
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥΣ
ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Γενικά
Σύμφωνα με την «παραδοσιακό» διαχωρισμό της νομικής θεωρίας το δίκαιο διακρίνεται σε ιδιωτικό και δημόσιο. Ο διαχωρισμός αυτός...
έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ελληνικό και ρωμαικό δίκαιο. Η κλασική νομική επιστήμη έδωσε στην διάκριση αυτή ένα νέο περιεχόμενο, διαφορετικό από αυτό που είχε αρχικά. Η διάκριση σε δημόσιο και ιδιωτικό δίκαιο θεμελιωνόταν πλέον στην αντίθεση κράτους και κοινωνίας.
Το δημόσιο δίκαιο ρυθμίζει τις σχέσεις υποκειμένων, από τα οποία το ένα, το Κράτος , βρίσκεται σε θέση υπεροχής, ενώ το ιδιωτικό ρυθμίζει τις σχέσεις υποκειμένων που είναι ισοδύναμα μεταξύ τους. Αυτό ακριβώς το στοιχείο έδινε στο δημόσιο δίκαιο τον καταναγκαστικό του χαρακτήρα.
Η ελευθερία που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του ιδιωτικού δικαίου, αποτέλεσε κατάκτηση της αστικής τάξης και αξίωνε την αποχή του Κράτους από παρεμβάσεις στις ιδιωτικές σχέσεις. Νοείται σαν ελευθερία απέναντι στην κρατική εξουσία, όχι σαν ελευθερία απέναντι στην κοινωνία. Τα ατομικά δικαιώματα είχαν δημόσιο χαρακτήρα και δεν ίσχυαν στο ιδιωτικό δίκαιο. Προστατεύονταν συνταγματικά έναντι του κράτους αλλά η προστασία τους στο ιδιωτικό δίκαιο επαφιόταν στον κοινό νομοθέτη. Η ζωή και η ιδιοκτησία προστατεύονταν από τον κοινό νομοθέτη με διάφορες ρυθμίσεις όχι όμως και οι ατομικές ελευθερίες.
Έτσι τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν περιείχαν αρχές καθολικές και απαραβίαστες και η ανθρώπινη αξία δεν είχε απόλυτο χαρακτήρα. Το ιδιωτικό δίκαιο επέτρεπε την παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και την επικράτηση του δικαίου του ισχυρότερου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ασκηθεί δριμύτατη κριτική κατά του ιδιωτικού δικαίου από τους γάλλους νομικούς που κατηγόρησαν τον γαλλικό αστικό κώδικα για ανεπάρκεια και αντιδημοκρατικότητα.
Η εξέλιξη των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και η επικράτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος είχαν σαν αποτέλεσμα την μετατροπή του ιδιωτικού δικαίου. Ο εκδημοκρατισμός του πολιτεύματος είχε σαν συνέπεια την σταδιακή επέκταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Όπως τονίζει ο Γ. Κασιμάτης , η ιστορικοπολιτική αυτή διαδικασία οδήγησε μεταξύ άλλων στην διεύρυνση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος, στην διαμόρφωση ιδιωτικού δικαίου συμφύτων ορίων, στην άσκηση της ελευθερίας (κοινωνική στροφή του ιδιωτικού δικαίου), την διαμόρφωση των θεσμών του εργατικού δικαίου για την προστασία των εργαζομένων κατά του εργοδότη και ιδιαίτερα θεσμών, όπως η απεργία ως έκφραση διευρυμένης ελευθερίας κατά τρίτου κλπ.
Το 1945 δημοσιεύτηκε η μελέτη του Γάλλου νομικού R.M. Savatie. Από τότε γίνεται λόγος για δημοσιοποίηση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή για παρέμβαση του νομοθέτη στις διαπροσωπικές σχέσεις και ρύθμιση τους με αναγκαστό δίκαιο. Έτσι η εξουσία ρύθμισης, κυρίως κατά το μέτρο που θίγεται η ανθρώπινη αξία, φεύγει πλέον από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ως δημοσιοποίηση του ιδιωτικού δικαίου χαρακτηρίζεται η εισαγωγή του στοιχείου του καταναγκασμού, χαρακτηριστικό στοιχείο του δημοσίου δικαίου κατά την κλασική νομική θεωρία, στο ιδιωτικό δίκαιο στο δίκαιο δηλαδή της ελευθερίας.
Η εξέλιξη αυτή του ιδιωτικού δικαίου, ήταν μια συνεχής επέκταση της αρχής του απαραβίαστου της ανθρώπινης αξίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας διαχέεται σε όλο το ιδιωτικό δίκαιο, και η στενή σχέση της με την εξέλιξη του ιδιωτικού δικαίου επιβάλλει τον όρο όχι δημοσιοποίηση αλλά εξανθρωπισμός του ιδιωτικού δικαίου.
Αλλά η εξέλιξη των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών συνθηκών , είχε σαν αποτέλεσμα την μεταβολή και του δημοσίου δικαίου. Η μεταβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η δημοκρατικοποίηση της δημοκρατίας, είχε σαν αποτέλεσμα την αλλαγή του συνταγματικού δικαίου, τόσο στο οργανωτικό του μέρος στον τομέα που αναφέρεται στην δομή και στην λειτουργία του πολιτεύματος, όσο και στο μέρος που αναφέρεται στα θεμελιώδη δικαιώματα. Τα θεμελιώδη δικαιώματα θεσμοποιούνται, αντικειμενοποιούνται. Η προσθήκη των κοινωνικών δικαιωμάτων, η αναγωγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε προγραμματικές αρχές του Κράτους , η τεράστια εξέλιξη της κοινωνικής νομοθεσίας αποτελούν τις χαρακτηριστικότερες πλευρές αυτής της μορφής αντικειμενικοποίησης.
Η επέκταση της αρχής του απαραβίαστου της ανθρώπινης αξίας στο δημόσιο δίκαιο και η προστασία από αυτό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οδήγησαν στον εξανθρωπισμό του δημοσίου δίκαιου στην ιδιωτικοποίηση του. Ιδιωτικοποίηση σημαίνει εισχώρηση του στοιχείου της ελευθερίας στο δημόσιο δίκαιο, το δίκαιο του καταναγκασμού. Ελευθερία για το κράτος, αφού δεν δεσμεύεται πια να απέχει από την σφαίρα της ιδωτικής ζωής, αλλά αντίθετα μπορεί να επεμβαίνει για να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ελευθερία και για τους πολίτες στο πεδίο των σχέσεων τους με το κράτος, που οφείλεται στην δημοκρατικοποίηση του κράτους. Η δημοκρατικοποίηση του κράτους είχε σαν αποτέλεσμα την δημοκρατικοποίηση του δημοσίου δικαίου που έχασε με αυτό τον τρόπο τον καταναγκαστικό του χαρακτήρα.
Η δημοσιοποίηση του ιδιωτικού και η ιδιωτικοποίηση του δημοσίου οδήγησαν στην αποσημασιοποίηση της διάκρισης σε ιδιωτικό και δημόσιο δίκαιο και στην δημιουργία ενός κοινού δικαίου το οποίο βασίζεται στην ανθρωπιστική αρχή.
Η αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αποτελεί την καταστατική αρχή της έννομης τάξης, από την οποία απορρέουν όλες οι θεμελιώδεις αρχές. Στο Σύνταγμα μας κατοχυρώνεται στο άρθρο 2παρ1 «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».
Πέρα από την καταστατική αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, άλλες θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος είναι η ελευθερία και η ισότητα που αποτελούν το περιεχόμενο της καταστατικής αρχής και η αρχή της λαικής κυριαρχίας που αποτελεί την βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος είναι οι διατάξεις που έχουν γενικότερο περιεχόμενο και μεγαλύτερη αξία από τις άλλες. Παρόλο που έχει γίνει δεκτό ότι όλες οι διατάξεις του Συντάγματος έχουν την ίδια τυπική δύναμη, οι θεμελιώδεις αρχές είναι τόσο σημαντικές που μπορούμε να μιλάμε για ένα Σύνταγμα μέσα στο Σύνταγμα.
Αντανάκλαση των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος στην περιοχή του κοινού δικαίου, είναι οι γενικές αρχές του δικαίου το περιεχόμενο των οποίων, διαπλάθεται και οριοθετείται από τις επιταγές των θεμελιωδών αρχών. Με τον όρο γενικές αρχές του δικαίου, νοούνται οι κανόνες που εφαρμόζονται σε όλο το δίκαιο, τόσο στο ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο. Αυτό αποδεικνύει την ενότητα του δικαίου και τον προσανατολισμό του στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, έχοντας σαν καταστατική αρχή, την αρχή του απαραβίαστου της ανθρώπινης αξίας.
. 1. Η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξίας θεμελιώνεται στο άρθρο 2παρ1 του Συντάγματος ‘’ Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας
Ανθρώπινη αξία ως έννοια γένους είναι το σύνολο των γενικών υλικών,πνευματικών και κοινωνικών γνωρισμάτων του ανθρώπινου γένους. Πολλά διεθνή συμβατικά κείμενα όπως το Προοίμιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Καταστατικό της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, το Διεθνές Σύμφωνο των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων κλπ, όπως και πολλοί συγγραφείς ταυτίζουν την ανθρώπινη αξία με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. ‘Όμως αυτές οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται.
Η ανθρώπινη αξία ταυτίζεται με τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση είναι τρισδιάστατη, σωματική κοινωνική και πνευματική. ‘Αρα τρισδιάστατη είναι και η ανθρώπινη αξία. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αναφέρεται κυρίως στην κοινωνική διάσταση της ανθρώπινης φύσης.
Η ανθρώπινη αξία ως έννοια είδους ταυτίζεται με την προσωπικότητα. Προσωπικότητα είναι ο ειδικός συνδυασμός των γενικών υλικών, πνευματικών και κοινωνικών γνωρισμάτων του ανθρώπινου γένους σε συγκεκριμένο άτομο. Η ανθρώπινη αξία δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στην προσωπικότητα και την οριοθετεί.
Το ότι η αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα δεν υπάρχει αμφιβολία. Το μαρτυρά και η θέση του στο κείμενο του Συντάγματος. Ανήκει στις βασικές διατάξεις που ρυθμίζουν την μορφή του πολιτεύματος. Μαζί με την αρχή της λαικής κυριαρχίας η οποία και αποτελεί το απαραίτητο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υπάρξει προστασία και σεβασμός του ανθρώπου και της ζωής του, η αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου αποτελεί την βάση, το θεμέλιο της έννομης τάξης .. Δεν υπάρχει διάταξη που να μπορεί να ισχύσει, εφόσον αντίκειται στην αρχή αυτή.Ακόμα και η αρχή της λαικής κυριαρχίας χωρίς τον σεβασμό και την προστασία του ανθρώπου μπορεί να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, αφήνοντας τον λαό απροστάτευτο μπροστά στους ηγέτες που ο ίδιος έχει επιλέξει.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η αρχή αποτελεί όχι μόνο την θεμελιώδη αλλά την καταστατική αρχή του Συντάγματος. Χαρακτηρίζει το πολίτευμα μας ως ανθρωποκεντρικό με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου. Δεν είναι απλή διακήρυξη, αλλά διάταξη συνταγματικού επιπέδου και υποχρεώνει όλα τα πολιτειακά όργανα να σέβονται και να προστατεύουν την αξία αυτή από προσβολές προερχόμενες από τρίτους. Καθιερώνει αντικειμενική συνταγματική αρχή από την οποία απορρέουν ατομικά δικαιώματα, και αποτελεί αυτοτελές και μάλιστα το ανώτατο μητρικό δικαίωμα. Αν μπορούσαμε να περιλάβουμε την πεμπτουσία των δικαιωμάτων σε μια φράση θα λέγαμε ότι αυτή είναι το δικαίωμα στην ζωή και στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Σαν αυτοτελές δικαίωμα δεν έχει μόνο αμυντικό χαρακτήρα αλλά θεμελιώνει αξίωση για προστασία από την πολιτεία με τρόπο ώστε να εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης να υποβιβάσει σε συγκεκριμένη περίπτωση το επίπεδο προστασίας. Επίσης προστατεύει τον άνθρωπο όχι μόνο σαν άτομο αλλά και σαν μέλος του κοινωνικού συνόλου και για αυτό ισχύει όχι μόνο στις σχέσεις ατόμου και πολιτείας αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις.Γι αυτό απαγορεύεται η κατάχρηση δικαιώματος
Β. Η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας στο Δημόσιο και
στο Ιδιωτικό Δίκαιο
Η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας αποτελεί όπως είπαμε την καταστατική αρχή της έννομης τάξης. Είναι η ανώτατη δικαιοπολιτική αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται η ενότητα της εννιαίας πλέον έννομης τάξης. Τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό δίκαιο αποσκοπούν με τις ρυθμίσεις τους να προστατεύσουν την ανθρώπινη αξία δηλαδή τον ίδιο τον άνθρωπο.
Κύρια επιδίωξη του δημοσίου δικαίου , σύμφωνα με την ετατιστική ή ατομικιστική αρχή ήταν η ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος. Σύμφωνα με την αρχή αυτή το δημόσιο συμφέρον ερχόταν σε αντίθεση με το ιδιωτικό συμφέρον. Σε αυτή την αντίθεση των δύο συμφερόντων στηριζόταν και ο ανάλογος διαχωρισμός του δημοσίου και του ιδιωτικού δικαίου.
Σημέρα κατά την παρούσα Συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα, το ιδιωτικό συμφέρον, δηλαδή η ευημερία του ατόμου, αποτελεί την κύρια επιδίωξη του Κράτους.Ταυτόχρονα και το ιδιωτικό συμφέρον δεν πρέπει να ξεπερνά τα όρια που θέτει το Σύνταγμα.Το κοινό συμφέρον περιλαμβάνει όλα τα προσωπικά συμφέροντα των κοινωνών. Ο κανόνας δικαίου είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας, που είναι η καταστατική αρχή της έννομης τάξης, δεν μπορεί παρά να έχει σαν επιδίωξη τον συγκερασμό του κοινού και του ιδιωτικού συμφέροντος
Όσον αφορα το διοικητικό δίκαιο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των
διοικουμένων μπορεί να θιγούν από την δράση της Διοίκησης. Η προστασία του διοικουμένου έχει καταρχήν αρνητικό χαρακτήρα που συνίσταται στην αδυναμία των οργάνων των δημοσίων νομικών προσώπων να βλάπτουν τα έννομα συμφέροντα ή τα δικαιώματα του διοικουμένου. Επίσης έχει και θετικό χαρακτήρα με την έννοια ότι έχουν την υποχρέωση να αναπτύσσουν ορισμένη δραστηριότητα για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου έννομου συμφέροντος ή για την ικανοποίηση ορισμένου δημόσιου δικαιώματος του διοικούμενου.
Έτσι οι διαδικασίες που προβλέπονται στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, δίνουν στους διοικούμενους την ευχέρεια να διαφωτίσουν την Διοίκηση για τα ζητήματα που τους αφορούν, με την υποβολή αιτήσεων, να πληροφορούνται τα σχετικά με την υπόθεση που τους ενδιαφέρει από τις δημόσιες υπηρεσίες και έχοντας το δικαίωμα της ακρόασης να διατυπώνουν τις απόψεις τους. Επίσης έχουν το δικαίωμα να ζητούν επανεξέταση της υπόθεσης με τις διοικητικές προσφυγές.
Σημαντικός θεσμός είναι και η ανεξάρτητη διοικητική αρχή ο Συνήγορος του Πολίτη. Αρμοδιότητα της αρχής είναι η έρευνα ατομικών διοικητικών πράξεων ή παραλείψεων ή υλικών ενεργειών των δημοσίων υπηρεσιών που παραβιάζουν δικαιώματα ή προσβάλλουν νόμιμα συμφέροντα φυσικών ή νομικών προσώπων.
Στο Ποινικό Δίκαιο η αρχή του απαραβίαστου της ανθρώπινης αξίας εκφράζεται με τις διατάξεις για την άμυνα και την κατάσταση ανάγκης. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας μιας πράξης αίρεται εφόσον διακυβεύονται αγαθά αυτού που δέχεται επίθεση όπως η ζωή, η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η σωματική ακεραιότητα.
Την άμυνα προβλέπει και το άρθρο 2παρ2 της ΕΣΔΑ, που αποδέχεται και την θανάτωση προσώπου λόγω άμυνας, εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την υπεράσπιση προσώπου από παράνομη βία. Η ΕΣΔΑ, δεν συγχωρεί την θανάτωση προσώπου για την υπεράσπιση περιουσιακών αγαθών.
Το άρθρο 22 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ‘’1.Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2. Άμυνα είναι η αναγκαία εναντίον τους.3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας, κρίνεται από τον βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις.΄’
Όσον αφορά την κατάσταση ανάγκης, ο Ποινικός Κώδικας διακρίνει δύο είδη. Εκείνη του άρθρου 25 παρ.1 ‘’ Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από την βλάβη που απειλήθηκε.’’ Αυτή είναι κατάσταση ανάγκης που αίρει το άδικο.
Η άλλη είναι κατάσταση ανάγκης που αίρει τον καταλόγισμο, και προβλέπεται στο άρθρο 32παρ.1 ‘’ Δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη, που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγγενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα άνάλογη με αυτήν που απειλήθηκε.’’
Στην κατάσταση ανάγκης υπάρχει αναλογία ανάμεσα στο αγαθό που θυσιάζεται και σε αυτό που διασώζεται.
Υπάρχουν δύο θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στην άμυνα και στην κατάσταση ανάγκης. Σε αντίθεση με την κατάσταση ανάγκης η άμυνα δικαιολογεί την υπερασπιστική ενέργεια ακόμη και αν ασκείται χαριν ατομικών αγαθών μικρότερης αξίας από τα θυσιαζόμενα αγαθά του επιτιθέμενου. Επίσης σε αντίθεση με την κατάσταση ανάγκης η άμυνα επιτρέπεται και δικαιολαγείται ακόμα και αν ο κίνδυνος που αντιμετωπίζεται με αυτή δεν είναι αλλιώς αναπότρεπτος.
Στην άμυνα και την κατασταση ανάγκης εφαρμόζεται η θεμελιώδης αρχή του υπέρτερου συμφέροντος, σύμφωνα με την οποία η βλάβη ενός αγαθού υπερκαλύπτεται από το ότι με την άδικη συμπεριφορά συντηρείται ένα υπέρτερο κοινωνικό συμφέρον. Υπάρχει λοιπόν στην συγκεκριμένη περίπτωση μια στάθμιση αξιών που συγκρούονται μεταξύ τους. Η υπέρτατη αξία της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας ή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που τη δεδομένη στιγμή βρίσκονται σε κίνδυνο ή δέχονται άδικη επίθεση.
Στο Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο , η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας από τα κρατικά όργανα, δεν πρέπει να γίνεται με οποιοδήποτε τίμημα. Αντίθετα πρέπει να υποχωρεί ή να περιορίζεται όταν αυτό το επιβάλλει η αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και οι γενικότερες αρχές που απορρέουν από αυτή. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να υποβαθμίζεται σε αντικείμενο της ποινικής δίκης, ακόμα και όταν χρειάζεται να εξετασθεί ως αποδεικτικό μέσο ή να υποβληθεί σε κάποιο προβλεπόμενο δικονομικό καταναγκασμό.
Γενική αρχή που απορρέι από την αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου είναι το τεκμήριο αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται ρητά και στα άρθρα 6παρ.2 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 14παρ.2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. Επιβάλλει να αντιμετωπίζεται ο κατηγορούμενος σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας σαν ύποπτος και όχι σαν ένοχος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος.
Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις εξής αρχές
1. Κανένας δεν μπορεί να καταδικασθεί ή να κηρυχθεί ένοχος αν δεν έχει δικασθεί σύμφωνα με τον νόμο, και ύστερα από μια νόμιμη δικαστική διαδικασία.
2. Καμμιά ποινή ή άλλη ανάλογη κύρωση δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος προσώπου, εφόσον η ενοχή του δεν έχει απαγγελθεί σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπει ο νόμος.
3. Κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αποδείξει την αθωότητα του.
4. Η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου.
5. Ο νομοθέτης πρέπει να προσανατολίζεται κατά την θέσπιση των διαφόρων δικονομικών ρυθμίσεων στην ενδεχόμενη μεταγενέστερη απαλλαγή του κατηγορούμενου.
Πάντως γενικά σε όλο το δικονομικό δίκαιο και όχι μόνο στην Ποινική Δικονομία, ισχύουν οι γενικές αρχές της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης, της δημοσιότητας της διαδικασίας, της ακρόασης όλων των μερών και η αρχή της δικαστικής βοήθειας μια και οι αρχές αυτές εξασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη από την κρατική αυθαιρεσία και αποτελούν εφαρμογή της αρχής του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας.
Στο Αστικό δίκαιο η αναγνώριση του δικαιώματος του ανθρώπου να αξιώνει από τους άλλους κοινωνούς το σεβασμό της ζωής της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας και η ταυτόχρονη υποχρέωση του να σέβεται τα αντίστοιχα δικαιώματα των άλλων επιτυγχάνεται με το άρθρο 34’’ Κάθε άνθρωπος είναι ικανός να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις.’’
Ικανότητα δικαίου, δηλαδή προσωπικότητα με στενή έννοια, είναι η ιδιότητα του προσώπου να είναι γενικά υποκείμενο εννόμων σχέσεων και επομένως να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Το πρόσωπο μπορεί να είναι επιπλέον και υποκείμενο εννόμων καταστάσεων από τις οποίες απορρέουν δικαιώματα και υποχρεώσεις λχ. συγγένεια.
Η ικανότητα δικαίου σε κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία, φύλο, τάξη κλπ. Επομένως καλύπτει τόσο τους ημεδαπούς όσο και τους αλλοδαπούς. Ο νόμος αναγνωρίζει την ικανότητα δικαίου και στα νομικά πρόσωπα και με κάποιους περιορισμούς και στο κυοφορούμενο.
Παράλληλα με την γενική ικανότητα δικαίου υπάρχει και ειδική ικανότητα δικαίου δηλαδή η ικανότητα να είναι κάποιος υποκείμενο μιας έννομης σχέσης ορισμένου τύπου πχ γάμου. Δηλαδή υπάρχουν τόσες ειδικές ικανότητες όσες είναι και οι σχέσεις. Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Η γενική ικανότητα δικαίου είναι αναφαίρετη, αναπαλλοτρίωτη και δεν μπορεί να περιοριστεί από τον νομοθέτη γιατί αλλιώς η υποχρέωση σεβασμού και η προστασία της ανθρώπινης αξίας θα σχετικοποιούνταν. Αντίθετα είναι δυνατός ο περιορισμός των ειδικών ικανοτήτων με την προυπόθεση να μην αντίκειται στο νόμο και στα χρηστά ήθη και να μην περιορίζει υπέρμετρα την ελευθερία του προσώπου.
‘Αρθρο 57 ‘’ Όποιος προσβάλλεται στην προσωπικότητα του, έχει δικαιώμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει, το δικαίωμα αυτό το έχουν ο συζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. ‘’
Προσωπικότητα είναι ο ειδικός συνδυασμός των γενικών υλικών, πνευματικών και κοινωνικών γνωρισμάτων του ανθρώπινου γένους σε συγκεκριμένο άτομο. Όπως είπαμε η προσωπικότητα ως έννοια είδους ταυτίζεται με την ανθρώπινη αξία.
Τα κύρια προστατευόμενα αγαθά που εμπίπτουν στην έννοια της προσωπικότητας είναι
1. Τα σωματικά αγαθά δηλαδή η ζωή η υγεία και η σωματική ακεραιότητα.Στην τελευταία περιλαμβάνεται και η όψη καθώς και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του προσώπου.
2. Τα ψυχικά αγαθά. Εδώ ανήκουν η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος.
3. Η τιμή. Εδώ προστατεύεται η τιμή ως ηθικό και κυρίως ως κοινωνικό αγαθό δηλαδή ως αξία που αποδίδεται σε κάθε άνθρωπο από την κοινωνία.
4. Η ελευθερία, δηλαδή η δυνατότητα να πράττει ελευθερα και να αναπτύσσει την προσωπικότητα του.
5. Το απόρρητο δηλαδή καθετι που αφορά το άτομο και επιθυμεί να το κρατα μυστικό.
6. Η εικόνα του προσώπου. Συνιστά προσβολή η χωρίς την άδειά του αποτύπωση του προσώπου του σε φωτογραφία, γραφικά κλπ΄
7. Το άσυλο της κατοικίας. Αυτό προστατεύεται επίσης με τις διατάξεις για την νομή και την κυριότητα.
Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει υπαιτιότητα αυτού που προσβάλλει. Υπαιτιότητα απαιτείται εφόσον ζητείται αποζημίωση με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Άρθρο 59 ‘’ Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με απόφαση του ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.’’
Η ΑΚ59 θεσπίζει αξίωση για ικανοποίηση ηθικής βλάβης σε περίπτωση παράνομης προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας. Ηθική είναι η βλάβη η οποία επέρχεται με προσβολή μη περιουσιακών αγαθών όπως η τιμή η ελευθερία η υγεία κλπ.
Τα άρθρα 58ΑΚ και 60ΑΚ δηλαδή το δικαίωμα στο όνομα και το δικαίωμα στο προιόντα της διάνοιας αντίστοιχα, αποτελούν ειδικές εκδηλώσεις της προσωπικότητας, και η προσβολή τους επιφέρει τις ίδιες συνέπειες με αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 57ΑΚ, δηλαδή δυνατότητα απαίτησης άρσης της προσβολής και παράλειψης αυτής στο μέλλον και αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Απόρροια της αρχής του απαραβίαστου της ανθρώπινης αξίας στο Αστικό Δίκαιο είναι η υποχρεωτική εφαρμογή των κανόνων της δημόσιας τάξης. Ως κανόνες δημόσιας τάξης θεωρούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αυτοί δηλαδή που ρυθμίζουν κατά αποκλειστικό τρόπο μια σχέση, και δεν μπορούν να μεταβληθούν με την βούληση των ενδιαφερομένων.
Η εισαγωγή αναγκαστικών κανόνων δικαίου στο ιδιωτικό δίκαιο, ήταν αποτέλεσμα, των πολιτιοικονομικών αλλαγών που συντελέστηκαν σε μια εποχή, που το δίκαιο του ισχυρότερου, το ατομικιστικό ιδιωτικό δίκαιο, επέτρεπε την παραβίαση των δικαιωμάτων των ασθενέστερων μερών. Αποτελούν παρέμβαση του κράτους στο ιδιωτικό δίκαιο, και αποτελούν περιορισμό της ελευθερίας των συμβάσεων. Η εισαγωγή αναγκαστικών κανόνων δηλαδή κανόνων δημοσίου δικαίου στο ιδιωτικό δίκαιο, οδήγησε την επιστήμη στην υιοθέτηση του όρου δημοσιοποίηση του ιδιωτικού δικαίου. Εδικότερα ο χαρακτήρας μιας διάταξης, σαν διάταξης δημόσιας τάξης προκύπτει από ρητή επιταγή της διάταξης, από τον επιτακτικό ή απαγορευτικό της χαρακτήρα, από το γεγονός ότι για κάποιο θέμα που ρυθμίζεται από το νόμο δεν υπάρχουν συμπληρωματικοί κανόνες και όταν η διάταξη εξυπηρετεί γενικότερο σκοπό ή συμφέρον.
2. Η αρχή της λαικής κυριαρχίας
Η αρχή της λαικής κυριαρχίας θεμελιώνεται στο άρθρο 1 του Συντάγματος « 1. Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι η Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. 2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαική κυριαρχία. 3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα»
Όπως ορίζεται στο άρθρο 1 θεμέλιο της Δημοκρατίας είναι η αρχή της λαικής κυριαρχίας, κατά την οποία ο λαός είναι το ανώτατο και κυρίαρχο όργανο, από το οποίο πηγάζει κάθε εξουσία που ασκείται μέσα στο Κράτος.
Η αρχή της λαικής κυριαρχίας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του δημοκρατικού πολιτεύματος, έτσι ώστε η δημοκρατία και η λαική κυριαρχία να παρουσιάζονται σαν έννοιες αδιαχώριστες.
Η αρχή της λαικής κυριαρχίας διατυπώθηκε σαν δόγμα από την Γαλλική Επανάσταση και σήμαινε το τέλος της μοναρχίας, αφού από το μονάρχη η εξουσία περνούσε στο λαό που ήταν και ο μόνος κυρίαρχος.
Κυριαρχία του λαού, σημαίνει την ανάδειξη των αντιπροσώπων του με καθολική ψηφοφορία, από τους ώριμους και ικανούς προς ενέργεια πολίτες, αλλά και η θέσπιση σε ορισμένες περιπτώσεις κανόνων δικαίου με την διαδικασία του δημοψηφίσματος.
Όμως η θέληση των πολιτών που εκδηλώνεται με την ψήφο τους, δεν αποτελεί τη θέληση ολόκληρου του λαού, αλλά μόνο τη θέληση μιας πλειοψηφίας πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου και που απαρτίζεται από αριθμό ατόμων, σημαντικά μικρότερο από το σύνολο του λαού. Έτσι η λαική κυριαρχία είναι μόνο η κυριαρχία της πλειοψηφίας των εκλογέων, με αποτέλεσμα να αποφασίζει κάθε φορά, η θέληση των περισσότερων από τους ψηφοφόρους.
Συνέπεια της αρχής της λαικής κυριαρχίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος και συνακόλουθα του τεκμηρίου της αρμοδιότητας του νομοθετικού σώματος, είναι μια γενικότερη αρχή του δικαίου, η αρχή της νομιμότητας.
3.Η αρχή της νομιμότητας
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Η αρχή της νομιμότητας, όσον αφορά τους ιδιώτες έχει την έννοια ότι υπόκεινται στους κανόνες δικαίου και πρέπει να σέβονται τις επιταγές και τις απαγορεύσεις του.
Όσον αφορά την Διοίκηση η αρχή της νομιμότητας έχει δύο έννοιες. Πρώτον η συναλλακτική Διοίκηση υπάγεται στους κανόνες δικαίου. Δεύτερον για την κυριαρχική Διοίκηση η αρχή της νομιμότητας έχει καταρχήν αρνητικό χαρακτήρα δηλαδή το δίκαιο ορίζει όρια και φραγμούς στην διοικητική δραστηριότητα. Αλλά στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων έχει και μια θετική έννοια δηλαδή η Διοίκηση δεν δικαιούται να περιορίσει τα ατομικά δικαιώματα παρά μόνον βάσει νόμου. Η δέσμευση αυτής της διοίκησης από την αρχή της νομιμότητας, γίνεται έντονη με τον κοινοβουλευτικό και τον δικαστικό έλεγχο. Η νομολογία αναγνώρισε την ελευθερία της Διοίκησης σχετικά με τις λεγόμενες κυβερνητικές πράξεις, πράξεις δηλαδή που έχουν πολιτική σημασία, αλλά η ελευθερία αυτή δεν ήταν από την αρχή της νομιμότητας, αλλά από τον δικαστικό έλεγχο.
Η αρχή της νομιμότητας, αποτελεί έκφραση της σχέσεως νομοθετικής εξουσίας και διοικήσεως και έχει τις ρίζες της στο φιλελεύθερο κράτος. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στο φιλελεύθερο κράτος, η ελευθερία του ατόμου είναι βασικά απεριόριστη ενώ η ελευθερία του κράτους είναι βασικά περιορισμένη. Αυτό αφορούσε την εκτελεστική εξουσία και όχι την Βουλή που ήταν λαικό όργανο γιατί η ελευθερία των ατόμων που αντιπροσωπεύει είναι βασικά απεριόριστη. Επομένως η λαική αντιπροσωπία δηλαδή η Βουλή είναι το όργανο που καθορίζει τις αρμοδιότητες των κρατικών οργάνων δηλαδή και των δικαστηρίων.
Η αρχή της νομιμότητας θεμελιώνεται στο Σύνταγμα, στα παρακάτω άρθρα 1. 7παρ1 « ‘Εγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της.» 2. 26παρ.2 « Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση.»
3. 43 « 1.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανένα από την εκτέλεση τους. 2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού, επιτρέπεται η έκδοση των κανονιστικών διαταγμάτων με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων από άλλα όργανα της Διοίκησης επιτρέπεται, προκειμένου να ρυθμιστούν άλλα θέματα, ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. 3. Καταργήθηκε. 4. Με νόμους που ψηφίζονται στην Ολομέλεια της Βουλής, μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, για την ρύθμιση θεμάτων, που καθορίζονται σε αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Με τους νόμους αυτούς χαράσονται οι γενικές αρχές της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί και τίθενται γενικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης. 5. Τα κατά άρθρο 72παρ1 θέματα της αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδότησης κατά την προηγούμενη παράγραφο.»
4. 50 « Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο αυτές που του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι»
5. 82 « Η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει την γενική πολιτική της Χώρας σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. 2. Ο Πρωθυπουργός κατευθύνει την ενότητα της Κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειες της καθώς και των δημοσίων υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων.»
6. 83 « 1. Κάθε υπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος. Οι χωρίς χαρτοφυλάκιο ασκούν τις αρμοδιότητες που ορίζει ο Πρωθυπουργός με απόφαση του. 2. Οι υφυπουργοί ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναθέτει ο Πρωθυπουργός και ο οικείος υπουργός.»
Β. Η αρχή της νομιμότητας στο Δημόσιο Δίκαιο
Η νομιμότητα των ενεργειών της Διοίκησης , κρίνεται βάσει του νομικού καθεστώτος που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειας τους. Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, όπως καθορίσθηκε πιο πάνω, τη δράση της Διοίκησης διέπουν οι κανόνες του Ευρωπαικού Δικαιου, οι κανόνες των συνταγματικών διατάξεων, οι κανόνες των διεθνών συνθηκών που έχουν κυρωθεί με νομοθετικές πράξεις και με διοικητικές κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης ή βάσει του 83Σ.
Γενικά σημαίνει την υπαγωγή της διοίκησης στο σύνολο των κανόνων δικαίου από όποια πηγή και αν προέρχονται. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες διεθνούς δικαίου, οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, οι νομολογιακοί κανόνες, καθώς και οι κανόνες που θεσπίζονται με κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 43παρ1 του Συντάγματος. Οι κανόνες αυτοί διέπουν την οργάνωση τη λειτουργία και γενικά τη δράση της.
Όσον αφορά την περιοριστική διοίκηση , αυτή δρα αποκλειστικά βάσει κανόνων δικαίου. Χρειάζεται ρητή παραχώρηση εκ μέρους του νομοθέτη για τον περιορισμό της ελευθερίας ή της ιδιοκτησίας. Τα διοικητικά δικαστήρια ελέγχουν την ύπαρξη της εξουσιοδοτήσεως αυτής και την τήρηση των ορίων της και η Διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται στις αποφάσεις τους.
Η αρχή της νομιμότητας περιορίζεται στο πλαίσιο των ειδικών κυριαρχικών σχέσεων. Πάντως και εδώ η περιοριστική διοίκηση δεσμεύεται από την αρχή της νομιμότητας και τα ατομικά δικαιώματα. Και στις σχέσεις όπου ο περιορισμός γίνεται εκούσια όπως στους δημοσίους υπαλλήλους δεν μπορεί να γίνει δεκτή γενική συγκατάθεση στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων.
Στην παροχική διοίκηση η αρχή της νομιμότητας ισχύει με την έννοια της υπαγωγής της στο νόμο αλλά δεν είναι αναγκαία η νομοθετική βάση της δραστηριότητας της.
Άμεση απόρροια του χαρακτήρα του διοικητικού οργάνου ως δημοσίου οργάνου που ασκεί δημόσια εξουσία είναι το τεκμήριο αρμοδιότητας. Το τεκμήριο αρμοδιότητας , είναι γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία, η ατομική διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της εως την ακύρωση της με δικαστική απόφαση, ή την παύση της με οποινδήποτε τρόπο, παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της, ανεξάρτητα από το αν έχει νομική πλημμέλεια.
Ο κανόνας δικαίου που θεσπίζουν, επιφέρει αμέσως από την ισχύ του τη σκοπούμενη μεταβολή, και ο διοικούμενος ή το διοικητικό όργανο δεν μπορεί να θεωρήσει την πράξη άκυρη ή ανίσχυρη πριν την ανάκληση, κατάργηση ή ακύρωση της.
Όσον αφορά το Ποινικό Δίκαιο , η αρχή της νομιμότητας του εγκλήματος και της ποινής, θεμελιώνεται στο άρθρο 7παρ1 του Συντάγματος. Στον ποινικό κώδικα έκφραση της διάταξης του Συντάγματος, αποτελεί το άρθρο 1. « Ποινή δεν επιβάλλεται παρά μόνο για τις πράξεις εκείνες για τις οποίες ο νόμος την είχε ρητά ορίσει πριν από την τέλεση τους.» και το άρθρο 14. « 1. Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο. 2. Στις διατάξεις των ποινικών νόμων ο όρος πράξη περιλαμβάνει και τις παραλείψεις.»
Απόρροια της αρχής της νομιμότητας, εκτός από τον γενικό κανόνα ότι δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς νόμο, είναι και οι παρακάτω αρχές
1. Αποκλείεται το έθιμο ως πηγή κανόνων δικαίου που θεμελιώνουν ή επαυξάνουν το αξιόποινο.
2. Αποκλείεται η θεμελίωση ή επαύξηση του αξιοποίνου κατά ανάλογη εφαρμογή ενός ποινικού νόμου.
3. Απαγορεύονται οι αόριστοι νόμοι.
Οι απαγορεύσεις αυτές ισχύουν μόνο σε περίπτωση επαύξησης του αξιοποίνου και όχι σε περίπτωση μείωσης του. Όσον αφορά την αρχή κανένα έγκλημα χωρίς νόμο, όταν λέμε νόμο εννοούμε γραπτό νόμο, δηλαδή κανόνα δικαίου που ψηφίζεται από την Βουλή και εκδίδεται κατά την νόμιμη διαδικασία και με τους νόμιμους τύπους. Γίνεται όμως δεκτό, ότι η ποινική πρόβλεψη είναι δυνατό να υπάρχει και σε νόμο υπό ουσιαστική έννοια, που εκδίδεται βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης από τα όργανα της διοίκησης.
Η ποινή ενδέχεται να προβλέπεται και σε κανονιστικές πράξεις, όπως είναι οι αστυνομικές διατάξεις και οι υπουργικές αποφάσεις. Η κανονιστική αρμοδιότητα των οργάνων της Διοίκησης, πρέπει να στηρίζεται σε εξουσιοδότηση που παρέχεται με τυπικό νόμο και μάλιστα σαν νόμος που περιορίζει τις ατομικές ελευθερίες, δεν μπορεί να είναι νόμος πλαίσιο, ούτε να έχει ψηφιστεί από το τμήμα διακοπών της Βουλής, παρά μόνον από την Ολομέλεια.
Είναι φανερό ότι δεν μπορούν να θεμελιώνουν ή να επαυξάνουν το αξιόποινο οι κανόνες του «φυσικού δικαίου», οι γενικές αρχές του δικαίου και το έθιμο.
Συστατικό στοιχείο του εθίμου είναι η λαική άποψη για το τι είναι δίκαιο, σε συνδυασμό με την μακρά εφαρμογή. Εφόσον ισχύει η αρχή καμμιά ποινή χωρίς δίκη, τότε η μακρά εφαρμογή θα είναι δικαστική και όχι λαική. Επομένως το έθιμο, θα είναι η εκβιασμένη εκ των υστέρων αναγνώριση μιας δικαστικής παρανομίας, που θα εγκυμονεί κινδύνους για τις ατομικές ελευθερίες.
Μόνο έμμεσα το έθιμο μπορεί να οδηγήσει σε θεμελίωση ή επαύξηση του αξιοποίνου. Αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις που οι κατά νόμο προυποθέσεις του ποινικού κολασμού, συγκροτούνται επί τη βάσει αυτών που ισχύουν σε άλλους κλάδους του δικαίου, στους οποίους το έθιμο αναγνωρίζεται απεριόριστα πχ στο έγκλημα της φθοράς της ξένης ιδιοκτησίας, στοιχείο του εγκλήματος είναι η φθορά σε ξένο πράγμα. Ο όρος ξένο καθορίζεται από το εμπράγματο δίκαιο, που οι κανόνες του μπορεί να είναι εθιμικής προέλευσης. Από το έθιμο μπορούμε να αντλήσουμε απεριόριστα κανόνες που καταλύουν το αξιόποινο.
Η δεύτερη αρχή απαγορεύει την αναλογική εφαρμογή νόμου για την θεμελίωση ή την επαύξηση του αξιόποινου. Η υπέρβαση του γλωσσικού νοήματος του ποινικού κανόνα είναι απαράδεκτη. Ετσι θα άφηνε δίοδο στην λεγόμενη δικαστική αυθαιρεσία. Το ιδανικό θα ήταν ο νόμος να όριζε ρητά τα διάφορα περιστατικά που συνιστούν την εγκληματική συμπεριφορά. Αφού αυτό δεν μπορεί να γίνει, είναι απαραίτητη η ερμηνεία από τον δικαστή, αρκεί αυτός να λαμβάνει υπόψη του την ερμηνεία του νομοθέτη πρωτίστως. Διασταλτική ή συσταλτική ερμηνεία δηλαδή αναλογία στα πλαίσια του λεκτικού-γλωσσικού νοήματος του κανόνα είναι επιτρεπτή.
Η τήρηση της αρχής της νομιμότητας, αξιώνει την απαγόρευση αόριστων νόμων. Στο 7παρ1Σ αξιώνεται η ύπαρξη νόμου που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Επομένως πρέπει να υπάρχουν σαφείς διατάξεις που να περιγράφουν σταθερά και με λεπτομέρεια την οικεία εγκληματική συμπεριφορά. Αν ο νόμος είναι αόριστος μένει ανεφάρμοστος ως αντισυνταγματικός. Τέτοιος είναι ένας νόμος όταν υπάρχει αοριστία όχι μόνο στην νομική περιγραφή και εξειδίκευση της εγκληματικής συμπεριφοράς, αλλά και όταν οι αξίες που καλείται να προστατεύσει δεν είναι καθορισμένες με σαφήνεια.
Στην Ποινική Δικονομία αναφορικά με την αρχή της νομιμότητας ισχύουν οι ίδιες αρχές που ισχύουν και στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο και απορρέουν από το 7παρ1Σ.
4. Η αρχή της ισότητας
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Η αρχή της ισότητας θεμελιώνεται στο άρθρο 4παρ1Σ. «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.» Ανάμεσα στην αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας και στην αρχή της ισότητας, υπάρχει στενότατη σχέση. Η μια προσδιορίζει την άλλη. Η αρχή της ισότητας μαζί με την αρχή της ελευθερίας, αποτελούν περιεχόμενο της αρχής του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας.Ανθρώπινη αξία είναι και ισότητα και ελευθερία.
Η ισότητα διακρίνεται σε τυπική, δηλαδή οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και σε ουσιαστική, που σημαίνει ότι υπάρχει ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών, ισότητα δικαίου.
Η τυπική ισότητα, δηλαδή η ισότητα ενώπιον του νόμου, σημαίνει ιστορικά την κατάργηση των προνομίων των κοινωνικών τάξεων.Η ουσιαστική ισότητα, δηλαδή η ισότητα δικαίου, σημαίνει ότι ο νομοθέτης οφείλει να θεσπίζει νόμους που δεν έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας. Η αρχή της ισότητας στο Σύνταγμα, δεν έχει μόνο την έννοια της ισότητας των πολιτών απέναντι στο νόμο, αλλά και την ισότητα του νόμου απέναντι στους πολίτες.
Η υποχρέωση του νομοθέτη να θεσπίζει νόμους που δεν έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας, δεν συνεπάγεται την υποχρέωση του να ρυθμίζει με τον ίδιο τρόπο ανόμοιες καταστάσεις. Η ίση μεταχείρηση επιτάσσει την όμοια μεταχείρηση των ομοίων καταστάσεων και ανόμοια των ανομοίων. Η όμοια μεταχείρηση ανόμοιων καταστάσεων θα οδηγούσε σε ανισότητα.
Η αρχή της ισότητας αποτελει και αντικειμενική αρχή και θεμελιώδες δικαίωμα. Από την αρχή αυτή πηγάζουν ατομικά δικαιώματα και εμφανίζεται με ειδικότερες μορφές σε όλες τις περιοχές του δικαίου. Δεν υπάρχει μερικότερος δικαιικός κλάδος που να μην εμφανίζεται ζήτημα εφαρμογής της αρχή της ισότητας.
Β. Η αρχή της ισότητας στο Δημόσιο και στο Ιδιωτικό
Δίκαιο
Στο δικονομικό δίκαιο καταρχήν από την αρχή της ισότητας, απορρέει η γενική αρχή της ισότητας των όπλων των διαδίκων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι διάδικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις καθ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Στο διοικητικό δίκαιο μια από τις γενικές αρχές που εφαρμόζονται για την προστασία του διοικούμενου , είναι η αρχή της ισότητας των διοικουμένων ενώπιον των δημοσίων υπηρεσιών με τη λειτουργική έννοια, βάσει της οποίας οι οργανικές μονάδες του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων που ασκούν τέτοιες υπηρεσίες, έχουν την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ή τα παραγόμενα αγαθά σε κάθε διοικούμενο.
Στο ποινικό δίκαιο , η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2ΠΚ, απορρέει από την αρχή της ισότητας. Επίσης και στο αστικό δίκαιο ,, που ισχύει γενικά η αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου, όταν κάμπτεται η αρχή αυτή, στις περιπτώσεις που εξαιρούνται, γίνεται γιατί το επιβάλλει η αρχή της ισότητας. Η αναδρομικότητα του νόμου, επιβάλλεται για να αποφεύγονται οι δυσμενείς διακρίσεις. Επίσης σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, τα συμβαλλόμενα μέρη, έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Γιαυτό και επιβάλλονται περιορισμοί στην ελευθερία των μερών, για την προστασία του ασθενέστερου μέρους, γιατί χωρίς ισότητα των μερών δεν υπάρχει δικαιοπρακτική ελευθερία.
5. Η αρχή της ελευθερίας
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Η αρχή της ελευθερίας μαζί με την αρχή της ισότητας αποτελεί περιεχόμενο της αρχής του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου.Στην εποχή του φιλελευθερισμού η ελευθερία, αίτημα της αστικής τάξης, κατέληξε να είναι ελευθερία των λίγων μια και η επικράτηση του ανταγωνισμού χωρίς την προστασία των πιο αδύναμων από το κράτος, μετέβαλλε την ελευθερία σε προνόμιο που το είχε αυτός που μπορούσε.
Στο κράτος του κοινωνικού ανθρωπισμού, η καταστατική αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, βάζει όρια σε αυτή την άκρατη ελευθερία. Η ελευθερία βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την αρχή της ισότητας. Το κράτος εφαρμόζοντας την αναλογική ισότητα, επεμβαίνει με ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την προστασία των αδυνάτων και των δικαιωμάτων τους και εξασφαλίζει την ελευθερία όλων.
Το Σύνταγμα καθιερώνει την ελευθερία όλων των πολιτών στο άρθρο 5‘’1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη. 2.Οσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής της τιμής και της ελευθερίας τους χωρίς διάκριση εθνικότητας φυλής γλώσσας και θρησκευτικών και πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού για την δράση του υπέρ της ελευθερίας.’’
Το άρθρο 5παρ1 κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας αποτελεί το μητρικό δικαίωμα όλων των μερικότερων ελευθεριών στον κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό τομέα. Στις τρείς διαστάσεις της προσωπικότητας όπως και της ανθρώπινης αξίας την υλική την πνευματική και την κοινωνική αντιστοιχούν και οι τρείς διαστάσεις της ελευθερίας.
Η αναφορά στο Σύνταγμα της οικονομικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής κατοχυρώνει την ελευθερία σε όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπου. Ελευθερία όμως δεν σημαίνει και ασυδοσία. Οι οριοθετήσεις του δικαιώματος αναφέρονται ρητά και είναι το Σύνταγμα, τα δικαιώματα των άλλων, και τα χρηστά ήθη. Τα δικαιώματα των άλλων και τα χρηστά ήθη είναι γενικές αρχές που ισχύουν σε κάθε τομέα του δικαίου.
Το 5παρ2 προστατεύει την ζωή την τιμή και την ελευθερία όλων όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια χωρίς διακρίσεις.
Β. Η αρχή της ελευθερίας στο Δημόσιο και στο Ιδιωτικό
Δίκαιο
Από την αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης προσωπικότητας απορρέουν δύο αρχές του ιδιωτικού δικαίου , η αρχή της αυτονομίας της βούλησης και η αρχή της ευθύνης .
Αυτονομία της βούλησης σημαίνει, τη φυσική ικανότητα του προσώπου για ελεύθερη διαμόρφωση της βουλήσεως του, ώστε η σκοπούμενη με τη δήλωση βουλήσεως επιλογή μιας έννομης σχέσης, να εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ελεύθερης και ενσυνείδητης στάθμισης της συγκεκριμένης καταστάσεως. Αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης ως θεμέλιο της δικαιοπραξίας, σημαίνει ελεύθερη αυτοδιάθεση του προσώπου.
Τέτοια ελεύθερη αυτοδιάθεση δεν είναι δυνατό να υπάρξει , αν το πρόσωπο δεν έχει την απαιτούμενη ψυχική και πνευματική ωριμότητα. Έτσι λογική συνέπεια της αναγνώρισης της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, ως θεμελιώδους αρχής του δικαίου των δικαιοπραξιών, εμφανίζονται οι διατάξεις για την δικαιοπρακτική ικανότητα και ανικανότητα.
Η δικαιοπρακτική ικανότητα , δηλαδή η ικανότητα προς το πράττειν που πηγάζει από την προσωπικότητα και μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για φυσική ελευθερία, εκφράζεται στο άρθρο 127ΑΚ. «’Οποιος συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία.» Η ανικανότητα για δικαιοπραξία, εκφράζεται στα άρθρα 128 επομ του Αστικού Κώδικα.
Όμως αυτονομία της βούλησης δεν σημαίνει μόνο ικανότητα για δίκαιες πράξεις, αλλά και για άδικες. Έπειδη το αδίκημα προυποθέτει υπαιτιότητα του πράξαντος, και υπάγεται στην υπερκείμενη έννοια της αδικοπραξίας, η ικανότητα αυτή ονομάζεται ικανότητα για καταλογισμό ή ικανότητα για αδικοπραξία.
Η δέσμευση του προσώπου από τις πράξεις του, συνέχεται με την αρχή της αυτονομίας της βούλησης, που απορρέει από την συνταγματική αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Η δέσμευση αυτή, οδηγεί σε ευθύνη του προσώπου, που σημαίνει ότι το πρόσωπο οφείλει να σεβαστεί τις δικαιοπρακτικές του υποχρεώσεις, να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσαν οι άδικες πράξεις του. Αυτό είναι και το περιεχόμενο της αρχής της ευθύνης.
Εκδήλωση της αρχής της αυτονομίας της βούλησης, είναι και η αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών, που προβλέπεται στο άρθρο 158ΑΚ « Η τήρηση του τύπου για την δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος.». Η τήρηση τύπου, μπορεί να επιβάλλεται από τον νόμο ή επειδή το επέλεξαν οι συμβαλλόμενοι, μόνο για να διευκολυνθεί η απόδειξη κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Επίσης με την τήρηση τύπου, επιτυγχάνεται και η προφύλαξη των συμβαλλομένων από απερίσκεπτες ενέργειες και εκφράζεται καθαρά και πλήρως η δήλωση βούλησης.
Εκδήλωση επίσης της αρχής της αυτονομίας της βούλησης είναι και η αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δικαστικής προστασίας που ισχύει στην πολιτική δικονομία. Σύμφωνα με την αρχή αυτή η έναρξη της δίκης προυποθέτει πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου προσώπου. Αφού η άσκηση δικαιώματος είναι προαιρετική τότε και η προστασία του δικαιώματος αυτού θα είναι προαιρετική. Επίσης το δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει στον διάδικο άλλο από αυτό που ζήτησε. Η δικαστική προστασία περιορίζεται στα όρια που έχει καθορίσει ο διάδικος που τη ζήτησε. Αυτή η αυστηρή οριοθέτηση δεν περιορίζεται στην έναρξη της δίκης αλλά επεκτείνεται και σε όλη τη διάρκεια της.
Η αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης ισχύει και στην Διοικητική Δικονομία.
6. Η αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου.
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Αναδρομικότητα του νόμου , είναι η αναγωγή του ρυθμιστικού του περιεχομένου, σε χρόνο, πριν από την δημοσίευση του, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στην ελληνική έννομη τάξη, κατά κανόνα ισχύει η αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Η αρχή της μη αναδρομικότητας, δεν θεμελιώνεται στο Σύνταγμα σε ρητή διάταξη, αλλά γίνεται αναφορά σε αυτήν, σε δύο διατάξεις, στην 7παρ1 που απαγορεύει την αναδρομική ισχύ των δυσμενών ποινικών νόμων, και στην 78παρ2 που απαγορεύει την αναδρομική ισχύ των φόρων και άλλων οικονομικών βαρών.
Η αρχή της μη αναδρομικότητας , απορρέει από την αρχή του Κράτους Δικαίου και από την δημοκρατική αρχή.Όμως η αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων, σαν γενική αρχή του δικαίου, εκφράζεται στο άρθρο 2ΑΚ «Ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου, δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά.»
Η αρχή αυτή επιβάλλεται, από την ανάγκη ασφάλειας και σταθερότητας του δικαίου. Δεσμεύει τον δικαστή και τον υποχρεώνει να εφαρμόσει κάποιο νέο νόμο, κατά κανόνα, μόνο επί σχέσεων που έχουν δημιουργηθεί, μετά από την θέση του σε ισχύ. Αντίθετα, για σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί στο παρελθόν, οφείλει να εφαρμόσει το παλαιό δίκαιο.
Υποστηρίχθηκε η άποψη , ότι η αρχή της μη αναδρομικότητας, έχει αυξημένη τυπική δύναμη, και έτσι δεσμεύει όχι μόνο τον δικαστή, αλλά και τον κοινό νομοθέτη. Επομένως αυτός, δεν μπορεί με νεότερο αναδρομικό νόμο, να αφαιρέσει από την δικαστική εξουσία σχέσεις, που έχουν ήδη ρυθμιστεί από αυτή, εφόσον από αυτές έχει δημιουργηθεί κεκτημένο δικαίωμα.
Κατά την κρατούσα άποψη όμως, η αρχή της μη αναδρομικότητας, δεν έχει αναδρομική δύναμη και άρα δεν δεσμεύει τον νομοθέτη, ο οποίος μπορεί να προσδώσει σε νόμο αναδρομική ισχύ, με την επιφύλαξη των περιορισμών που υπάρχουν.
Από την αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων, απορρέουν οι εξής κανόνες:
1. Ότι η αναδρομικότητα δεν τεκμαίρεται, αλλά πρέπει να προκύπτει σαφώς.
2. Ότι οι αναδρομικοί νόμοι κατά κανόνα, ερμηνεύονται στενά.
Εξάλλου ο νομοθέτης, όταν δίνει σε νόμο αναδρομική ισχύ, δεν είναι αδέσμευτος αλλά υπόκειται σε περιορισμούς. Έτσι αποκλείεται καταρχήν η αναδρομική εφαρμογή του νόμου, στις διατάξεις που αναφέρονται ρητά στο Σύνταγμα δηλαδή στην 7παρ1 «Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται, χωρίς νόμο, που να ισχύει πριν την τέλεση της πράξης και να ορίζει ρητά τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη, από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης.» και στην 78παρ2 « Φόρος ή άλλο οικονομικό βάρος, δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος, που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος, το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.»
Αποκλείεται επίσης, η προσβολή ή ανατροπή με νόμο, δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν υπό το καθεστώς του παλαιού νόμου, που προστατεύονται από το Σύνταγμα.Τέλος αποκλείεται η με νέο νόμο ανατροπή σχέσεων, οι οποίες τερματίστηκαν με τον παλαιό νόμο. Αναδρομική δύναμη έχουν οι ερμηνευτικοί νόμοι, δηλαδή οι νόμοι, με τους οποίους καθορίζεται η έννοια και το περιεχόμενο προγενέστερου νόμου ή διάταξης αυτού
Β. Η αρχή της μη αναδρομικότητας στο Δημόσιο και Ιδιωτικό
Δίκαιο
Στο Διοικητικό Δίκαιο , οι κανονιστικές και οι ατομικές πράξεις, δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Εξαιρούνται οι εξής περιπτώσεις:
1. Εάν επιτρέπεται ρητά από τις σχετικές διατάξεις.
2. Όταν πρόκειται για ατομικές πράξεις, που εκδίδει η Διοίκηση, για να συμμορφωθεί σε απόφαση του ΣΕ ή των διοικητικών δικαστηρίων.
3. Σε περίπτωση ανάκλησης παράνομης διοικητικής πράξης.
4. Σε περίπτωση που μετά την ακύρωση της πράξης για λόγους τυπικούς, εκδίδεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, νέα ατομική πράξη, με το ίδιο περιεχόμενο με εκείνη που ακυρώθηκε, βάσει των ίδιων περιστατικών και νομικών διατάξεων.
Όπως είπαμε, στο Ποινικό Δίκαιο , η απαγόρευση της αναδρομικότητας, θεμελιώνεται στο 7παρ1 του Συντάγματος. Όμως επιβάλλεται η αναδρομική εφαρμογή του ευμενούς νόμου. Αυτό μπορεί να μην θεμελιώνεται στο 7Σ, αλλά δεν απαγορεύεται όμως. Επιβάλλεται από το κοινό περί δικαίου αίσθημα, και από την κοινή λογική, αφού η Πολιτεία δεν μπορεί να εφαρμόζει νόμο για συμπεριφορά που δεν την θεωρεί αξιόποινη.
Η αναδρομική ισχύς του ευμενούς νόμου, εκφράζεται στο άρθρο 2ΠΚ « 1. Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός, που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. 2. Αν ο μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη όχι αξιόποινη, παύει και η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε, καθώς και τα ποινικά επεκόλουθα της.»
Η αναδρομική εφαρμογή ευμενέστερου νόμου, δεν καταλαμβάνει τα μέτρα ασφαλείας, που επιβάλλονται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά την εκδίκαση της πράξης, σύμφωνα με το άρθρο 4παρ2. Αυτό ισχύει, ακόμα και αν η πράξη χαρακτηρίστηκε ως μη αξιόποινη, με τον μεταγενέστερο νόμο.Δικαιολογείται, από το ότι, τα μέτρα ασφαλείας, δεν έχουν τον χαρακτήρα ποινής. Αυτό όμως εγκυμονεί κινδύνους καταχρήσεως.
Όσον αφορά την Ποινική Δικονομία, στο άρθρο 546ΚΠΔ, επιβάλλεται η εφαρμογή του ηπιότερου νόμου, εφόσον επήλθε πριν από την αμετάκλητη καταδίκη του κατηγορουμένου. Ο ευμενέστερος νόμος, εφαρμόζεται ακόμα και αν η υπόθεση εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο. Μάλιστα ο Άρειος Πάγος, οφείλει να τον λάβει υπόψη του αυτεπάγγελτα και να τον εφαρμόσει, ακόμα και αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος αναίρεσης καθώς και η ανατροπή των τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων, εκτός αν ο νέος νόμος είναι γενικού χαρακτήρα και δεν αφορά σε ορισμένη υπόθεση.
Στην Πολιτική Δικονομία , απαγορεύεται με νεότερο νόμο,η ανατροπή των τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων, εκτός αν ο νέος νόμος είναι γενικού χαρακτήρα και δεν αφορά σε ορισμένη υπόθεση. Ο νεότερος νόμος, δεν δεσμεύει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε, όταν εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Κατ εξαίρεση, αυτός εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, που δικάζονται σε δεύτερο βαθμό, όταν προβλέπεται ρητά και ειδικά από τον νόμο αυτό.
Στο Αστικό Δίκαιο, ισχύουν αναφορικά με την αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου, όσα αναλύθηκαν ανωτέρω, στις σελίδες 29-31.
7. Η αρχή της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης
δικαιώματος
Γενική αρχή του δικαίου και οριοθέτηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος. Κατάχρηση δικαιώματος είναι η νομότυπη πλην όμως υπερβολική και για τούτο μη ανεκτή από την έννομη τάξη άσκηση του δικαιώματος. Η απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος κατοχυρώνεται στο άρθρο 25παρ3 του Συντάγματος και σαν γενική αρχή ισχύει και στο ιδιωτικό και στο δημόσιο δίκαιο. Αφορά όλα τα δικαιώματα, αλλά πέρα από αυτό επειδή απαγορεύει την κατάχρηση στην άσκηση των δικαιωμάτων απαγορεύει και την κατάχρηση εξουσίας. Έτσι απαγορεύεται η κατάχρηση δικαιώματος τόσο από τους φορείς του δικαιώματος όσο και από την δημόσια εξουσία.
Κατάχρηση δικαιώματος έχουμε όταν γίνεται κακή χρήση του δικαιώματος. Η άσκηση του δικαιώματος είναι σύμφωνη με τους κανόνες δικαίου, αλλά η συμπεριφορά του φορέα είναι υπερβολική με αποτέλεσμα η συμπεριφορά να γίνεται παράνομη. Κατάχρηση εξουσίας έχουμε όταν το διοικητικό όργανο που θέσπισε την ατομική διοικητική πράξη προέβη σε αυτή την ενέργεια με σκοπό να εξυπηρετήσει άλλο συμφέρον από αυτό που ορίζει η πράξη ή που καταδεικνύει η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Αντίστοιχη διάταξη στο κοινό δίκαιο με αυτή του 25παρ3Σ είναι η 281ΑΚ ‘’Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.’’ Επομένως η κακόπιστη και ανήθικη άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική. Επειδή η έννομη τάξη είναι εννιαία επιβάλλεται η ταυτόχρονη εφαρμογή της διάταξης του αστικού κώδικα.
8.Η αρχή της αναλογικότητας
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί, στα ατομικά δικαιώματα από μέρους του νομοθέτη και της Διοίκησης,απαιτείται να είναι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον επιδιωκόμενο από το νόμο σκοπό.
Η αρχή αυτή αναγνωρίσθηκε ρητά από την νομολογία του ΣΕ από το 1984, ενώ υπονοούνταν και σε παλαιότερες αποφάσεις. Η προέλευσή της εντοπίζεται στο γερμανικό και γαλλικό αστυνομικό δίκαιο, και χρησιμοποιείται κατά κόρον από το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Τόσο το δικαστήριο των Ευρωπαικών Κοινοτήτων όσο και το Ευρωπαικό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα το ΔΕΚ δέχεται ότι η αρχή αυτή απαιτεί, οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να ενδείκνυνται για την πραγματοποίηση του προβλεπόμενου σκοπού και να μην βαίνουν πέρα από ότι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του.
Η αρχή της αναλογικότητας, κατοχυρώνεται πια, μετά την αναθεώρηση του 2001, ρητά στο Σύνταγμα στο άρθρο 25παρ1. «…..Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Όμως μέχρι τώρα, ο επιδιωκόμενος από τον νόμο σκοπός, επειδή θεωρείται ότι δεν έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, δεν ελέγχεται από τον δικαστή , δηλαδή δεν ελέγχεται η κατάχρηση νομοθετικής εξουσίας. Με την έννοια αυτή θα μπορούσε να γίνει λόγος για ένα είδος τεκμηρίου της συνταγματικότητας των νόμων. Αυτό που εξετάζεται είναι αν ο περιορισμός είναι κατάλληλος και αναγκαίος. Μάλιστα έχει γίνει δεκτό ότι η Διοίκηση μεταξύ επάλληλων περιορισμών, τους οποίους προβλέπει ο νόμος, πρέπει να εφαρμόζει τους καταρχήν ηπιότερους.
Ο έλεγχος της αναλογικότητας υπό στενή έννοια, δηλαδή η σχέση μεταξύ της βαρύτητας της προσβολής του δικαιώματος και της δικαιολογητικής της βάσης, δεν έχει διενεργηθεί μέχρι τώρα στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης. Ο έλεγχος αυτός είναι προβληματικός και επισφαλής γιατί λείπουν σταθερά νομικά κριτήρια πάνω στα οποία μπορεί να βασισθεί. Είναι περισσότερο έλεγχος σκοπιμότητας παρά συνταγματικότητας.
Β. Η αρχή της αναλογικότητας στο Δημόσιο Δίκαιο
Στο Διοικητικό Δίκαιο , η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί στοιχείο της αρχής της νομιμότητας που διέπει την δράση της Διοίκησης. Σύμφωνα με αυτήν, το επαχθές μέτρο που επιβάλλεται στον διοικούμενο με την διοικητική πράξη πρέπει να είναι ανάλογο προς το εξυπηρετούμενο δημόσιο συμφέρον ή ιδιωτικό προστατευόμενο συμφέρον.
Στο Ποινικό Δίκαιο , η ποινική λειτουργία της Πολιτείας βρίσκει το όριο της όχι μόνο στην αναγκαιότητα αλλά και στην δικαιότητα της απειλούμενης και επιβαλλόμενης τιμώρησης. Η επιβολή του κακού της ποινής, σε ένδειξη ιδιαίτερης αποδοκιμασίας, τότε μόνο είναι δίκαιη, όταν η ποινή συνιστά ανταπόδοση ενός ανάλογου κακού σε βάρος τρίτου ή της κοινωνικής ολότητας, το οποίο διέπραξε ο δράστης.
Στην Ποινική Δικονομία , η αρχή της αναλογικότητας, που ισχύει στο στάδιο της ανάκρισης, επιβάλλει το μέτρο που επιλέγεται από τον ανακρίνοντα να είναι ανάλογο με την βαρύτητα της διωκόμενης αξιόποινης πράξης. Η αρχή αυτή λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του ανακρίνοντα, ο οποίος πρέπει να επιλέγει τα μέσα που είναι κατάλληλα για την επίτευξη των σκοπών της ανάκρισης.
9. Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων
Ο νομοθέτης θέτει βασική αρχή της έννομης τάξης, τον σεβασμό των δικαιωμάτων των άλλων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 5παρ1 Σ «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.»
Με την αρχή αυτή κατοχυρώνεται η απόλυτη αμυντική ενέργεια των ατομικών δικαιωμάτων. Το άτομο κατά την δράση του, οφείλει να μην προσβάλλει δηλαδή να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Η αρχή έχει τον χαρακτήρα της γενικής οριοθέτησης της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας μαζί με το Σύνταγμα και την αρχή των χρηστών ηθών.
Οι δύο πρώτες οριοθετήσεις τέμνονται, αφού δικαιώματα καθιερώνει και το ίδιο το Σύνταγμα. Άρα θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις η οριοθέτηση εκτείνεται πέρα από το σημείο τομής, πέρα δηλαδή από τα συνταγματικά δικαιώματα. Έτσι η αναφορά στα δικαιώματα των άλλων περιλαμβάνει και τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την κοινή νομοθεσία. Η αναγωγή όλων των δικαιωμάτων σε συνταγματικό επίπεδο, θα αναιρούσε την διάκριση μεταξύ Συντάγματος και κοινού δικαίου, και θα περιόριζε την άσκηση της νομοθετικής αρμοδιότητας της πολιτείας.
Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των άλλων, δεν σημαίνει ότι δίνεται σε αυτά απόλυτη προτεραιότητα όταν συγκρούονται με το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Αυτό που πρέπει να επιδιώκεται είναι η πρακτική εναρμόνιση τους, με την έννοια ότι θα ικανοποιηθούν καταρχήν τα δικαιώματα των τρίτων, όχι όμως μέχρι το σημείο εκείνο που θα είχαμε μια οιονεί ισοπέδωση της προσωπικότητας του υποχρέου.
10. Το δημόσιο συμφέρον
Συμφέρον , είναι η χρησιμότητα ή η ωφέλεια που έχουν για ένα πρόσωπο για διάφορους λόγους, είτε οι υπηρεσίες άλλων ανθρώπων, είτε οι σχέσεις με αυτούς ή ορισμένα πράγματα είτε νομικές ρυθμίσεις ή πραγματικές καταστάσεις ή δραστηριότητες.
Δημόσιο είναι το συμφέρον, όταν υποκείμενο του είναι ο λαός, που έχει οργανωθεί με την έννομη τάξη σε κράτος. Συνεπώς το δημόσιο συμφέρον έχει κοινωνικό χαρακτήρα και συνδέεται με την έννομη τάξη.
Το δημόσιο συμφέρον μπορεί να διακριθεί σε γενικό, όταν αφορά αμέσως το σύνολο των μελών μιας κοινωνίας, ή σε ειδικό, όταν αφορά αμέσως ορισμένα τμήματα της, τα οποία καθορίζονται βάσει γενικών κριτηρίων.
Το δημόσιο συμφέρον συμπίπτει με το συμφέρον των μελών μιας κοινωνίας, γιατί αφορά την ικανοποίηση βασικών αναγκών που μπορεί να έχουν τα μέλη αυτά πχ εθνική άμυνα, τάξη, υγεία, παιδεία κλπ. Μερικές φορές το δημόσιο συμφέρον βλάπτει τα ατομικά συμφέροντα ορισμένων μελών , όπως στην περίπτωση της απαλλοτρίωσης. Αλλά και στις περιπτώσεις αυτές, τα ευρύτερα συμφέροντα των ατόμων που τυχόν βλάφθηκαν, συμπίπτουν με το δημόσιο συμφέρον.
Το δημόσιο συμφέρον είναι νομική έννοια, γιατί καθορίζεται από τους κανόνες δικαίου, είτε ως σκοπός των νομικών πράξεων ή υλικών ενεργειών του δημοσίου είτε ως σκοπός των υλικών πράξεων ή ενεργειών των δημοσίων νομικών προσώπων. Στην πρώτη περίπτωση ο καθορίσμος του δημοσίου συμφέροντος με συνταγματικές διατάξεις, είτε συνιστά περιορισμό ενός ατομικού δικαιώματος, είτε ιδρύει δέσμευση του νομοθετικού οργάνου για την ρύθμιση ορισμένων θεμάτων. Στην ελληνική έννομη τάξη ο προσδιορισμός του δημοσίου συμφέροντος, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο που καθορίζει το Σύνταγμα, ανήκει στο νομοθετικό όργανο.
11. Η αρχή των χρηστών ηθών .
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Χρηστά ήθη , είναι οι αντιλήψεις περί ηθικής, που ισχύουν σε μια κοινωνία, σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Η ρήτρα των χρηστών ηθών, αποσκοπεί στην αποτροπή, κάθε ανήθικής άσκησης δικαιώματος. Είναι αόριστη αξιολογική έννοια που διαχέεται σε όλη την έννομη τάξη. Τα χρηστά ήθη, σύμφωνα με την διάταξη 5παρ1 του Συντάγματος, αποτελούν οριοθέτηση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και περιέχουν την απόλυτη αμυντική ενέργεια των ατομικών δικαιωμάτων.
Β. Η αρχή των χρηστών ηθών στο Δημόσιο και Ιδιωτικό
Δίκαιο
Στο Αστικό Δίκαιο , η ρήτρα των χρηστών ηθών,εκφράζεται στο άρθρο 178ΑΚ’’ Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη.’’, καθώς και στο 179ΑΚ ‘’ Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη την κουφότητα και την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή για τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή’’
Ανηθική δικαιοπραξία δεν είναι η παράνομη δικαιοπραξία. Η δικαιοπραξία είναι ανήθικη όταν αντιστρατεύεται παραδεδεγμένους ηθικούς κανόνες και όχι όταν είναι αντίθετη με τον νόμο. Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζονται στο άρθρο 179ΑΚ μια δικαιοπραξία είναι ανήθικη όταν το περιεχόμενο είναι ανήθικο ή όταν προωθεί ανήθικο αποτέλεσμα.πχ δικαιοπραξία για τέλεση παράνομης πράξης.
Στην Πολιτική Δικονομία , η αρχή των χρηστών ηθών κατοχυρώνεται στο άρθρο 116 « Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι τους και οι πληρεξούσιοι οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης….»
Στην Ποινική Δικονομία , η αρχή των χρηστών ηθών ισχύει και εφαρμογή τους αποτελεί το άρθρο 173παρ3 «Εκτός από την απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 η ακυρότητα που προήλθε από ενέργεια ή από παράλειψη του εισαγγελέα ή του διαδίκου ή που έγινε δεκτή ρητά από αυτούς δεν μπορεί να προταθεί από τους ίδιους.»
Τέλος και στην Διοικητική Δικονομία κατοχυρώνεται η αρχή των χρηστών ηθών στο άρθρο 42ΚΔΔ/μίας«Οι διάδικοι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι δικαστικοί πληρεξούσιοι οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών…..’’ .
12. Η αρχή της χρηστής Διοίκησης
Η αρχή της χρηστής Διοίκησης , επιβάλλει στα διοικητικά όργανα, να ασκούν τις αρμοδιότητες τους, σύμφωνα με το αίσθημα δικαίου που επικρατεί, ώστε κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, να αποφεύγονται οι ανεπιεικείς και δογματικές ερμηνευτικές εκδοχές και να επιδιώκεται, η προσαρμογή των κανόνων δικαίου προς τις επικρατούσες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Η αρχή της χρηστής διοίκησης κατάγεται αρχικά , από προσωποπαγείς αντιλήψεις περί κράτους. Ο ηγεμόνας όπως ένας πατέρας για τα παιδιά του, πρέπει να είναι καλός και αγαθός και να φροντίζει για αυτά. Η νομικοποίηση του κράτους οδήγησε στην στην επικράτηση της αντιλήψεως του κράτους δικαίου και αργότερα στον αυξανόμενο δικαστικό έλεγχο της διοίκησης. Με την εξέλιξη αυτή και η αρχή της χρηστής διοίκησης απέκτησε νομικό περιεχόμενο.
Σύμφωνα με την νομολογία του ΣΕ, η αρχή της χρηστής διοίκησης επιβάλλει, να μην υφίσταται ταλαιπωρία ο διοικούμενος χωρίς λόγο όταν η διοίκηση δρα κατά διακριτική ευχέρεια, να διαφυλλάτει τα συμφέροντα του και να τον διευκολύνει στην άσκηση των δικαιωμάτων του.
Ο υπερβολικά γενικός χαρακτήρας της αρχής έχει ανάγκη εξειδίκευσης και συστηματοποίησης ώστε να πάψει η αποσπασματική εφαρμογή της αρχής αυτής.
13. Η αρχή της καλής πίστης
Α.Έννοια και περιεχόμενο
.Καλή πίστη είναι η εντιμότητα και ειλικρινεια που πρέπει κάποιος να έχει στις συναλλαγές του. Ο συναλλασσόμενος πρέπει , ως ευπρεπής και έντιμος άνθρωπος, να θέτει όρια στην επιδίωξη των ατομικών του συμφερόντων και να μην αδιαφορεί για τα αγαθά και τα συμφέροντα του άλλου μέρους. Οφείλει να συμπεριφέρεται με ειλικρίνεια και να αποφεύγει υποκριτικές ενέργειες και πράξεις που καταστρατηγούν τα συμφέροντα του άλλου. Να βρίσκεται όπως έχει λεχθεί μακριά από δόλο, πανουργία ή σοφιστεία. Όλα αυτά θα κριθούν με κριτήρια αντικειμενικά. Κρίσιμες είναι οι κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις για την σωστή συμπεριφορά. Υποκειμενικά κριτήρια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το μέτρο της απαιτούμενης ειλικρίνειας και εντιμότητας θα αναζητηθεί στην κοινωνική πραγματικότητα. Υπερβολικές αξιώσεις ειλικρίνειας δεν θα ληφθούν υπόψη. Η συγκεκριμενοποίηση του κριτηρίου της καλής πίστης είναι έργο του εφαρμοστή, δηλαδή κατά κανόνα του δικαστή.
Η αρχή της καλής πίστης κατοχυρώνεται στο άρθρο 200ΑΚ «Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.».
Τα συναλλακτικά ήθη είναι οι κανόνες συμπεριφοράς που ισχύουν στις συναλλαγές.Τα συναλλακτικά ήθη λαμβάνονται υπόψη, όταν δεν προσκρούουν στις αντιλήψεις της ηθικής ή όταν είναι ηθικά ουδέτερα και συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό της καλής πίστης. Αποτελούν έναν ασφαλή οδηγό, για το τι απαιτεί η καλή συμπεριφορά στις συναλλαγές. Είναι δευτερογενείς κανόνες δικαίου, και σε περίπτωση σύγκρουσης, υπερέχουν οι κανόνες της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και της δημόσιας τάξης και η ιδιωτική βούληση φυσικά.
Β. Η αρχή της καλής πίστης στο Δημόσιο και στο Ιδιωτικό
Δίκαιο
Και η αρχή της καλής πίστης, κατοχυρώνεται στους επιμέρους κλάδους του δικαίου, στα ίδια άρθρα που αναφέραμε και για την αρχή των χρηστών ηθών, με μερικές εξαιρέσεις.
Έτσι στο Αστικό Δίκαιο,εκτός από το άρθρο 200ΑΚ που αναφέραμε πιο πάνω, η αρχή της καλής πίστης εκφράζεται και στα άρθρα 197ΑΚ «Κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.», και 288ΑΚ « Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.».
Στο διοικητικό δίκαιο , από την αρχή της καλής πίστης προκύπτει, ότι η Διοίκηση δεν δικαιούται να εκμεταλλευθεί ή ακόμη λιγότερο να δημιουργήσει καταστάσεις πλάνης απάτης ή απειλής. Το ΣΕ εφαρμόζει μάλιστα την αρχή του estoppel, όταν δέχεται ότι η διοίκηση δεν δικαιούται, επικαλούμενη τις ίδιες της τις παραλείψεις για τις οποίες δεν ευθύνεται ο ιδιώτης, να αγνοεί μια ευνοική για αυτόν πραγματική κατάσταση δημιουργημένη από πολύ χρόνο, και να αρνείται την υπέρ του ιδιώτη συναγωγή των ωφελημάτων που προκύπτουν από την κατάσταση αυτή.
Η Διοίκηση παραβαίνει την καλή πίστη όταν ενεργεί κατά τρόπο αντίθετο προς την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη. Συγκεκριμένα κακόπιστη είναι η συμπεριφορά της Διοίκησης όταν αίρει εκ των υστέρων κίνητρα που προέβλεψε ο νόμος για να προσελκύσει ορισμένη συμπεριφορά του ιδιώτη ή όταν αντίκειται σε υποσχέσεις ή επίσημες πληροφορίες των αρμόδιων αρχών ή πληροφορίες από τον νόμο.
Στην Πολιτική Δικονομία, η αρχή της καλής πίστης κατοχυρώνεται και αυτή μαζί με την αρχή των χρηστών ηθών στο άρθρο 116, στην Ποινική Δικονομία στο άρθρο 173παρ3, και τέλος στην Διοικητική Δικονομία στα άρθρα 42ΚΔΔ/μίας και 43ΚΔΔ/μίας.
14. Η αρχή της αιτιολογίας
Αιτιολογία είναι η αναφορά των κανόνων δικαίου και της ερμηνείας τους που καθιστούν αναγκαία την έκδοση κανονιστικών πράξεων, ατομικών διοικητικών πράξεων και δικαστικών αποφάσεων.
Η αρχή της αιτιολογίας απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας. Σκοπός της αιτιολογίας είναι η δυνατότητα ελέγχου κατά πόσο οι διοικητικές πράξεις και οι δικαστικές αποφάσεις είναι σύμφωνες ή βρίσκονται σε αρμονία με τους κανόνες δικαίου που καθορίζουν το πλαίσιο της νομιμότητας.
Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων θεμελιώνεται στο άρθρο 2παρ1Σ δηλαδή στην αρχή του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας, της οποίας και αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση. Ο πολίτης του οποίου τα δικαιώματα περιορίζονται από μια πράξη της διοίκησης έχει το δικαίωμα να μάθει τους λόγους που οδήγησαν την διοίκηση στην έκδοση αυτής της πράξης. Η γενική δικαστική προστασία επιβάλλει την αιτιολόγηση των δυσμενών ατομικών διοικητικών πράξεων για είναι ευχερής ο δικαστικός έλεγχος.
Η αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, θεμελιώνεται στο άρθρο 93παρ3Σ «Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.Νόμος ορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά της ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προυποθέσεις της δημοσιότητας της.» Η δικαιολογητική βάση της καθιέρωσης της αιτιολογίας συνίσταται κυρίως στην επιδίωξη αντιμετώπισης της ενδεχόμενης αυθαιρεσίας των οργάνων απονομής δικαιοσύνης κατά τον σχηματισμό της κρίσης τους, γεγονός που συμβάλλει αποφασιστικά στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των διαδίκων, ενώ παράλληλα διευκολύνεται ο έλεγχος της κρίσης αυτής σε περίπτωση άσκησης ένδικων μέσων και τέλος εξαναγκάζει τον κρίνοντα σε προσεκτική διερεύνηση της υπόθεσης.
Η αρχή της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων εκφράζεται στην Ποινική Δικονομία στο άρθρο 139, στην Πολιτική Δικονομία στο άρθρο 304 και στην Διοικητική Δικονομία στο άρθρο 39παρ1.
Όσον αφορά τις κανονιστικές πράξεις , αυτές δεν έχουν ανάγκη αιτιολογίας, εκτός εάν η αιτιολόγηση απαιτείται ρητά από το νόμο ή αυτό προκύπτει σαφώς, όπως στην περίπτωση που η έκδοση της πράξης επιτρέπεται ή επιβάλλεται όταν συντρέχουν ορισμένες προυποθέσεις που καθορίζει η εξουσιοδοτική διάταξη. Οι κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης ελέγχονται από την άποψη της τήρησης των προυποθέσεων και των όρων που θέτουν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις.
Τέλος οι ατομικές διοικητικές πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 17ΚΔΔ/σίας, πρέπει να έχουν αιτιολογία. Όταν επιβάλλεται από τις σχετικές διατάξεις η αιτιολογία πρέπει να υπάρχει στο σώμα της πράξης, αλλιώς η πράξη μπορεί να ακυρωθεί λόγω παράλειψης ουσιώδους τύπου. Στις περιπτώσεις που η αιτιολογία δεν επιβάλλεται από σχετική διάταξη, δεν είναι ανάγκη να περιέχεται στο σώμα της πράξης αλλά αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου.
Κατ εξαίρεση δεν χρειάζονται αιτιολογία με την προυπόθεση ότι δεν το επιβάλλει ο νόμος οι εξης πράξεις
1. Πράξεις που δέχονται το αίτημα του ιδιώτη χωρίς να θίγουν τα συμφέροντα τρίτων.
2. Πράξεις που εκδίδονται ομοιόμορφα ή σε μεγάλο αριθμό
3. Γενικές ατομικές διοικητικές πράξεις
4. Πράξεις για τις οποίες ορίζει ρητώς ο νόμος ότι δεν χρειάζονται αιτιολογία.
15.Η αρχή της ελευθερίας των ιδεών
Α. Έννοια και περιεχόμενο
Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία των ιδεών, ως αντικειμενική αρχή με μεγάλη σημασία για το δικαιοπολιτικό σύστημα,στο άρθρο 14παρ1 «Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους.»
Η προστασία της ελευθερίας της γνώμης αποτελεί προστασία της ανθρώπινης αξίας, προστασία της πνευματικής υποστάσεως του ανθρώπου και αποτελεί ένα από τα κύρια θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Προστατεύεται τόσο από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 10 όσο και από το Διεθνές Σύμφωνο της Νέας Υόρκης στο άρθρο 19.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 14παρ1, προστατεύει την ελευθερία των ιδεών αντικειμενικά και υποκειμενικά. Αντικειμενικά προστατεύει την ελευθερία του στοχασμού. Ελευθερία του στοχασμού σημαίνει ελευθερία της σκέψης , ελευθερία των ιδεών. Η ελευθερία των ιδεών αναλύεται σε δύο μερικότερες ελευθερίες, την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία διάδοσης. Από την αντικειμενική αρχή της ελευθερίας των ιδεών προκύπτει η υποκειμενική ελευθερία της γνώμης. Η σκέψη κατοχυρώνεται αντικειμενικά αλλά και υποκειμενικά ως ελευθερία του ατόμου να πιστεύει σε αυτό που ο ίδιος έχει επιλέξει.
Η κατοχύρωση της ελευθερίας της γνώμης σημαίνει κατοχύρωση της δημοκρατίας και αντίστροφα. Δεν νοείται δημοκρατικό καθεστώς στο οποίο ο πολίτης δεν έχει το δικαίωμα να σκέπτεται ελεύθερα και να εκφράζει τις σκέψεις του. Ο έλεγχος των ιδεών ήταν πάντοτε χαρακτηριστικό των ανελεύθερων και ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η Δημοκρατία επιτρέπει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και την κυκλοφορία των ιδεών ακόμα και αν είναι αντίθετες με αυτές της κρατικής εξουσίας.
Το Σύνταγμα προστατεύει την ελευθερία και της εσωτερικής γνώμης, δηλαδή της γνώμης που δεν έχει εξετερικευθεί, και την ελευθερία έκφρασης της γνώμης αυτής με οποιοδήποτε τρόπο και της διάδοσης της.
Το Σύνταγμα εκτός από την προστασία της έκφρασης των ιδεών, προστατεύει και την αρνητική ελευθερία έκφρασης , δηλαδή το δικαίωμα του πολίτη να σιωπά και να μην εξωτερικεύει τις ιδέες του.
Β. Η αρχή της ελευθερίας των ιδεών στο Δημόσιο και στο
Ιδιωτικό Δίκαιο
Όσον αφορά το Αστικό Δίκαιο , η αρχή της ελευθερίας των ιδεών στις εξωσυμβατικές σχέσεις απορρέει από το δικαίωμα της προσωπικότητας. Στις συμβάσεις, μπορούν να προκύπτουν ειδικές δεσμεύσεις της ελευθερίας της γνώμης όπως πχ απαγόρευση αναρτήσεως επιγραφών ή συμβόλων από παράθυρα ή εξώστες μισθίου διαμερίσματος. Η άρνηση συνάψεως συμβάσεως λόγω γνωμών που εξέφρασε ο αντισυμβαλλόμενος δεν είναι καταρχήν παράνομη. Κάθένας που εκφράζει την γνώμη του ελεύθερα αναλαμβάνει και την ευθύνη για τις συνέπειες από τις εντυπώσεις που προκαλεί.
Όσον αφορά το διοικητικό δίκαιο, η προηγούμενη διοικητική άδεια αποτελεί αθέμιτο περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των ιδεών, και συγχωρείται μόνο όπου ο νόμος το προβλέπει. Κριτήριο για την χορήγηση διοικητικής άδειας δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να είναι το περιεχόμενο της γνώμης.
Στο Ποινικό Δίκαιο οι διατάξεις για την προστασία της τιμής αποτελούν θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης.
Επίμετρο
¨Όπως καταδεικνύεται από την παραπάνω ανάπτυξη,οι γενικές αρχές του δικαίου, έχουν καθολική ισχύ τόσο στην δημόσια όσο και στην ιδιωτική περιοχή, και πηγάζουν από τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος. Η ενότητα αυτή της έννομης τάξης αποτελεί κατάκτηση του κοινωνικού ανθρωπισμού, ο οποίος εκτόπισε την ατομικιστική αντίληψη περί δικαίου και την «παραδοσιακή» διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου.
Στην νέα έννομη τάξη του κοινωνικού ανθρωπισμού, ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας, συνιστά την καταστατική αρχή, υπό το πρίσμα της οποίας αναπτύσσονται και ερμηνεύονται όλοι οι κανόνες δικαίου.
Περιεχόμενο της αρχής αποτελούν η ελευθερία και η ισότητα που διαχέονται όπως είδαμε σε όλη την έννομη τάξη. Ακόμα και η αρχή της λαικής κυριαρχίας, χωρίς την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας μπορεί να οδηγήσει σε ακρωτηριασμό της δημοκρατίας.
Οι γενικές αρχές του δικαίου, συνιστούν τις εξειδικεύσεις της αρχής του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας, δεν έχουν προγραμματικό χαρακτήρα,παρά δεσμευτική ισχύ και αποτελούν τις κατευθυντήριες γραμμές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το κοινό δίκαιο.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημητρόπουλος Ανδρέας - Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου
Σπηλιωτόπουλος Επαμεινώδας - Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου
Σπυριδάκης Ι. Σ. - Γενικές Αρχές
Γεωργιάδης - Σταθόπουλος - Αστικός Κώδικας
Κεραμέας Κ. Δ. - Αστικό Δικονομικό Δίκαιο
Μπέης Κωνσταντίνος - Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας , Θεμελιακές Έννοιες
Καρράς Αργύρης - Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο
Ανδρουλάκης Νικόλαος – Γενικό Μέρος του Ποινικού Δικαίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου