ΑΠ Αριθμός 1601/2008 - Απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

- Απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Τι πρέπει να επικαλεστεί ο ενάγων ..
και πότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Αναίρεση λόγω παραβίασης ουσιαστικού κανόνα καθώς και λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης. Βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του διαδίκου. Πότε επέρχεται και πότε η απόφαση είναι υποστατή και προσβλητή με αναίρεση. Αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος.
- Για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, αρκεί η επί 20ετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος (άρθρο 974 ΑΚ). Ο ενάγων που προβάλει την χρησικτησία, ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή αυτού και εν ανάγκη και τη νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις μερικότερες εμφανείς, υλικές διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος. Επί αναγνωριστικής δε της κυριότητας ακινήτου αγωγής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αναγνωρίζεται, ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά το άρθρο 1045 του Αστικού Κώδικα, γιατί νεμήθηκε αυτό με διάνοια κύριου επί είκοσι τουλάχιστον έτη, στερείται νόμιμης βάσεως, εάν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτού ή του αντιπροσώπου του επί του επιδίκου ακινήτου, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στον ενάγοντα την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
- Kατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδοχών (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).

Διατάξεις:
ΑΚ: 974, 1045, 1051
ΚΠολΔ: 62,73, 286 επ., 313, 558, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 19
 Αριθμός 1601/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος διικηγόρος Παναγιώτης Λυμπερόπουλος δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 20-4-2001 και κληρονομήθηκε από τους : Χ1 και Χ2, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον (ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο) Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Χ3, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, Ψ2, Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στριμπέρη και Ψ4, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο 4ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 27-10-1999 και κληρονομήθηκε από τους : Ψ5, Ψ6, και Ψ7, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στριμπέρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-1993 αγωγή των αρχικών αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2000 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2000 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62,73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδοχών (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς. (Ολ. ΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 28.11.2000, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε, ότι ο τέταρτος απ' αυτούς απεβίωσε στις 27.10.1999 και κατέλιπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγό του Ψ5 και τα τέκνα του Ψ6 και Ψ7, οι οποίοι δήλωσαν ότι παρίστανται και συνεχίζουν την δίκη. Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσιβλήτου και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου, το αντίστοιχο πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως, ως και το με αριθ. 33472/2008 πσκ του Γραμματέα πρωτοδικών Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα γεγονότα δε αυτά δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τους ήδη αναιρεσείοντες (αρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι ο κατά την 27.10.1999 θάνατος του τετάρτου αναιρεσίβλητου έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης ενώπιον του Εφετείου, ήτοι πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως (1.3.2000) μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη οριστική απόφαση, χωρίς να γίνει στην δίκη αυτήν γνωστοποίηση του θανάτου ώστε να επέλθει διακοπή της δίκης. Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση αυτής, γνώριζε τον θάνατο αυτού, οι δε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του τετάρτου αναιρεσιβλήτου παρίστανται νομίμως στην θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου και δηλώνουν, ότι συνεχίζουν την δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά προσώπου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτηση επί της αναιρέσεως. Εξάλλου ο αναιρεσείων Χ, όπως προκύπτει από την XXX ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Ελίμειας, απεβίωσε στις 20.4.2001, ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως. Όπως δε προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ως και το XXX πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Ελιμείας, ο αναιρεσείων κατέλιπε, όπως συνομολογείται και από τους αναιρεσιβλήτους, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους Χ1, Χ2, και Χ3, οι δύο πρώτοι από τους οποίους γνωστοποίησαν δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη. Επίσης, όπως προκύπτει από την με αριθμό XXX έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Κοζάνης XXX, ακριβές αντίγραφο της από 15.11.2000 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 21.5.2008 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, στον Χ3, ως εξ αδιαθέτου κληρόνομο του αναιρεσείοντος πατρός του, πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού, σαν να ήταν και αυτός παρών.
II). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, αρκεί η επί 20ετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος (άρθρο 974 ΑΚ). Ο ενάγων που προβάλει την χρησικτησία, ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή αυτού και εν ανάγκη και τη νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις μερικότερες εμφανείς, υλικές διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος. Επί αναγνωριστικής δε της κυριότητας ακινήτου αγωγής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αναγνωρίζεται, ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά το άρθρο 1045 του Αστικού Κώδικα, γιατί νεμήθηκε αυτό με διάνοια κύριου επί είκοσι τουλάχιστον έτη, στερείται νόμιμης βάσεως, εάν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτού ή του αντιπροσώπου του επί του επιδίκου ακινήτου, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στον ενάγοντα την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, εκτάσεως 1.000 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται στον XXX. Στους δε διαδίκους περιήλθε εκ της εξ αδιαθέτου διαδοχής του πατέρα τους, ως και του θείου τους Ψ1, που απεβίωσαν τα έτη 1944 και 1956, αντιστοίχως, δοθέντος ότι οι κατέχουσες αρχικώς τα 4/10 του οικοπέδου θείες των διαδίκων Α, Ψ2 και Γ παραιτήθηκαν σιωπηρώς των δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου, και συνεπώς, μετά τον θάνατο αυτών, η νομή, κατοχή και κυριότητα του περιήλθε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στους διαδίκους. Στις 18.8.1963 ο εναγόμενος επώλησε με ιδιωτικό συμφωνητικό στους αδελφούς Γ και Δ τμήμα 170 τ.μ. του αρχικού οικοπέδου των 1.000 τ.μ. Στις 5.9.1964, από κοινού με τον τέταρτο ενάγοντα, ο εναγόμενος επώλησε άλλα 170 τ.μ του ιδίου οικοπέδου στους αυτούς αγοραστές, χωρίς να εκφρασθεί οιαδήποτε αντίδρασις των λοιπών διαδίκων. Στη συνέχεια το έτος 1974, ο εναγόμενος με άδεια που του χορηγήθηκε από το Γραφείο Πολεοδομικών Εφαρμογών του Ν. Κοζάνης την 2.5.1974, ανήγειρε διώροφη οικοδομή, όπου και διαμένει, εντός τμήματος 140 τ.μ. και έτσι αυτός έλαβε για τον εαυτό του 140 τ.μ. πλέον των 255 (175+85) τ.μ, τα οποία επώλησε και συνολικώς έλαβε 395 τ.μ. του αρχικού οικοπέδου των 1.000 τ.μ., μεγαλυτέρα, δηλαδή, μερίδα από την δικαιουμένη εις αυτόν. Κατά το έτος 1991 οι ενάγοντες απεφάσισαν να ανεγείρουν στο εναπομείναν τμήμα οικοδομή τεσσάρων διαμερισμάτων, ένα για τον καθένα τους, ανέθεσαν δε την μελέτη για την έκδοση της αδείας οικοδομής στον υιό του μάρτυρος αποδείξεως, Ε, στον οποίο είχε ανατεθεί και από τον εναγόμενο η μελέτη για την έκδοση αδείας οικοδομής της ιδικής του οικίας στο οικοπεδικό τμήμα των 140 τ.μ. Η άδεια οικοδομής εξεδόθη την 24.10.1991 από την πολεοδομία της Νομαρχίας Κοζάνης, οι εργασίες, όμως, ανεγέρσεως της οικοδομής δεν προχώρησαν, εξ αιτίας της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων για το θέμα της κυριότητας του επιδίκου. Σύμφωνα δε με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο έκρινε, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου, ότι κατά το έτος 1974 ο εναγόμενος προέβη, ως συγκύριος του επιδίκου σε άτυπη διανομή του, την οποία απεδέχθησαν οι ενάγοντες σιωπηρώς, καταστάντες συγκύριοι του διεκδικουμένου οικοπέδου, κατά ποσοστό 1/4 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας τους, ως νεμόμενοι από κοινού αυτό για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας.....". Ενόψει κυρίως των άνω παραδοχών του το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ., στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης σε σχέση με τα άνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε εκ τούτου στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελεί τον μοναδικό τρόπο κτήσεως της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων επί του διεκδικουμένου αυτοτελούς τμήματος των 605 τ.μ του ενιαίου οικοπέδου των 1000 τ.μ., μολονότι δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι νεμήθηκαν ως αποκλειστικοί κύριοι (εξ ολοκλήρου) το επίδικο κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1974 και μέχρι του έτους 1991, ήτοι για χρονικό διάστημα μικρότερο της εικοσαετίας. Επί πλέον δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία συγκεκριμένη πράξη νομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ώστε να κριθεί εάν, με τέτοιες πράξεις, μπορούσαν να γίνουν αυτοί συγκύριοι με έκτακτη χρησικτησία του ακινήτου αυτού. Τέλος, διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, ιδίως ως προς το ζήτημα της καταρτίσεως ή μη άτυπης σύμβασης διανομής μεταξύ των διαδίκων και την συνεπεία αυτής δυνατότητα κτήσεως κυριότητας επί του διεκδικουμένου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως γνωστοποίηση της βουλήσεως του αναιρεσείοντος να νέμεται το ακίνητο αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό (Ολ. ΑΠ 485/82). Πρέπει, επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι αμέσως πιο πάνω πλημμέλειες, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 100/2000 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια