ΑΠ Αριθμός 5/2002 - Προσδιορισμός τιμής μονάδας για συστατικά ακινήτου.


- Προσδιορισμός τιμής μονάδας για συστατικά ακινήτου.
- Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα..
κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 «πλήρης», η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΝΔ 797/71 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε από το Σύνταγμα του 1975 (άρθρ. 112 παρ. 1), έστω και αν αυτά δεν έχουν περιληφθεί ρητώς στην περί κηρύξεως της απαλλοτριώσεως απόφαση. Τέλος, κατά μεν το άρθρο 16 παρ. 2 ίδιου ν.δ/τος, η προσαγωγή στη δίκη καθορισμού της αποζημιώσεως, πλην άλλων στοιχείων, του κτηματολογικού πίνακα είναι στοιχείο της προδικασίας, άνευ δε αυτού η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά δε τα άρθρα 18 παρ. 6 και 19 παρ. 9 β΄ ΝΔ 797/71, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως οποιοδήποτε στοιχείο συμβάλλει στην εκτίμηση της βασιμότητας της αιτήσεως και μπορεί να υποδεικνύει στους διαδίκους την προσαγωγή παντός χρήσιμου εγγράφου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 240 ΚΠολΔικ, που εφαρμόζονται αναλόγως. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 797/71, αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσαγωγής κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. ΄Εχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα, για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αποζημίωση. Διάφορο είναι το μη ένδικο ζήτημα αν, σε περίπτωση που δεν κατέστη δυνατός ο καθορισμός αποζημιώσεως για τα συστατικά, επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα, μπορεί ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου να ζητήσει αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισνΑΚ.

Διατάξεις:
ΑΚ: 953,
ΝΔ: 797/1971 άρθ. 3, 16, 17, 18, 19,  

Αριθμός 5/2002

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β΄ Σύνθεσης: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Γεώργιο Χριστόφιλο, Ν. Γ., Κ. Β. - Εισηγητή, Κ. Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Γεράσιμο Σιμόπουλο, Αθανάσιο Κρητικό, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Χρήστο Μπαλντά, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ανάργυρο Πλατή, Ευριπίδη Αντωνίου και Χρήστο Μπαβέα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2001, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1. ΧΧΧ, κατοίκου Κερατσινίου Αττικής και 2. ΧΧΧ, κατοίκου Κυκλάδων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μ. Μαγγίβας.

Των καθών η κλήση - αναιρεσειόντων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ειδικά στην περίπτωση αυτή και από τον Νομάρχη Κυκλάδων και ήδη τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και 2. Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Τ.Α.Π.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους Θ. Θεοφανόπουλος και Α.Κλαδιάς, Νομικό Σύμβουλο και Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αντίστοιχα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-1995 αίτηση των ήδη καθών η κλήση-αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου και συνεκδικάσθηκε με την δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση (αντιπροσφυγή) των ήδη καλούντων-αναιρεσίβλητων. Εκδόθηκε η 96/1996 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν τα αναιρεσείοντα με την από 7-1-1997 αίτησή τους.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1587/1999 απόφαση του Γ΄ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 5-6-2001 κλήση των αναιρεσίβλητων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με κλήση των αναιρεσιβλήτων εισάγεται στην Ολομέλεια ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ, που παραπέμφθηκε με την απόφαση 1587/1999 του Γ΄ Τμήματος λόγω διαφοράς μιας ψήφου. Ειδικότερα παραπέμφθηκε το ζήτημα αν επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου είναι παραδεκτός ή όχι, στη δίκη του προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ο καθορισμός τιμής και για τα συστατικά παρά το ότι αυτά δεν αναφέρονται στο κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα.
Επειδή, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο…". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια… Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ν.δ. 797/71 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε από το Σύνταγμα του 1975 (άρθρ. 112 παρ. 1), έστω και αν αυτά δεν έχουν περιληφθεί ρητώς στην περί κηρύξεως της απαλλοτριώσεως απόφαση. Τέλος, κατά μεν το άρθρο 16 παρ. 2 ίδιου ν.δ/τος, η προσαγωγή στη δίκη καθορισμού της αποζημιώσεως, πλην άλλων στοιχείων, του κτηματολογικού πίνακα είναι στοιχείο της προδικασίας, άνευ δε αυτού η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά δε τα άρθρα 18 παρ. 6 και 19 παρ. 9 β΄ ν.δ. 797/71, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως οποιοδήποτε στοιχείο συμβάλλει στην εκτίμηση της βασιμότητας της αιτήσεως και μπορεί να υποδεικνύει στους διαδίκους την προσαγωγή παντός χρήσιμου εγγράφου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 240 ΚΠολΔικ, που εφαρμόζονται αναλόγως. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 797/71, αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσαγωγής κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα, για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αποζημίωση. Διάφορο είναι το μη ένδικο ζήτημα αν, σε περίπτωση που δεν κατέστη δυνατός ο καθορισμός αποζημιώσεως για τα συστατικά, επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα, μπορεί ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου να ζητήσει αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 Εισ.ν.Α.Κ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει ότι το Εφετείο Αιγαίου έκρινε παραδεκτή την προσφυγή-ανταίτηση των αναιρεσιβλήτων, καθόρισε δε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως και για τη λίθινη περίφραξη, ως συστατικό του οικοπέδου που απαλλοτριώθηκε, μολονότι η περίφραξη δεν περιλαμβανόταν στον κτηματολογικό πίνακα, δεν παρέλειψε παρά το νόμο (άρθρο 16 παρ. 2 ν.δ. 797/71) να κηρύξει απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια και η όλη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Μειοψηφούν δύο μέλη του δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Γεώργιος Χριστόφιλος και Χρήστος Μπαλντάς, κατά τη γνώμη των οποίων έπρεπε, για το παραδεκτό της αιτήσεως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, να υποβληθεί ως αναγκαίο στοιχείο προδικασίας για τον προσδιορισμό αποζημιώσεως, και για τη λίθινη περίφραξη του
απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κτηματολογικός πίνακας και ως προς το συστατικό αυτό, ώστε το εφετείο, που έκρινε αντιθέτως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ και η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να γίνει δεκτή.
Επειδή, τα αναιρεσείοντα (Ελ. Δημόσιο και Ν.Π.Δ.Δ.), που ηττώνται, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη μειωμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.1.1997 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, για αναίρεση της αποφάσεως 96/1996 του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τα αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2002 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2002.

Σχόλια