Όλες οι από συναλλαγματική απορρέουσες αγωγές κατά του αποδέκτη παραγράφονται μετά τρία έτη από τη χρονολογία της λήξεώς της - Αριθμός 33/2006 Εφετείο Αθηνών

 
Όλες οι από συναλλαγματική απορρέουσες αγωγές κατά του αποδέκτη παραγράφονται μετά τρία έτη από τη χρονολογία της λήξεώς της. Η επίδοση της ..
διαταγής πληρωμής, που επιδικάζει τέτοια απαίτηση, διακόπτει τη συγκεκριμένη βραχυχρόνια παραγραφή (ΚΠολΔ 634 παρ. 1), αλλά δεν την επιμηκύνει σε εικοσαετή βάσει του άρθρου 268 ΑΚ. Τέτοια επιμήκυνση επέρχεται μόνο από τότε που η διαταγή πληρωμής θα αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου είτε λόγω τελεσίδικης απόρριψης της ασκηθείσας κατ' αυτής ανακοπής των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, είτε λόγω επίδοσης της δύο φορές κατά τα ίδια άρθρα και μη ασκήσεως ανακοπής. Λόγος αποσβεστικός της απαίτησης είναι και η ένσταση παραγραφής αυτής.

Διατάξεις:
ΚΠολΔ: 330, 623, 626, 628, 629, 632, 633, 634, 933
ΑΚ: 268
Νόμοι: 5325/1932 άρθ. 70 Κατά τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 ν. 5325/1932, όλες οι από συναλλαγματική απορρέουσες αγωγές κατά του αποδέκτη παραγράφονται μετά τρία έτη από τη χρονολογία της λήξεώς της. Περαιτέρω, η επίδοση της διαταγής πληρωμής, που επιδικάζει τέτοια απαίτηση, διακόπτει τη συγκεκριμένη βραχυχρόνια παραγραφή (ΚΠολΔ 634 παρ. 1), αλλά δεν την επιμηκύνει σε εικοσαετή βάσει του άρθρου 268 ΑΚ. Τέτοια επιμήκυνση επέρχεται μόνο από τότε που η διαταγή πληρωμής θα αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου είτε λόγω τελεσίδικης απόρριψης της ασκηθείσας κατ' αυτής ανακοπής των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, είτε λόγω επίδοσης της δύο φορές κατά τα ίδια άρθρα και μη ασκήσεως ανακοπής (ΟλΑΠ 30/1987 ΝοΒ 36.96, ΑΠ 464/1997 ΕλΔ 39.375, ΑΠ 576/1994 ΕλΔ 36.866). Συνεπώς, μέχρις ότου η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, εξακολουθεί να τρέχει η προβλεπομένη από το νόμο για την απαίτηση βραχύτερη παραγραφή (ΑΠ 536/1994 ΕλΔ 38.1077). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1α, 2, 628 παρ. 1α', 629 εδ. α', 632 παρ. 1α' και 633 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης, που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας, η δε κρίση για την ύπαρξη της αξιώσεως αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κυρίας κρίσεως περί του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1343/2004). Ως εκ τούτου, ισχυρισμοί, που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και άρα δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της εκδόσεως της (ΑΠ 1538/2004 ΕλΔ 46.760, ΑΠ 1568/2002). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 330 εδ. α' και 933 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής, που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, δεν εμποδίζεται ο καθ' ου η εκτέλεση να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και να προτείνει απόσβεση της απαίτησης, που επήλθε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και μέχρι την απόκτηση ισχύος δεδικασμένου, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ισχυρισμός αυτός δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. Λόγος αποσβεστικός της απαίτησης είναι και η ένσταση παραγραφής αυτής (ΑΠ 536/1994 ό.π. ΑΠ 96/1996 ΕλΔ 37.615).(Απόσπασμα)

Αριθμός 33/2006

Εφετείο Αθηνών


Προεδρεύων: Π. Παρτσιλίβας, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγήτρια: Γ. Μαρίνου, Εφέτης
Δικηγόροι: Κ. Σπανορρήγας - Κ. Φραγκανδρέας

...Κατά τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 ν. 5325/1932, όλες οι από συναλλαγματική απορρέουσες αγωγές κατά του αποδέκτη παραγράφονται μετά τρία έτη από τη χρονολογία της λήξεώς της. Περαιτέρω, η επίδοση της διαταγής πληρωμής, που επιδικάζει τέτοια απαίτηση, διακόπτει τη συγκεκριμένη βραχυχρόνια παραγραφή (ΚΠολΔ 634 παρ. 1), αλλά δεν την επιμηκύνει σε εικοσαετή βάσει του άρθρου 268 ΑΚ. Τέτοια επιμήκυνση επέρχεται μόνο από τότε που η διαταγή πληρωμής θα αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου είτε λόγω τελεσίδικης απόρριψης της ασκηθείσας κατ' αυτής ανακοπής των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, είτε λόγω επίδοσης της δύο φορές κατά τα ίδια άρθρα και μη ασκήσεως ανακοπής (ΟλΑΠ 30/1987 ΝοΒ 36.96, ΑΠ 464/1997 ΕλΔ 39.375, ΑΠ 576/1994 ΕλΔ 36.866). Συνεπώς, μέχρις ότου η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, εξακολουθεί να τρέχει η προβλεπομένη από το νόμο για την απαίτηση βραχύτερη παραγραφή (ΑΠ 536/1994 ΕλΔ 38.1077). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1α, 2, 628 παρ. 1α', 629 εδ. α', 632 παρ. 1α' και 633 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης, που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας, η δε κρίση για την ύπαρξη της αξιώσεως αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κυρίας κρίσεως περί του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1343/2004). Ως εκ τούτου, ισχυρισμοί, που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και άρα δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της εκδόσεως της (ΑΠ 1538/2004 ΕλΔ 46.760, ΑΠ 1568/2002). Εξάλλου, με τα άρθρα 330 εδ. α' και 933 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι «το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν», «αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330». Επομένως, αν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής, που έχει κατά τα άνω αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, δεν εμποδίζεται ο καθ' ου η εκτέλεση να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και να προτείνει απόσβεση της απαίτησης, που επήλθε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και μέχρι την απόκτηση ισχύος δεδικασμένου, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορούσε να προταθεί σε δίκη επί της ανακοπής των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, και άρα δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. Λόγος αποσβεστικός της απαίτησης είναι και η ένσταση παραγραφής αυτής (ΑΠ 536/1994 ό.π. ΑΠ 96/1996 ΕλΔ 37.615).
Στην κρινομένη υπόθεση από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Κατόπιν της από 10-7-1995 αίτησης του καθ' ου η ανακοπή (εκκαλούντος) κατά του ανακόπτοντος (εφεσίβλητου) εκδόθηκε η 20/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου με βάση την από 31-8-1993 συναλλαγματική, ποσού 5.600.000 δραχμών, έκδοσης του καθ' ου (εκκαλούντος), αποδοχής του ανακόπτοντος (εφεσίβλητου), και λήξεως 28-2-1995. Με τη διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό των 5.600.000 δραχμών, νομιμοτόκως από την επομένη της λήξεως της συναλλαγματικής αυτής, πλέον δικαστικών εξόδων. Ο καθ' ου η ανακοπή επέδωσε στον ανακόπτοντα την άνω διαταγή πληρωμής, με επιταγή προς πληρωμή, για πρώτη φορά στις 27-7-1986 (βλ. την 1250/27-7-1995 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Νάξου Ι.Φ.), οπότε διακόπηκε η βραχυχρόνια τριετής παραγραφή της αξίωσης από τη συναλλαγματική που αφορά τον αποδέκτη-ανακόπτοντα. Από τις 28-7-1995, επομένη της επίδοσης αυτής, άρχισε νέα ισόχρονη παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε στις 28-7-1998, αντίστοιχη ημέρα του τελευταίου χρόνου της τριετίας, χωρίς στο διάστημα αυτό, που μεσολάβησε από την πρώτη επίδοση, να υπάρξει οποιοδήποτε διακοπή της παραγραφής γεγονός (η πιο κάτω από 18-8-1995 ανακοπή δεν διακόπτει την παραγραφή - βλ. Β. Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος Α, άρθρο 261 αριθμός 5 σελ. 1065). Μετά την πρώτη αυτή επίδοση της διαταγής πληρωμής ο ανακόπτων δεν άσκησε την προβλεπόμενη από το άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή. Πολύ δε μετά την συμπλήρωση της προκειμένης τριετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης, και συγκεκριμένα στις 25-4-2001, ο καθ' ου (εκκαλών) επέδωσε στον ανακόπτοντα για δεύτερη φορά την ένδικη διαταγή πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση (βλ. την 9095/25-4-2001 έκθεση επίδοσης της προαναφερομένης δικαστικής επιμελήτριας), χωρίς και πάλι να ασκηθεί κατ' αυτής η ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η υπ' αριθμόν 44/1996 τελεσίδικη απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου δεν προσέδωσε ισχύ δεδικασμένου στην εν λόγω 20/1995 διαταγή πληρωμής, και κατ' επέκταση δεν επιμήκυνε την τριετή παραγραφή της επιδικαζομένης αξίωσης σε εικοσαετή, αφού δεν εκδόθηκε επί ανακοπής των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε επί της από 18-8-1995 ανακοπής του ανακόπτοντος κατά της επισπευδομένης εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, με λόγο την, μεταγενέστερη της έκδοσης της, εξόφληση της συναλλαγματικής, και με αίτημα την ακύρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπευδόταν με την από 24-7-1995 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της διαταγής πληρωμής (βλ. την από 18-8-1995 ανακοπή και την 44/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου). Άλλωστε, και ο εκκαλών δέχεται στην έφεσή του ότι η από 18-8-1995 ανακοπή στηρίζεται στο άρθρο 933 ΚΠολΔ. Όμως, απόφαση εκδοθείσα επί τέτοιας ανακοπής δεν δίδει δύναμη δεδικασμένου στη διαταγή πληρωμής. Αυτή αποκτάται μόνο στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη περιπτώσεις, οπότε και επιμηκύνεται η βραχυχρόνια παραγραφή της επιτασσομένης με τη διαταγή πληρωμής αξίωσης σε εικοσαετή. Ούτε, βεβαίως, με την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ αναστέλλεται η μικρότερη των 20 ετών παραγραφή της αξίωσης από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επ' αυτής, καθόσον η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 634 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η άσκηση της ανακοπής ως ειδικός λόγος αναστολής της παραγραφής της απαίτησης για οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, προϋποθέτει άσκηση ανακοπής των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ (ΑΠ 1538/2004 ΕλΔ 46.760, ΑΠ 870/2004 ΕλΔ 45.1620, ΑΠ 46/2004 ΕλΔ 45.735). Και ναι μεν εν προκειμένω η 20/1995 διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου λόγω επίδοσής της, όπως προεκτέθηκε, δύο φορές και μη άσκησης κατ' αυτής ανακοπής κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, όμως, μέχρι να την αποκτήσει, είχε ήδη συμπληρωθεί η τριετής παραγραφή της ένδικης αξίωσης, που έτρεχε από την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής. Επομένως, η ένσταση παραγραφής παραδεκτά προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο της κρινομένης ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, γιατί ως αποσβεστικός της απαίτησης λόγος, που επήλθε μετά τη έκδοση της διαταγής πληρωμής και πριν την απόκτηση δύναμης δεδικασμένου, δεν μπορούσε να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, και επομένως δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο (ΑΠ 536/1994 ό.π.). Εφόσον, λοιπόν, αποδεικνύεται κατά τα πιο πάνω και στην ουσία ο υπό κρίση λόγος της ένδικης ανακοπής, πρέπει αυτός να γίνει δεκτός.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχτηκε την ανακοπή κατά τον πρώτο εξετασθέντα λόγο της με συνεπτυγμένες αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας, δεν έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, και ο περί του αντιθέτου μόνος λόγος της έφεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...
FOGGS

Σχόλια