ΑΠ Αριθμός 1704/2008 - Το δικαίωμα του κυρίου ακινήτου να απαιτήσει δίοδο προς το δρόμο.


- Το δικαίωμα του κυρίου ακινήτου να απαιτήσει δίοδο προς το δρόμο. Υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης. Βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου διαδίκου και η εκούσια συνέχισή της από τους κληρονόμους του...

- Kατά το άρθρο 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημιώσεως, κατά δε το άρθρο 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή της προσφορότερης διελεύσεως, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Διατάξεις:
ΑΚ: 1012, 1013
ΚΠολΔ: 286, 287, 291, 292, 573

Αριθμός 1704/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούκο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 (που είναι το ορθό αντί XXX που αναγράφεται στην αίτηση αναιρέσεως), ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Πολυχρονόπουλο και Ανδρέα Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ανδρέας Οικονόμου και ανακάλεσε την από 10-4-2008 δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ και δήλωσε ότι απεβίωσε ο 2ος αναιρεσίβλητος (Ψ2) στις 18-2-2008 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Ψ3 και τα τέκνα του α) Ψ4 και β) Ψ5, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τους ως άνω δικηγόρους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2004 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ακράτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Ψ2 αποβίωσε στις 18-2-2008, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (9-3-2007), η δε σύζυγος αυτού Ψ3 και τα τέκνα του Ψ4 και Ψ5, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στον αναιρεσείοντα το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη. Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημιώσεως, κατά δε το άρθρο 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή της προσφορότερης διελεύσεως, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί παροχής σ' αυτούς διόδου μέσω του ακινήτου του ήδη αναιρεσείοντος-εναγομένου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι είναι κύριοι τριών, αντίστοιχα, ομόρων μεταξύ τους, ακινήτων, που βρίσκονται στη θέση "XXX" του Δ.Δ. XXX του Δήμου XXX, και συγκεκριμένα ο πρώτος ενάγων είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1.030,05 τ.μ., που συνορεύει βόρεια και δυτικά με ακίνητο του εναγομένου, ανατολικά με ιδιοκτησία Α και νότια με ακίνητο του δεύτερου ενάγοντος, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του δυνάμει των υπ' αριθ. XXX και XXX συμβολαίων αγοραπωλησίας και του XXX συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Δύμης Μ. Γρηγοροπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο δεύτερος ενάγων είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 445, 45 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με το ως άνω ακίνητο του πρώτου ενάγοντος, ανατολικά με ιδιοκτησία Α, νότια με ιδιοκτησίες Β και Α και δυτικά με ιδιοκτησία του εναγομένου, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του, δυνάμει του υπ' αριθ. XXX συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Ανδριανής Ανδρικοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και, τέλος, ο εναγόμενος είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1.289, 89 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Α και εν μέρει με ιδιοκτησίες των εναγόντων, νότια με ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος και με ιδιοκτησίες Α και Γ και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Τα πιο πάνω ακίνητα των εναγόντων δεν έχουν πρόσβαση στον παραπάνω αγροτικό δρόμο και μέχρι πριν από πέντε χρόνια αυτοί εξυπηρετούνταν, προκειμένου να μεταβαίνουν σ' αυτά, από δίοδο, η οποία διερχόταν κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του ακινήτου του εναγομένου. Οι ενάγοντες επιδίωξαν δικαστικώς να αναγνωρισθεί ότι έχουν αποκτήσει δικαίωμα δουλείας επί της ως άνω διόδου, πλην όμως η σχετική αγωγή τους απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 42/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων. Εξάλλου η τυχόν πρόσβαση των εναγόντων στον πιο πάνω αγροτικό δρόμο μέσω του νοτίως παρακείμενου λαγκαδιού με την ονομασία "XXX" είναι ιδιαίτερα δυσχερής, διότι πρόκειται για δύσβατη περιοχή, χωρίς διαμορφωμένο δρόμο, που απέχει 150 μέτρα από τα ακίνητα των εναγόντων, στην οποία βρίσκονται περιφραγμένες ιδιοκτησίες τρίτων. Ενόψει των ανωτέρω τα ακίνητα των εναγόντων είναι περίκλειστα, υπό την έννοια ότι δεν έχουν πρόσβαση στο δρόμο και σε κάθε περίπτωση η τυχόν πρόσβαση σε αυτόν είναι δυσχερής και εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες τους. Το όμορο ακίνητο του εναγομένου έχει πρόσβαση στον βορείως αυτού υπάρχοντα αγροτικό δρόμο και συνεπώς οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από τον εναγόμενο την παροχή διόδου, προκειμένου να μεταβαίνουν στα ακίνητα τους. Η αναγκαία δίοδος, που πρέπει να παραχωρήσει ο εναγόμενος, είναι επί εδαφικής λωρίδας του ακινήτου του, συνολικού εμβαδού 20, 80 τ.μ., η οποία αρχίζει από τη βορειοδυτική γωνία του ακινήτου του πρώτου ενάγοντος και κατευθυνόμενη από νότο προς βορρά καταλήγει στον προαναφερθέντα αγροτικό δρόμο, έχει δε πλάτος 4 μέτρα και μήκος στη δυτική πλευρά της 4 μέτρα και στην ανατολική πλευρά της 8 μέτρα. Από αυτήν θα διέρχονται οι ενάγοντες για να μεταβαίνουν στα ακίνητα τους, ο δε δεύτερος ενάγων θα συνεχίζει μέσω του ακινήτου του πρώτου ενάγοντος μέχρι να εισέλθει στο δικό του ακίνητο. Πρόκειται για την πιο ενδεδειγμένη λύση, αν ληφθεί υπόψη ότι η εν λόγω δίοδος αφενός παρέχει στους ενάγοντες την πιο εύκολη και σύντομη πρόσβαση στον αγροτικό δρόμο και αφετέρου δεν προκαλεί ζημία στο ακίνητο του εναγομένου, του οποίου η αρτιότητα δεν θίγεται, διότι η παροχή της διόδου δεν προκαλεί κατάτμηση του ακινήτου του, ούτε περιορίζει το δικαίωμα κυριότητας του εναγομένου στο ακίνητο του, επί του οποίου, άλλωστε, υπάρχει ήδη οικοδομημένη οικία. Εξάλλου, οι ενάγοντες πρέπει να καταβάλουν στον εναγόμενο, εφάπαξ και πριν από τη χρήση της ως άνω διόδου, αποζημίωση, η οποία, ενόψει της αντικειμενικής αξίας του βαρυνόμενου ακινήτου, πρέπει να ορισθεί σε 25 ευρώ ανά τετραγ. μέτρο και συνολικά στο ποσό των 520 ευρώ. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι" για την επικοινωνία των ακινήτων των εναγόντων και η δη αναιρεσιβλήτων, που είναι περίκλειστα, με τη ρηθείσα αγροτική οδό, είναι αναγκαία η παραχώρηση σ', αυτούς της πιο πάνω αναφερόμενης διόδου, που διέρχεται από το μέσον του όμορου ακινήτου του αναιρεσείοντος εναγομένου και, ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί παροχής σ' αυτούς της παραπάνω διόδου. Έτσι, που έκρινε το Πρωτοδικείο, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 του ΑΚ, διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτού, έκρινε, ότι η ως άνω επιλεγείσα δίοδος, που παρέχει στους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες την πιο εύκολη και σύντομη πρόσβαση στον αγροτικό δρόμο, είναι η προσφορότερη για την επικοινωνία αυτών με την οδό, χωρίς να δεχθεί ότι είναι ταυτόχρονα και η λιγότερο επαχθής δίοδος για το βαρυνόμενο ακίνητο του αναιρεσείοντος εναγομένου. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση για παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 65/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Οκτωβρίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια