- Η προαιρετική χορήγηση από συνεταιριστική οργάνωση σε αγρότες που τις χορηγούν προϊόντα κουπονιών, που αντιστοιχούν σε τμήμα της αξίας αγοράς προϊόντων από την τον συνεταιρισμό που χορηγεί τα κουπόνια δεν αποτελεί πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού-Αριθμός 3000/2005 Εφετείο Θεσσαλονίκης

 
- Η προαιρετική χορήγηση από συνεταιριστική οργάνωση σε αγρότες που τις χορηγούν προϊόντα κουπονιών, που αντιστοιχούν σε τμήμα της..
αξίας αγοράς προϊόντων από την τον συνεταιρισμό που χορηγεί τα κουπόνια δεν αποτελεί πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού.
- Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού», απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 79/2001, Δνη 42 (2001), 904). Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 θεσπίζεται γενική ρήτρα αθέμιτου ανταγωνισμού, η οποία απαγορεύει στις εμπορικές, βιομηχανικές ή εμπορικές συναλλαγές κάθε πράξη που αντίκειται στα χρηστά ήθη και γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού. Για να εμπίπτει μια πράξη ανταγωνισμού στην απαγόρευση, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: α') να υφίσταται σχέση ανταγωνισμού, β') Η πράξη να τελείται με πρόθεση ανταγωνισμού, γ') να είναι αντικειμενικά ικανή να επιφέρει τα επιδιωκόμενα με αυτήν αποτελέσματα και δ') να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Η έννοια των χρηστών ηθών δεν προσδιορίζεται από το νόμο, αλλά αφήνεται στην κρίση του δικαστή να κρίνει, μετά από επιμελή εκτίμηση κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, με βάση το αίσθημα και τις ιδέες κάθε δικαίου και ορθά σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο όπου γίνεται η πράξη (ΕφΑθ 5489/1991, Δνη 32 (1993), 651, Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, σελ. 28). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι περί ηθικής ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, κατά την εκάστοτε περί τούτου γενική αντίληψη (ΑΠ 79/2001, ό.π.). Άλλωστε, πράξη η οποία εμπίπτει στην πιο πάνω γενική ρήτρα μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση (προσέλκυση) πελατείας, με τη συνδρομή όμως ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν αθέμιτη, δηλαδή εφόσον γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού, με μέσα ή μεθόδους που αντίκεινται στα χρηστά ήθη, όπως λ.χ. με παραπλάνηση ή εξαγορά του πελάτη ή με πράξεις παρεμπόδισης του. Έτσι, πράξη αντίθετη στον συνταγματικώς κατοχυρωμένο πυρήνα του οικονομικού συστήματος συνιστά και η ανταγωνιστική εκείνη ενέργεια, που στρέφεται κατά της οικονομικής ελευθερίας του καταναλωτή, αναιρώντας τον ελεύθερο σχηματισμό της αγοραστικής του βούλησης, έτσι που να πλήττεται στον πυρήνα της η συνταγματικώς κατοχυρωμένη οικονομική ελευθερία, αφού τίθεται σε διακινδύνευση, εφόσον παρεμποδίζεται ουσιαστικά η άσκηση της, ενέργεια η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 (Τσιμπανούλη, σε Αθέμιτο ανταγωνισμό Νομικής Βιβλιοθήκης, έκδ. 1996, αριθμ. 65).

Διατάξεις:
Νόμοι: 146/1914 άρθ. 1, (Απόσπασμα)


Αριθμός 3000/2005

Εφετείο Θεσσαλονίκης

Πρόεδρος: Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής
Μέλη: Α. Μιχαλοπούλου, Σ. Στρατίδου (εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Τ. Κοζάνης - Γ. Μανώλας

... Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 17/204 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους ενάγοντες, που ηττήθηκαν πρωτοδίκως. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στη συνέχεια, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, κατά την ίδια διαδικασία (αρθρ. 533 ΚΠολΔ).
Με την από 5.11.2002 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εκμεταλλεύονται επιχείρηση πώλησης ειδών καθαρισμού, γεωργικών εργαλείων και εφοδίων, φαρμάκων και εν γένει πρώτων υλών για τη γεωργική παραγωγή και διατηρούν για το σκοπό αυτό συναφή καταστήματα, στην ευρύτερη περιοχή του νομού Χαλκιδικής. Ότι η εναγομένη δευτεροβάθμια συνεταιριστική οργάνωση, μέλη της οποίας είναι πρωτοβάθμιοι αγροτικοί συνεταιρισμοί, των οποίων μέλη είναι αγρότες, με ενασχόληση την παραγωγή και εμπόριο αγροτικών προϊόντων, την προμήθεια γεωργικών εργαλείων, μέσων για την αγροτική παραγωγή και διατηρεί προς τούτο συναφή καταστήματα, με πελάτες, μεταξύ άλλων και τους αγρότες, μέλη των πρωτοβαθμίων αγροτικών συνεταιρισμών ή και τρίτους μη μέλη, οι οποίοι διαθέτουν τον ελαιόκαρπο προς αυτήν (εναγομένη) και ως εκ τούτου ασκεί παρόμοιες με τους ενάγοντες εμπορικές και γεωργικές συναλλαγές, ότι η εναγομένη μετέρχεται μεθόδους αντίθετες στην συναλλακτική πρακτική, με σκοπό την αθέμιτη προσέλκυση πελατείας, με αποτέλεσμα να βλάπτονται οι ίδιοι, ως επιχειρηματίες, καθόσον στερούνται το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής των πελατών - αγοραστών, αφού χορηγεί στους αγρότες, που της παραδίδουν την παραγωγή ελαιοκάρπου προς πώληση σε αυτήν, έναντι εξόφλησης μέρους του τιμήματος, κουπόνια ονομαστικής αξίας, αντίστοιχης των χαρτονομισμάτων ευρώ, τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την αγορά εμπορευμάτων από τα καταστήματα της και ότι, με τον τρόπο αυτόν, αποσπά αθέμιτα πελάτες από τους ιδίους (ενάγοντες), οι οποίοι υφίστανται σημαντική οικονομική ζημία, με τη μείωση του ρυθμού των εργασιών τους και έτσι παραβιάζονται οι διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού και στη συνέχεια ζήτησαν να απαγορευθεί από την εναγομένη η έκδοση κουπονιών οποιασδήποτε μορφής και αξίας, σε αντικατάσταση του οφειλομένου τιμήματος, από τις συναλλαγές της με τους αγρότες - παραγωγούς και να διαταχθεί η απόσυρση των ευρισκομένων ήδη σε κυκλοφορία κουπονιών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία την απέρριψε από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με την ένδικη έφεση τους, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζητούν την εξαφάνιση της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού», απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 79/2001, Δνη 42 (2001), 904). Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 θεσπίζεται γενική ρήτρα αθέμιτου ανταγωνισμού, η οποία απαγορεύει στις εμπορικές, βιομηχανικές ή εμπορικές συναλλαγές κάθε πράξη που αντίκειται στα χρηστά ήθη και γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού. Για να εμπίπτει μια πράξη ανταγωνισμού στην απαγόρευση, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: α') να υφίσταται σχέση ανταγωνισμού, β') Η πράξη να τελείται με πρόθεση ανταγωνισμού, γ') να είναι αντικειμενικά ικανή να επιφέρει τα επιδιωκόμενα με αυτήν αποτελέσματα και δ') να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Η έννοια των χρηστών ηθών δεν προσδιορίζεται από το νόμο, αλλά αφήνεται στην κρίση του δικαστή να κρίνει, μετά από επιμελή εκτίμηση κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, με βάση το αίσθημα και τις ιδέες κάθε δικαίου και ορθά σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο όπου γίνεται η πράξη (ΕφΑθ 5489/1991, Δνη 32 (1993), 651, Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, σελ. 28). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι περί ηθικής ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, κατά την εκάστοτε περί τούτου γενική αντίληψη (ΑΠ 79/2001, ό.π.). Άλλωστε, πράξη η οποία εμπίπτει στην πιο πάνω γενική ρήτρα μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση (προσέλκυση) πελατείας, με τη συνδρομή όμως ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν αθέμιτη, δηλαδή εφόσον γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού, με μέσα ή μεθόδους που αντίκεινται στα χρηστά ήθη, όπως λ.χ. με παραπλάνηση ή εξαγορά του πελάτη ή με πράξεις παρεμπόδισης του. Έτσι, πράξη αντίθετη στον συνταγματικώς κατοχυρωμένο πυρήνα του οικονομικού συστήματος συνιστά και η ανταγωνιστική εκείνη ενέργεια, που στρέφεται κατά της οικονομικής ελευθερίας του καταναλωτή, αναιρώντας τον ελεύθερο σχηματισμό της αγοραστικής του βούλησης, έτσι που να πλήτεται στον πυρήνα της η συνταγματικώς κατοχυρωμένη οικονομική ελευθερία, αφού τίθεται σε διακινδύνευση, εφόσον παρεμποδίζεται ουσιαστικά η άσκηση της, ενέργεια η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 (Τσιμπανούλη, σε Αθέμιτο ανταγωνισμό Νομικής Βιβλιοθήκης, έκδ. 1996, αριθμ. 65).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αυτοί (διάδικοι) νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες είναι έμποροι, με την ιδιότητα του γεωπόνου οι έντεκα πρώτοι, ενώ οι λοιποί εκμεταλλεύονται επιχειρήσεις πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ, ειδών καθαρισμού, γεωργικών εργαλείων και εφοδίων, φαρμάκων και λοιπών ειδών και διατηρούν συναφή καταστήματα στον τόπο κατοικίας τους, δηλαδή στην ευρύτερη περιοχή των δήμων Μουδανιών, Κασσάνδρας, Τρίγλιας και λοιπών περιοχών του Νομού Χαλκιδικής. Η εναγομένη είναι δευτεροβάθμια συνεταιριστική οργάνωση, με την επωνυμία «ΕΑΣ Ν. ΧΧΧ», με έδρα τα Ν. Μουδανιά και αποτελείται από πρωτοβάθμιους αγροτικούς συνεταιρισμούς, ενώ μέλη των τελευταίων είναι αγρότες, σκοπός δε των άνω συνεταιριστικών οργανώσεων είναι η παραγωγή και εμπορία αγροτικών προϊόντων, η προμήθεια γεωργικών εργαλείων και μέσων αγροτικής παραγωγής. Η εναγομένη, για την εξυπηρέτηση των παραπάνω σκοπών της, λειτουργεί καταστήματα πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ και καταστήματα πώλησης γεωργικών εφοδίων στη Ν. Τρίγλια και στη Νικητή, με πελάτες πάσης φύσεως επαγγελματίες και αγοραστές, μεταξύ των οποίων και αγρότες, μέλη των πρωτοβαθμίων αγροτικών συνεταιρισμών. Αυτή (εναγομένη), μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων της, αγοράζει από τους παραγωγούς - αγρότες τον ελαιόκαρπο, με τιμές που διαμορφώνονται ετησίως, το δε τίμημα το καταβάλλει σ' αυτούς, αφού προηγουμένως πωλήσει σε τρίτους το ως άνω προϊόν. Μέχρι το έτος 1993, με ομόφωνη γνώμη και προτροπή των μελών της, παρείχε το δικαίωμα στα μέλη των συνεταιρισμών - παραγωγών, μόλις παρέδιδαν τον ελαιόκαρπο, να προβαίνουν, με πίστωση, στην αγορά διαφόρων προϊόντων, από τα πρατήρια και καταστήματα της, μέχρι ποσοστού 10% επί του οφειλομένου σ' αυτούς τιμήματος, προκειμένου ν' αντιμετωπίσουν άμεσες ανάγκες γεωργικών λιπασμάτων, σπόρων και συναφών ειδών, δεδομένου ότι η καταβολή του τιμήματος γινόταν πολύ αργότερα. Στη συνέχεια το Δ.Σ. της εναγομένης αποφάσισε ομόφωνα το έτος 1993, για ποσοστό 10% της αξίας των ελαίων, να χορηγήσει κουπόνια, για την προμήθεια τροφίμων, γεωργικών εφοδίων και λοιπών ειδών, που θα χορηγούνταν στα καταστήματα της ίδιας (εναγομένης), για την εύρυθμη λειτουργία των λογιστικών υπηρεσιών και των συναλλαγών. Το ενλόγω προνόμιο των συνεταιρισμένων αγροτών -παραγωγών είναι προαιρετικό, με δικαίωμα επιστροφής των κουπονιών, ενώ το έτος 1994 συμπληρώθηκε η παραπάνω απόφαση, με τη χορήγηση συμπληρωματικού ποσοστού 20% σε κουπόνια στους παραγωγούς, εφόσον ζητηθεί, προκειμένου να αντιμετωπίσουν άμεσες ανάγκες τους, για το λόγο ότι η εξόφληση του τιμήματος (εντολών πληρωμής) θα καθυστερούσε. Η χορήγηση αυτή των κουπονιών στους παραγωγούς μέλη των συνεταιρισμών, τα οποία αντιπροσωπεύουν μέρος του οφειλομένου σ' αυτούς τιμήματος, συνεχίστηκε και για τα επόμενα έτη. Μάλιστα, κατά τη γενική συνέλευση των αντιπροσώπων των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, που αποτελούν μέλη της εναγομένης, ελήφθη ομόφωνα σχετική απόφαση, στις 15.5.1996, η ενλόγω δε συναλλακτική πρακτική τηρείται συνεχώς και αδιαλείπτως επί σειράν ετών, χωρίς να διατυπωθεί οποιαδήποτε διαμαρτυρία από τους παραγωγούς αγρότες. Από τα παραπάνω συνάγεται με σαφήνεια ότι η χορήγηση των ενλόγω κουπονιών γίνεται για την εξυπηρέτηση και μόνον των αγροτών - μελών των συνεταιρισμών, που παραδίδουν τον ελαιόκαρπο στην εναγομένη, για την πώληση του και προώθηση του σε τρίτους και, όπως προαναφέρθηκε, η ενλόγω χορήγηση είναι προαιρετική. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με τον τρόπο αυτόν η εναγομένη αποσπά αθέμιτα πελάτες, καθόσον στερεί από τους παραγωγούς - αγρότες - αγοραστές το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, αφού αυτοί υποχρεώνονται έμμεσα να αγοράζουν εμπορεύματα και προϊόντα από τα καταστήματα της εναγομένης και ότι έτσι τους παραπλανά ότι δήθεν τους εξυπηρετεί και ότι η άνω ενέργεια της εναγομένης έχει ως σκοπό τον αθέμιτο ανταγωνισμό τους. Όπως προκύπτει όμως με σαφήνεια από τα προαναφερθέντα, η εναγομένη με τον τρόπο αυτό δεν περιορίζει την ελευθερία επιλογής των παραγωγών, αφού όπως προεκτέθηκε η χορήγηση αυτή είναι προαιρετική και εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση τους να ζητήσουν παρόμοια κουπόνια για μέρος ποσοστού (10% ή 20%) του οφειλομένου σ' αυτούς (παραγωγούς) τιμήματος, η έκδοση των οποίων εξυπηρετεί προερχόντως τους ίδιους, έχει επιλεγεί αντί της προηγούμενης και προ πολλών ετών τακτικής της πίστωσης του τιμήματος των γεωργικών εφοδίων που αγόραζαν από τα καταστήματα της εναγομένης και ουδόλως παραπλανώνται ή εξαναγκάζονται, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή, δεν αποδείχθηκε ότι η άνω και επί σειράν πολλών ετών πρακτική και συναλλακτική συμπεριφορά της εναγομένης είναι αντίθετη στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και ότι έτσι αποσπά αθέμιτα πελάτες από τους ενάγοντες και ότι γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού των ιδίων ως εμπόρων ομοειδών εμπορευμάτων και προϊόντων, στην περιοχή των παραπάνω δήμων του νομού Χαλκιδικής. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι πρόκειται για σύμφωνη με τα συνεταιριστικά και συναλλακτικά ήθη πρακτική, η οποία, λόγω του προαιρετικού της χαρακτήρα, δεν αναιρεί τον ελεύθερο σχηματισμό της αγοραστικής βούλησης των αγροτών - παραγωγών, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της εναγομένης.
Επομένως, έπρεπε η αγωγή ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, με παρόμοιες σκέψεις, στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε που τέθηκαν υπόψη του και για το λόγο αυτόν πρέπει να αποριρφθούν, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι εφέσεως, όπως και η έφεση, που δεν περιέχει άλλο λόγο, στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, βαρύνουν τους εκκαλούντες, που ηττήθηκαν και στην έκκλητη δίκη (αρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό. (...)

FOGGS

Σχόλια