Υιοθεσία ανήλικου αλλοδαπού. Προϋποθέσεις. Εφαρμοστέο δίκαιο - Αριθμός 1313/2006 Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών


ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ. ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ 220 Κ.ΠΟΛ.Δ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Υιοθεσία ανήλικου αλλοδαπού.
 -Υιοθεσία ανήλικου αλλοδαπού. Προϋποθέσεις. Εφαρμοστέο δίκαιο.
-Ουσιαστικές προϋποθέσεις για την λύση και την σύσταση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχείο αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής. Σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος..
έχουν διαφορετική υπηκοότητα, εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγένειας κάθε μέρους για τον καθορισμό των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας.
-Δεν εφαρμόζεται η διάταξη του βουλγαρικού δικαίου, κατά την οποία προβλέπεται η διάκριση της υιοθεσίας σε απλή και πλήρη, διότι προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη, στην οποία αναγνωρίζεται μόνον η πλήρης υιοθεσία ανηλίκων. 

Διατάξεις: 
ΑΚ: 23, 33, 1542, 1543, 1544, 1545, 1549, 1550, 1551,1557,1558,1559,1561, 1584 
ΚΠολΔ: 3, 337, 739, 740 741, 748, 800
Νόμοι: 2447/1996


Αριθμός 1313/2006

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

(...) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΚ, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την λύση και την σύσταση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχείο αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους (ΑΠ 1787/1988 ΝοΒ 58,379, ΕφΠειρ 485/1994 ΕλΔ 36,137). Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγένειας κάθε μέρους για τον καθορισμό των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας. Στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέο δίκαιο είναι ως προς τους μεν αιτούντες, οι οποίοι έχουν ελληνική υπηκοότητα, οι περί υιοθεσίας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ως προς το υιοθετούμενο, το οποίο έχει την βουλγαρική υπηκοότητα, την οποία απέκτησε αυτοδικαίως από τη γέννησή του, λόγω της υπηκοότητας της φυσικής του μητέρας και του ισχύοντος στην Βουλγαρία συστήματος εξ αίματος (jus sanguinis) αποκτήσεως της βουλγαρικής υπηκοότητας (βλ. Έλλη Κρίσπη-Νικολετοπούλου, Η ιθαγένεια σελ. 62, 63) το βουλγαρικό δίκαιο, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 337, σε συνδυασμό με το άρθρο 741 ΚΠολΔ (1007/1982 Δ 14,460, ΜονΠρΘεσ 1063/1975 Αρμ 30,482, Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ, τόμο Β, άρθρο 337, σελ. 596), με την επιφύλαξη ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και στην ημεδαπή δημόσια τάξη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 ΑΚ. 
Σύμφωνα με την από 11.9.2006 και με αριθμ. πρωτ. 522 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, η υιοθεσία στη Βουλγαρία ρυθμίζεται από τα άρθρα 49 επ. του Κώδικα περί Οικογένειας της 18ης Μαΐου 1985, όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους της 3.2.1992 και 106/13.7.2003. Ειδικότερα ο Κώδικας αυτός προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, την απλή και εξαιρετικά, την πλήρη, στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων ή έχει δοθεί από αυτούς σε ίδρυμα για υιοθεσία ή έχει εγκαταλειφθεί από αυτούς σε ίδρυμα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του αφενός, και του υιοθετούντος και των συγγενών του αφετέρου, καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του (άρθρο 61 του βουλγαρικού Κώδικα του 1985), ενώ η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνον μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου και των κατιόντων του τελευταίου (άρθρο 62 του βουλγαρικού Κώδικα του 1985). Όμως η ανωτέρω διάταξη περί απλής υιοθεσίας, η οποία είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω, καθώς το υιοθετούμενο δεν είναι τέκνο αγνώστων γονέων, ούτε έχει δοθεί από αυτούς σε ίδρυμα για υιοθεσία, ούτε έχει εγκαταλειφθεί από αυτούς σε ίδρυμα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους, προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη κατά το άρθρο 33 ΑΚ. Ειδικότερα, στην Ελλάδα ο θεσμός της υιοθεσίας ανηλίκων αποβλέπει στο συμφέρον τους, δηλαδή στην δυνατότητα ομαλής ψυχοπνευματικής ανάπτυξης τους σε ένα υγιές κοινωνικό περιβάλλον και στην δημιουργία μίας τεχνητής οικογένειας, η οποία από την άποψη των δημιουργούμενων συνεπειών δεν διαφέρει από την πραγματική οικογένεια, στην υποκατάσταση της οποίας αποβλέπει. Για αυτό το λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 1561 ΑΚ το ανήλικο θετό τέκνο εξομοιώνεται πλήρως με γνήσιο κατιόντα του θετού γονέα, εντάσσεται στην οικογένεια του τελευταίου, έχοντας έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο με ταυτόχρονο αποκλεισμό των δεσμών του παιδιού από τη φυσική του οικογένεια. Επομένως, εφόσον στην ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζεται μόνον η πλήρης υιοθεσία ανηλίκων, η διάταξη του βουλγαρικού δικαίου περί απλής υιοθεσίας δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση, διότι προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη (βλ. Κ. Φουντεδάκη Υιοθεσία. Προϋποθέσεις, διαδικασία, προσβολή, συμβολή στη μελέτη του δικαίου της υιοθεσίας μετά το Ν 2447/1996 (1998) σελ. 45-46, Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμο Ε', έκδ. 2004, άρθρο 1558, σελ. 1149). Περαιτέρω σύμφωνα με το βουλγαρικό δίκαιο επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή προσώπων, που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 49 του βουλγαρικού κώδικα περί οικογένειας της 18ης Μαΐου 1985), μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών, εκτός εάν ο ένας των συζύγων υιοθετεί το φυσικό τέκνο του άλλου ή το τέκνο υιοθετηθεί συγχρόνως ή διαδοχικώς από συζύγους και ο ένας από αυτούς έχει την νόμιμη διαφορά ηλικίας (άρθρο 51 του ιδίου κώδικα), η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνον αν είναι προς το συμφέρον του υιοθετουμένου (άρθρο 59), για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων του υιοθετούμενου, καθώς και του ιδίου αν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, η δε συγκατάθεση των γονέων δίνεται με αυτοπρόσωπη παράσταση στο δικαστήριο ή ενώπιον συμβολαιογράφου ή και με αντιπρόσωπο, που είναι εφοδιασμένος με ειδικό πληρεξούσιο (άρθρο 56), ενώ δεν είναι γνωστός στο βουλγαρικό δίκαιο ο θεσμός της αναπλήρωσης της συγκατάθεσης από το δικαστήριο. Η συγκατάθεση των γονέων δεν είναι αναγκαία αν είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία ή είναι αγνώστου διαμονής, ενώ, αν το τέκνο έχει δοθεί σε ίδρυμα, τη συγκατάθεση δίνει ο διευθυντής του ιδρύματος, εφόσον οι γονείς του έχουν εκ των προτέρων συγκατατεθεί στην υιοθεσία ή είναι άγνωστοι, έχουν συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας τους. Τέλος κατά το άρθρο 136 του ανωτέρω κώδικα, για την υιοθεσία Βούλγαρου υπηκόου από αλλοδαπό, αφενός μεν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου οργάνου και αφετέρου επιβάλλεται η τέλεση της υιοθεσίας να γίνει από βουλγαρικό δικαστήριο. Πλην όμως, η διάταξη αυτή δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την υιοθεσία, αλλά διαδικαστικής φύσεως θέμα και επομένως δεν εφαρμόζεται και σε κάθε περίπτωση τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία (άρθρα 3 παρ. 1 και 800 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο προσδιορισμός της οποίας καθορίζεται από τους δικονομικούς ελληνικούς κανόνες, γενικούς και ειδικούς (ΠολΠρΑθ 159/2005 ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΑθ 302/2006 αδημ.). 
Με την κρινόμενη αίτηση, οι αιτούντες σύζυγοι, ζητούν να κηρυχθεί θετό τέκνο τους το εκτός γάμου, ανήλικο αβάπτιστο αγόρι, βουλγαρικής ιθαγένειας, φυσικό τέκνο της ΧΧΧ του ΧΧΧ, το οποίο γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης στις 7.12.2005. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αίτηση παραδεκτών και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τα τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 παρ. 1 περ. α', 748 παρ. 2 και 800 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με την επίδοση αντιγράφου της αίτησης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (...) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες -στην μείζονα σκέψη- διατάξεις του βουλγαρικού δικαίου και στις διατάξεις των άρθρων 1542, 1543, 1544 εδ. α', 1545, 1549, 1550, 1551,1557,1558,1559,1584 ΑΚ. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος, που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, εφόσον προσκομίζεται η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1557 ΑΚ, ( η από 23.8.2006 έκθεση της κοινωνικής υπηρεσία5, η οποία διενεργήθηκε από την κοινωνική λειτουργό της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Αθηνών ΧΧΧ, για τους υποψήφιους θετούς γονείς (όσον αφορά στην φυσική μητέρα δεν στάθηκε δυνατή η εύρεσή της και επομένως δεν υπάρχει σχετική έρευνα της κοινωνικής υπηρεσίας ως προς αυτή). Από τα υπ' αριθμ. 34/3.4.2006 και τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου αποδεικνύεται ότι για την υιοθεσία συναίνεσαν αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου σε ειδικό δωμάτιο, χωρίς δημοσιότητα, οι αιτούντες ο καθένα για τον εαυτό του και για τον άλλο, και για το ανήλικο η φυσική του μητέρα, της οποίας η συναίνεση δόθηκε μετά την συμπλήρωση τριών μηνών από τη γέννησή του (άρθρα 1550,1551 ΑΚ, ενώ το άρθρο 54 του βουλγαρικού κώδικα προβλέπει κατώτατο όριο σαράντα ημερών). Εξάλλου, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος ΧΧΧ και των εγγράφων, που προσκομίζουν οι αιτούντες, αποδεικνύεται ότι στις 7.12.2005 στο Ηράκλειο Κρήτης η Βουλγαρικής υπηκοότητας ΧΧΧ του ΧΧΧ, άγαμη, γέννησε το προς υιοθεσία (βλ. την ΧΧΧ ληξιαρχική πράξη γέννησης του Ληξιάρχου Ηρακλείου). Εφόσον δε το ανήλικο γεννήθηκε χωρίς γάμο των φυσικών του γονέων και δεν έχει αναγνωριστεί από τον φυσικό του πατέρα, αρκεί η συναίνεση, που δόθηκε μόνο από τη φυσική του μητέρα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες είναι σύζυγοι, ηλικίας τριάντα εννέα και τριάντα πέντε ετών αντίστοιχα, δηλαδή έχουν συμπληρώσει τα τριάντα χρόνια τους και δεν υπερβαίνουν τα εξήντα. Δεν έχουν αποκτήσει τέκνα και δεν έχουν υιοθετήσει άλλον. Είναι ικανοί προς δικαιοπραξία, υγιείς, έχουν άμεμπτο ποινικό παρελθόν και η οικονομική τους κατάσταση είναι καλή. Επίσης, υπερβαίνουν τον υιοθετούμενο κατά δεκαοκτώ (18) και πλέον έτη και ο τελευταίος δεν έχει υιοθετηθεί από άλλον. Ο αιτών εργάζεται από το 1990 στην εταιρία «ΧΧΧ», ενώ η αιτούσα σύζυγος εργάζεται από το 1999 στις επιχειρήσεις «ΧΧΧ». Η οικονομική τους κατάσταση είναι καλή, ικανή να εξασφαλίσει στο υιοθετούμενο τέκνο άνετη διαβίωση, ενώ διαθέτουν, ιδιόκτητο διαμέρισμα, στο οποίο διαμένει η οικογένεια, καθώς και άλλη ακίνητη περιουσία. Επίσης, το υιοθετούμενο δεν έχει υιοθετηθεί από άλλον, μένει με τους αιτούντες από δεκαπέντε ημερών, και το οποίο -σύμφωνα με την έκθεση της κοινωνικής λειτουργού- είναι υγιές και αναπτύσσεται φυσιολογικά, δείχνει χαρούμενο και έχει προσαρμοσθεί στο οικογενειακό περιβάλλον των αιτούντων. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου και θα αποβεί προς όφελος του. Συνεπώς, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τόσο κατά το ελληνικό, όσο και κατά το βουλγαρικό δίκαιο και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να κηρυχθεί το ανωτέρω αβάπτιστο αγόρι θετό τέκνο των αιτούντων. (...) 

Σχόλια