ΑΠ Αριθμός 1526/2006 -- Κοινό κληρονομιαίο ακίνητο. Χρησικτησία μεταξύ συγκληρονόμων.

- Κοινό κληρονομιαίο ακίνητο. Χρησικτησία μεταξύ συγκληρονόμων.
- Από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ...
ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα. Αυτά ισχύουν και επί συννομής σύμφωνα με το άρθρ. 994 του ίδιου Κώδικα, και επομένως ο συγκληρονόμος θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου συννομέας χωρίς να έχει αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος, επί πλέον δε όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 785 – 787, 981, 982 και 1113 ΑΚ αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα θεωρείται ότι το κατέχει και επ' ονόματι των λοιπών συγκληρονόμων – συννομέων κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει, οι οποίοι έτσι θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου συννομείς, ασκώντας την συννομή δια του συγκληρονόμου συννομέα και δεν την αποβάλλουν ούτε έναντι του τελευταίου, ο οποίος νέμεται το όλο κοινό πράγμα, πριν εκείνος καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του, αλλά μπορούν να την αντιτάξουν και κατ' αυτού, και αν συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στην πλασματική συννομή μπορούν να αντιτάξουν και την με βάση αυτήν κτηθείσα συγκυριότητα, χωρίς να είναι αναγκαίο να επικαλεσθούν άλλη αντιπροσωπευτική, κατ' άρθρ. 980 § 1 ΑΚ, στην άσκηση της συννομής σχέση, όπως εντολή, χρησιδάνειο, μίσθωση κ.α.
- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 78, 787, 980, 981, 982 επ. και 994 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει τούτο επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών – συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών ούτε αποσβεστική ούτε κτητική με χρησικτησία παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται για δικό του λογαριασμό αποκλειστικά μεγαλύτερο μέρος από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό.

Διατάξεις:
ΑΚ: 78, 785, 786, 787, 980, 981, 982 επ., 994, 1113, 

Αριθμός 1526/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ΧΧΧ, 2) ΧΧΧ, 3) ΧΧΧ και 4) ΧΧΧ, κατοίκων Αθηνών, ως κληρονόμων του αρχικώς εναγόμενου ΧΧΧ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.

Της αναιρεσίβλητης: ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φαλαγκαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυλοποτάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/1987 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου λόγω αρμοδιότητας, 234/1989, 303/1998 προδικαστικές, 54/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου και 393/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2004 αίτησή τους και με τους από 5-4-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 3-5-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 14-10-2004 αιτήσεως αναιρέσεως των Ευφροσύνης χήρας Χρόνη Πολυμίλη κλπ κατά της υπ΄ αριθ.393/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα. Αυτά ισχύουν και επί συννομής σύμφωνα με το άρθρ. 994 του ίδιου Κώδικα, και επομένως ο συγκληρονόμος θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου συννομέας χωρίς να έχει αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος, επί πλέον δε όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 785 – 787, 981, 982 και 1113 ΑΚ αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα θεωρείται ότι το κατέχει και επ' ονόματι των λοιπών συγκληρονόμων – συννομέων κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει, οι οποίοι έτσι θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου συννομείς, ασκώντας την συννομή δια του συγκληρονόμου συννομέα και δεν την αποβάλλουν ούτε έναντι του τελευταίου, ο οποίος νέμεται το όλο κοινό πράγμα, πριν εκείνος καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του, αλλά μπορούν να την αντιτάξουν και κατ' αυτού, και αν συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στην πλασματική συννομή μπορούν να αντιτάξουν και την με βάση αυτήν κτηθείσα συγκυριότητα, χωρίς να είναι αναγκαίο να επικαλεσθούν άλλη αντιπροσωπευτική, κατ' άρθρ. 980 § 1 Α.Κ., στην άσκηση της συννομής σχέση, όπως εντολή, χρησιδάνειο, μίσθωση κ.α. Τέλος από το αρθρ. 559 αρ. 1 και 8α΄ ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι από αυτό προβλεπόμενοι λόγοι αναιρέσεως α) για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού Δικαίου και β) για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ιδρύονται εφόσον και το σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και τα πράγματα που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη ενώ δεν είχαν προταθεί, είναι ουσιώδη με την έννοια ότι ασκούν ανατρεπτική επίδραση στο διατακτικό της απόφασης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Στις 21-8-1960 αποβίωσε η ΧΧΧ, μητέρα της ενάγουσας και του αρχικού εναγομένου ΧΧΧ, η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγό της ΧΧΧ και τα τρία τέκνα της ΧΧΧ, ενάγουσα, και ήδη αναιρεσίβλητη, ΧΧΧ και ΧΧΧ αρχικό εναγόμενο, κατά ποσοστόν … εξ αδιαιρέτου έκαστος. Η ως άνω κληρονομούμενη κατά τον χρόνο του θανάτου της, είχε στην αποκλειστική της νομή το πρώτο από τα τρία επίδικα ακίνητα, ένα αγρό εκτάσεως τριών περίπου στρεμμάτων, την οποία (νομήν) μετά τον θάνατό της απέκτησαν οι ως άνω κληρονόμοι της καταστάντες πλασματικοί συννομείς του επιδίκου αυτού κατά το ως άνω ποσοστό. Στις 17-8-1962 απεβίωσε και ο σύζυγος της ως άνω αρχικής κληρονομουμένης ΧΧΧ, ο οποίος κληρονομήθηκε από τα ως άνω τρία τέκνα του κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Αυτός κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε στην αποκλειστική του νομή τα άλλα δύο επίδικα ακίνητα ένα οικόπεδο εκτάσεως 1022,06 τ.μ. και ένα αγρό έκτασης 12142,64 τ.μ. καθώς και την συννομή του ? εξ αδιαιρέτου επί του πρώτου επιδίκου ακινήτου, η οποία με το θάνατό του μεταβιβάσθηκε στους ως άνω κληρονόμους του κατά το προαναφερθέν ποσοστόν εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι έτσι έγιναν πλασματικοί συννομείς και των επίδικων αυτών ακινήτων. Από το θάνατο της μητέρας του και μητέρας της ενάγουσας, ο αρχικός εναγόμενος συγκληρονόμος εκείνης νεμόταν ολόκληρο το πρώτο ακίνητο ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στην φύση και τον προορισμό του. Το ίδιο συνέβη και με τα δύο άλλα επίδικα ακίνητα, τα οποία μετά τον θάνατο του ανωτέρω και πατέρα της ενάγουσας νεμόταν ολόκληρα ο πρώτος εναγόμενος, ασκώντας σ' αυτά τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που αναφέρονται επίσης στην αναιρεσιβαλλομένη. Ο αρχικός εναγόμενος επελήφθηκε των επιδίκων ακινήτων ως συννομέας και ασκούσε την νομή σε ολόκληρα τα επίδικα υπό την ιδιότητά του αυτή, χωρίς ποτέ να αντιποιηθεί την συννομή των λοιπών συγκληρονόμων, όπως ήταν και η ενάγουσα, αφού ποτέ δεν γνωστοποίησε σ' αυτή ότι νέμεται τα επίδικα αποκλειστικά για τον εαυτό του. Επομένως στις όποιες πράξεις νομής ασκούσε αυτός στα επίδικα τις ασκούσε και για λογαριασμό της ενάγουσας μέχρι και το 1985 που για πρώτη φορά ο αρχικός εναγόμενος εκδήλωσε πρόθεση αντιποίησης της συννομής εκείνης, νεμόμενος πλέον τα επίδικα ολόκληρα αποκλειστικά για τον εαυτό του. Μέχρι τότε όμως (1985) και για περισσότερα από είκοσι χρόνια (1960, 1962-1985) η ενάγουσα βρισκόταν στη συννομή των επιδίκων ως πλασματική συννομέας εκ κληρονομικής διαδοχής, την οποία ασκούσε μέσω του εναγομένου συννομέα και αυτού, και έτσι κατέστη συγκυρία κατά τα ως άνω ποσοστά των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, αλλά εκ περισσού, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα παραχώρησε τη χρήση του ιδανικού της μεριδίου της συννομής της στα δύο πρώτα επίδικα ακίνητα στον αρχικό εναγόμενο αδελφό της χωρίς αντάλλαγμα, και έδωκε σ' αυτόν την εντολή να διαχειρίζεται το τρίτο για λογαριασμό της και έτσι εκείνος ασκούσε την συννομή επί αυτών ως αντιπρόσωπός της. Με βάση αυτά το Εφετείο αφού απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κληρονόμων του αρχικού εναγομένου που τον διαδέχθηκαν μετά τον θάνατό του, κατά της πρωτόδικης απόφασης που αποφάνθηκε ομοίως, επικύρωσε αυτήν και έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας συγκυρία των επιδίκων την ενάγουσα κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου και υποχρεώνοντας τους ήδη αναιρεσείοντες σε απόδοση αυτών. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ως προς τα δύο μέρη αυτού από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8α΄ ΚΠολΔικ με τον οποίο προβάλλονται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί σιωπηρή σύναψη σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ της ενάγουσας και του αρχικού εναγομένου, με την οποία παραχωρήθηκε χωρίς αντάλλαγμα η χρήση του ιδανικού μεριδίου της συννομής της στα δύο πρώτα επίδικα ακίνητα και σύμβαση εντολής με την οποία η ενάγουσα ανέθεσε στον εναγόμενο αδελφό της τη διαχείριση για λογαριασμό της του τρίτου επίδικου ακινήτου α) παραβίασε τις διατάξεις περί χρησιδανείου (810 επ) καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που επικαλέσθηκε η ενάγουσα και δέχθηκε εκείνο, στις περί χρησιδανείου διατάξεις και β) έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι την εντολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο όσον αφορά ειδικώς την διαχείριση του τρίτου επιδίκου ακινήτου, την οποία εκείνη δεν πρότεινε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τόσο η προβαλλόμενη παραβίαση των περί χρησιδανείου διατάξεων, όσο και τα παρά το νόμο ληφθέντα υπόψη από το Εφετείο πράγματα δεν είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης δεδομένου ότι το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη γενόμενη δεκτή από το Εφετείο πλασματική συννομή της ενάγουσας επί των επιδίκων ακινήτων που αποκτήθηκε με κληρονομική διαδοχή, την οποία αυτή ασκούσε επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας δια του συγκληρονόμου και συννομέα αδελφού της, ο οποίος νεμόταν ολόκληρα τα επίδικα με την ιδιότητά του αυτή χωρίς να καταστήσει γνωστό στην ενάγουσα ότι προ της συμπληρώσεως της εικοσαετίας νέμεται τα επίδικα αποκλειστικά για τον εαυτό του και επομένως με βάση την υπερεικοσαετή πλασματική συννομή της επ' αυτών η ενάγουσα έγινε συγκυρία των επιδίκων κατά τα ιδανικά ποσοστά που απέκτησε από την κληρονομία των γονέων της. Τέλος όσον αφορά το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα, για το οποίο το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτό το νεμόταν κατά τον χρόνο του θανάτου ο πατέρας των αρχικών διαδίκων ΧΧΧ και μετά τον θάνατό του που συνέβη την 17/8/1968 τα ως άνω παιδιά του τα οποία και έτσι κατέστησαν πλασματικοί συννομείς αυτού το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε δεν στέρησε την απόφαση της νόμιμης βάσης διότι με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται ότι ο πατέρας των αρχικών διαδίκων ήταν κατά τον χρόνο του θανάτου του νομέας αυτού, είχε δηλαδή αυτό στη φυσική του εξουσία την οποία ασκούσε για διάνοια κυρίου, χωρίς να είναι αναγκαίο κατά νό.. να αναφέρει και πως απέκτησε αυτήν και επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 78, 787, 980, 981, 982 επ. και 994 Α.Κ. συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει τούτο επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών – συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών ούτε αποσβεστική ούτε κτητική με χρησικτησία παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται για δικό του λογαριασμό αποκλειστικά μεγαλύτερο μέρος από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό.
Εξάλλου ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 εδ. α΄ ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Επομένως στην κατά τα άνω έννοια του πράγματος εμπίπτουν και τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης. Εν προκειμένω οι αναιρεσείουσες προβάλλουν με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 8 εδ. α΄ ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι ενώ ο αρχικός εναγόμενος ΧΧΧ πρότεινε κατά της αξίωσης της ενάγουσας περί διεκδικήσεως των επί των επιδίκων ακινήτων ποσοστών συγκυριότητας, που απόκτησε δήθεν με κληρονομική διαδοχή, την ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι τα επίδικα ακίνητα κατέχει ο ίδιος ολόκληρα από το έτος 1932 το ένα, το 1936 το άλλο, το 1950 το τρίτο και το 1954 το τέταρτο, όταν του παραδόθηκαν με άτυπη δωρεά τα δύο από την κυρία αυτών μητέρα του και μητέρα της ενάγουσας, και με άτυπη σύμβαση πώλησης τα άλλα δύο από τους κυρίους αυτών, και έκτοτε νεμόταν αυτά συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιατάραχτα, χωρίς ποτέ κανένας να αμφισβητήσει την επ' αυτών νομή του μέχρι και του κατά το έτος 1960 και 1962 θάνατο των γονέων τους, όταν η ενάγουσα κατέστη συγκληρονόμος αυτών αλλά και μετά το 1962 μέχρι και την κατά το έτος 1987 άσκηση της αγωγής και έτσι κατέστη κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί για μεν τα δύο από αυτά πριν από τον θάνατο των γονέων τους και συγκεκριμένα το έτος 1952 και 1954, και επομένως αυτά δεν ανήκαν κατά τον χρόνο της επαγωγής της κληρονομίας των γονέων των (1960 και 1962) σ' εκείνους, για δε τα άλλα δύο το έτος 1970 και 1976 αντίστοιχα, χωρίς η ενάγουσα να ασκήσει την αξίωσή της από το 1960 και 1962 που έλαβε χώρα η επαγωγή της γονικής κληρονομίας, και συνεπώς έκτοτε αυτή ήταν δικαστικά επιδιώξιμη, με αποτέλεσμα να υποπέσει αυτή στην εικοσαετή παραγραφή, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος πρόβαλε την ένσταση αυτή σε συνδυασμό με τον επικαλούμενο από την ενάγουσα τρόπο κτήσης του ποσοστού συγκυριότητάς της με το σύστημα της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, αφού υπολογίζει την πάροδο της εικοσαετίας από την υποτιθέμενη κατ' αυτόν επαγωγή της κληρονομίας των γονέων τους χωρίς όμως να επικαλείται για την πληρότητα της ενστάσεως ότι αυτός γνωστοποίησε στη συγκληρονόμο του ενάγουσα ότι νέμεται τα κληρονομιαία ακίνητα αποκλειστικά για τον εαυτό του και απέρριψε την ένσταση της παραγραφής ως αόριστη και έτσι υπέπεσε στις προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αφού, αφενός μεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν ήτοι τον ισχυρισμόν ότι τα επίδικα ανήκαν στην κληρονομία των γονέων τους και επομένως αυτός με την ενάγουσα ήταν συγκληρονόμοι και ότι ο ίδιος μετά την επαγωγή της κληρονομίας κατέλαβε αυτά εξ ολοκλήρου και τα νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του, αφετέρου δε εφάρμοσε εσφαλμένα τις προδιαληφθείσες διατάξεις και εκείνων των άρθρ. 1049, 113, 1884 Α.Κ. αφού δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω όροι εφαρμογής αυτών. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν κληρονομιαία ως ανήκοντα στην κληρονομία των γονέων των αρχικών διαδίκων, και ότι συνεπώς και ο αρχικός εναγόμενος ήταν συγκληρονόμος και κατείχε αυτά από την ιδιότητά του αυτή.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 11 γ΄ ΚΠολΔικ πλημμέλεια της μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του από 20.4.1962 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως μεταξύ του αρχικού εναγομένου ως εκμισθωτή και του ΧΧΧ ως μισθωτή, το οποίο προσκόμισε με επίκληση ο αρχικός εναγόμενος στη πρωτόδικη δίκη και στη συνέχεια μετά τον θάνατό του, οι συνεχίσαντες τη δίκη ήδη αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, προς απόδειξη του γεγονότος ότι τα επίδικα ακίνητα δεν ήσαν κληρονομιαία όπως αρνούμενος την αγωγή, ισχυρίσθηκε ο αρχικός εναγόμενος. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την γενική βεβαίωση του Εφετείου που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθη υπόψη και το ως άνω έγγραφα, αφού μάλιστα το Εφετείο αναφέρεται ρητώς στην ως άνω μίσθωση.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το αρθ. 559 αρ. 8 α΄ ΚΠολΔικ πλημμέλεια της λήψης υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και ειδικώτερα του ενισχυτικού της κρίσεώς του περί συγκυριότητας των διαδίκων στα επίδικα γεγονότος ότι το 1982 οι διάδικοι αποφάσισαν να διανείμουν μεταξύ τους τα τρία επίδικα ακίνητα και ανέθεσαν προς τούτο σε τοπογράφο μηχανικό την εμβαδομέτρησή τους καταβάλλοντας σ' αυτόν αμοιβή 4.000 δρχ., ισχυρισμόν όμως που δεν πρότείνε η ενάγουσα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν «πράγματα» κατά την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα αντλούμενα από τις αποδείξεις, τα οποία δεν μπορούν να θεμελιώσουν αυτόν.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία προκύπτει αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως. Ειδικώτερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν προσθέτως περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της δημιουργηθείσης καταστάσεως να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (ΟλΑΠ 62/1990). Εν προκειμένω με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι από τους αριθ. 1, 8 εδ. β΄ και 19 ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικά δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. αφού χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που ο εναγόμενος επικαλέσθηκε και πρότεινε για τη θεμελίωσή της από τη διάταξη αυτή ένστασης έκρινε αυτήν μη νόμιμη χωρίς να διαλάβει επαρκείς περί τούτου αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης καθό μέρος στηρίζεται στον αρ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔικ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι προϋποθέτει για την θεμελίωσή του την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε την ένσταση από το αρθ. 281 ΑΚ ως μη νόμιμη και επομένως δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση επ' αυτής. Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί πρότειναν κατά της αγωγής την και πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, επικαλούμενοι προς θεμελίωση αυτής ότι η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή το 1987, δηλαδή 27 χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της και 25 έτη μετά το θάνατο του πατέρα της, ενώ εγνώριζε τις πράξεις νομής που έκανε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ο αρχικός εναγόμενος στα επίδικα ακίνητα, παραλείποντας οποιαδήποτε αμφισβήτηση των δικαιωμάτων εκείνου και τη αναζήτηση καρπών και περαιτέρω δεν αναμίχθηκε ποτέ στα επίδικα, επειδή γνώριζε ότι αυτά δεν ήταν κληρονομιαία, διότι οι γονείς της τα είχαν ήδη διαθέσει με πράξεις εν ζωή και ακόμα ότι ο εναγόμενος είχε προικίσει την αδελφή της ενάγουσας και τέλος ότι ο άλλος εναγόμενος υιός της άλλης αδελφής της ενάγουσας Καλλιόπης «τοποθετήθηκε στη θέση του εναγομένου βάσει σχεδίου παρόλο που ο ίδιος σε άλλη δίκη είχε καταθέσει ως μάρτυρας ότι το ένα από τα επίδικα ακίνητα ανήκε αποκλειστικά στον αρχικό εναγόμενο δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων». Τα περιστατικά αυτά όμως ως πράγματα κατά την έννοια του αρθ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, δεν είναι ουσιώδη διότι δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την από το αρθ. 281 ΑΚ προβληθείσα ένσταση δεδομένου ότι άλλα από αυτά, όπως σύσταση προικός από τον αρχικό εναγόμενο προς την αδελφή του και αδελφή της ενάγουσας και η εικονική τοποθέτηση του υιού εκείνης ως εναγομένου στη δίκη δεν σχετίζονται με την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, άλλα, όπως η γνώση της ενάγουσας ότι τα επίδικα δεν ήταν κληρονομιαία, αναφέρονται στην αρνητική απάντηση του εναγομένου στην αγωγή και συνεπώς δεν είναι στοιχεία της ενστάσεως και τα υπόλοιπα ανάγονται στην αδράνεια καθεαυτή της ενάγουσας στο να ασκήσει την αγωγή, η οποία μόνο αυτή δεν αρκεί προς θεμελίωση της από το αρθρ. 281 ΑΚ ενστάσεως, και επομένως το Εφετείο δεν είχε από το νόμο υποχρέωση να τα λάβει υπόψη του με αποτέλεσμα η από το άρθ. 559 αρ. 8 εδ. β ΚΠολΔικ προβαλλόμενη πλημμέλεια να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω το Εφετείο δεχόμενο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι τα εναπομείνοντα περιστατικά που στηρίζουν την ένσταση του εναγομένου συνιστάμενα στο ότι η ενάγουσα αμφισβήτησε το πρώτον το δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητας του ίδιου επί των επιδίκων τον Σεπτέμβριο του 1982, παρόλο που αυτός κατείχε αυτά το μεν από το 1932, το δε από το 1936 και του τρίτου ολοκλήρωσε την κατοχή το 1954, και έτσι του δημιούργησε την πεποίθηση ότι τον αναγνωρίζει μοναδικό κύριο των επιδίκων και δεν πρόκειται να διεκδικήσει δικαιώματα συγκυριότητας επ' αυτών, ώστε η άσκηση μετά ταύτα της ένδικης αγωγής είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, και αληθή υποτιθέμενα δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, αλλά απαιτούνται πρόσθετα τέτοια αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στη συμπεριφορά τόσο της ενάγουσας όσο και του ίδιου του ενισταμένου, καθώς και η διαμόρφωση κατάστασης αντιτιθέμενης στο δικαίωμα, η γνώση αυτής και η ανοχή της από την ενάγουσα και ακόμη ότι η άρση της κατάστασης αυτής θα επιφέρει αφόρητες συνέπειες για την δικαιούχο, και για αυτό απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη. Κρίνοντας έτσι ορθώς την διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε για το αντίθετο ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.10.2004 αίτηση αναιρέσεως της ΧΧΧ κ.τ.λ. κατά της υπ΄ αριθμ. 393/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. ΚΑΙ

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια