
Επικαλούμενος δε έννομον συμφέρον, εζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα τηςυιοθεσίας αυτής, για το λόγο ότι δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες για την έγκυρη σύναψη της ουσιαστικές προϋποθέσεις και ειδικότερα: α) η κατά το άρθρον 1568 Α.Κ. θετική προϋπόθεση της συμπληρώσεως του 50ου έτους της ηλικίας του υιοθετήσαντος και β) η αρνητική προϋπόθεση ..
του ιδίου άρθρου περί μη υπάρξεως γνησίου κατιόντος. Επί πλέον δε διότι δεν τηρήθηκε και η προβλεπομένη διαδικασία της δια δικαστικής αποφάσεως τελέσεως της υιοθεσίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Ο ενάγων άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη από τον αναιρεσείοντα με την κρινομένη αίτηση και για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Απόφαση 515 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 515/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. - Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο - Γεώργιο Αυγερινό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ρ. Κ. του Π.-Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Μονοχαρτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3847/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4113/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-9-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 23-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας την 3-7-1998 πατέρας του Π. - Γ. Κ., με την υπ' αριθμ. .../16.12.1963 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Μονάχου Χανς Βόλμπερερ, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4274/28.4.1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μονάχου, υιοθέτησε τον εναγόμενο, ενήλικο τέκνο της δευτέρας συζύγου του Μ. Χ. Τ., Γερμανικής υπηκοότητος. Επικαλούμενος δε έννομον συμφέρον, εζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα τηςυιοθεσίας αυτής, για το λόγο ότι δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες για την έγκυρη σύναψη της ουσιαστικές προϋποθέσεις και ειδικότερα: α) η κατά το άρθρον 1568 Α.Κ. θετική προϋπόθεση της συμπληρώσεως του 50ου έτους της ηλικίας του υιοθετήσαντος και β) η αρνητική προϋπόθεση του ιδίου άρθρου περί μη υπάρξεως γνησίου κατιόντος. Επί πλέον δε διότι δεν τηρήθηκε και η προβλεπομένη διαδικασία της δια δικαστικής αποφάσεως τελέσεως της υιοθεσίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Ο ενάγων άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη από τον αναιρεσείοντα με την κρινομένη αίτηση και για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 23 παρ.1 του Α.Κ. "οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και την λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους", Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τον καθορισμό των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας, καθώς και των αποτελεσμάτων της ελλείψεως των προϋποθέσεων αυτών, όπως είναι η τυχόν ακυρότητα της υιοθεσίας, και τα πρόσωπα, τα οποία δικαιούνται να προβάλουν την ακυρότητα αυτή, εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγενείας εκάστου μέρους υπό τον όρο ότι η εφαρμογή των διατάξεων του τυχόν εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικώς στην ελληνική δημοσία τάξη (άρθρο 33 Α.Κ.)- Για να είναι έγκυρη συνεπώς η υιοθεσία θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ο υιοθετούμενος να υιοθετηθεί και ο υιοθετών να υιοθετήσει κατά το δίκαιο της ιθαγενείας του αντιστοίχως. Αν υπάρχει κώλυμα για το ένα μέρος, κατά το δίκαιο της ιθαγενείας του να προβεί σε υιοθεσία, καθίσταται αδρανής και η ευχέρεια που έχει το άλλο μέρος από το δίκαιο της δικής του ιθαγενείας να συνάψει την ιδία έννομη σχέση (Α.Π. 2084/2009, 1787/1988). Καθόσον αφορά δε τον τύπο της υιοθεσίας, αυτός διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 11 Α.Κ. και συνεπώς η υιοθεσία είναι τυπικός έγκυρη αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενο της, είτε με το δίκαιο του τόπου που επιχειρείται, είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών. Περαιτέρω, τα ένδικα βοηθήματα για την προσβολή της υιοθεσίας σε περίπτωση παραβιάσεως των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη σύσταση αυτής, ορίζονται από το δίκαιο που παραβιάσθηκε, το οποίο επίσης εφαρμόζεται και ως προς τα νομιμοποιούμενα για την επίκληση της υφισταμένης ακυρότητος πρόσωπα (Α. Π. 1787/1988). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 2447/1996: "... υιοθεσίες που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου διέπονται ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα από το έως τώρα δίκαιο. Οι διατάξεις όμως των άρθρων 1569 έως 1577 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και στις υιοθεσίες που τελέσθηκαν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς". Κατά το άρθρο 1569 του Α.Κ: "Η υιοθεσία προσβάλλεται μόνο με την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων ή βοηθημάτων κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης, αν δεν συνέτρεξαν οι όροι του νόμου ή αν η συναίνεση ενός από τα πρόσωπα, που σύμφωνα με το νόμο ήταν αρμόδια να συναινέσουν, υπήρξε άκυρη για οποιονδήποτε λόγο ή δόθηκε υπό την επήρεια πλάνης ως προς την ταυτότητα του προσώπου του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, απάτης ως προς ουσιώδη περιστατικά ή παράνομης ή ανήθικης απειλής". Κατά δε το άρθρο 1570 A.K.: "Δικαίωμα να προσβάλουν την υιοθεσία για έναν από τους λόγους του προηγούμενου άρθρου έχουν, αν μεν υπήρξαν διάδικοι στη δίκη με το ένδικο μέσο της έφεσης και αν όχι, με τριτανακοπή: Ι. Στις περιπτώσεις μη συνδρομής των όρων του νόμου, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή ο εισαγγελέας. 2. Στις περιπτώσεις έλλειψης έγκυρης συναίνεσης, καθώς και όταν αυτή υπήρξε προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής, αυτός του οποίου λείπει η έγκυρη συναίνεση ή ο οποίος πλανήθηκε, εξαπατήθηκε, ή απειλήθηκε, όχι όμως και οι κληρονόμοι τους". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι υπό το ισχύον νομικό καθεστώς η προσβολή της περί υιοθεσίας αποφάσεως λόγω μη συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων ή ελλείψεως εγκύρου και απηλλαγμένης ελαττωμάτων συναινέσεως, γίνεται με έφεση, η οποία ασκείται από πρόσωπο που υπήρξε διάδικος στη σχετική δίκη ή με τριτανακοπή που ασκείται από τρίτον, έχοντα ίδιο έννομο συμφέρον, ήτοι προσωποπαγές οικογενειακής ή κληρονομικής φύσεως δικαίωμα, που προσβάλλεται με την επίμαχη υιοθεσία. Η, κατά τα άνω προσβολή της υιοθεσίας ως ακύρου ή ακυρώσιμου, εφόσον έχει ως αντικείμενο την περί υιοθεσίας απόφαση, εμπίπτει στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εξεδόθη και η απόφαση αυτή. Αντιθέτως με βάση το ισχύον ουσιαστικό δίκαιο αποκλείεται η άσκηση αγωγής ακυρώσεως της υιοθεσίας, εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 615 έως 622 του Κ.Πολ.Δ.. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι με το άρθρο 36 του ν. 2447/1996 διεγράφη από το άρθρο 614 παρ. 1 περ. ε' (ήδη περ. στ') του Κ.Πολ.Δ. η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής για αναγνώριση ότι "είναι άκυρη η υιοθεσία" . Έτσι είναι και νομοθετικώς κατοχυρωμένη η άποψη ότι η απόφαση της υιοθεσίας προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα και την τριτανακοπή. Ειδικότερα, με το ν. 2447/1996 αποσαφηνίσθηκε πλήρως το ζήτημα της προσβολής της υιοθεσίας, που δεν ρυθμιζόταν ρητώς μέχρι τότε και, μέσω των άρθρων 1569 - 1570 Α.Κ. και 800 του Κ.Πολ.Δ., τα οποία τροποποιήθηκαν αντιστοίχως με τα άρθρα 1 και 43 του νόμου αυτού, κατέστη σαφές ότι η ανατροπή της υιοθεσίας, λόγω ελαττωμάτων ή ελλείψεως ουσιαστικών προϋποθέσεων μπορεί να γίνει μόνο με την άσκηση των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων της εφέσεως και της τριτανακοπής, μέσα στις σύντομες προθεσμίες του άρθρου 800 ΚΠολΔ, δηλαδή εντός έτους από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως και, για την περίπτωση της τριτανακοπής, εντός έξι (6) μηνών από της γνώσεως της υιοθεσίας. Ενόψει των ανωτέρω η διατήρηση σε σχέση με την υιοθεσία των όρων "άκυρη" ή "ακυρότητα" στα άρθρα 618, 619 και 620 του Κ.Πολ.Δ., στερείται πλέον εννόμου επιρροής. Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 614 Κ.Πολ.Δ., αφού η διάταξη αυτή, κατά την ρητή διατύπωση της, αναφέρεται σε δίκες που αφορούν τη λύση της υιοθεσίας, η οποία προβλέπεται από τα άρθρα 1571, 1572 και 1588 Α.Κ., και όχι στην προσβολή αυτής ως ακύρου ή ακυρώσιμου. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, 1756/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, ως ήδη εξετέθη, επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητος της υιοθεσίας του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου, από τον αποβιώσαντα κατά το έτος 1998 πατέρα του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, η οποία ετελέσθη με την υπ' αριθμ. .../16.12.1963 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Μονάχου Χανς Βόλμπερερ, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4274/28.4.1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μονάχου, για το λόγο ότι δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1568 του Α. Κ. προϋποθέσεις για την σύναψη της υιοθεσίας και δη η θετική προϋπόθεση της συμπληρώσεως του 50ου έτους της ηλικίας από τον υιοθετήσαντα, σύζυγο της μητέρας του υιοθετηθέντος ενηλίκου και η αρνητική προϋπόθεση της μη υπάρξεως γνησίου κατιόντος, και τέτοιος ήταν ο ενάγων, γνήσιο τέκνο αυτού από τον προηγούμενο γάμο του. Επί πλέον δε δεν τηρήθηκε και η προβλεπομένη από το άρθρο 1549 Α.Κ. διαδικασία της δια δικαστικής αποφάσεως τελέσεως της υιοθεσίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως προεξετέθη, ως νόμω αβάσιμη την αγωγή και το Εφετείο που επελήφθη, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος, της εκδικάσεως ταύτης, την έκρινε επίσης νόμω αβάσιμη και απέρριψε την έφεση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, στην οποία διέλαβε σχετικώς τις ακόλουθες παραδοχές και αιτιολογίες "... Με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της παραπάνω αναφερόμενης υιοθεσίας. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας τα ένδικα βοηθήματα με τα οποία μπορεί να προσβληθεί η συσταθείσα στην Γερμανία υιοθεσία θα καθοριστούν από το ελληνικό δίκαιο, που έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή - εφόσον κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος είναι το δίκαιο που έχει παραβιαστεί -και ειδικότερα από το ισχύον δίκαιο, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, ναι μεν οι υιοθεσίες που έγιναν πριν από την ισχύ του ν. 2447/1996 διέπονται από τις τότε ρυθμίσεις, πλην όμως η προσβολή και η λύση της υιοθεσίας υπάγονται στο νέο δίκαιο, έστω και αν αυτή έγινε πριν από την ισχύ του νέου νόμου ... Ο νόμος αυτός (2447/1996) αποσαφήνισε πλήρως το ζήτημα της προσβολής της υιοθεσίας ... και, μέσω των άρθρων 1569 -1570 του Α.Κ. και 800 του Κ. Πολ. Δ. κατέστη σαφές ότι, εκτός της περιπτώσεως που η υιοθεσία είναι ... ανυπόστατη ή ζητείται η λύση της, η ανατροπή της για άλλα ελαττώματα μπορεί να γίνει μόνο με την άσκηση των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων της εφέσεως και της τριτανακοπής ... μέσα σε ένα έτος από την δημοσίευση της αποφάσεως και, για την περίπτωση της τριτανακοπής, μέσα σε έξι (6) μήνες από την γνώση της υιοθεσίας. Υπό το ισχύον, επομένως, δίκαιο η υιοθεσία δεν ανατρέπεται με αγωγή και μάλιστα με αγωγή εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων, του άρθρου 614 παρ. 1 ε' του Κ.Πολ.Δικ., αφού η δυνατότητα αυτή, να αναγνωριστεί δηλαδή η ακυρότητα μιας υιοθεσίας με την εφαρμογή του παραπάνω έχει ρητά απαλειφθεί με το άρθρο 36 του ν. 2447/1996 ... Εξάλλου, η λύση της υιοθεσίας προβλέπεται στα άρθρα 1571 επ. του Α.Κ. και αφορά στην περίπτωση εκπτώσεως του θετού γονέα από την γονική μέριμνα ή αφαιρέσεως της ασκήσεως της από αυτόν, καθώς και αυτήν της συνδρομής λόγων αποκληρώσεως του θετού τέκνου, οπότε το δικαστήριο, μετά από αίτηση του θετού τέκνου που έχει συμπληρώσει τα δώδεκα έτη ή του θετού γονέα ή του εισαγγελέα, μπορεί να διατάξει την λύση της υιοθεσίας (άρθρα 1571 - 1572 του Α.Κ). Προβλέπεται ακόμη η εκούσια λύση της υιοθεσίας, μετά την ενηλικίωση του θετού τέκνου (άρθρο 1573 του Α.Κ.), καθώς και η λύση της υιοθεσίας ενηλίκου, ύστερα από αγωγή του θετού τέκνου ή του γονέα, αν συντρέχει παράπτωμα που δικαιολογεί την αποκλήρωση ή που συνιστά λόγο αχαριστίας του θετού τέκνου απέναντι στον υιοθετήσαντα (άρθρο 1588 του Α.Κ.). Εκτός από την εκούσια λύση της υιοθεσίας, η οποία υπάγεται στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι διαφορές που αφορούν στην λύση της υιοθεσίας υπάγονται στην διαδικασία του άρθρου 614 παρ. 4 του Κ. Πολ. Δικ., δεν υπάγονται όμως στην εν λόγω διαδικασία η προσβολή της υιοθεσίας ως άκυρης ή ακυρώσιμης, η οποία χωρεί μόνον με την άσκηση των ενδίκων μέσων ή βοηθημάτων κατά της αποφάσεως, με οποία συντελείται η υιοθεσία κατά την εκούσια δικαιοδοσία ... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον με την ένδικη αγωγή δεν ζητείται η λύση της υιοθεσίας, αλλά η προσβολή αυτής, για λόγους που θα μπορούσε ο ενάγων, ως τρίτος, να προβάλει μόνο με τριτανακοπή, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως άνω, γι' αυτό και ο συναφής πρώτος λόγος της εφέσεως κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1569 και 1570 του Α.Κ., όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με τα άρθρο 1 του ν. 2447/1996 και εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 57 παρ.1 του ιδίου νόμου και στις υιοθεσίες, όπως η προκειμένη , που έχουν τελεσθεί υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς. Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην εσφαλμένη εφαρμογή, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίμαχης υιοθεσίας, αλλά και ερμηνεία των προειρημένων διατάξεων καθώς και εκείνων των άρθρων 36 του ν. 2447/1996 και 614 παρ. 1 ε' και 4 Κ.Πολ.Δ. και στην απόρριψη βάσει αυτών της ενδίκου αγωγής ως νομικώς αβασίμου, τυγχάνουν αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 17 του ν.δ. 610/1970, περί υιοθεσίας ανηλίκων, το οποίο κατά το άρθρο 1 του ιδίου νόμου εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση και επί υιοθεσίας του υπερβάντος το δέκατον όγδοον έτος, εάν ο υιοθετούμενος είναι γνήσιο τέκνο του συζύγου του υιοθετούντος, κάθε αγωγή περί ακυρώσεως της υιοθεσίας από οποιονδήποτε λόγο και κάθε από οποιονδήποτε λόγο τριτανακοπή κατά της περί υιοθεσίας αποφάσεως, παραγράφεται μετά παρέλευση έτους αφότου ο δικαιούμενος σε ακύρωση ή τριτανακοπή έλαβε γνώση της περί υιοθεσίας αποφάσεως, σε κάθε όμως περίπτωση η αγωγή αυτή ή τριτανακοπή αποκλείεται μετά παρέλευση τριών ετών από την τελεσιδικία της περί υιοθεσίας αποφάσεως. Από τη διατύπωση αυτής της διατάξεως και τον επιδιωκόμενο με αυτήν σκοπό, που είναι η σύντομη και οριστική εκκαθάριση αμφισβητουμένων καταστάσεων περί το κύρος της υιοθεσίας, η οποία, συντελούμενη μετά από τήρηση αυστηρών διατυπώσεων, ιδρύει νέα για το θετό ανήλικο τέκνο προσωπική και οικογενειακή κατάσταση, με ποικίλα έννομα αποτελέσματα και δεν θα ήταν επομένως ορθό να παραμένει επί μακρό χρόνο μετέωρη από απόψεως δυνατότητας προσβολής εκ μέρους των τρίτων, προκύπτει σαφώς ότι και στις δύο περιπτώσεις, παρά τη διαφοροποίηση των χρησιμοποιουμένων όρων, πρόκειται περί αποκλειστικής προθεσμίας, ήτοι περί καθορισμού χρόνου μέσα στον οποίο πρέπει να ασκηθεί το περί ακυρώσεως της υιοθεσίας διαπλαστικό δικαίωμα, με όλες τις συνέπειες που ο χαρακτηρισμός αυτός συνεπάγεται. Ειδικότερα, όμως, η καθιερουμένη στη δευτέρα περίπτωση τριετής προθεσμία ενόψει και των ως άνω συνεπειών της υιοθεσίας, είναι αποκλειστική προθεσμία ή προθεσμία ανωτάτου ορίου, με την έννοια ότι μέσα στα καθοριζόμενα σταθερά και μη δεκτικά επεκτάσεως χρονικά όρια πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα προσβολής της υιοθεσίας, του οποίου η δυνατότητα δημιουργίας πέραν των ορίων αυτών αποκλείεται, με συνέπεια, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, όχι μόνο αποσβέννυται το δικαίωμα αυτό, αλλά και η γέννηση ακόμη αυτού αποκλείεται. Από αυτά παρέπεται ότι, όταν ο τρίτος, που προσβάλλει το κύρος της υιοθεσίας, στηρίζει το έννομο προς τούτο συμφέρον του στο εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα, που απορρέει από τη συγγενική του σχέση προς τον υιοθετήσαντα και το οποίο θίγει η υιοθεσία, με την έννοια του αποκλεισμού ή περιορισμού του λόγω της παρεμβολής του υιοθετουμένου, ο δε θάνατος του υιοθετήσαντος, που αποτελεί την αφετηρία του κληρονομικού δικαιώματος, επήλθε μετά την παρέλευση τριετίας από την τελεσιδικία της περί υιοθεσίας αποφάσεως, το δικαίωμα προσβολής της υιοθεσίας δε μπορεί καν να γεννηθεί και επομένως δεν νοείται και αναστολή ή διακοπή της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, η οποία διέρρευσε χωρίς το δικαίωμα να έχει δημιουργηθεί (πρβλ. Α.Π. 552/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας τον προβληθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να εκτιμηθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως τριτανακοπή και να εκδικασθεί ως τοιαύτη κατά την προσήκουσα διαδικασία, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ο υιοθετηθείς εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος ετύγχανε γνήσιο τέκνο της συζύγου του υιοθετήσαντος, οι ρυθμίσεις του ν. δ. 610/1970 εφαρμόζονταν και στην υπό κρίση υιοθεσία του. Περαιτέρω, ο ενάγων προβάλλει με την ένδικη αγωγή του ότι το έννομο συμφέρον του συνίσταται στο να επαχθεί σ' αυτόν, μετά τον θάνατο του υιοθετήσαντος πατέρα του, η κληρονομιά του. Το γεγονός όμως ότι ο θάνατος του υιοθετήσαντος και κληρονομουμένου επήλθε πολλά χρόνια μετά την παρέλευση της τριετίας από την τελεσιδικία της περί υιοθεσίας αποφάσεως, που θέτει το ν.δ. 610/1970 ως απώτατη προθεσμία προσβολής μιας υιοθεσίας, το δικαίωμα προσβολής της ένδικης υιοθεσίας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί καν να γεννηθεί και επομένως δεν νοείται και αναστολή ή διακοπή της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, η οποία διέρρευσε χωρίς το δικαίωμα να έχει καν δημιουργηθεί.
Συνεπώς, ακόμη και αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χαρακτήριζε την ένδικη αγωγή ως τριτανακοπή και προέβαινε στην εκδίκαση αυτής κατά την προσήκουσα διαδικασία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δικ., δεν θα μπορούσε να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως και να την δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, όπως ο εκκαλών, με τον τρίτο λόγο της εφέσεως του, αβασίμως υποστηρίζει ότι έπρεπε να πράξει, αλλά θα έπρεπε να την απορρίψει για τον προεκτεθέντα λόγο. Τούτο δε, πέραν του ότι με αυτήν (ένδικη αγωγή) προβάλλονται λόγοι που δεν αφορούν στο δικαιοπρακτικό σκέλος της υιοθεσίας, εφόσον δεν γίνεται επίκληση κάποιων ελαττωμάτων στις συναινέσεις που δόθηκαν τότε από τα μέρη, αλλά επίκληση της ελλείψεως άλλων προϋποθέσεων, η οποία μπορεί, κατά τα προεκτεθέντα, να αποτελέσει αντικείμενο μόνο των ενδίκων μέσων της τριτανακοπής ή της εφέσεως". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 17 του ν.δ. 610/1970, η οποία καταλαμβάνει και την ένδικη υιοθεσία και επάγεται τον αποκλεισμό του δικαιώματος προσβολής αυτής, αφού ο θάνατος του υιοθετήσαντος και κληρονομουμένου επήλθε πολλά έτη μετά την παρέλευση της τριετίας από την τελεσιδικία της περί υιοθεσίας αποφάσεως. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η συγκεκριμένη διάταξη δεν έπρεπε να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, διότι αφορά υιοθεσίες ανηλίκων που τελέσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος αυτού και όχι τις υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς τελεσθείσες τοιαύτες, ως η ένδικη και συνεπώς το Εφετείο με την εφαρμογή της προρρηθείσης διατάξεως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο πέμπτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμελείας εκ του άρθρου 559 αριθμ. 5 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αυτή ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 αναιρετική αιτίαση, λόγω παραβιάσεως των ιδίων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την απόρριψη της αγωγής και μη εκδίκαση της ως τριτανακοπής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2012 αίτηση του Π.- Ν. Κ. του Π. - Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. αριθμ. 4113/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου