ΑΠ Αριθμός 69/2008 - Προσδιορισμός τιμής μονάδας για συστατικά ακινήτου.

- Προσδιορισμός τιμής μονάδας για συστατικά ακινήτου.
- Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα ..
κατάληψης νοείται η κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος "πλήρης", η οποία πρέπει, συνεπώς, να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 2882/2001 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.
- Αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτό δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια κατ' άρθρο 20 παρ. 6 και 7 του ιδίου νόμου, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ πραγματογνωμοσύνης).

Διατάξεις:
ΑΚ: 953,
Νόμοι: 2882/2001 άρθ. 4, 20, 

Αριθμός 69/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) ΧΧΧ, 3) Χ3, 4) ΧΧΧ, 5) Χ2, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6) ΧΧΧ, 7) ΧΧΧ και 8) ΧΧΧ. Οι 1ος, 2ος, 3η, 4η, 6η, 7ος και 8ος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαούσογλου, που δήλωσε: α) ότι ανακαλεί την από 29-10-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται και β) ότι η 5η των αναιρεσειόντων Χ2 απεβίωσε την 17-11-2006 και κληρονομήθηκε από την 3η των αναιρεσειόντων Χ3, που συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ΤΑΠΑ), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-1-2003, 2-2-2003, 4-2-2003, 7-2-2003, 10-2-2003, 19-2-2003, 11-3-2003, 10-4-2003, 15-4-2003, 16-4-2003, 21-4-2003, 9-5-2003 και 4-6-2003 αιτήσεις και ανταιτήσεις των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η 1158/2003 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 27-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος, κατά τα δύο πρώτα μέρη του, λόγοι της αναιρέσεως και ν' απορριφθούν οι άλλοι λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 86 περ. α' 287 παρ. 1, 290 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, μετά τη διακοπή της δίκης ως προς την αρχικώς αναιρεσείουσα Χ2, λόγω θανάτου της που επήλθε στις 17-11-2006 (βλ. ΧΧΧ ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Πατρέων), νομίμως επαναλαμβάνεται εκουσίως η δίκη από την εκ διαθήκης κληρονόμο της θανούσης ήδη τρίτη αναιρεσείουσα Χ3 (βλ. ΧΧΧ δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Πάτρας ΧΧΧ, που δημοσιεύτηκε με το 215/20-4-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών). Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, συνάγεται ότι για το ν προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτού κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Εξάλλου στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτου (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά τον Ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου λαμβάνεται υπόψη ιδίως η αξία, που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτριώσεως, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου" (παρ. 1 τελ. εδαφ.) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής" (παρ. 3). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο εκ του άρθρου αυτού λόγος αναιρέσεως, όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε. Είναι δε ανεπαρκής η αιτιολογία, όταν τα εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας αίτηση των αναιρεσιβλήτων και αιτήσεις και ανταιτήσεις των καθών εκείνη εικαζομένων ιδιοκτητών, μεταξύ των οποίων και οι από 19-2-2003 και 7-2-2003 αιτήσεις των αναιρεσειόντων περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως των ακινήτων της επίδικης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που εδώ ενδιαφέρουν. Ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Πατρέων, πλησίον του οικισμού της ΧΧΧ, απέχει 4-5 χιλ. από το κέντρο της πόλης των Πατρών και εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και από αστική συγκοινωνία. Ότι η όλη περιοχή έχει αποκτήσει οικοπεδική αξία, για το λόγο ότι είναι πλησίον της άνω πόλεως και του οικισμού, με θέα προς τον Πατραϊκό κόλπο και το Παναχαϊκό όρος και δυτικό προσανατολισμό, προσφέρεται δε για την κατασκευή εξοχικών κατοικιών, άλλωστε δε τελευταία παρατηρείται σημαντική οικιστική ανάπτυξη. Ότι εκτός από τμήμα του με αριθμό κτημ. πιν. ΧΧΧ ακινήτου, που βρίσκεται εκτός οικισμού, η υπόλοιπη απαλλοτριούμενη έκταση είναι εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού και εντός ζώνης. Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά της απαλλοτριουμένης εκτάσεως και τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και με την περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλομένης ότι από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα άλλα εφάπτονται του οικισμού και έχουν θέα προς τον Πατραϊκό κόλπο, άλλα δεν εφάπτονται του οικισμού, αλλά έχουν καλή θέα, και άλλα έχουν θέα και στον Πατραϊκό κόλπο και στο Παναχαϊκό όρος, αλλά έχουν μεγάλη κλίση εδάφους, το Εφετείο κατέταξε τα ανωτέρω ακίνητα σε τέσσερις κατηγορίες και προσδιόρισε την αξία τους ως προς το έδαφος, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως εξής : 1) για τα αναφερόμενα στον κτημ. Πίνακα με τους αριθμούς ΧΧΧ, ΧΧΧ, ΧΧΧ, ΧΧΧ, ΧΧΧ, ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ στο ποσό των 8.000 δραχμών ή 23,48 ευρώ το τ.μ., 2) για τα αναφερόμενα στον ίδιο πίνακα με τους αριθμούς ΧΧΧ και ΧΧΧ στο ποσό των 9.000 δραχμών ή 26,41 ευρώ το τ.μ., 3) για τα με αριθμούς κτημ. πίνακα ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ το ποσό των 7.000 δραχμών ή 20,54 ευρώ το τ.μ. και 4) για τα αναφερόμενα στον ίδιο πίνακα με τους αριθμούς ΧΧΧ, ΧΧΧ, ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ στο ποσό των 10.000 δραχμών. ή 29,35 ευρώ το τ.μ.. Από τα απαλλοτριούμενα αυτά ακίνητα οι αναιρεσείοντες φέρονται ιδιοκτήτες ο πρώτος του με αριθ. κ.π. ΧΧΧ, η δεύτερος έως και πέμπτη του με αριθ. κ.π. ΧΧΧ ακινήτου και οι έβδομος και όγδοος του με αριθ. κ.π. ΧΧΧ ακινήτου, τα οποία κατατάχθηκαν στην πρώτη κατηγορία ακινήτων και προσδιορίστηκε η αξία τους σε 23,48 ευρώ το τ.μ. και η έκτη των με αριθ. κ.π. ΧΧΧ ακινήτου, που κατατάχθηκε στην τρίτη κατηγορία και η αξία του προσδιορίστηκε σε 20,54 ευρώ, το τ.μ. Ακολούθως, το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτές την αίτηση των αναιρεσιβλήτων και τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των τελευταίων στα πιο πάνω ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή την πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζει, όπως θα έπρεπε, α) με βάση ποια χαρακτηριστικά των απαλλοτριουμένων ακινήτων από αυτά που δέχθηκε σχετικά με τη θέση έναντι του οικισμού, τη θέα και την κλίση του εδάφους, κατέταξε τα ακίνητα σε κάθε κατηγορία, β) αν τα ακίνητα των αναιρεσειόντων εφάπτονται ή όχι και στην τελευταία περίπτωση σε ποια απόσταση κείνται από τον οικισμό ΧΧΧ, γ) αν αυτά έχουν ή όχι θέα προς τον Πατραϊκό κόλπο ή το Παναχαϊκό όρος ή και στα δύο, δ) όταν είναι επίπεδα ή έχουν κλίση, μικρή ή μεγάλη και ε) ως προς ποια προσόντα πλεονεκτούν τα ακίνητα της δεύτερης ή της τέταρτης κατηγορίας, για τα οποία καθορίστηκε η αξία τους σε μεγαλύτερο ποσό, έναντι των ακινήτων των αναιρεσειόντων, αλλά και τα ακίνητα της πρώτης κατηγορίας έναντι του καταταχθέντος στην τρίτη κατηγορία ακινήτου της έκτης αναιρεσειούσης, που η αξία του προσδιορίστηκε σε μικρότερο από εκείνα ποσό. Εξαιτίας των παραπάνω ασαφειών και ελλείψεων της αναιρεσιβαλλομένης δεν είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων και τον καθορισμό της πλήρους αποζημιώσεως αυτών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επειδή ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος "πλήρης", η οποία πρέπει, συνεπώς, να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 2882/2001 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 16 παρ. 1 και 17 παρ. 3 του ίδιου νόμου η προσαγωγή στη δίκη καθορισμού της αποζημιώσεως, πλην άλλων στοιχείων, του κτηματολογικού πίνακα είναι στοιχείο της προδικασίας, άνευ δε αυτού η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 2882/2001 αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσαγωγής κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτό δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια κατ' άρθρο 20 παρ. 6 και 7 του ιδίου νόμου, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα, για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αποζημίωση (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 641/2004).
Συναφώς, κατά την παρ. 1 του άρθρου 16 του προαναφερθέντος ΚΑΑΑ, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου και η αναγνώριση των δικαιούχων κατά τα άρθρα 18 επ. και 26 επ. αντιστοίχως, γίνεται με βάση τα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα. Κατά την παρ. 2 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου σε περίπτωση που ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή κάθε ενδιαφερόμενος θεωρεί ότι το διάγραμμα και ο πίνακας είναι εσφαλμένα, μπορούν με αίτηση να ζητήσουν τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, η οποία (αίτηση) εξετάζεται κατά τη διαγραφόμενη στις επόμενες παραγρ. 3, 4 και 6 του ίδιου άρθρου διαδικασία και κατά την παράγρ. 8 του ίδιου άνω άρθρου, κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία δύναται να ασκηθεί και προφορικώς καταχωριζόμενη στα πρακτικά. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 17 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως ερμηνεύονται ενόψει των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη έχει κυρωθεί με νόμο, αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημίωσης είναι η αποζημίωση στο σύνολό της δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη του, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, αλλά και κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη. Ο προβλεπόμενος στο άνω άρθρο 17 του Συντάγματος περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος ως προσκρούων στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 10-11/2004). Συναφής με την απαλλοτρίωση υπόθεση είναι και εκείνη, που αφορά την κατά την πιο πάνω παρ. 8 του άρθρου 16 του ΚΑΑΑ αμφισβήτηση της ακρίβειας και της πληρότητας του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα κι' επομένως το Εφετείο κατά την ενώπιόν του δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου, είναι αρμόδιο να εξετάσει και τη σχετική με την αμφισβήτηση αυτή αίτηση που υποβάλλει ενδιαφερόμενος διάδικος, δεδομένου ότι ο προβλεπόμενος στην εν λόγω διάταξη περιορισμός της επιλύσεως τέτοιας αμφισβητήσεως, μόνο κατά τη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως, ως προσκρούων στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΔΑ, είναι ανίσχυρος. Περαιτέρω "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής ή της αιτήσεως και πραγματικά περιστατικά, που τις θεμελιώνουν. Επομένως, η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο συνιστά πλημμέλεια, η οποία εμπίπτει στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του ίδιου άνω Κώδικα ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως το αίτημα της αγωγής, της ανταγωγής, της αιτήσεως της κύριας παρεμβάσεως, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Ο πιο πάνω λόγος στοιχειοθετείται εφόσον το αίτημα αυτό είναι παραδεκτό και νόμιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη από το δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1, όπως ορθώς εκτιμάται το περιεχόμενό της, ο διάδικος αυτός ισχυρίστηκε, μεταξύ των άλλων, ότι η ακριβής έκταση του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ΧΧΧ απαλλοτριωθέντος ακινήτου του είναι 7.994.246 τ.μ., εντός της οποίας υπάρχει αποθήκη 42 τ.μ., πλην όμως από παραδρομή έχει αναγραφεί εσφαλμένα στον ανωτέρω πίνακα, ότι η έκταση του ακινήτου αυτού είναι 7.517,15, ενώ δεν περιελήφθη στον ίδιο κτηματολογικό πίνακα, επίσης από παραδρομή, η εν λόγω αγροταποθήκη ζήτησε δε τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κατά το μέρος αυτό, δεδομένου ότι δεν είχε προηγηθεί η διοικητική διαδικασία διορθώσεώς του και να προσδιορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για όλο μεν το πράγματι απαλλοτριούμενο ακίνητό του, εμβαδού 7.994,246 τ.μ στο ποσό των 65 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, για δε την αποθήκη στο ποσό των 400 ευρώ ανά τ.μ. Τα αιτήματα αυτά παραδεκτώς υποβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη δίκη του προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και είναι νόμιμα, ως στηριζόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΑΑΑ. Το Εφετείο όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό διέλαβε σκέψη και κρίση για τα ανωτέρω αιτήματα της αιτήσεως του αναιρεσείοντος. Έτσι, υπέπεσε στις από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες κατά τον βάσιμο τρίτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως.
Επειδή κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο καθόσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των παρόντων διαδίκων, που αναφέρεται στον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων ως προς την εδαφική έκταση αυτών, καθώς και στην αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1 για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς την έκταση του ακινήτου του και την επ' αυτού αποθήκη και τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το όλο το φερόμενο ως απαλλοτριούμενο ακίνητό του και την επ' αυτού αποθήκη, καθώς και την διάταξη περί δικαστικής δαπάνης μεταξύ των διαδίκων να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1158/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, που αφορά τις μεταξύ των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων σχέσεις.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια