη συνδροµή τους κατά την
άσκηση του παραπάνω δικαιώµατος. Συνεπώς οποιοσδήποτε τρίτος που δεν εµπίπτει
στις παραπάνω προστατευτικές διατάξεις του νόµου, δε µπορεί να ελέγχει περιπτώσεις
που αφορούν τρίτους…»
138 Το δικαίωµα αυτό παρέχεται και στα τέκνα που υιοθετήθηκαν υπό το καθεστώς του
προϊσχύσαντος δικαίου, στο οποίο δεν υπήρχε ανάλογη ρύθµιση σύµφωνα µε τη
διάταξη του άρθρου 57παρ.5 του Ν.2447/1996 
65
Κατά τα λοιπά, σύµφωνα µε το ισχύον ∆ίκαιο η µυστικότητα της
υιοθεσίας εξασφαλίζεται περαιτέρω κατά τη διαδικασία (αρ.800παρ.2 και
6ΚΠολ∆) της παροχής συναίνεσης. Συγκεκριµένα, πλέον παρέχεται η
δυνατότητα στα νοµιµοποιούµενα να συναινέσουν πρόσωπα, να δηλώσουν τη
συναίνεση τους εκτός του ακροατηρίου, ενώπιον µέλους της σύνθεσης του
∆ικαστηρίου που εξετάζει την αίτηση για τη υιοθεσία. Επίσης, η διαδικασία στο
ακροατήριο µπορεί να γίνει «κεκλεισµένων των θυρών», ήτοι χωρίς
δηµοσιότητα.
 6.2.1. Η ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ
Η µυστικότητα της υιοθεσίας έναντι τρίτων αφορά τόσο την τέλεση της
υιοθεσίας, όσο και την ταυτότητα των προσώπων που συµµετέχουν σε αυτήν.
Σκοπός του νοµοθέτη που θέσπισε τη µυστικότητα έναντι τρίτων, ήταν να
προστατεύσει τη θετή οικογένεια από παρεµβάσεις και εκβιασµούς που
πιθανόν προέρχονταν από τρίτους γνώστες της τελεσθείσας υιοθεσίας.
Επιχειρείται δε σε όλα τα στάδια της υιοθεσίας, τόσο µε την τήρηση
απορρήτων βιβλίων στα Πρωτοδικεία, µε τη δυνατότητα διεξαγωγής της δίκης
της υιοθεσίας «κεκλεισµένων των θυρών», όσο µε την έκδοση αποσπάσµατος
και όχι αντιγράφου της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως του θετού τέκνου και
από πλειάδα άλλων πρακτικών [απόρρητο αρχείο κοινωνικών υπηρεσιών και
οργανώσεων που συµπράττουν σε υιοθεσίες (αρ.6 π.δ.226/1999) , οι οποίες
στοχεύουν στη διαφύλαξη ήρεµης οικογενειακής ζωής για όλα τα µέλη της
θετής οικογένειας και περαιτέρω στην προστασία του συµφέροντος του θετού
τέκνου.
6.2.2. Η ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΓΟΝΕΩΝ
Συγκεκριµένα, για τους φυσικούς γονείς, σύµφωνα µε τη διάταξη του
άρθρου ΑΚ1550παρ.2, η συναίνεση τους για την υιοθεσία του τέκνου τους
είναι έγκυρη ακόµη και στην περίπτωση που δε γνωρίζουν το πρόσωπο του
66
θετού γονέα (στην περίπτωση που ο ανήλικος προστατεύεται από αρµόδια
κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση), γνωρίζουν ωστόσο, την τέλεση της
επικείµενης υιοθεσίας.
Η άγνοια των φυσικών γονέων συνάδει επιπλέον µε την κρατούσα
άποψη για τη νοµική φύση της υιοθεσίας. ∆εν πρόκειται για σύµβαση µεταξύ
θετών και φυσικών γονέων, ώστε η άγνοια των δευτέρων για την ταυτότητα
των προσώπων που προτίθενται να υιοθετήσουν το τέκνο τους να απειλεί το
κύρος της. Η υιοθεσία, εποµένως µπορεί εγκύρως να τελεστεί µε τη γνώση
από τους φυσικούς γονείς ελάχιστων στοιχείων εξατοµίκευσης των θετών
γονέων.
Στην περίπτωση δε, που ο ανήλικος δεν προστατεύεται από κάποια
κοινωνική υπηρεσία, από τη γραµµατική διατύπωση των άρθρων ΑΚ1550 και
1552ΑΚ προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαία η εξασφάλιση της µυστικότητας
έναντι των φυσικών γονέων. ∆ιότι πρόκειται για υιοθεσίες ιδιωτικές, στις
οποίες τα πρόσωπα (θετών και φυσικών γονέων) πρέπει να είναι γνωστά
µεταξύ τους, προκειµένου να αποφεύγονται διαµεσολαβήσεις τρίτων µε σκοπό
την εξασφάλιση οικονοµικών ωφεληµάτων από την τέλεση της υιοθεσίας139.
Ωστόσο, υποστηρίζεται η άποψη140 ότι εν προκειµένω πρέπει µε διασταλτική
ερµηνεία της διάταξης του άρθρου 1550παρ.2ΑΚ, να περιλαµβάνεται η
εξασφάλιση του απορρήτου, πέραν των περιπτώσεων τέλεσης υιοθεσίας µε τη
µεσολάβηση κοινωνικής υπηρεσίας, και στις ιδιωτικές υιοθεσίες.
Η αντίθετη άποψη ότι πρέπει δηλαδή οι φυσικοί γονείς να γνωρίζουν
την ταυτότητα των θετών γονέων ερείδεται στο επιχείρηµα ότι έτσι
αποφεύγονται φαινόµενα καταστρατήγησης του νόµου περί υιοθεσιών, ειδικά
στις περιπτώσεις που δε µεσολαβούν δηµόσιοι φορείς (κοινωνικές υπηρεσίες),
όπως για παράδειγµα υιοθεσία έναντι οικονοµικών ανταλλαγµάτων κλπ.
Επιχείρηµα, το οποίο έχει πειστικότερο αντίλογο, καθόσον τους ίδιους
κινδύνους να τελεστεί κατά παράβαση του νόµου έχει τόσο µια υιοθεσία που
πραγµατοποιείται µε τη µεσολάβηση κάποιας κοινωνικής υπηρεσίας, όσο και
µια ιδιωτική υιοθεσία. Περαιτέρω, η απόκρυψη των στοιχείων της ταυτότητας

139 Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε.,Οικογενειακό ∆ίκαιο ο.π. σελ. 390επ.
140 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.245επ. 
67
των θετών γονέων εξυπηρετεί µόνο το συµφέρον του θετού τέκνου και της
θετής οικογένειας εν γένει.
Εξασφαλίζεται µε αυτόν τον τρόπο, η µυστικότητα της υιοθεσίας έναντι
των φυσικών γονέων, προς αποφυγή µελλοντικών παρεµβάσεων τους στη
θετή οικογένεια και αναστάτωση της ζωής του υιοθετούµενου.
Περιεχόµενο της συναίνεσης των φυσικών γονέων εποµένως, δεν είναι
µόνο η τέλεση της υιοθεσίας του τέκνου τους γενικά, αλλά η επικείµενη
τέλεση της υιοθεσίας του τέκνου τους υπό ορισµένες συνθήκες και από
συγκεκριµένους θετούς γονείς, για τους οποίους αγνοούν µόνο τα στοιχεία της
ταυτότητας τους. Προκειµένου λοιπόν να καταρτιστεί εγκύρως η υιοθεσία, θα
πρέπει οι φυσικοί γονείς προηγουµένως να έχουν πληροφορηθεί τα παραπάνω
περιστατικά από το ∆ικαστή, ενώπιον του οποίου δηλώνουν τη συναίνεση
τους.
6.2.3. Η ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΘΕΤΟΥ ΤΕΚΝΟΥ
Αναφέρθηκε και ανωτέρω ότι και έναντι του θετού τέκνου διατηρείται
µυστική τόσο η τέλεση της υιοθεσίας, όσο και περαιτέρω τα στοιχεία της
ταυτότητας των φυσικών γονέων του µέχρι την ενηλικίωση του. Αυτό βέβαια,
δεν απαγορεύει τους θετούς γονείς του, οι οποίοι ασκούν πλέον τη γονική
µέριµνα του να αποφασίσουν να ενηµερώσουν το θετό τέκνο για την
καταγωγή του, πράγµα που είναι προτιµότερο για την υγιή ψυχική ανάπτυξη
του.
Ωστόσο στην περίπτωση που η σχετική πληροφόρηση του δε γίνει κατά
την περίοδο της ανηλικότητας του, το θετό τέκνο αποκτά δικαίωµα να
γνωρίσει τα στοιχεία της ταυτότητας των φυσικών γονέων του µόλις
συµπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο
) έτος της ηλικίας του. Το δικαίωµα του
αυτό µπορεί να το αντιτάξει (το ίδιο αλλά και οι κατιόντες του εξ ιδίου
δικαίου141) τόσο έναντι των θετών γονέων του, όσο και έναντι των αρµοδίων
αρχών και υπηρεσιών.
Τυχόν άρνηση των φορέων της σχετικής υποχρέωσης να
πληροφορήσουν τον υιοθετούµενο πλέον ενήλικα, αποτελεί µη εκπλήρωση

141 ∆ασκαρόλης Γ., ο.π. σελ.190 
68
αξίωσης προς νόµιµη ενέργεια, µε συνέπεια τη γέννηση αξίωσης του
υιοθετούµενου προς εκπλήρωση της. ∆εν αποκλείεται και δυνατότητα
αποζηµίωσης κατά τους όρους των αδικοπραξιών, εφόσον συντρέχουν οι
σχετικές προϋποθέσεις (δόλια συµπεριφορά βλαπτική για το υιοθετούµενο
τέκνο)142.
6.3.Η ΓΕΝΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΟ∆ΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1554ΑΚ
Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 1554ΑΚ, οι γονείς ή ο επίτροπος
µπορούν µε δήλωση τους ενώπιον του ∆ικαστηρίου, στην αρµόδια κοινωνική
υπηρεσία ή την αναγνωρισµένη κοινωνική οργάνωση, που έχουν αναλάβει την
προστασία του ανηλίκου, να δίδουν γενική εξουσιοδότηση να αναλάβουν την
κίνηση της διαδικασίας µελλοντικής υιοθεσίας από θετούς γονείς της
ελεύθερης επιλογής τους.
Η παραπάνω εξουσιοδότηση είναι ελευθέρως ανακλητή µονοµερής και
απευθυντέα δήλωση βουλήσεως, γίνεται µε δήλωση των φυσικών γονέων
ενώπιον του ∆ικαστηρίου143 και κοινοποιείται στην υπηρεσία ή την οργάνωση,
οι οποίες ανέλαβαν την κίνηση των διαδικασιών υιοθεσίας του τέκνου, το
αργότερο έως το χρονικό σηµείο της κατάθεσης από αυτές στο ∆ικαστήριο της
υιοθεσίας της αίτησης για υιοθεσία.
Η ρύθµιση της γενικής εξουσιοδότησης των φυσικών γονέων προς την
κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση, που έχουν αναλάβει τη φροντίδα του προς
υιοθεσία ανηλίκου αντικατέστησε τη γενική συναίνεση του αρ.12παρ.2 του
ν.δ.610/1970 και η θέσπιση της κρίθηκε αναγκαία, προκειµένου να
διευκολύνει τις παραπάνω υπηρεσίες στο έργο της προστασίας και οριστικής
τακτοποίησης των τέκνων που περιθάλπουν, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος
εµπλοκής του σε µηνύσεις µε την κατηγορία της αρπαγής ανηλίκων ή λοιπών
συναφών εγκληµάτων.

142 Β.Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο, Τόµος Ε’, Οικογενειακό ∆ίκαιο Άρθρα
1346-1694, Αθήνα 2004, σελ.1155
143 Αρµόδιο είναι το Πολυµελές Πρωτοδικείο της συνήθους διαµονής του ανηλίκου,
κατά αναλογία του άρθρου 800παρ.1ΚΠολ∆, αφού δεν υπάρχει ακόµη υιοθετών για να
εφαρµοστεί η δωσιδικία της δικής του συνήθους διαµονής [Β.Βαθρακοκοίλη,
ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο, Τόµος Ε’, σελ.1135επ.] 
69
Η γενική εξουσιοδότηση των φυσικών γονέων δεν αποτελεί συναίνεση,
τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί συναίνεσης των φυσικών
γονέων144. Αυτό σηµαίνει ότι χορηγείται µόνο στο πλαίσιο διευκόλυνσης των
κοινωνικών υπηρεσιών και προκειµένου να τελεστεί η υιοθεσία εξακολουθεί να
είναι απαραίτητη η συναίνεση των φυσικών γονέων του υιοθετουµένου,
σύµφωνα µε τα άρθρα 1550-1553ΑΚ.
Έτσι λοιπόν, οι κοινωνικές υπηρεσίες που περιθάλπουν ένα παιδί,
αποκτούν νοµιµοποίηση να εκπροσωπούν τους φυσικούς γονείς στα
προπαρασκευαστικά στάδια της τέλεσης υιοθεσίας.
Οι φυσικοί γονείς που επιθυµούν την υιοθεσία του τέκνου τους, δεν
εµπλέκονται περαιτέρω σε διαδικαστικές πράξεις της υιοθεσίας. ∆ε
δεσµεύονται υπέρµετρα, διότι ο νοµοθέτης προέβλεψε για τη γενική
εξουσιοδότηση να είναι ελευθέρως ανακλητή, χωρίς πρόσθετους όρους (πλην
του χρονικού ορίου της κατάθεσης της αίτησης για υιοθεσία από την κοινωνική
οργάνωση ή υπηρεσία) και δικαιολόγηση, σε αντίθεση µε τη γενική συναίνεση
του προϊσχύσαντος δικαίου, η οποία κρίθηκε υπέρµετρα δεσµευτική για τους
φυσικούς γονείς, εφόσον δεν τους άφηνε περιθώρια ανάκλησης.
Σε καµιά περίπτωση δε µπορεί να θεωρηθεί ότι η γενική εξουσιοδότηση
του άρθρου 1554ΑΚ υποκαθιστά ή ταυτίζεται µε τη συναίνεση των φυσικών
γονέων. Επιπλέον, κατά την τέλεση της υιοθεσίας, η συναίνεση τους είναι
απαραίτητη εκτός αν το ∆ικαστήριο της υιοθεσίας κρίνει ότι πρέπει να
αναπληρωθεί ή να παραλειφθεί, έφόσον συντρέχουν οι όροι των διατάξεων
των άρθρων 1550 και 1552ΑΚ.
Εποµένως για το φυσικό γονέα, ο οποίος αρχικά χορήγησε την
εξουσιοδότηση του ΑΚ1554 για την υιοθεσία του τέκνου του, παρέχονται δυο
δυνατότητες να την αποτρέψει τελικά, πρώτον δύναται να την ανακαλέσει
µέχρι την κατάθεση της αιτήσεως υιοθεσίας στο αρµόδιο ∆ικαστήριο και

144 Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, Η νοµολογιακή εφαρµογή του άρθρου 281ΑΚ στο
οικογενειακό ∆ίκαιο, Ελλ∆νη 1997 1462 αντιθ. Σπυριδάκης Ι., Η µεταρρύθµιση του
οικογενειακού δικαίου 1997 192, σύµφωνα µε την άποψη του οποίου αν οι γονείς,
που έδωσαν τη γενική εξουσιοδότηση τους και δεν την ανακάλεσαν εµπρόθεσµα,
αρνηθούν µετά να συναινέσουν στο ∆ικαστήριο, η άρνηση τους ως αντιφατική
προφανώς συµπεριφορά, θα συνιστά κατάχρηση δικαιώµατος και δε θα πρέπει να
λαµβάνεται υπόψη. 
70
δεύτερον µπορεί να µη συναινέσει τελικά ενώπιον του εντεταλµένου δικαστή ή
δικαστηρίου.
Στην τελευταία δε περίπτωση, που κάποιος φυσικός γονέας παρείχε τη
γενική εξουσιοδότηση του άρθρου 1554ΑΚ και τελικά κατά τη συζήτηση της
αίτησης για υιοθεσία του τέκνου του αρνείται να συναινέσει, η άρνηση του
αυτή δε µπορεί να θεωρηθεί ότι είναι καταχρηστική145.
Η άρνηση του φυσικού γονέα να συναινέσει για την υιοθεσία του
τέκνου του είναι δικαίωµα του, και σε καµιά περίπτωση δε µπορεί να ελέγχεται
για καταχρηστικότητα πέραν των περιπτώσεων που ο νοµοθέτης ρητά
προέβλεψε (1552παρ.1εδ. δ’ και ε’ΑΚ). Κρίνεται αυτοτελώς από το
∆ικαστήριο, προκειµένου να αναπληρωθεί κατά το άρθρο 1552περ.δ’ ΑΚ,
γεγονός που εξηγείται και από τη φύση της εξουσιοδότησης, η οποία δε µπορεί
να εξοµοιωθεί µε συναίνεση146.

145 Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε.,Οικογενειακό ∆ίκαιο ο.π. σελ. 391επ.,
Β.Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο, Τόµος Ε’, σελ.1136επ., Φουντεδάκη Κ., ο.π.,
Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.243επ., ∆ασκαρόλης Γ., ο.π., σελ.173
αντιθ. ∆εληγιάννη Ι.Γ., ο.π.σελ19
146 ΠΠρΑθ222/2004 Αρµ2005 31 και NOMOS 
71
7. Η ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ
ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ ΩΣ ΜΕΣΟΥ
ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ
Η απόφαση επί της αιτήσεως υιοθεσίας είναι διαπλαστική και τα έννοµα
αποτελέσµατα της αρχίζουν από την τελεσιδικία της (ΑΚ1560).
7.1.∆ΙΑ∆ΙΚΟΙ
∆ιάδικοι στη δίκη της υιοθεσίας, η οποία αποτελεί δίκη της εκουσίας
δικαιοδοσίας, είναι τα πρόσωπα που µετέχουν στη διαδικασία της δίκης της
υιοθεσίας και ο Εισαγγελέας µε βάση το Νόµο. Ειδικότερα, διάδικοι µπορεί να
είναι:
Α) ο υποψήφιος θετός γονέας,
Β) το ενήλικο θετό τέκνο,
Γ) η κοινωνική υπηρεσία ή η οργάνωση στην περίπτωση του άρθρου
1554ΑΚ (γενική εξουσιοδότηση)147 ,
∆) οι συγγενείς του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, ως προσθέτως
παρεµβαίνοντες για την υποστήριξη της αποδοχής ή της απόρριψης της
αίτησης για υιοθεσία,
Ε) πρόσωπα, τα οποία κλητεύθηκαν κατ’ εντολή ∆ικαστού σύµφωνα µε
το άρθρο 748παρ.3ΚΠολ∆,

147 Στην προκειµένη περίπτωση η κοινωνική υπηρεσία ή η οργάνωση που έχουν λάβει
γενική εξουσιοδότηση από τους φυσικούς γονείς κατά τη διάταξη του άρθρου 1554ΑΚ
δεν υποβάλλουν αυτές µόνες την αίτηση για την υιοθεσία. Η αίτηση για την υιοθεσία
υποβάλλεται από τον υποψήφιο θετό γονέα (άρθρο 1549ΑΚ) και στην περίπτωση του
1554ΑΚ συνυποβάλλεται από το θετό γονέα και την κοινωνική υπηρεσία. 
72
Στ) όλα τα πρόσωπα που νοµιµοποιούνται να συναινέσουν για την
τέλεση της υιοθεσίας είτε δηλώνουν τη συναίνεση τους ενώπιον του
∆ικαστηρίου, είτε µε συµβολαιογραφικό έγγραφο (σύζυγος διαµένων στο
εξωτερικό). Εφόσον όµως, τα πρόσωπα αυτά παρόλο που είχαν δικαίωµα να
συναινέσουν δε συναίνεσαν στη δίκη της υιοθεσίας, θεωρούνται τρίτοι148,
Ζ) το υιοθετούµενο ανήλικο τέκνο που δεν έχει συµπληρώσει το
δωδέκατο (12ο
) έτος της ηλικίας του, ακόµη και στην περίπτωση που κρίνεται
σκόπιµη η ακρόαση του από το ∆ικαστήριο της υιοθεσίας λόγω της
πνευµατικής του ωριµότητας (1555παρ.2ΑΚ). Η δίκη της υιοθεσίας όµως το
αφορά άµεσα και παρόλο που δε µετέχει ως διάδικος στη δίκη της υιοθεσίας,
ως υποκείµενο της διάπλασης που επιχειρείται µε την απόφαση, λογίζεται ως
διάδικος προκειµένου να του χορηγηθεί το δικαίωµα να ασκήσει έφεση κατά
της απόφασης της υιοθεσίας.
Ωστόσο, είναι ορθή και η άποψη149 που υποστηρίζει ότι η µη συµµετοχή
του στη δίκη της υιοθεσίας παρά το άµεσο ενδιαφέρον που έχει από αυτήν,
δεν του επιτρέπει να θεωρηθεί κατά πλάσµα δικαίου διάδικος, γεγονός που θα
του στερήσει και την έννοµη προστασία ενός βαθµού δικαιοδοσίας. Σύµφωνα
δε, µε το άρθρο 800παρ.5ΚΠολ∆, ο ανήλικος που έχει συµπληρώσει το
δωδέκατο έτος της ηλικίας του έχει δικαίωµα αυτοπροσώπως να παρίσταται
στο ∆ικαστήριο της υιοθεσίας κατά την τέλεση της υιοθεσίας και κατά την
άσκηση των σχετικών ενδίκων µέσων ή βοηθηµάτων κατά της απόφασης της
υιοθεσίας.
Η) ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών είναι εκ του νόµου διάδικος σε όλες τις
δίκες εκουσίας δικαιοδοσίας, είτε του κοινοποιηθεί είτε όχι το εισαγωγικό της
σχετικής δίκης δικόγραφο ένεκα του χαρακτήρα δηµοσίου συµφέροντος που οι
δίκες αυτές έχουν πολλές φορές. Η αίτηση της υιοθεσίας κοινοποιείται
υποχρεωτικά στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών (785παρ.2ΚΠολ∆). Η θέση του ως
διαδίκου στη δίκη της υιοθεσίας ωστόσο, υποστηρίζεται150 ότι πρέπει να είναι
περιορισµένη καθώς ο ρόλος του είναι µόνο για να προασπίζει το δηµόσιο
συµφέρον. Έτσι παρά την περιορισµένη πρακτική σηµασία που έχει το θέµα,

148 Άρθρο 800παρ.4ΚΠολ∆
149 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.258επ.
150 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.261επ. 
73
καλό είναι η θέση του και η άσκηση από µέρους του των προβλεπόµενων από
το Νόµο ενδίκων µέσων ή βοηθηµάτων να ελέγχονται κατόπιν της στάθµισης
των συµφερόντων του θετού τέκνου από την τέλεση της υιοθεσίας και του
απειλούµενου από την τελούµενη υιοθεσία δηµοσίου συµφέροντος.
7.2. Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ∆ΙΑ∆ΙΚΩΝ
Στις δίκες κατά την εκουσία δικαιοδοσία ελλείπει παντελώς το στοιχείο
της αντιδικίας, και δη το ∆ικαστήριο µετά τον έλεγχο της συνδροµής των όρων
του Νόµου αποδέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Εφόσον όµως, είναι δυνατή η
άσκηση πρόσθετης παρέµβασης, από συγγενείς κυρίως του θετού γονέα ή του
θετού τέκνου, για την υποστήριξη της αποδοχής ή της απόρριψης της αίτησης
για υιοθεσία, είναι δυνατό να προκύψει τελικά µια «ιδιόµορφη» αντιδικία
µεταξύ των διαδίκων στη δίκη της υιοθεσίας.
Υποστηρίζεται η άποψη151, παρά το αµφιλεγόµενο θέµα της εναρµόνισης
των διατάξεων για την απλή ή την αναγκαία οµοδικία στις δίκες κατά την
εκουσία δικαιοδοσία, ότι λόγω των πρακτικών συνεπειών της αποδοχής της
άποψης, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις για την αναγκαία οµοδικία
έχουν εφαρµογή στη δίκη της υιοθεσίας. Και αυτό διότι, η δικονοµική
µεταχείριση δυο συζύγων152 που υποβάλλουν από κοινού αίτηση για την
υιοθεσία ενός τέκνου πρέπει να είναι ενιαία.
Σηµαντικό ρόλο ωστόσο, συντελεί και η θεώρηση του αντικειµένου της
δίκης σε αυτήν την περίπτωση. Αν πρόκειται, δηλαδή, για µια ενιαία από
κοινού υιοθεσία ή για µια επιµερισµένη σε δυο υιοθεσίας, µια για τον ένα
σύζυγο και µια για τον άλλο. Εκ του αποτελέσµατος καλό είναι να προτιµηθεί
η δεύτερη θεώρηση, ούτως ώστε οι λόγοι αποδοχής και απόρριψης της
αίτησης να κρίνονται αυτοτελώς για κάθε σύζυγο.

151 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.259επ.
152 Μοναδική περίπτωση επιτρεπτής περίπτωσης πολλαπλής υιοθεσίας 
74
7.3.ΕΝ∆ΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
Στην περίπτωση που για την έκδοση της απόφασης της υιοθεσίας δεν
συνέτρεξαν οι όροι του νόµου ή υπήρξαν ελαττώµατα της βούλησης των
προσώπων που συναίνεσαν για την υιοθεσία, η υιοθεσία προσβάλλεται µε τα
νόµιµα ένδικα µέσα και βοηθήµατα, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων
1569, 1570ΑΚ και 800ΚΠολ∆. Η προσβολή λοιπόν, της υιοθεσίας εξειδικεύεται
στα παραπάνω άρθρα, τα οποία εισήχθησαν για πρώτη φορά στο ∆ίκαιο της
υιοθεσίας µε το Ν.2447/1996.
Εποµένως, από τα ανωτέρω άρθρα προκύπτει το εξής συµπέρασµα: ότι
δηλαδή η «ελαττωµατική» υιοθεσία προσβάλλεται από ορισµένα πρόσωπα
µόνο µε την άσκηση ενδίκων µέσων και βοηθηµάτων κατά της απόφασης
(ΑΚ1569) για συγκεκριµένους λόγους ακυρότητας ή ακυρωσίας µέσα σε
αυστηρά καθορισµένα χρονικά όρια.
7.3.1. Η ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΡΗΜΟ∆ΙΚΙΑΣ
Ανακοπή ερηµοδικίας στη δίκη της υιοθεσίας µπορεί να ασκήσουν όλοι
οι διάδικοι, πλην των αιτούντων. Στην θεωρία, ωστόσο, υπάρχει έντονη
διχογνωµία για τη δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερηµοδικίας κατά
πρωτοβάθµιων αποφάσεων σε δίκες εκουσίας δικαιοδοσίας. Κατά µια άποψη, η
ανακοπή ερηµοδικίας επιτρέπεται αναλογικά και στις αποφάσεις της εκουσίας
δικαιοδοσίας κατά ρητή παραποµπή του άρθρου 741ΚΠολ∆ στις γενικές
διατάξεις των άρθρων 1-590ΚΠολ∆. Σύµφωνα δε µε την αντίθετη άποψη, η
άσκηση ανακοπής ερηµοδικίας κατά αποφάσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας
που εκδόθηκαν σε πρώτο βαθµό απαγορεύεται. Η θέση αυτή θεµελιώνεται στο
εξ αντιδιαστολής επιχείρηµα από τη διάταξη των άρθρου 764παρ.3ΚΠολ∆, η
οποία επιτρέπει την ανακοπή ερηµοδικίας µόνο στην κατ΄έφεση δίκη.
Για τους αιτούντες [θετοί γονείς, ενήλικο θετό τέκνο και κοινωνική
υπηρεσία ή οργάνωση στην περίπτωση του άρθρου 1554ΑΚ (γενική
75
εξουσιοδότηση)] δεν ανακύπτει ζήτηµα άσκησης ανακοπής ερηµοδικίας στην
εκουσία δικαιοδοσία εάν δεν εµφανιστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης. Στην
προκειµένη περίπτωση η συζήτηση µαταιώνεται (άρθρο 754παρ.1ΚΠολ∆).
Εφόσον γίνει δεκτή η άποψη που επιτρέπει την άσκηση ανακοπής
ερηµοδικίας κατά αποφάσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας σε πρώτο βαθµό,
προκειµένου να ασκηθεί παραδεκτά και νόµιµα η ανακοπή ερηµοδικίας από τα
πρόσωπα που δικαιούνται ως άνω, θα πρέπει καταρχήν να προβάλλεται
κάποιος από τους λόγους του άρθρου 1569ΑΚ πέραν του λόγου µη εµφάνισης
λόγω ανωτέρας βίας και να ασκηθεί µέσα στην προθεσµία της ανακοπής
ερηµοδικίας, ήτοι εντός δεκαπέντε (15) ηµερών από την επίδοση της
απόφασης, εφόσον ο διάδικος που δικάστηκε ερήµην είναι κάτοικος
εσωτερικού και εντός εξήντα (60) ηµερών από την τελευταία δηµοσίευση κατά
το άρθρο 135παρ.1 της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της
απόφασης, εφόσον ο ερηµοδικασθείς διάδικος έχει άγνωστη διαµονή.
7.3.2. Η ΕΦΕΣΗ
Έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης για την υιοθεσία επιτρέπεται
σύµφωνα µε τα άρθρα 1569 και 1570ΑΚ, µε τις γενικές διατάξεις περί
εφέσεως (741επ., 761επ, 511επ.ΚΠολ∆ ) και το άρθρο 800ΚΠολ∆. εάν
τελέστηκε µε την προσβαλλόµενη απόφαση υιοθεσία, α) παρά την ύπαρξη
ελαττώµατος σύµφωνα µε το άρθρο 1569ΑΚ, ήτοι αν συνέτρεξαν οι όροι του
νόµου, ή αν η συναίνεση ενός από τα πρόσωπα που σύµφωνα µε το νόµο ήταν
αρµόδια να συναινέσουν υπήρξε άκυρη για οποιονδήποτε λόγο ή δόθηκε υπό
την επήρεια πλάνης ως προς την ταυτότητα του προσώπου του θετού γονέα ή
του θετού τέκνου, απάτης ως προς ουσιώδη περιστατικά ή παράνοµης ή
ανήθικης απειλής και β) σε κάθε περίπτωση που σύµφωνα µε το δικονοµικό
δίκαιο επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως.
Η περιοριστική απαρίθµηση των περιπτώσεων προσβολής της απόφασης
της υιοθεσίας του άρθρου 1569ΑΚ δεν ερµηνεύεται ως αποκλειστική. Η
απόφαση της υιοθεσίας µπορεί επιπλέον να προσβληθεί και για τους
δικονοµικούς λόγους που προσβάλλεται κάθε δικαστική απόφαση, ήτοι για
76
κακή εκτίµηση των αποδείξεων, για µη νόµιµη διεξαγωγή κατά το δικονοµικό
δίκαιο της δίκης κλπ.
Στην περίπτωση που η έφεση στηρίζεται σε δικονοµικούς λόγους (κακή
εκτίµηση των αποδεικτικών µέσων κλπ), αναφορικά µε τη συνδροµή ή µη των
όρων του ουσιαστικού δικαίου, θα πρέπει να ισχύσουν οι περιορισµοί των
άρθρων 1569 και 1570ΑΚ153.
Η έφεση κατά της αποφάσεως που απαγγέλλει την υιοθεσία ασκείται
εντός προθεσµίας: α) τριάντα (30) ηµέρων από την επίδοση της απόφασης,
εφόσον έγινε επίδοση της και ο εκκαλών διαµένει στην Ελλάδα (άρθρα 741επ.
518παρ.1 εδ. α’ και γ’ ΚΠολ∆), β) εξήντα (60) ηµερών από την επίδοση της
απόφασης, εφόσον έγινε επίδοση της και ο εκκαλών διαµένει στο εξωτερικό ή
έχει άγνωστη διαµονή (άρθρα 741επ. 518παρ.1 εδ. β’ και γ’ ΚΠολ∆) και γ)
ενός (1) έτους από τη δηµοσίευση της απόφασης που απαγγέλλει την υιοθεσία
(άρθρο 800παρ.3ΚΠολ∆).
Η έφεση δε κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση της
υιοθεσίας ασκείται εντός προθεσµίας: α) τριάντα (30) ηµέρων από την επίδοση
της απόφασης, εφόσον έγινε επίδοση154 της και ο εκκαλών διαµένει στην
Ελλάδα (άρθρα 741επ., 518παρ.1 εδ. α’ και γ’ ΚΠολ∆), β) εξήντα (60) ηµερών
από την επίδοση της απόφασης, εφόσον έγινε επίδοση της και ο εκκαλών
διαµένει στο εξωτερικό ή έχει άγνωστη διαµονή (άρθρα 741επ., 518παρ.1 εδ.
β’ και γ’ ΚΠολ∆) και γ) τριών (3) ετών από τη δηµοσίευση της απόφασης που
απαγγέλλει την υιοθεσία (άρθρα 741επ., 518παρ.2ΚΠολ∆).
Αναφορικά µε την επίδοση της απόφασης πρέπει να σηµειωθούν τα
εξής: όταν ο αιτών είναι µοναδικός διάδικος η επίδοση της απόφασης είναι
αδύνατη. Εποµένως, για την τελεσιδικία της απόφασης που επιτρέπει την
υιοθεσία θα πρέπει οι ενδιαφερόµενοι να περιµένουν την παρέλευση του
έτους.
Παρατηρεί κανείς πως στην περίπτωση που µε την απόφαση του
∆ικαστηρίου απαγγέλλεται η υιοθεσία, η προθεσµία για την παραδεκτή άσκηση
της εφέσεως είναι σαφώς µικρότερη από την προθεσµία για την παραδεκτή

153 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.265επ.
154 Σύµφωνα βέβαια και µε το άρθρο 757ΚΠολ∆, η παρουσία κατά τη δηµοσίευση της
απόφασης εκείνου, προς τον οποίο επιβάλλεται η επίδοση ισχύει ως επίδοση
77
άσκηση εφέσεως κατά απόφασης που απορρίπτει την υιοθεσία και γενικά από
την προθεσµία για την προσβολή κάθε πρωτόδικης απόφασης.
Η καινοτοµία της σύντµησης της προθεσµίας για την έφεση κατά
απόφασης που επιτρέπει την υιοθεσία εισήχθη για πρώτη φορά στο ∆ίκαιο της
υιοθεσίας µε το Ν.2447/1996. Βούληση του νοµοθέτη ήταν να αποκαταστήσει
την οικογενειακή ειρήνη µέσα σε σύντοµο χρονικό διάστηµα και να περιορίσει
το χρόνο προσβολής της συγγένειας που ιδρύθηκε µε τη δικαστική απόφαση
προς το συµφέρον του τέκνου πάντοτε και της θετής οικογένειας του. Η
επιλογή αυτή του νοµοθέτη επιβεβαιώνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι
προκειµένου να τελεστεί η υιοθεσία πρέπει προηγουµένως να τελεσιδικήσει η
σχετική δικαστική απόφαση (ΑΚ1560). Εποµένως, µε την σαφώς µικρότερη
προθεσµία του ενός έτους για την προσβολή της στην περίπτωση που δεν
επιδίδεται η απόφαση επιτυγχάνεται συντοµότερα το επιδιωκόµενο
αποτέλεσµα της απόφασης, χωρίς βέβαια να βλάπτεται και το έννοµο
συµφέρον των προσώπων που δικαιούνται να εφεσιβάλλουν την απόφαση.
Με τον ίδιο νόµο δεν επηρεάστηκαν οι προθεσµίες για την άσκηση της
εφέσεως στην περίπτωση που γίνεται η επίδοση της απόφασης στα πρόσωπα
που επιβάλλεται από το νόµο, διότι σε κάθε περίπτωση είναι σύντοµες.
7.3.3. Η ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ
Για την παραδεκτή άσκηση της αναψηλάφησης θα ισχύσουν οι γενικές
διατάξεις (767-768, 538επ. 741επ.ΚΠολ∆). Τα ελαττώµατα της υιοθεσίας του
άρθρου 1569ΑΚ από µόνα τους δε µπορούν να θεµελιώσουν νόµιµο λόγο για
την άσκηση αναψηλάφησης. Οι λόγοι του άρθρου 1569ΑΚ θα πρέπει να
συνδέονται και µε άλλα περιστατικά, όπως για παράδειγµα όταν η απόφαση
στηρίχθηκε σε οριστική απόφαση που απέρριπτε αίτηµα για θέση του
υιοθετούντος σε δικαστική συµπαράσταση, η οποία µετά ανατράπηκε ή αν
εκδόθηκε αµετάκλητη απόφαση ακύρωσης της συναίνεσης κατά την
78
αµφισβητούµενη διαδικασία, οπότε µετά η απόφαση της υιοθεσίας
προσβάλλεται µε αναψηλάφηση (544αρ.8ΚΠολ∆)155.
Εφόσον η απόφαση δέχεται την αίτηση της υιοθεσίας, η άσκηση του
ενδίκου µέσου της αναψηλάφησης πρέπει να γίνει, σύµφωνα µε το άρθρο
800παρ.3ΚΠολ∆156, εντός ενός έτους από τη δηµοσίευση της τελεσίδικης ή
από το χρόνο που κατέστη τελεσίδικη η απόφαση, ήτοι δύο (2) έτη από τη
δηµοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, εάν δεν έχει γίνει επίδοση της και
εντός προθεσµίας: α) εξήντα (60) ηµέρων, εφόσον έγινε επίδοση της και
αυτός που ζητά αναψηλάφηση διαµένει στην Ελλάδα (άρθρα 741επ.,
545παρ.1,3ΚΠολ∆), β) εκατόν είκοσι (120) ηµερών, εφόσον έγινε επίδοση της
και αυτός που ζητά αναψηλάφηση διαµένει στο εξωτερικό ή έχει άγνωστη
διαµονή (άρθρα 741επ., 545παρ.1,3ΚΠολ∆) και η προθεσµία της ξεκινά
σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου 545παρ.3ΚΠολ∆.
Εφόσον η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση της υιοθεσίας δεν
επιδόθηκε, η προθεσµία της αναψηλάφησης είναι τρία (3) χρόνια από τη
δηµοσίευση της προσβαλλοµένης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη, αλλιώς
από τη µέρα που κατέστη τελεσίδικη, ήτοι έξι (6) χρόνια από τη δηµοσίευση
της πρωτόδικης απόφασης, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στη διάταξη του άρθρου
545παρ.5ΚΠολ∆.
7.3.4. Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ
Για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης θα ισχύσουν οι γενικές
διατάξεις (769, 559επ. 741επ.ΚΠολ∆). Επιπλέον, η απόφαση της υιοθεσίας

155 Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε. Οικογενειακό ∆ίκαιο, ο.π. σελ. 433επ. ∆ε µπορεί να
αποτραπεί η δυνατότητα άσκησης αγωγής ακύρωσης της συναίνεσης λόγω
ελαττωµάτων των συναινέσεων κατά την αµφισβητουµένη διαδικασία, λόγω της
δικαιοπρακτικής της φύσης. Ωστόσο, η απόφαση αναγνώρισης της ακυρωσίας ή
ακυρότητας της συναίνεσης δε θα µπορεί να αξιοποιηθεί, ούτε στην περίπτωση της
άσκησης του ενδίκου µέσου της αναψηλάφησης, διότι µε αυτήν την πρακτική
δηµιουργείται µεγάλη χρονική εκκρεµότητα, απαράδεκτη για το συµφέρον του
υιοθετουµένου (πρβλ. περίπτωση συναινετικού διαζυγίου)
156 Οι λόγοι δικαιολόγησης της σύντοµης προθεσµίας και εν προκειµένω αναφέρονται
παραπάνω 
79
προσβάλλεται µε αναίρεση, εφόσον έκανε δεκτή την αίτηση παρά τη µη
συνδροµή των όρων του νόµου, παραβιάζοντας έτσι κανόνα ουσιαστικού
δικαίου (559αρ.1ΚΠολ∆), (όταν για παράδειγµα µε την τέλεση της υιοθεσίας
παραβιάζεται το άρθρο 1542εδ.β’ΑΚ, ήτοι δεν εξυπηρετείται το συµφέρον του
παιδιού). Είναι δυνατή επίσης, η άσκηση της αναίρεσης κατά απόφασης
υιοθεσίας, εφόσον το ∆ικαστήριο υπήγαγε εσφαλµένα τα πραγµατικά
περιστατικά σε αόριστες νοµικές έννοιες (συµφέρον του υιοθετούµενου κλπ),
όταν περιλαµβάνει µη επαρκείς αιτιολογίες σε ζήτηµα που ασκεί ουσιώδη
επιρροή στην έκβαση της δίκης (559αρ.19ΚΠολ∆), όταν προέβη σε
αναπλήρωση της συναίνεσης των φυσικών γονέων, ενώ δεν συνέτρεχαν οι
όροι του νόµου.
Επιπλέον, µπορεί να αποτελέσει λόγο αναίρεσης η ύπαρξη ελαττωµάτων
βούλησης σε συναίνεση προσώπων που νοµιµοποιείται σχετικά, εφόσον
προβλέπεται σχετικά στο άρθρο 1569ΑΚ και εφόσον η τέλεση υιοθεσίας παρά
την ύπαρξη ακυρώσιµης συναίνεσης αποτελεί παράβαση των όρων του
νόµου157.
7.3.5. Η ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ
Η προσβολή της απόφασης της υιοθεσίας που εκδόθηκε χωρίς τη
συνδροµή των όρων του νόµου, γίνεται από τρίτους (µη δεσµευόµενους από
το δεδικασµένο της απόφασης της υιοθεσίας) που έχουν έννοµο συµφέρον µε
το ένδικο βοήθηµα της τριτανακοπής (άρθρα 1569, 1570ΑΚ, 773,
800παρ.4ΚΠολ∆). Η άσκηση της προβλέπεται τόσο ρητά από το Νόµο, αλλά
επιβάλλεται και για λόγους σκοπιµότητας. Συγκεκριµένα, από την ίδρυση της
τεχνητής συγγένειας της υιοθεσίας, πέραν των δηµιουργουµένων σχέσεων
µεταξύ θετού γονέα και θετού τέκνου, επηρεάζεται και η προσωπική ζωή και οι
σχέσεις µεταξύ του θετού τέκνου και των λοιπών µελών της θετής
οικογένειας, τα συµφέροντα των οποίων δε θα προστατεύονταν επαρκώς

157 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.268επ
80
χωρίς την πρόβλεψη της δυνατότητας της άσκησης τριτανακοπής158, εφόσον
δε συµµετέχουν στη δίκη της υιοθεσίας, ούτε συναινούν για την τέλεση της
υιοθεσίας.
Εποµένως, µε τριτανακοπή προσβάλλεται η απόφαση υιοθεσίας, η οποία
εκδόθηκε παρά τη µη συνδροµή των όρων του νόµου (1569ΑΚ), από
οποιονδήποτε τρίτο επικαλείται και αποδεικνύει έννοµο συµφέρον και σε κάθε
περίπτωση που επιτρέπεται από το δικονοµικό δίκαιο η άσκηση του ένδικου
βοηθήµατος σε σχέση πάντα µε τους λόγους προσβολής της υιοθεσίας που
περιοριστικά αναφέρονται στα άρθρα 1569 και 1570ΑΚ.
Η απόφαση της υιοθεσίας προσβάλλεται από οποιονδήποτε τρίτο (µη
διάδικο), ο οποίος δεν έλαβε µέρος στη δίκη της υιοθεσίας, είτε ήταν νόµω
υπόχρεος να συναινέσει και δεν παρέστη προς τούτο, είτε δεν ήταν
υποχρεωµένος να συναινέσει στη δίκη της υιοθεσίας (δικαιούται όµως, να
προσβάλλει την υιοθεσία λόγω ελλείψεως των όρων του νόµου) και έχει
έννοµο συµφέρον να προσβάλλει την απόφαση.
Αυτός που ασκεί τριτανακοπή πρέπει να αποδεικνύει άµεσο, βέβαιο και
προσωποπαγές συµφέρον οικογενειακής ή κληρονοµικής φύσης159 από την
ανατροπή της υιοθεσίας και όχι σε κάθε περίπτωση που η υιοθεσία θίγει άλλα
συµφέροντα160. Το έννοµο συµφέρον κρίνεται κατά το χρόνο της έκδοσης της
προσβαλλοµένης απόφασης και όχι το χρόνο άσκησης της τριτανακοπής161.
Συµφέρον οικογενειακής φύσης έχει ο φυσικός γονέας που δε
συναίνεσε στην υιοθεσία του τέκνου του, ο εξ αναγνωρίσεως πατέρας, ο
οποίος προέβη στην αναγνώριση µετά την τέλεση της υιοθεσίας, τα µέλη της

158 Αντίλογος στην παραπάνω θέση, ότι δηλαδή όπως για την απόκτηση ενός φυσικού
τέκνου δεν ερωτώνται, ούτε µπορούν να προβάλλουν αντιρρήσεις τα λοιπά µέλη της
οικογένειας έτσι και για την υιοθεσία πρέπει να την αποδεχθούν παρόλο που
«θίγονται» µε τον ίδιο τρόπο τα συµφέροντα τους δε µπορεί να οδηγήσει στην
απαγόρευση άσκησης τριτανακοπής κατά της απόφασης της υιοθεσίας [Φουντεδάκη
Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.273]
159 Γαζή Α.Α.- Κεραµέως ∆.Κ., ο.π.. σελ. 330
160 ΟλΑΠ914/1980 ΕΕΝ1981 53 και NOMOS, ΕφΑθ11048/1995 ∆/νη 1996 163 και
NOMOS, ΠΠρΘεσ2813/2007 ιστοσελίδα NOMOS
161 ΑΠ657/1974 ΕΕΝ1975 ΕΕΝ 1975 298 ΕφΑθ3454/1989 ΑρχΝ 1990 558, αντιθ.
ΕφΠατρ107/1956 ΝοΒ1957 136 
81
οικογένειας των θετών γονέων, τα οποία αποκτούν κι αυτά συγγενικές σχέσεις
µε το θετό τέκνο, ο σύζυγος του θετού γονέα που δε συναίνεσε.
Αναφορικά µε την απόδειξη του συµφέροντος κληρονοµικής φύσεως
πρέπει να σηµειωθούν τα εξής: υποστηρίζεται η άποψη ότι αποδεικνύουν
έννοµο συµφέρον για την άσκηση τριτανακοπής όσοι θα κληθούν ως
κληρονόµοι του θετού γονέα ή του θετού τέκνου αν ανατραπεί αναδροµικά η
υιοθεσία162. ∆ιατυπώνεται επίσης, η άποψη ότι έννοµο συµφέρον
κληρονοµικής φύσης έχουν µόνο οι νόµιµοι µεριδούχοι, η οποία ερείδεται στο
επιχείρηµα ότι οι νόµιµοι µεριδούχοι µπορούν σε κάθε περίπτωση να
θεµελιώσουν έστω και περιορισµένο κληρονοµικό δικαίωµα, σε αντίθεση µε
τους λοιπούς κληρονόµους, οι οποίοι µπορούν και να αποκλειστούν µε
διαθήκη του κληρονοµουµένου θετού γονέα ή θετού τέκνου.
Η άσκηση τριτανακοπής κατά της απόφασης που τελεί την υιοθεσία είτε
ανηλίκου είτε ενηλίκου, είναι παραδεκτή εφόσον γίνει µέσα σε έξι (6) µήνες
από τη γνώση της απόφασης163 της υιοθεσίας από τον τρίτο και σε κάθε
περίπτωση προτού παρέλθει τριετία από την τελεσιδικία της αποφάσεως
(800παρ.4ΚΠολ∆).
Τα σύντοµα χρονικά περιθώρια για την άσκηση της τριτανακοπής
τάσσονται από το Νόµο, προκειµένου να προστατευθούν οι σχέσεις των
προσώπων µέσα στη θετή οικογένεια από επιρροές και παρεµβάσεις τρίτων.
Αποβλέπει δε, όπως και το σύνολο των διατάξεων του ∆ικαίου της Υιοθεσίας
στην προστασία του συµφέροντος του θετού τέκνου.
Με την αποδοχή της απόφασης της τριτανακοπής κατά της απόφασης
της υιοθεσίας, η υιοθεσία ανατρέπεται έναντι πάντων, εφόσον γίνεται δεκτό
ότι η υιοθεσία αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο (741επ., 590ΚΠολ∆). ∆ιαφορετικά θα
προέκυπτε το εξής απαράδεκτο από την απόφαση της τριτανακοπής: η σχέση

162 Φουντεδάκη Κ., ο.π., Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998, σελ.279επ.
163 Υποστηρίζεται η άποψη ότι σε ορισµένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγµα όταν
τρίτος εγκαθίσταται ως µοναδικός κληρονόµος του θετού γονέα, παρόλο που γνωρίζει
την τέλεση της υιοθεσίας, πληροφορείται την ύπαρξη εννόµου συµφέροντος του για
την ανατροπή της υιοθεσίας σε µεταγενέστερο χρόνο από τη γνώση του περί της
τέλεσης υιοθεσίας. Σε αυτήν την περίπτωση λοιπόν, η προθεσµία του εξαµήνου θα
πρέπει να άρχεται από τη γνώση της ύπαρξης του συµφέροντος και όχι της υιοθεσίας,
που άλλωστε δε θα του χορηγούσε δικαίωµα (έλλειψη εννόµου συµφέροντος) να την
προσβάλλει. 
82
της υιοθεσίας να µην ισχύει ως προς τον τρίτο και να εξακολουθεί να
υφίσταται για τους λοιπούς. Η υιοθεσία είναι µια οικογενειακή σχέση, η οποία
υπάρχει και ισχύει erga omnes και έτσι πρέπει να αντιµετωπίζεται από όλη την
κοινωνία και τους φορείς. Επιπλέον, µια απόφαση επί τριτανακοπής που
δέχεται ότι δε συνέτρεξαν οι όροι του νόµου κατά την έκδοση της
προσβαλλόµενης δε µπορεί να εξακολουθεί να ισχύει κατά των λοιπών
προσώπων που θα εξακολουθούν να δεσµεύονται από την απόφαση της
υιοθεσίας.
7.3.6. Η ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 758ΚΠολ∆
Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 758ΚΠολ∆, κάθε απόφαση που
αποφαίνεται οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, µπορεί µε αίτηση
διαδίκου µετά τη δηµοσίευση της, να ανακληθεί ή να µεταρρυθµιστεί από το
∆ικαστήριο που την εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγµατικά περιστατικά ή αν
µεταβληθούν οι συνθήκες, σύµφωνα µε τις οποίες εκδόθηκε, χωρίς η
ανακλητική ή µεταρρυθµιστική απόφαση να έχει αναδροµική ισχύ.
Ωστόσο, στην Εισηγητική Έκθεση του Ν.2447/1996 διευκρινίστηκε ότι η
παρούσα δυνατότητα δε µπορεί να αξιοποιηθεί και από τους διαδίκους σε δίκη
της υιοθεσίας, καθόσον η ανάκληση αυτή δε συµβιβάζεται µε τη φύση της
υιοθεσίας164.
Συγκεκριµένα, παρά τη ρητή παραποµπή του άρθρου 1569ΑΚ γενικά
στα ένδικα βοηθήµατα, ως µέσων προσβολής της υιοθεσίας, συνιστάται η
γενική ανάκληση του άρθρου 758ΚΠολ∆ να µην εφαρµόζεται στις αποφάσεις
για την υιοθεσία, διότι η εκκρεµής κατάσταση που δηµιουργείται στην τεχνητή
συγγένεια µε την εν λόγω αίτηση ανάκλησης, επηρεάζει την προσωπική
κατάσταση του θετού τέκνου και τελικά βλάπτει το συµφέρον του.
Άλλωστε και από τη γραµµατική διατύπωση του άρθρου 758ΚΠολ∆,
προκύπτει η δυνατότητα ανάκλησης κάθε απόφασης εκουσίας δικαιοδοσίας,

164 Κουνουγέρη –Μανωλεδάκη Ε., ο.π., Οικ.∆ίκαιο, ∆’ έκδοση, σελ. 432 
83
«εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά». Ωστόσο, για την υιοθεσία, σαφώς
ορίστηκαν από το νοµοθέτη οι περιπτώσεις τόσο ανατροπής της όσο και λύσης
της165. Εποµένως, ενισχύεται µε ακόµη ένα επιχείρηµα η άποψη ότι δεν έχει
εφαρµογή η διάταξη του άρθρου 758ΚΠολ∆ στο ∆ίκαιο της υιοθεσίας.

165 Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, Η νοµική φύση του συναινετικού διαζυγίου και
τα ζητήµατα της ελαττωµατικότητας και της ανάκλησης των συζυγικών συναινέσεων,
ΝοΒ 1993 43
84
8. Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΣΤΙΣ ∆ΙΑΚΡΑΤΙΚΕΣ ΥΙΟΘΕΣΙΕΣ
Και στην περίπτωση των διακρατικών υιοθεσιών (διεθνών υιοθεσιών
όπου είτε ο υποψήφιος θετός γονέας είτε το υποψήφιο θετό τέκνο έχει τη
συνήθη διαµονή στο εξωτερικό, αλλά ο ένας από αυτούς έχει τη συνήθη
διαµονή του στην Ελλάδα), στις οποίες µετακινείται από ένα κράτος σε άλλο
κράτος ο υιοθετούµενος166, η δήλωση της συναίνεσης των θετών γονέων167,
ακόµη και στην περίπτωση που αυτοί έχουν τη συνήθη διαµονή τους στο
εξωτερικό, πρέπει να γίνει ενώπιον του ελληνικού αρµοδίου ∆ικαστηρίου της
υιοθεσίας, ακόµη και υπό τους όρους του αρ.800παρ.2ΚΠολ∆. Η διάταξη αυτή
κρίνεται απαραίτητη, προκειµένου να ελεγχθεί από το ∆ικαστήριο της
υιοθεσίας η σοβαρότητα της επιθυµίας του θετού γονέα να προβεί στη σχετική
υιοθεσία, η εξασφάλιση του συµφέροντος του θετού τέκνου και η αποφυγή
της δυνατότητας απόκρυψης «εµπορίας βρεφών».
Οι συναινέσεις των λοιπών προσώπων (προς υιοθεσία τέκνο που
συµπλήρωσε το 12ο έτος της ηλικίας του, φυσικοί γονείς του προς υιοθεσία
τέκνου και των συζύγων υιοθετούντος και υιοθετουµένου), η δήλωση
συναίνεσης των οποίων είναι απαραίτητη για την τέλεση της υιοθεσίας,
µπορούν εφόσον αυτοί έχουν τη συνήθη διαµονή τους στο εξωτερικό να
δηλωθεί ενώπιον της αρµόδιας ελληνικής προξενικής αρχής ή της αρµόδιας
αρχής του τόπου της συνήθους διαµονής τους. Ως αρµόδια αρχή εννοείται είτε
διοικητική είτε άλλου είδους αρχή, όπως για παράδειγµα αρµόδιες αλλοδαπές,
προξενικές αρχές που επιλαµβάνονται θεµάτων υιοθεσίας, όχι όµως ο
συµβολαιογράφος168.
Αναφορικά µε τη συναίνεση του συζύγου του υιοθετούντος, όταν ο
τελευταίος έχει τη συνήθη διαµονή του στο εξωτερικό έχει ανακύψει το έξης
ερµηνευτικό πρόβληµα. Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 1546ΑΚ η
συναίνεση του συζύγου του υιοθετούντος δηλώνεται αυτοπροσώπως στο

166 Παπασιώπη – Πασιά Ζωή, Οι ουσιαστικοί κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου των
άρθρων 4 και 5 του ν.2447/1996 για τις διακρατικές υιοθεσίες και χαρακτηριστικά
προβλήµατα δικονοµικού διεθνούς δικαίου που προκύπτουν κατά την εφαρµογή τους
ΧρΙ∆ Ε2005 590
167 Αρ. 5 του Ν.2447/1996
168 Παπασιώπη – Πασιά Ζωή, ό.π., σελ. 594 
85
∆ικαστήριο της υιοθεσίας και στην περίπτωση που ο σύζυγος έχει τη συνήθη
διαµονή του στο εξωτερικό η συναίνεση του µπορεί να δοθεί και µε δήλωση
του ενώπιον συµβολαιογράφου. Ο συµβολαιογράφος λοιπόν ενώπιον του
οποίου δίδεται η συναίνεση είναι Έλληνας ή αλλοδαπός του τόπου της
συνήθους διαµονής του συναινούντος συζύγου; Αναλογικά λοιπόν, η διάταξη
του 1546ΑΚ υποστηρίζεται169 ότι µπορεί να εφαρµοστεί και στις διακρατικές
υιοθεσίες, διότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να αποφευχθεί η µετακίνηση
του συναινούντος στον τόπο όπου βρίσκεται το δικαστήριο της υιοθεσίας, µε
το να επιτρέπεται λοιπόν, να δοθεί η απαιτούµενη συναίνεση του συζύγου του
υιοθετούντος µε συµβολαιογραφικό έγγραφο, δεν έχει ιδιαίτερη σηµασία η
ιθαγένεια του συµβολαιογράφου.
Σύµφωνα µε το άρθρο 23ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη
σύσταση της υιοθεσίας ρυθµίζονται από το ∆ίκαιο της ιθαγένειας κάθε µέρους
(επιµεριστική εφαρµογή των δικαίων). Εποµένως η δυνατότητα για την τέλεση
της υιοθεσίας και η εγκυρότητα της σχετικής συναίνεσης θα πρέπει να κρίνεται
διαφορετικά για τον υιοθετούντα και διαφορετικά για τον υιοθετούµενο,
εφόσον αυτοί έχουν διαφορετική ιθαγένεια, µετά από έλεγχο των
προϋποθέσεων του άρθρου 33ΑΚ. Αν λείπει η ιθαγένεια ενός από αυτά τα
πρόσωπα θα εφαρµοστεί κατά τη διάταξη του άρθρου 30ΑΚ το δίκαιο της
συνήθους διαµονής του ή άλλως της απλής διαµονής του.
Η συναίνεση δε, των φυσικών γονέων του υιοθετούµενου θα κριθεί µε
βάση τη lex patriae του τελευταίου, ακόµη και στην περίπτωση που αυτοί
έχουν άλλη ιθαγένεια. Τέλος, αν οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν διαφορετική
ιθαγένεια, η εγκυρότητα της συναίνεσης καθενός από αυτούς θα κριθεί µε
βάση το ∆ίκαιο της ιθαγένειας καθενός από αυτούς170.
Με την επιµεριστική εφαρµογή των διατάξεων των leges patriae των
µερών παρατηρείται το φαινόµενο πολλές φορές της αµφιµερούς επίδρασης
των προϋποθέσεων ή των κωλυµάτων για την τέλεση της υιοθεσίας171.

169 Βλ. προηγούµενη υποσηµείωση
170 Β.Βαθρακοκοίλη, ο.π., σελ.1079
171 Βούλγαρης Ιωάννης, Ζητήµατα που αφορούν το ελληνικό Οικογενειακό ∆ιεθνές
∆ίκαιο, ιδίως µετά την πρόσφατη τροποποίηση του µε το Ν.2447/1996, ΑρχΝ 2000
σελ.185 
86
Ανάλογα λοιπόν, ρυθµίζονται η δυνατότητα προσβολής και οι κυρώσεις που
αφορούν τη σύσταση υιοθεσίας για έλλειψη των σχετικών προϋποθέσεων ή
για ύπαρξη κωλυµάτων. Επιλέγονται δηλαδή, οι κυρώσεις και η εφαρµογή του
δικαίου της ιθαγένειας του µέρους (θετού γονέα ή θετού τέκνου), του οποίου
δεν τηρήθηκαν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις ή δεν ελήφθησαν υπόψη τα
αντίστοιχα κωλύµατα.
Επίσης, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν.2447/1996
ορίζεται πλέον ότι τα τέκνα αλλοδαπών που εγκαταλείφθηκαν στην Ελλάδα,
χωρίς να εκδηλωθεί για αυτά ενδιαφέρον για χρονικό διάστηµα πέραν των έξι
(6) µηνών, υιοθετούνται σύµφωνα µε το ελληνικό ∆ίκαιο.
 Τέλος, πρόσφατα κυρώθηκε µε το Ν.3765/2009 η Σύµβαση για την
προστασία των παιδιών και τη συνεργασία σχετικά µε τη διακρατική υιοθεσία
(Σύµβαση που υπογράφηκε στη Χάγη τη 29.05.1993), εποµένως οι διατάξεις
της εφαρµόζονται για τις διακρατικές υιοθεσίες που γίνονται µεταξύ των
συµβαλλοµένων στη σύµβαση αυτή χωρών. Παρόλο που οι σχετικές µε τις
διακρατικές υιοθεσίες διατάξεις του ελληνικού ∆ίκαιου της Υιοθεσίας ήταν
σύµφωνες µε το πνεύµα και το περιεχόµενο της ανωτέρω Σύµβασης, η χώρα
µας µόλις το έτος 2009 την ενσωµάτωσε στην ελληνική νοµοθεσία.
• Αντικείµενο της σύµβασης είναι η εξασφάλιση εγγυήσεων ότι οι
διακρατικές υιοθεσίες γίνονται προς το συµφέρον του παιδιού και µε σεβασµό
προς τα θεµελιώδη δικαιώµατα του και η καθιέρωση ενός συστήµατος
συνεργασίας µεταξύ των συµβαλλοµένων κρατών που να εξασφαλίζει ότι οι
εγγυήσεις αυτές κατατείνουν στην παρεµπόδιση της αρπαγής και της εµπορίας
παιδιών (αρ.1).
• Πεδίο εφαρµογής της σύµβασης είναι στις περιπτώσεις που ένα
παιδί που έχει τη συνήθη διαµονή του σε Συµβαλλόµενο κράτος µετακινείται
προς άλλο Συµβαλλόµενο Κράτος, εφόσον οι υιοθεσίες δηµιουργούν µια
διαρκή σχέση γονέα – τέκνου.
• Η συναίνεση των φυσικών γονέων, σύµφωνα µε το άρθρο 4 της
Σύµβασης, πρέπει να δίδεται µετά από σχετική ενηµέρωση για τις συνέπειες
της αναφορικά µε τη διατήρηση ή µη του νοµικού δεσµού µεταξύ του θετού
γονέα και της οικογένειας προέλευσης του, ελεύθερα, σύµφωνα µε τον
87
προβλεπόµενο νόµιµο τύπο, εγγράφως, χωρίς οικονοµικό αντάλλαγµα και
πάντα µετά από τη γέννηση του παιδιού.
• Η συναίνεση του θετού τέκνου, ανάλογα µε την ωριµότητα του,
είναι απαραίτητη για την τέλεση της υιοθεσίας και πρέπει να χορηγείται µετά
από σχετική ενηµέρωση για τις συνέπειες της, ελεύθερα, σύµφωνα µε τον
προβλεπόµενο νόµιµο τύπο, εγγράφως, χωρίς οικονοµικό αντάλλαγµα.
• Η συναίνεση των υποψήφιων θετών γονέων είναι απαραίτητη και
χορηγείται για τη συγκεκριµένη υιοθεσία (άρθρο 17). 
88
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Β.Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ κατ’ άρθρο, Τόµος Ε’, Οικογενειακό ∆ίκαιο Άρθρα
1346-1694, Αθήνα 2004
Βούλγαρης Ιωάννης, Ζητήµατα που αφορούν το ελληνικό Οικογενειακό
∆ιεθνές ∆ίκαιο, ιδίως µετά την πρόσφατη τροποποίηση του µε το
Ν.2447/1996, ΑρχΝ 2000 σελ.185επ.
Γαζή Α.Α. – Κεραµέως ∆.Κ., Ακυρότητα υιοθεσίας και διαθήκης λόγω
ανικανότητας προς δικαιοπραξία και αντιθέσεως προς τα χρηστά ήθη.
Ουσιαστικές και δικονοµικές απόψεις (γνωµοδότηση), ΝοΒ 1987 326 επ.
Γεωργιάδης Απόστολος, Η δικαστική αναπλήρωση της συναινέσεως των
γονέων για την υιοθεσία ανηλίκου (γνωµοδότηση) Ελλ∆νη 1995 1512
Γυιόκας Κοσµάς, Η νοµική φύσις της προς υιοθεσίαν συναινέσεως, ΝοΒ 1983
480επ.
∆ασκαρόλης Γεώργιος, Παραδόσεις Οικογενειακού ∆ικαίου, Τόµος ΙΙ, Εκδόσεις
Α.Σάκκουλα 2001,
∆ελληγιάννη, Ι.Γ., Προϋποθέσεις και διαδικασία τέλεσης της υιοθεσίας
ανηλίκων κατά το νέο δίκαιο (Ν.2447/1996)
∆ούβλης Β., Υιοθεσία βρέφους από ζευγάρι που υπερβαίνουν και οι δυο κατά
πέντε έτη το ανώτατο όριο ηλικίας του άρθρου 1544, εδ.α’ΑΚ – Επιτρεπτό
υιοθεσίας βάσει του συµφέροντος του υιοθετουµένου σύµφωνα µε τα άρθρα
1542, εδ.β’ και 1558ΑΚ, Ελλ∆νη 2001 1262επ.
Ευαγγελίδου – Τσικρικά Φούλη, Μορφές ανίσχυρου της υιοθεσίας και τρόποι
προσβολής της (Μια κριτική προσέγγιση της ελαττωµατικής υιοθεσίας σε
συνάρτηση µε τη νοµική της φύση), Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 2001
Καλουτάς ∆ηµήτριος, ∆ικαστική αναπλήρωσις της προς υιοθεσίας συναινέσεως
του αγνώστου ή αγνώστων φυσικών γονέων έκθετου τέκνου (ν.δ.610/1970),
Ελλ∆νη 1979 775επ.
Κουµάντος Γιώργος, Οικογενειακό ∆ίκαιο, Τόµος ΙΙ, Αθήνα 1989 
89
Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό ∆ίκαιο ΙΙ, ∆’ έκδοση, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα Θεσσαλονίκη
Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, Η νοµική φύση του συναινετικού διαζυγίου
και τα ζητήµατα της ελαττωµατικότητας και της ανάκλησης των συζυγικών
συναινέσεων, ΝοΒ 1993 27επ.
Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Έφη, Η νοµολογιακή εφαρµογή του άρθρου
281ΑΚ στο οικογενειακό ∆ίκαιο, Ελλ∆νη 1997 1457επ.
Λιβιεράτος Ξεν., Περί του επιτρεπτού της υιοθεσίας εν περιπτώσει ελλείψεως
συναινέσεως του ετέρου των εν διαστάσει τελούντων συζύγων, Ελλ∆νη 1961
667
Μιχαηλίδη – Νουάρου Γεωργίου, Υιοθεσία τελεσθείσα άνευ της συναινέσεως
του συζύγου του υιοθετούντος (γνωµοδότηση), ΝοΒ 1967 545
Μπέης Κ.Ε. – Κ.Φ.Καλαβρός – Σ.Γ. Σταµατόπουλος, ∆ικονοµία των ιδιωτικών
διαφορών Ι, Αθήνα 1999, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα
Μπέης, Ανατροπή της απόφασης εκουσίας δικαιοδοσίας για λόγους
ουσιαστικού δικαίου, ∆ 1986 918επ.
Πανταζόπουλου Στ., Σκέψεις για την αναπλήρωση της συναίνεσης του
φυσικού γονέα µε δικαστική απόφαση, λόγω καταχρηστικής άρνησης
παροχής, Ελλ∆νη 1990 738
Παντελίδου Ρόη, Η δικαστική αναπλήρωση της συναινέσεως για την υιοθεσία
ανηλίκων, ΝοΒ 1994 161επ.
Παντελίδου Ρόη, Οι τελευταίες αλλαγές στο ∆ίκαιο της Υιοθεσίας που επέφερε
ο Ν.2915/2001, Αρµ 2002 833επ.
Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος, Αγωγές Οικογενειακού ∆ικαίου, Θεωρία –
Νοµολογία – Πράξη, Τόµος Β’, Αθήνα 2003
Παπαδοπούλου Λίνα, Τεκνοθεσία από δεύτερο οµόφιλο γονέα; Ιατρικό ∆ίκαιο
και Βιοηθική 2009 Τεύχος 8
Παπαζήση Θεοφανώ, Η οικογένεια προσώπων του αυτού φύλου: Εκφυλισµός
ή ίση µεταχείριση, ΧρΙ∆ Ζ2007 761επ.
Παπασιώπη – Πασιά Ζωή, Οι ουσιαστικοί κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου
των άρθρων 4 και 5 του ν.2447/1996 για τις διακρατικές υιοθεσίες και
90
χαρακτηριστικά προβλήµατα δικονοµικού διεθνούς δικαίου που προκύπτουν
κατά την εφαρµογή τους ΧρΙ∆ Ε2005 589επ.
Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού δικαίου, 1997
Παπαχρίστου Θανάσης, Εγχειρίδιο Οικογενειακού ∆ικαίου, 3η Έκδοση,
Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, Αθήνα – Κοµοτηνή 2005
Σπυριδάκης Ι., Η µεταρρύθµιση του οικογενειακού δικαίου 1997
Σπυριδάκης Ι., Η υιοθεσία ανηλίκων, Εκδόσεις Σάκκουλα 1997
Φουντεδάκη Κατερίνα, Η ελαττωµατική υιοθεσία, Εκδόσεις Σάκκουλα,
Θεσσαλονίκη 1993
Φουντεδάκη Κατερίνα, Υιοθεσία – Προϋποθέσεις, διαδικασία προσβολής,
Συµβολή στη µελέτη του δικαίου της υιοθεσίας µε το Ν.2447/1996, 4
∆ηµοσιεύµατα Οικογενειακού ∆ικαίου, Ιω. ∆εληγιάννης - Αστ. Γεωργιάδης - Ε.
Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1998
Χατζόπουλος, Περί υιοθεσίας κατά τον Αστικό Κώδικα, ΕΕΝ 13 (1946) 313
Bromley P. – M./Lowe N.-V., Family law, 7th edition 1987,
Foulon – Piganiol, Le mariage “simulé”, RTDC 1960, 217
Foulon – Piganiol, Mariage simulé ou mariage à effets limités?
D.1967.Chron.2840
Larribeau – Terneyre, note στην απόφαση Cour d’ appel de Pau 19.02.1991,
D. 1991, Jur.380
Raison, Le statut des mineurs et des majeurs protegés, 1979 
91
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΟλΑΠ914/1980 ΕΕΝ1981 53 και ιστοσελίδα NOMOS
ΑΠ657/1974 ΕΕΝ1975 298
ΕφΑθ6954/2009ΕφΑ∆ 2009 1213
ΕφΘρ 475/99 Αρµ 2000 1386
ΕφΘεσ 2547/1996 Ελλ∆νη 1998 676
ΕφΑθ11048/1995 Ελλ∆νη 1996 1163,
ΕφΑθ3454/1989 ΑρχΝ 1990 558,
ΕφΠατρ107/1956 ΝοΒ1957 136
ΕφΑθ4081/1955 ΕΕΝ1956 91
ΕφΘρ64/1948 Αρµ1949 57
ΠΠρωτΘεσ47493/2007 και ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρΘεσ2813/2007 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρωτΘεσ1453/2007 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρΑθ807/2006 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρΑθ761/2006 ΝοΒ 2007 655 και NOMOS,
ΠΠρΑθ331/2006 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρΑθ222/2004 Αρµ2005 31 και NOMOS
ΠΠρΡοδ28/2003 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρΧαν122/2008 ιστοσελίδα NOMOS
ΠΠρωτΘεσ7789/1995 Αρµ1995 1015, 
===============
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ∆ΩΝ
ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΤΙΚΟΥ, ΑΣΤΙΚΟΥ ∆ΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ
& ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ∆ΙΚΑΙΟΥ
Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΣΗ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΓΓ. ΓΚΙΟΥΛΗ (Α.Μ.419)
ΕΠΙΒΛΕΠΟΥΣΑ: ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΘΕΟΦΑΝΩ ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Θ Ε Σ Σ Α Λ Ο Ν Ι Κ Η 2 0 1 0 
1
Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
Σελ.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1
ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ 3
1.ΓΕΝΙΚΑ Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ 5
2.Η ΕΓΚΥΡΗ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ 8
3.ΕΙ∆ΙΚΟΤΕΡΑ Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΓΙΑ ΥΙΟΘΕΣΙΑ 11
3.1 Η ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ 11
3.2. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΣΥΝΑΙΝΟΥΝ 14
 3.2.1. ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 14
 3.2.2. ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ 16
 3.3. ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ Η΄ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΝ 17
 3.3.1. Η συναίνεση του υιοθετούντος 18
 Η συναίνεση του συζύγου εγγάµου υιοθετούντος 18
 Η γνώµη των τέκνων του 20
 3.3.2. Η συναίνεση των φυσικών γονέων 20
 η περίπτωση του ανηλίκου που τελεί υπό επιτροπεία 25
 3.3.3. Η συναίνεση του θετού τέκνου 26
3.4. ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ 26
4. ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ 29
4.1. Η ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ 29
 4.1.1. δεν έχει δηλωθεί από πρόσωπο που σύµφωνα µε το
νόµο απαιτείται να συναινέσει
29
 4.1.2. ως δικαιοπραξία είναι ανυπόστατη 30
 4.2. ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ 31
 4.3. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ 32
5. Η ΕΓΚΥΡΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ 34
 5.1 Ο τύπος της συναίνεσης 34
 5.2. Η δικαιοπρακτική ικανότητα του συναινούντος 36
 5.2.1. ο θετός γονέας 36
 5.2.2. οι φυσικοί γονείς 38
 5.2.3. το θετό τέκνο 39
 i. το ανήλικο θετό τέκνο 39
 ii. το ενήλικο θετό τέκνο 40 
2
 5.3. Η αίρεση ή προθεσµία στην υιοθεσία 42
 5.4. Ο χρόνος της συναίνεσης 43
 5.5 Η συναίνεση που αντίκειται στα χρηστά ήθη 44
 Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΜΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΑ 46
 5.6. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΚΥΡΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ 48
 5.7. ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ 50
 Η Πλάνη 52
 Η απάτη 54
 Η απειλή 57
 5.8. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΚΥΡΩΣΙΜΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ 58
6. ΕΙ∆ΙΚΟΤΕΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΚΥΡΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ ΛΟΓΩ
ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΝ
61
 6.1. Η ΓΕΝΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ
∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
61
 6.2. Η ΠΑΡΟΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ∆ΙΑΦΥΛΑΞΗ
ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ
62
 6.2.1. Η ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ 65
 6.2.2. Η ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΓΟΝΕΩΝ 65
 6.2.3. Η ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΘΕΤΟΥ ΤΕΚΝΟΥ 67
6.3.Η ΓΕΝΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΟ∆ΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1554ΑΚ 68
7.Η ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ
ΩΣ ΜΕΣΟΥ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ
71
7.1.∆ΙΑ∆ΙΚΟΙ 71
7.2. Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ∆ΙΑ∆ΙΚΩΝ 73
7.3.ΕΝ∆ΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ 74
 7.3.1. Η ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΡΗΜΟ∆ΙΚΙΑΣ 74
 7.3.2. Η ΕΦΕΣΗ 75
 7.3.3. Η ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ 77
 7.3.4. Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ 78
 7.3.5. Η ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ 79
 7.3.6. Η ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 758ΚΠολ∆ 82
8. Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΣΤΙΣ ∆ΙΑΚΡΑΤΙΚΕΣ ΥΙΟΘΕΣΙΕΣ 84
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 88
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 91 
3
ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΚ
ΑΠ
αρ
Αρµ
Αστικός Κώδικας
Άρειος Πάγος
άρθρο
Αρµενόπουλος (περιοδικό)
ΑρχΝ Αρχείο Νοµολογίας (περιοδικό)
Βλ Βλέπε
γαλλΑΚ Γαλλικός Αστικός Κώδικας
γερµΑΚ Γερµανικός Αστικός Κώδικας
γνµδ γνωµοδότηση
∆ ∆ίκη
∆/νη ∆ικαιοσύνη
εδ Εδάφιο
Ε∆∆Α Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου
ΕΕΝ Επιθεώρηση Ελληνικής Νοµολογίας (περιοδικό)
ΕισΠρωτΘεσ Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης
Ελλ∆νη Ελληνική ∆ικαιοσύνη (περιοδικό)
επ. επόµενα
Ε.Σ. διεθνής σύµβαση του Στρασβούργου «περί
υιοθεσίας ανηλίκων» της 24.4.1967
ΕΣ∆Α Ευρωπαϊκή Σύµβαση ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου
ΕφΑΘ Εφετείο Αθηνών
ΕφΘρ Εφετείο Θράκης
ΕφΠατρ Εφετείο Πατρών
ΚΠολ∆ Κώδικας Πολιτικής ∆ικονοµίας
Ν.
ν.δ.
ΝοΒ
Νόµος
Νοµοθετικό ∆ιάταγµα
Νοµικό Βήµα
ΟλΑΠ Άρειος Πάγος (ολοµέλεια)
ο.π. Όπως παραπάνω
παρ. Παράγραφος
4
π.δ. Προεδρικό διάταγµα
ΠΠρΑθ Πολυµελές Πρωτοδικείο Αθηνών
ΠΠρΘεσ Πολυµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
ΠΠρΡοδ Πολυµελές Πρωτοδικείο Ρόδου
ΠΠρΧαν Πολυµελές Πρωτοδικείο Χανίων
Σ Σύνταγµα
σελ. σελίδα
ΧρΙ∆ Χρονικά Ιδιωτικού ∆ικαίου 
5

Δεν υπάρχουν σχόλια: