Υιοθεσία ανηλίκων
Μέρος Ι
10/02/2014

Η υιοθεσία περιλαμβάνει μια κατάσταση πολύπλοκων διαπροσωπικών ενδοοικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων.
Από τη Μαρία Καδόγλου, Κοινωνική Λειτουργό, Msc στην Κοινωνική Ψυχιατρική
Ο θεσμός της υιοθεσίας είναι αρκετά παλιός. Ο σημερινός του χαρακτήρας διαμορφώθηκε τον 20ο αιώνα, έχοντας ως ουσιαστικό στοιχείο που να τον διακρίνει από το παρελθόν τον ίδιο του τον στόχο: η οικογενειακή και κοινωνική αποκατάσταση του παιδιού που για κάποιους λόγους δεν μπορεί να ζήσει με τη φυσική του οικογένεια....
Σήμερα, γνωρίζουμε καλά πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη ενημέρωση του παιδιού για την υιοθεσία του. Ξέρουμε για την «κρίση ταυτότητας» που μπορεί να περάσει στην εφηβεία του και το πώς νοιώθει που είναι υιοθετημένο. Πάνω από όλα ξέρουμε, πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος των θετών γονέων που πρώτοι αυτοί πρέπει να σταθούν σωστά και να βοηθήσουν το παιδί στους προβληματισμούς και στα ερωτήματα του. Δεν αρκεί ένα ζευγάρι που δεν έχει παιδιά να θέλει απλά να υιοθετήσει. Χρειάζεται ωριμότητα, ευαισθησία, προετοιμασία, για να αντιμετωπίσει τις ειδικές και πολλαπλές ανάγκες του θετού παιδιού.
Η σωστή επιλογή θετής οικογένειας για το κάθε παιδί και η προετοιμασία του παιδιού, των θετών γονέων και των φυσικών γονέων προσφέρουν τις περισσότερες εγγυήσεις για τη καλή έκβαση της υιοθεσίας και την εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού.
Πως ορίζεται η υιοθεσία:
Η υιοθεσία είναι μια νομική πράξη, που καθιστά το παιδί που δεν μπορεί να ζήσει με τη φυσική του οικογένεια, ως μόνιμο μέλος μιας άλλης οικογένειας, ακριβώς σα να είχε γεννηθεί σε αυτή. Στη θετή οικογένεια, το υιοθετημένο παιδί μπορεί να απολαμβάνει όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα ενός φυσικού παιδιού. Οι δε θετοί γονείς, έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στο υιοθετημένο παιδί σαν να ήταν φυσικό τους τέκνο. Η υιοθεσία είναι μια πράξη αμετάκλητη.
Ακόμη, η υιοθεσία περιλαμβάνει μια κατάσταση πολύπλοκων διαπροσωπικών ενδοοικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων που μπορεί να επηρεάζουν θετικά και αρνητικά τη συμπεριφορά των ανθρώπων που τις βιώνουν: του παιδιού, των θετών γονέων και των φυσικών γονέων. Για αυτό και η υιοθεσία μπορεί να δώσει πολλές χαρές, αλλά και απογοητεύσεις. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που οι θετοί γονείς απογοητεύονται από το παιδί, διότι «δεν είναι όπως το περίμεναν» ή το παιδί αισθάνεται ότι αν ζούσε με τη φυσική του οικογένεια θα ήταν καλύτερα.
Τα είδη της υιοθεσίας
Ιδιωτική υιοθεσία: Ένα άτομο ή μια οικογένεια υιοθετεί το παιδί κάποιου άλλου προσώπου (συγγενικού ή αγνώστου).
Υιοθεσία από ίδρυμα: Ένα άτομο ή μια οικογένεια υιοθετεί ένα παιδί από ίδρυμα.
Διακρατική υιοθεσία: Ένα άτομο ή μια οικογένεια υιοθετεί ένα παιδί από το εξωτερικό (Σύμβαση της Χάγης).
Οι βασικές προϋποθέσεις μιας υιοθεσίας
Η ηλικία τουλάχιστον ενός εκ των δύο υποψήφιων θετών γονέων πρέπει να είναι άνω των 30 ετών & κάτω των 60 ετών. Ακόμη, ο θετός γονέας χρειάζεται να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά 18 έτη, αλλά όχι & πάνω από 50 έτη.
- Οι θετοί γονείς να μην έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή να μην εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα εκείνα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, σύμφωνα με το άρθρο 1537 του Αστικού Κώδικα, καθώς και για τα προβλεπόμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περί ναρκωτικών και περί εμπορίας ανθρώπων και οργάνων.
- Να έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του παιδιού, διαθέτοντας επαρκείς γ΄ αυτό οικονομικούς πόρους.
- Να έχουν καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία και ιδίως να μην πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.
- Είναι απαραίτητη η συμφωνία & των δύο συζύγων. Επιπλέον, ένας άντρας ή μία γυναίκα έχει το δικαίωμα να υιοθετήσει παιδί, χωρίς να είναι έγγαμος/η.
- Είναι απαραίτητη η συναίνεση του προς υιοθεσία ανήλικου παιδιού, αν αυτό έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του.
Η τελική συναίνεση των φυσικών γονέων δίδεται αφού περάσουν τρεις μήνες από τη γέννηση του παιδιού. Επομένως, μία απόφαση για υιοθεσία μπορεί να εκδοθεί μετά τη συμπλήρωση τριών μηνών από τη γέννηση του παιδιού.
*Σημείωση: Οι παραπάνω προϋποθέσεις αφορούν μόνο την υιοθεσία ανηλίκου.
Τα προσόντα του θετού γονιού
Ο κατάλογος με τα προσόντα που είναι απαραίτητα να διαθέτει ένας θετός γονιός είναι αρκετά μεγάλος, ωστόσο παρακάτω αναφέρονται μερικά από τα πιο ουσιαστικά:
- Να έχει ως κύριο κίνητρό του την προσφορά των αποθεμάτων αγάπης σε ένα παιδί που δεν είναι φυσικό του παιδί. Εάν τυχόν έχει δικά του παιδιά, αυτά θα πρέπει να γνωρίζουν και να αναμένουν ότι θα μοιράζονται την αγάπη αυτή.
- Να μπορεί να αναπτύξει μαζί με το παιδί μια υγιή συναισθηματική σχέση που θα το βοηθήσει να αναπτυχθεί ομαλά σε ψυχολογικό επίπεδο.
- Να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και της ταυτότητας του παιδιού.
- Να προωθεί την υγεία, την εκπαίδευση και την ανάπτυξη των ικανοτήτων του παιδιού.
- Να προσφέρει στο παιδί θετικές εμπειρίες οικογενειακής ζωής και να το υποστηρίζει στις καλές και κακές του στιγμές.
- Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει ποικίλες καταστάσεις, συμπεριφορές και συναισθήματα του παιδιού και να αντιλαμβάνεται τις πολλές και διαφορετικές του ανάγκες.
- Να διαθέτει υπομονή και να μπορεί να χειρίζεται επαρκώς την φροντίδα του παιδιού ή τυχόν δύσκολη συμπεριφορά του.
- Να μπορεί να αναπτύξει στο παιδί το αίσθημα ότι αξίζει.
- Να ενθαρρύνει το παιδί να αναπτύσσει την κοινωνικότητα του (π.χ. παρέες/φιλίες).
Ποια είναι η διαδικασία της υιοθεσίας ενός παιδιού;
Α) Για την ιδιωτική υιοθεσία
- Οι υποψήφιοι θετοί γονείς, εφόσον γνωρίζουν το παιδί προς υιοθεσία, χρειάζεται αρχικά να συντάξουν μια συμβολαιογραφική πράξη, στην οποία θα αναφέρεται η συναίνεση της φυσικής μητέρας για την προσωρινή φιλοξενία του παιδιού της.
- Οι υποψήφιοι θετοί γονείς καταθέτουν αίτηση και δικαιολογητικά στην αρμόδια υπηρεσία (αυτοπροσώπως ή μέσω δικηγόρου).
- Οι υποψήφιοι θετοί γονείς συμμετέχουν στις διαδικασίες της κοινωνικής έρευνας, την οποία διενεργεί η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία με τον κοινωνικό λειτουργό της, με σκοπό να εκτιμηθεί η καταλληλότητά τους ως θετοί γονείς και το αν η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του ανήλικου παιδιού.
- Η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αναζητά τους φυσικούς γονείς στην περιοχή κατοικίας τους, με σκοπό να διενεργηθεί για εκείνους κοινωνική έρευνα και να συνταχθεί η αντίστοιχη έκθεση από τον κοινωνικό λειτουργό.
- Η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αποστέλλει την έκθεση κοινωνικής έρευνας και τη βεβαίωση καταλληλότητας των υποψήφιων θετών γονέων, αλλά και την έκθεση κοινωνικής έρευνας των φυσικών γονέων στο δικαστήριο.
- Οι υποψήφιοι θετοί γονείς και η φυσική μητέρα ή φυσικοί γονείς συμμετέχουν στη διεξαγωγή της δίκης για την έκδοση της τελικής απόφασης της υιοθεσίας του παιδιού.
Β) Για την υιοθεσία από ίδρυμα
Οι υποψήφιοι θετοί γονείς απευθύνονται στα ιδρύματα της χώρας και καταθέτουν αίτηση και δικαιολογητικά.
- Το ίδρυμα αποστέλλει έγγραφο στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία της περιοχής κατοικίας των υποψήφιων θετών γονέων για διενέργεια κοινωνικής έρευνας από τον κοινωνικό λειτουργό για τους υποψήφιους θετούς γονείς αλλά και τη φυσική μητέρα.
- Οι υποψήφιοι θετοί γονείς συμμετέχουν στις διαδικασίες της κοινωνικής έρευνας, την οποία διενεργεί η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, με σκοπό να εκτιμήσει την καταλληλότητα των υποψήφιων θετών γονέων και το αν η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου. Το ίδιο και η φυσική μητέρα.
- Οι υποψήφιοι θετοί γονείς αναμένουν ειδοποίηση από το ίδρυμα ότι υπάρχει εκεί το κατάλληλο γι’ αυτούς παιδί, εφόσον η παραπάνω διαδικασία είναι θετική.
- Οι υποψήφιοι θετοί γονείς αλλά και οι φυσικοί γονείς συμμετέχουν στη διεξαγωγή της δίκης για την έκδοση της τελικής απόφασης της υιοθεσίας του παιδιού.
Γ) Για τη διακρατική υιοθεσία
Οι υποψήφιοι θετοί γονείς, αφού πρώτα απευθυνθούν στην κοινωνική υπηρεσία της περιοχής τους, καταθέτουν αίτηση και δικαιολογητικά στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία για τις διακρατικές υιοθεσίες και στη συνέχεια ακολουθεί η διαδικασία της αξιόλογησης.
Τα δεδομένα της υιοθεσίας & της αναδοχής
Στη χώρα μας, υιοθετούνται περίπου 500 παιδιά κάθε χρόνο. Από αυτά μόνο το 1/5ο αφορά στα παιδιά που προστατεύονται από Ιδρύματα. Η αναμονή για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων υιοθεσίας από τα ιδρύματα δεν οφείλεται σε χρονοβόρες διαδικασίες, όπως συχνά αναφέρεται, αλλά στην έλλειψη παιδιών για υιοθεσία συγκριτικά με τον μεγάλο αριθμό ζευγαριών που επιθυμούν να υιοθετήσουν. Επιπλέον, μόνο ένα μέρος των παιδιών σε ιδρύματα είναι «νομικά ελεύθερα» για να δοθούν για υιοθεσία. Κι αυτό γιατί οι φυσικοί τους γονείς πρέπει να συναινέσουν για κάτι τέτοιο. Δυστυχώς όμως, αρκετοί είναι οι φυσικοί γονείς που ακόμη κι αν παραμελούν ή κακοποιούν τα παιδιά τους, εμποδίζουν κάθε διαδικασία που θα τους κόστιζε την επιμέλεια του παιδιού τους και αρνούνται να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για υιοθεσία.
Για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας ή παιδιά με αναπηρία, ο χρόνος αναμονής είναι κατά πολύ μικρότερος, λόγω του μικρού αριθμού αιτήσεων υιοθεσίας γι’ αυτά αλλά και της προτεραιότητας που δίνεται στις αιτήσεις ζευγαριών που έχουν δεκτικότητα.
Υιοθεσία ανηλίκων
Μέρος ΙΙ
17/02/2014
Από τη Μαρία Καδόγλου, Κοινωνική Λειτουργό, Msc στην Κοινωνική Ψυχιατρική
Είναι σημαντικό και απαραίτητο, ακριβώς μετά την απόφαση ενός ζευγαριού να υιοθετήσει ένα παιδί και πολύ πριν αυτό τοποθετηθεί στην θετή οικογένεια, οι γονείς να λάβουν ανάλογη συμβουλευτική και ψυχολογική προετοιμασία και εκπαίδευση, ώστε να δεχτούν ομαλά τη νέα οικογενειακή τους κατάσταση: τώρα μια νέα ζωή ξεκινά που φέρει όμως δομικές αλλαγές στην καθημερινότητα, στις συμπεριφορές και στις σχέσεις των μελών. Το κάθε υιοθετημένο παιδί φέρει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τα οποία το οδηγούν στο να βιώνει την υιοθεσία του διαφορετικά (π.χ. ως απόρριψη), ιδίως αν έχει περάσει την βρεφική του ηλικία, κάτι που απαιτεί και τους ανάλογους χειρισμούς από τους γονείς. Τα υιοθετημένα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας ξεκινούν τη ζωή τους με ένα τραύμα που άλλες φορές διαρκεί πολύ και άλλες λίγο. Συχνά, η ένταξή τους σε μια οικογένεια, ακόμη και με τις καλύτερες προδιαγραφές, δεν είναι αρκετή για την επούλωση αυτού του τραύματος. Για το λόγο αυτό, η προσπάθεια της θετής οικογένειας για μια ομαλή ένταξη του παιδιού χρειάζεται να είναι διαρκής και επίμονη.
Παράλληλα, για τον ίδιο σκοπό, πραγματοποιείται για τα πρώτα τρία χρόνια η διαδικασία της μεταπαρακολούθησης. Σκοπός της είναι η παροχή υποστήριξης στη νέα οικογένεια, ώστε να προσαρμοστεί στην καινούργια κατάσταση. Ο Κοινωνικός Λειτουργός της αρμόδιας Κοινωνικής Υπηρεσίας επισκέπτεται την οικογένεια και διερευνά τις συνθήκες διαβίωσης του παιδιού. Ενδιαφέρεται να ενημερωθεί για τη σωματική και ψυχική του υγεία, την κοινωνικοποίησή του, την εξέλιξη της γλώσσας του, τη συμπεριφορά του, την ένταξή του σε αντίστοιχη με την ηλικία του βαθμίδα εκπαίδευσης κλπ. Στο τέλος, συντάσσει έκθεση κοινωνικής έρευνας και διαπιστώνει την ικανότητα των θετών γονέων να ανταπεξέλθουν στον ρόλο τους και στις νέες ανάγκες. Σε περίπτωση διαπίστωσης δυσλειτουργίας στην οικογένεια η παρέμβαση του Κοινωνικού Λειτουργού είναι άμεση, προκειμένου οι θετοί γονείς να υποστηριχτούν ανάλογα.
Η συμπεριφορά του υιοθετημένου παιδιού κατά την προσαρμογή του στη νέα οικογένεια
Σε περίπτωση υιοθεσίας ενός παιδιού μικρής ηλικίας, συχνά παρατηρείται ότι η προσαρμογή του ομαλοποιείται σταδιακά. Το παιδί αρχίζει να ανταποκρίνεται συναισθηματικά και να εμπιστεύεται τους νέους του γονείς.
Άλλες όμως φορές, το άγχος των νέων γονιών για το πώς τους βλέπει το παιδί μπορεί να το οδηγήσει στην εκδήλωση διστακτικότητας, δυσφορίας, παραπόνων ή παλινδρομήσεων.
Επιπλέον, αν ένα παιδί υιοθετηθεί από ίδρυμα, όπου έχει παραμείνει καιρό ή έχει βιώσει παραμέληση και στερήσεις, μπορεί να εμφανίσει επιθετικότητα, δυσκολίες στην πρόσληψη τροφής, ανυπακοή, συνεχές κλάμα ή υπερκινητικότητα. Ακόμη, μπορεί να ζητά ολοένα και περισσότερες υλικές και συναισθηματικές παροχές από το νέο περιβάλλον του, προσπαθώντας έτσι επίμονα να αποκτήσει πράγματα και φέρνοντας παράλληλα σε δύσκολη θέση τους γονείς του. Για τους λόγους αυτούς, χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή και φροντίδα, πάντοτε με σκοπό την ομαλή προσαρμογή του στο νέο περιβάλλον.
Οι δυσκολίες των παιδιών μπορεί να γίνονται αντιληπτές με μερικές φράσεις όπως:
- «Νιώθω αμήχανα όταν έχω γενέθλια».
- «Θέλω εσείς να ανοίγετε τη συζήτηση για τη φυσική μου οικογένεια».
- «Όταν ξεσπάω και φέρομαι άσχημα, τότε σας χρειάζομαι ακόμα περισσότερο. Μείνετε κοντά μου».
- «Φοβάμαι μήπως και εσείς με εγκαταλείψετε».
Κάθε υιοθετημένο παιδί έχει την ανάγκη:
- Να υποστηριχθεί για να διαχειριστεί τον αποχωρισμό του από τη φυσική του μητέρα για να μπορέσει να δεχτεί την αγάπη των άλλων.
- Τη διαβεβαίωση ότι ανεξάρτητα από τις επιλογές του, για τους θετούς γονείς θα είναι πάντα το παιδί τους.
- Την αποδοχή και παραδοχή της διαφορετικότητας της εμφάνισης ή της προσωπικότητας από τους θετούς γονείς.
- Την ειλικρινή πληροφόρηση για τη φυσική του οικογένεια.
Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας μετά την υιοθεσία
- Σχέσεις μεταξύ των θετών γονέων & του υιοθετημένου παιδιού:
Οι θετοί γονείς, στην προσπάθεια κοινωνικοποίησης του παιδιού τους, φροντίζουν να του εξασφαλίζουν τις ανάλογες συνθήκες για παιχνίδι, επαφή με άλλα παιδιά, ανάπτυξη του συναισθηματικού του κόσμου, της πρωτοβουλίας του κτλ. Αυτά τα στοιχεία μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας.
Στις περιπτώσεις που οι μητέρες είναι υπερπροστατευτικές, υπάρχει το ενδεχόμενο να ενισχυθεί η εξάρτηση και η προσκόλληση του παιδιού σε αυτές. Άξιο προσοχής επίσης είναι το γεγονός της επικέντρωσης των θετών γονέων στα υλικά αγαθά, σε μια προσπάθεια αποφυγής των στερήσεων. Κάποιες πάλι φορές, οι γονείς προσπαθούν να επιβάλλουν πειθαρχία και να οριοθετήσουν το παιδί, με αποτέλεσμα να περιορίζουν ταυτόχρονα και τη γενικότερη έκφραση των επιθυμιών του.
- Σχέσεις μεταξύ των θετών γονέων:
Επικρατεί ενθουσιασμός, χαρά και πληρότητα. Το ενδιαφέρον στρέφεται στην περιποίηση και στην εκπλήρωση των επιθυμιών του παιδιού, για τις οποίες αφιερώνεται αρκετός χρόνος. Οι θετοί γονείς, συχνά, μπορεί, μέσα από την προσήλωσή τους στο παιδί, να αμελήσουν ο ένας τον άλλον ή να διαταράξουν τη σχέση τους. Στην προσπάθεια για διατήρηση ισορροπιών, μπορεί να προκύψουν διαφωνίες και ένταση. Μετά την περίεργη αυτήν περίοδο προσαρμογής, συνήθως, οι σχέσεις ομαλοποιούνται και ο χρόνος επιμερίζεται σωστότερα στην οικογενειακή & κοινωνική ζωή.
- Σχέσεις μεταξύ αδελφών (φυσικού παιδιού & υιοθετημένου παιδιού):
Το φυσικό παιδί αποδέχεται και προσαρμόζεται αρκετά καλά με την πάροδο του χρόνου στο γεγονός του ερχομού του υιοθετημένου αδελφού του. Μάλιστα, αδέρφια μεγαλύτερης ηλικίας δείχνουν υπερπροστατευτικότητα.
Σε περιπτώσεις βέβαια που το θετό παιδί αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό από τους γονείς του, η αντίστοιχη συμπεριφορά εκδηλώνεται από τα φυσικά αδέρφια ως αντιζηλία, αντιπαλότητα, υποβάθμιση & περιθωριοποίηση. Ακόμη, όταν οι γονείς διαχωρίζουν εξ΄ αρχής το θετό παιδί, τα φυσικά παιδιά εσωτερικεύουν αυτήν την στάση και δημιουργούν τάσεις κτητικότητας προς τους γονείς τους.
Το μετατραυματικό σύνδρομο
Οι επεξηγήσεις που δίνονται σε ένα παιδί για την υιοθεσία του χρειάζεται να είναι απλές και περιγραφικές. Σε αυτό βοηθούν επιπλέον οι συγκρίσεις των συνθηκών διαβίωσης των υιοθετημένων παιδιών με τις συνθήκες διαβίωσης σε ορφανοτροφεία ή ανάδοχες οικογένειες. Ο τρόπος αυτός βοηθά τα παιδιά, μέσω του μηχανισμού της μνήμης (μερική λήθη, αφομοίωση) να απλοποιούν τα στοιχεία, να προσαρμόζονται και να ισορροπούν ψυχικά & σωματικά.
Σε περίπτωση που οι διεργασίες αυτές είναι αδύνατες για το παιδί ή διακοπούν, μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα μετατραυματικού συνδρόμου που εκδηλώνονται με αϋπνία, απαισιόδοξες σκέψεις, φαντασιώσεις επανάληψης γεγονότων, αίσθημα μοναξιάς- εγκατάλειψης- ανασφάλειας ή κινδύνου για το μέλλον του. Μπορεί ακόμη οι παραπάνω εκδηλώσεις να αποτυπώνονται σε σωματικά συμπτώματα όπως κοιλιακά άλγη, εμετοί, τραυλισμοί, ανορεξία, βουλιμία, πονοκέφαλοι.
Σε καμία περίπτωση η εκδήλωση κάποιων από τα παραπάνω δεν πρέπει να πανικοβάλλει, διότι συχνά τα παιδιά εμφανίζουν τέτοιες συμπεριφορές παίζοντας, σε μια προσπάθεια προσέλκυσης ενδιαφέροντος. Αν παρ’ όλα αυτά συνδυάζονται αρκετά από τα παραπάνω και εμποδίζουν την βιοψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, θεωρείται χρήσιμη η επικοινωνία και η συνεργασία με κάποιον ειδικό.
Καθώς το υιοθετημένο παιδί μεγαλώνει, του δημιουργούνται απορίες για την προέλευσή του. Αυτή η κατάσταση δεν είναι μια απλή επιθυμία που χρειάζεται να ικανοποιηθεί, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα ένα δικαίωμά του να γνωρίζει τις ρίζες του και να νιώθει ολοκληρωμένο. Μετά την ενηλικίωσή του, αν το επιθυμεί, μπορεί να αναζητήσει τους φυσικούς του γονείς. Τις αρχικές πληροφορίες μπορεί να τις λάβει από τους θετούς του γονείς και την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία που είχε πραγματοποιήσει την υιοθεσία του και τηρεί φάκελο με όλα τα στοιχεία.
Βέβαια, το γεγονός της αποκάλυψης της υιοθεσίας και της γνώσης της προέλευσης ενός υιοθετημένου παιδιού φαίνεται πως αντιμετωπίζεται διαφορετικά κατά καιρούς από κοινωνία σε κοινωνία, έχοντας τον κίνδυνο του στιγματισμού του παιδιού.
Η επιθυμία και το δικαίωμα της αναζήτησης των φυσικών γονέων
– Πότε είναι η κατάλληλη ηλικία;
Η κατάλληλη ηλικία για να ενημερωθεί και να ευαισθητοποιηθεί ένα παιδί για την υιοθεσία του είναι όταν αρχίζει να αναρωτιέται για την προέλευση του ανθρώπου (“από πού έρχονται τα μωρά;”), δηλαδή μεταξύ 2 και 5 ετών. Σε αυτήν την ηλικία οι εξηγήσεις χρειάζεται να έχουν τη μορφή ενός παραμυθιού ή μιας ιστορίας που να μπορεί να γίνει κατανοητή από το παιδί. Το γεγονός ότι τα παιδιά ενημερώνονται νωρίς δε σημαίνει ότι καταλαβαίνουν πλήρως το νόημα της υιοθεσίας. Μόνο μετά την ηλικία των έξι έως επτά ετών αρχίζουν σταδιακά να συνειδητοποιούν και να αντιλαμβάνονται την ιδιαιτερότητα της θέσης τους. Συχνά, πολλοί γονείς αναζητούν βοήθεια από κάποιον ειδικό για περαιτέρω καθοδήγηση, συμβουλές και τρόπους διαχείρισης των δύσκολων ερωτημάτων του παιδιού τους.
Στην περίπτωση που οι γονείς αποφασίσουν να αποκαλύψουν στο παιδί την υιοθεσία του μετά τα 10 χρόνια της ζωής του ή έστω στην εφηβεία τους με το πρόσχημα ότι θα αντιληφθεί τη σημασία της, είναι καλό να γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια περίοδο άγχους και δυσκολίας του παιδιού ως προς τη συγκρότηση της προσωπικότητας και της ταυτότητάς του.
– Η αποκάλυψη από πρόσωπα εκτός οικογένειας.
Ίσως το υιοθετημένο παιδί να ακούσει από συγγενείς, φίλους και άλλους ανθρώπους του περιβάλλοντός του ότι είναι υιοθετημένο. Η βίαιη αυτή αποκάλυψη μπορεί να γίνει τυχαία ή σκόπιμα. Ενδεχομένως, το παιδί να τρομάξει, να ταράξει τις σχέσεις του με την οικογένεια, να επηρεάσει την κοινωνικότητά του κ.ά.
Σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο, είναι καλό οι θετοί γονείς να αφιερώσουν χρόνο για να ακούσουν τις ανησυχίες του παιδιού, να δεχθούν τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να προκύψουν π.χ. εκρήξεις θυμού, αρνητικά σχόλια, παράπονα και βίαια επεισόδια, να του εξηγήσουν για τους φυσικούς του γονείς, γιατί και πώς δόθηκε για υιοθεσία, να το καθησυχάσουν για τα συναισθήματα που τρέφουν γι’ αυτό και για το ότι δε θα αλλάξουν οι ίδιοι απέναντί του.
- Λόγοι απόκρυψης της αλήθειας.
Οι λόγοι που προβάλλουν οι θετοί γονείς για να υποστηρίξουν την άποψή τους ότι το παιδί δεν πρέπει να μάθει την αλήθεια ή τουλάχιστον να τη μάθει όσο γίνεται πιο αργά, είναι ποικίλοι:
- Φόβος ότι το παιδί θα πληγωθεί και θα απογοητευτεί.
- Φόβος ότι το παιδί θα γίνει ανυπάκουο & επιθετικό, ότι θα τους κρίνει αυστηρά, θα τους αμφισβητήσει ή θα τους απορρίψει.
- Ανησυχία μήπως το παιδί τους εγκαταλείψει και αναζητήσει την φυσική του οικογένεια.
- Φόβος για το τι θα συμβεί όταν το παιδί συνειδητοποιήσει τη διαφορετικότητά του από τα άλλα παιδιά.
- Προσπάθεια αποφυγής ρατσιστικών εκδηλώσεων από την κοινωνία.
- Τυχόν ενοχλήσεις ή παρεμβάσεις από τη φυσική οικογένεια του παιδιού, εφόσον αυτή κατοικεί στην ίδια περιοχή.
- Το στίγμα της υιοθεσίας
Η αρχή για τον στιγματισμό ενός υιοθετημένου παιδιού γίνεται συνήθως στο σχολείο. Εκεί αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του διαφορετικό από τους άλλους. Ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του χρησιμοποιούν αρνητικές εκφράσεις που μπορεί να του προκαλέσουν συναισθήματα θλίψης και απόρριψης, μπορεί να του προκληθεί ανησυχία και να επηρεαστεί σημαντικά η ομαλή ανάπτυξη της προσωπικής του ταυτότητας.
Ακόμη, ο περίγυρος της οικογένειας, όπως η γειτονιά ή οι φίλοι του ζευγαριού, μπορούν να στιγματίσουν την οικογένεια με το υιοθετημένο παιδί. Οι συζητήσεις τους περιλαμβάνουν συχνά την κακοπροαίρετη κριτική και την περιέργεια και μπορεί να αναφέρονται σε θέματα όπως οι λόγοι που υιοθετήθηκε το παιδί, τα συναισθήματα που υπάρχουν λόγω της ατεκνίας κλπ.
Το στίγμα και η προκατάληψη φαίνεται να σχετίζονται και με το τι «κουβαλά» το θετό παιδί από τη φυσική του οικογένεια (τυχόν παραβατική συμπεριφορά των φυσικών γονέων, ιστορικό υγείας, νοητικό επίπεδο κτλ.). Πολλοί θεωρούν ότι τα παραπάνω σίγουρα μεταβιβάζονται στο παιδί. Όμως, κάτι τέτοιο δε φαίνεται να ισχύει απόλυτα, καθώς ακόμα και αν η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο, η επίδραση του περιβάλλοντος που μεγαλώνει ένα παιδί είναι εξίσου ικανή ώστε να αποτρέψει την εκδήλωση κληρονομικών ασθενειών.
Πολύ σημαντικός για την άμβλυνση ή την αποφυγή του στίγματος φαίνεται να είναι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το θέμα η ίδια η οικογένεια. Χρειάζεται να γνωρίζει πότε είναι η κατάλληλη ηλικία να αποκαλύψει στο παιδί την υιοθεσία του, τον τρόπο με τον οποίο θα το προετοιμάσουν γι’ αυτό, σε ποιους άλλους πρέπει να μιλήσουν κτλ.
Βέβαια, υπάρχει περίπτωση να διαταραχθεί η ισορροπία των υπαρχόντων σχέσεων μέσα στην οικογένεια αλλά και με τον κοινωνικό περίγυρο. Γι’ αυτό, είναι σημαντικό να μπορούν τα μέλη να εκφράζουν τις ανησυχίες τους, να αποφορτίζονται, να ενισχύονται και κυρίως το παιδί να καθοδηγείται αναλόγως.
ΠΗΓΗ:http://psychografimata.com/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου