Απόρριψη αγωγής πατρότητας λόγω παραγραφής του δικαιώματος της μητέρας - Αριθμός Απόφασης 3751/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ


ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ. ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ 220 Κ.ΠΟΛ.Δ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ


cyberlaw 

Απόρριψη αγωγής πατρότητας λόγω παραγραφής του δικαιώματος της μητέρας. Το δικαίωμα της μητέρας στην αναγνώριση του τέκνου της είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου και υπόκειται σε πενταετή αποσβεστική προθεσμία. Η μητέρα άσκησε αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας..
του τέκνου της διακοπτοντας έτσι την πενταετή αποσβεστική προθεσμία, όμως η αγωγή μετά από αλλεπάλληλες αναβολές και ματαιώσεις, τελικά απορρίφθηκε για λόγω μη ουσιαστικό (δικονομικό). Η μητέρα άσκησε εκ νέου την αγωγή διορθώνοντας το δικονομικό πρόβλημα, πλην όμως το έκανε μετά την πάροδο έξι μηνών από την επίδοση σε αυτήν της ως άνω απορριπτικής απόφασης. Με τον τρόπο αυτό όμως και καθώς είχε περάσει μεγάλο χρνικό διάστημα από την γέννηση του τέκνου, επήλθε παραγραφή του δικαιώματός της, αφού η πενταετία από την γέννηση του παιδιού συμπληρώθηκε πριν ασκηθεί εκ νέου η αγωγή.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΑΜΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 3751/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, και από τη Γραμματέα Βασιλική Νιώτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ... για να δικάσει την υπόθεση
Της ενάγουσας: .... του ......, κάτοικος …. Πολωνίας, οδός ….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαριτίνη Αντωνιάδου, δυνάμει του από ........ ειδικού πληρεξουσίου που συνέταξε η Συμβολαιογράφος της πόλης ........, νόμιμα μεταφρασμένου στην ελληνική γλώσσα.
Των εναγομένων: 1) ...... του .........., κατοίκου Πειραιά, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Σπυροπούλου δυνάμει της με αριθμό ........ πράξης έγκρισης που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος και 2) ........, του ………, κατοίκου Παλλήνης Αττικής, ως ειδικής επιτρόπου του ανήλικου τέκνου της ........., ............, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 2.4.2012 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 3072/6.4.2012, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιες δικηγόροι των εκπροσωπούμενων διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη με αριθμό 785Β/4.2.2013 έκθεση επιδόσεως που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη εναγομένη, με την ιδιότητά της ως ειδικής επιτρόπου του ανήλικου ...... Αυτή, όμως, δεν προσήλθε κατά τη συζήτηση όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Πρέπει, συνεπώς, να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, όμως, θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρα 603 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1479 § 1 εδ. 1 και 2 ΑΚ, η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο του. Το κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δικαίωμα της μητέρας να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου. Η μητέρα δεν ασκεί την αγωγή ως αντιπρόσωπος του τέκνου της ή ως μη δικαιούχος διάδικος, αλλά εξ ιδίου δικαίου. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από τη γραμματική διατύπωση (ΑΚ 1479 § 1 εδ. 2 “το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο”) και επιπροσθέτως και από το άρθρο 1483 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου τα δύο όμοια, πλην αυτοτελή, με ανεξάρτητους φορείς, δικαιώματα της μητέρας και του τέκνου υπόκεινται σε διάφορη αποσβεστική προθεσμία. Η αυτοτέλεια του δικαιώματος της μητέρας από εκείνο του τέκνου έχει ως δικονομική συνέπεια ότι η απόφαση που εκδίδεται μετά από αγωγή της μητέρας κατά του πατέρα δεν παράγει, αφού γίνει αμετάκλητη (ΚΠολΔ 618), δεδικασμένο για το τέκνο, το οποίο δύναται, και μετά από μια απορριπτική τέτοια απόφαση, να εγείρει και εκείνο αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητάς του κατά του πατέρα του, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 618 εδ. 2 ΚΠολΔ, κατά την διατύπωση της οποίας “Το δεδικασμένο δεν ισχύει για τον τρίτο που δεν έλαβε μέρος στη δίκη και που επικαλείται για τον εαυτό του σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα”. Τέτοιος τρίτος, ο οποίος δεν έχει λάβει μέρος στην δίκη και που επικαλείται για τον εαυτό του τη σχέση τέκνου προς τον πατέρα του είναι ακριβώς το τέκνο στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητας του έχει ασκηθεί από την μητέρα του. Το τέκνο, επομένως, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απορριπτικής αποφάσεως που εκδίδεται εις εκείνη τη δίκη και μπορεί να ζητήσει και το ίδιο από τον πατέρα του την αναγνώριση της πατρότητας με μεταγενέστερη αγωγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί είτε από το ίδιο αυτοπροσώπως, μετά την ενηλικίωσή του (ΑΚ 1483 § 1 εδ. 2), είτε και πάλι από την μητέρα του, πριν από την ενηλικίωσή του, πλην όμως ως νόμιμη αυτού αντιπρόσωπος, ως ασκούσα τη γονική του μέριμνα (ΑΚ 1515 § 1 εδ. α’, ΚΠολΔ 64 § 1).

Γενικότερα η έκδοση από τον τρίτο, που δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης αποφάσεως, νέας αποφάσεως για την ύπαρξη σχέσεως γονέως ή τέκνου ή γονικής μέριμνας, καταλύει την προγενέστερη απόφαση, η οποία τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη εκδόσεως μελλοντικώς, άλλης, διαφόρου περιεχομένου, αποφάσεως. Καλύπτεται από το δεδικασμένο το τέκνο, που είχε προσεπικληθεί ως αναγκαίος ομόδικος στην δίκη της μητέρας του, κατά την έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους (ΚΠολΔ 76 § 1 εδ. 1 περ. γ’, 86). Αναγκαστική ομοδικία κατά την έννοια ότι οι ομόδικοι μόνο από κοινού δύνανται να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν (ΚΠολΔ 76 § 1 εδ. 1 περ. α) προβλέπεται στις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 619 § 3 ΚΠολΔ, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η αγωγή δικαστικής αναγνωρίσεως της πατρότητας τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, από τις οποίες διακρίνεται, και διαστέλλεται στα άρθρα 614 § 1, 618 και 620 ΚΠολΔ. Η εν λόγω αγωγή διέπεται αποκλειστικά ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση από το άρθρο 1479 § 1 ΑΚ και ως προς την παθητική από το άρθρο 1480 ΑΚ “Η αγωγή της μητέρας ασκείται κατά του πατέρα ή των κληρονόμων του. Η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόμων του. Η αγωγή του πατέρα ή των γονέων του ασκείται κατά της μητέρας ή των κληρονόμων της.” Σημειώνεται ότι όταν το τέκνο που ασκεί την αγωγή είναι ανήλικο και η μητέρα του συναινεί στην αναγνώρισή του από τον εναγόμενο, δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της και, συνεπώς, για την ενεργητική νομιμοποίηση του τελευταίου, η αγωγή ασκείται από τη μητέρα του που έχει τη γονική του μέριμνα, με την ιδιότητα της νόμιμης αντιπροσώπου του (βλ. Μανωλεδάκη σε Σταθόπουλου-Γεωργιάδη ΑΚ, άρθρ. 1479, αριθ. 19, 24).
Περαιτέρω, η παραπάνω τασσόμενη από το νόμο πενταετής από τον τοκετό προθεσμία άσκησης του δικαιώματος της μητέρας για την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της (και αντίστοιχα ενιαύσια από την ενηλικίωση του τέκνου στην περίπτωση που την αγωγή ασκεί το τελευταίο) είναι αποσβεστική του δικαιώματός της, αν δεν το ασκήσει μέσα σ’ αυτήν, κατά τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ και, κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 280 ΑΚ, το δικαστήριο τη λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και η τυχόν παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη. Για να είναι δε εμπρόθεσμη η άσκηση του ως άνω δικαιώματος, δεν αρκεί να κατατεθεί αλλά πρέπει και να επιδοθεί η σχετική αγωγή μέσα σε πέντε έτη από τον τοκετό. Αν δεν γίνει η επίδοση της αγωγής μέσα στην προαναφερόμενη αποσβεστική προθεσμία των πέντε ετών, καθιερώνεται ουσιαστικό απαράδεκτο το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης της αναγνώρισης της πατρότητας. Έτσι, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, το δικαίωμα αποσβήνεται και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (για τη συνέπεια του ουσιαστικού απαραδέκτου σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της αποσβεστικής προθεσμίας, βλ. ΟλΑΠ 1338/1985 ΝοΒ 1986.1574, ΑΠ 1619/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 161/1997 ΕΕργΔ 1998.550, ΕφΠειρ 658/2005 ΕΕργΔ 2006.870).
Επιπλέον κατά το άρθρο 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί της αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρ. 279 ΑΚ), η παραγραφή και συνεπώς και η αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής. Η αποσβεστική όμως προθεσμία, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, λογίζεται, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή απορριφθεί αυτή τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών ή, προκειμένου περί αξιώσεων, που υπόκεινται σε βραχύτερη από το χρόνο αυτό αποσβεστική προθεσμία, εντός του βραχύτερου αυτού χρόνου, οπότε η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπέι με την προηγούμενη αγωγή. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι στην αποσβεστική προθεσμία δεν έχει εφαρμογή το δεύτερο (β) ως άνω εδάφιο του άρθρου 261 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (βλ. ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1002/2001 ΔΕΝ 2002.87). Ως απόρριψη της αγωγής «για λόγους μη ουσιαστικούς» νοείται η απόρριψη αυτής για λόγους που ανάγονται όχι στο υποστατό της αξίωσης, αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα ή απαράδεκτο της αγωγής, ενώ ως «έγερση και πάλι» νοείται η εκ νέου έγερση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. (ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008, ΑΠ 2074/2007 Νόμος). Τέλος η νέα αγωγή μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (βλ. ΑΠ 2074/07 ό.π.).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει με την υπό κρίση αγωγή ότι στις ...... 1999 γέννησε στην Αθήνα, εκτός γάμου, ένα τέκνο, που έλαβε το όνομα ... και προήλθε από τη σαρκική συνάφεια που είχε αυτή κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, δηλαδή μεταξύ της 300ής και 180ης μέρας πριν από τον τοκετό, με τον εναγόμενο με τον οποίο συμβίωνε από .......... Με βάση τ’ ανωτέρω ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος είναι ο φυσικός πατέρας του τέκνου της και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά της έξοδα.
Η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρα 17 παρ. 1, 616 ΚΠολΔ) φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και δικάζεται κατά τη διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των διαφορών που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρα 614-622 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο της ενάγουσας, γεννήθηκε την ...1999 και η ενάγουσα κατέθεσε τη με αριθμό κατάθεσης ....../2003 αγωγή της κατά του εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα την αναγνώριση της πατρότητας αυτού από τον εναγόμενο, αγωγή η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την ....2003, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη από την ενάγουσα με αριθμό ....... έκθεση επίδοσης που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ειρήνη Μαραγκουδάκη – Αλεξοπούλου. Με την άσκηση της αγωγής αυτής διακόπηκε η πενταετής προθεσμία που τάσσεται από το νόμο. Επί της αγωγής αυτής, μετά από αναβολές και ματαιώσεις της συζήτησής της, εκδόθηκε τελικά η με αριθμό ......../2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη. Αντίγραφο της απόφασης αυτής επιδόθηκε στην ενάγουσα την .........2008, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...../2008 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κιάρα Λομβάρδου, και έκτοτε δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά αυτής, όπως προκύπτει από το με αριθμό ......./2014 πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η δε ενάγουσα έγειρε εκ νέου την αγωγή της, που έχει την ίδια ιστορική και νομική βάση με την αρχική αγωγή, με το δικόγραφο που φέρει τον αριθμό κατάθεσης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας το οποίο επέδωσε στον εναγόμενο την .......2013, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ......../2013 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Νικόλαος Χρόνης, ήτοι μετά την πάροδο εξαμήνου από την απόρριψη της αρχικής αγωγής, με αποτέλεσμα να θεωρείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 παρ. 1 ΑΚ, ότι ουδέποτε διακόπηκε η πενταετής αποσβεστική προθεσμία, γεγονός το οποίο ερευνάται και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να έχουν προβάλλει σχετική ένσταση οι διάδικοι. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της παρέλευσης της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκησή της, να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 501, 505 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου εναγομένου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ παράβολο διακόσια πενήντα (250) ευρώ για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου εναγομένου, την οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 19/8/2014.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια