Προσβολή προσωπικότητας. Προστασία της εικόνας ως έκφανσης της προσωπικότητας. Αριθμός 2303/2006 Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

 
- Προσβολή προσωπικότητας. Προστασία της εικόνας ως έκφανσης της προσωπικότητας. Η εικόνα, ειδικότερα, παριστάνει την εξωτερική μορφή του ανθρώπου. Όπως..
δε αυτή συνοδεύει πάντοτε τον άνθρωπο και εμφανίζεται δημόσια μόνο όταν αυτός θέλει, έτσι και η εικόνα του δεν ανήκει στο κοινό αλλά μόνο στο πρόσωπο που παριστάνει. Κανένας δεν έχει δικαίωμα χωρίς τη συναίνεση του ενδιαφερόμενου ούτε να αποτυπώσει (π.χ. με τη φωτογράφηση, κινηματογράφηση) την εικόνα του άλλου, ούτε και να την εκθέσει δημόσια (π.χ. διά του Τύπου, μέσω τηλεοράσεως). Το δικαίωμα επί της ιδίας εικόνας είναι αυτοτελές. Μόνη η αποτύπωση ή η εμφάνιση της εικόνας κάποιου στο κοινό χωρίς τη συναίνεσή του προσβάλλει αυτοτελώς την προσωπικότητά του (δηλαδή το δικαίωμά του επί της ιδίας εικόνας) και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του εικονιζόμενου, όπως η τιμή του με την κατά μειωτικό τρόπο εμφάνιση της φυσιογνωμίας του ή το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του με την εμφάνιση σκηνών απ' αυτήν. Αν συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που μειώνουν την τιμή και υπόληψή του ή που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του με την εμφάνιση σκηνών από αυτήν, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητας και η προσβολή είναι σημαντικότερη (ΕφΑθ 3346/1996 ό.π., ΕφΘεσ 3424/1989 Αρμ ΜΓ',1205, ΕφΑθ 8908/1988 ΝοΒ 36,1664 και Ζούρλας, στην ΕρμΑΚ Εισαγ. άρθρα 57-60 αριθ. 83 επ., Καρακατσάνης, στον Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ΑΚ άρθρο 57 αριθ. 9). Έτσι, αποτελεί παράνομη προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η φωτογράφηση ή κινηματογράφηση κάποιου προσώπου και η προβολή της εικόνας του διά της τηλεοράσεως. Εξαιρετικώς επιτρέπεται τούτο εφόσον υπάρχει συναίνεση του εικονιζόμενου, η οποία μπορεί να δοθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Η συνδρομή της συναινέσεως αυτής προβάλλεται και, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς της, αποδεικνύεται από τον εναγόμενο κατ' ένσταση (ΕφΑθ 3346/1996 ό.π.). Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία δικαιούται ο θιγόμενος στην προσωπικότητά του, προϋποθέτει πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή, κατά την κρατούσα στη νομολογία (όχι και στη θεωρία) άποψη (ΑΠ 849/1985 ΝοΒ 34,836, Εφθεσ 3691/1996 Αρμ ΜΔ',1172, ΕφΑθ 12254/1990 ΕλΔ 32,1673).
- Επί προσβολής της προσωπικότητας διά του Τύπου ή με τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές ισχύουν και οι ειδικές διατάξεις των Ν 1178/1981 «Περί αστικής ευθύνης του Τύπου» και 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεοράσεως και της τοπικής ραδιοφωνίας». Κατά την πρώτη παράγραφο του μόνου άρθρου του Ν 1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή και την υπόληψη οποιουδήποτε ατόμου, έστω και αν η υπαιτιότητα κατά το άρθρο 914 ΑΚ, η πρόθεση κατά το άρθρο 919 ΑΚ και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή το διευθυντή συντάξεως του εντύπου, ενώ στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου και νόμου προβλέπεται το ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να καταβληθεί κατ' άρθρο 932 ΑΚ σε εκείνον που αδικήθηκε από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις. Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 10 του Ν 2328/1995 (που ισχύει από 3.8.1995) ορίσθηκε ότι στη διάταξη του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981 υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, ότι στα κατά το Ν 1178/1981 «δημοσιεύματα» περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, ότι προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς ως «εκδότης» νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως «διευθυντής» ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων, ως «συντάκτης» δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της εκπομπής, και, τέλος, ότι το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981 ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης καθορίζεται σε 100.000.000 δρχ. προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας και σε 30.000.000 δρχ. προκειμένου για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας.
Ως εθνικής εμβέλειας ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς ο ανωτέρω Ν 2328/1995 (άρθρο 1 παρ. 3) εννοεί εκείνους, οι οποίοι έχουν λάβει την άδεια αυτής της κατηγορίας κατά την υπ' αυτού προβλεπόμενη διαδικασία και που μπορούν οι ίδιοι αυτοδυνάμως να καλύπτουν με τηλεοπτικά σήματα ολόκληρη την Επικράτεια. Αν τέτοια άδεια δεν έχει εκδοθεί ακόμα, ως εθνικής εμβέλειας πρέπει να νοηθούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι τηλεοπτικοί εκείνοι σταθμοί που πληρούν τα λοιπά (πλην της οικείας άδειας) στοιχεία, δηλαδή που καλύπτουν αυτοδυνάμως την Επικράτεια με τηλεοπτικά σημεία. Όταν, επομένως, όχι με ίδια μέσα (αναμεταδότες), αλλά διά της παρεμβολής τοπικών σταθμών ανηκόντων σε τρίτους, αναμεταδίδεται εν όλω ή εν μέρει το πρόγραμμα κάποιου τηλεοπτικού σταθμού, τότε δεν πρόκειται περί σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας (ΕφΠειρ 954/1999 ΕπισκΕΔ 1999,1168 και ΠειρΝ 1999,457).
- Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το προβλεπόμενο, στην παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981, σε συνδ. και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 εδ. β' του Ν 2328/1995, ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης καθορίζεται σε 100.000.000 δρχ. προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας και σε 30.000.000 δρχ. προκειμένου για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η παραπάνω πρόβλεψη ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης σκοπό έχει να διαφυλάσσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες, λόγω της δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους, γι' αυτό είναι σύμφωνο με την εκ του άρθρου 2 παρ. 1 επιταγή του Συντάγματος, για το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, ως πρωταρχικής υποχρέωσης της πολιτείας.
- Εφαρμογή αρχής της αναλογικότητας. Δικαιούται όμως παράλληλα και υποχρεούται και το δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας, να ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την επιδίκαση του προβλεπόμενου από το νόμο ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως, παραβιάζεται, η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια της «αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού» και σε περίπτωση παραβίασής της, εν όψει των ιδιαίτερων συνθηκών (είδος και βαρύτητα της προσβολής, έκταση της δημοσιότητας, βαθμός υπαιτιότητας και κοινωνικής θέσεως και οικονομικής καταστάσεως των μερών), να μην εφαρμόσει τη διάταξη για το ελάχιστο όριο και να επιδικάσει μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1020/2004 ΕλΔ 46,490 επ., ΑΠ 899/2001 και 1043/2001).

Διατάξεις:
ΑΚ: 57-60, 340, 345-346, 914, 919, 920, 932
ΚΠολΔ: 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1, 3, 672-676
Νόμοι: 1178/1981, 2328/1995 άρθ. 4 (ΦΑΝΙΑ)(Απόσπασμα)

Αριθμός 2303/2006

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών


Πρόεδρος: Ε. Γαλιάτσου, Πρόεδρος Πρωτοδικών
Εισηγητής: Ν. Ζαγοριανός, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι: Σ. Κουμαρτζάκης, Π. Τανταρούδας, Ν. Αγαπηνός

... Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ, στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων (άρα και του άρθρου 57) το δικαστήριο, μετά από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση αυτή συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε o,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δίκαιο ανάγει τον άνθρωπο καθ' εαυτών σε αυτοτελές αντικείμενο προστασίας και επιβάλλει το σεβασμό της προσωπικότητας του από τους τρίτους. Η προσωπικότητα εξωτερικώς παρίσταται υπό διάφορες εκφάνσεις, μεταξύ των οποίων θεωρούνται προστατεύσιμες, κατά την επιστήμη και τις κοινωνικές συναλλακτικές αντιλήψεις, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, καθώς και η εικόνα του προσώπου του (ΑΠ 60/1969 ΝοΒ 17,562, ΕφΑθ 1688/1998 ΕλΔ 39,667, ΕφΑθ 3346/1996 ΕλΔ 39,667, ΕφΑθ 6805/1987 ΕλΔ 31,1458). Η εικόνα, ειδικότερα, παριστάνει την εξωτερική μορφή του ανθρώπου. Όπως δε αυτή συνοδεύει πάντοτε τον άνθρωπο και εμφανίζεται δημόσια μόνο όταν αυτός θέλει, έτσι και η εικόνα του δεν ανήκει στο κοινό αλλά μόνο στο πρόσωπο που παριστάνει. Κανένας δεν έχει δικαίωμα χωρίς τη συναίνεση του ενδιαφερόμενου ούτε να αποτυπώσει (π.χ. με τη φωτογράφηση, κινηματογράφηση) την εικόνα του άλλου, ούτε και να την εκθέσει δημόσια (π.χ. διά του Τύπου, μέσω τηλεοράσεως). Το δικαίωμα επί της ιδίας εικόνας είναι αυτοτελές. Μόνη η αποτύπωση ή η εμφάνιση της εικόνας κάποιου στο κοινό χωρίς τη συναίνεσή του προσβάλλει αυτοτελώς την προσωπικότητά του (δηλαδή το δικαίωμά του επί της ιδίας εικόνας) και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του εικονιζόμενου, όπως η τιμή του με την κατά μειωτικό τρόπο εμφάνιση της φυσιογνωμίας του ή το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του με την εμφάνιση σκηνών απ' αυτήν. Αν συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που μειώνουν την τιμή και υπόληψή του ή που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του με την εμφάνιση σκηνών από αυτήν, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητας και η προσβολή είναι σημαντικότερη (ΕφΑθ 3346/1996 ό.π., ΕφΘεσ 3424/1989 Αρμ ΜΓ',1205, ΕφΑθ 8908/1988 ΝοΒ 36,1664 και Ζούρλας, στην ΕρμΑΚ Εισαγ. άρθρα 57-60 αριθ. 83 επ., Καρακατσάνης, στον Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ΑΚ άρθρο 57 αριθ. 9). Έτσι, αποτελεί παράνομη προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η φωτογράφηση ή κινηματογράφηση κάποιου προσώπου και η προβολή της εικόνας του διά της τηλεοράσεως. Εξαιρετικώς επιτρέπεται τούτο εφόσον υπάρχει συναίνεση του εικονιζόμενου, η οποία μπορεί να δοθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Η συνδρομή της συναινέσεως αυτής προβάλλεται και, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς της, αποδεικνύεται από τον εναγόμενο κατ' ένσταση (ΕφΑθ 3346/1996 ό.π.). Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία δικαιούται ο θιγόμενος στην προσωπικότητά του, προϋποθέτει πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή, κατά την κρατούσα στη νομολογία (όχι και στη θεωρία) άποψη (ΑΠ 849/1985 ΝοΒ 34,836, Εφθεσ 3691/1996 Αρμ ΜΔ',1172, ΕφΑθ 12254/1990 ΕλΔ 32,1673).
Περαιτέρω, επί προσβολής της προσωπικότητας διά του Τύπου ή με τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές ισχύουν και οι ειδικές διατάξεις των Ν 1178/1981 «Περί αστικής ευθύνης του Τύπου» και 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεοράσεως και της τοπικής ραδιοφωνίας». Κατά την πρώτη παράγραφο του μόνου άρθρου του Ν 1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή και την υπόληψη οποιουδήποτε ατόμου, έστω και αν η υπαιτιότητα κατά το άρθρο 914 ΑΚ, η πρόθεση κατά το άρθρο 919 ΑΚ και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή το διευθυντή συντάξεως του εντύπου, ενώ στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου και νόμου προβλέπεται το ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να καταβληθεί κατ' άρθρο 932 ΑΚ σε εκείνον που αδικήθηκε από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις. Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 10 του Ν 2328/1995 (που ισχύει από 3.8.1995) ορίσθηκε ότι στη διάταξη του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981 υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, ότι στα κατά το Ν 1178/1981 «δημοσιεύματα» περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, ότι προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς ως «εκδότης» νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως «διευθυντής» ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων, ως «συντάκτης» δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της εκπομπής, και, τέλος, ότι το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981 ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης καθορίζεται σε 100.000.000 δρχ. προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας και σε 30.000.000 δρχ. προκειμένου για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας. Ως εθνικής εμβέλειας ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς ο ανωτέρω Ν 2328/1995 (άρθρο 1 παρ. 3) εννοεί εκείνους, οι οποίοι έχουν λάβει την άδεια αυτής της κατηγορίας κατά την υπ' αυτού προβλεπόμενη διαδικασία και που μπορούν οι ίδιοι αυτοδυνάμως να καλύπτουν με τηλεοπτικά σήματα ολόκληρη την Επικράτεια. Αν τέτοια άδεια δεν έχει εκδοθεί ακόμα, ως εθνικής εμβέλειας πρέπει να νοηθούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι τηλεοπτικοί εκείνοι σταθμοί που πληρούν τα λοιπά (πλην της οικείας άδειας) στοιχεία, δηλαδή που καλύπτουν αυτοδυνάμως την Επικράτεια με τηλεοπτικά σημεία. Όταν, επομένως, όχι με ίδια μέσα (αναμεταδότες), αλλά διά της παρεμβολής τοπικών σταθμών ανηκόντων σε τρίτους, αναμεταδίδεται εν όλω ή εν μέρει το πρόγραμμα κάποιου τηλεοπτικού σταθμού, τότε δεν πρόκειται περί σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας (ΕφΠειρ 954/1999 ΕπισκΕΔ 1999,1168 και ΠειρΝ 1999,457).
Επιπλέον το προβλεπόμενο, στην παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981, σε συνδ. και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 εδ. β' του Ν 2328/1995, ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης καθορίζεται σε 100.000.000 δρχ. προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας και σε 30.000.000 δρχ. προκειμένου για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η παραπάνω πρόβλεψη ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης σκοπό έχει να διαφυλάσσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες, λόγω της δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους, γι' αυτό είναι σύμφωνο με την εκ του άρθρου 2 παρ. 1 επιταγή του Συντάγματος, για το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, ως πρωταρχικής υποχρέωσης της πολιτείας. Αποτελεί δε άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος, εξουσίας του νομοθέτη, δικαιούμενου κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό κυρώσεων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, να θέτει και ελάχιστα ή ανώτατα όρια ή και τα δύο μαζί, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, μέσα στα οποία υποχρεούται να κινηθεί ο δικαστής, κατά την εξειδίκευση του κανόνα στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να συνιστά και ανεπίτρεπτη, κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, επέμβαση στη δικαιοδοτική εξουσία του δικαστή. Κατά την άσκηση δηλαδή της εξουσίας αυτής, ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει, τόσο τις προσπάθειες αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, εξαιτίας αστικού ή ποινικού αδικήματος, όσο και τη μορφή τους, καθώς και ελάχιστο, στην περίπτωση χρηματικής ικανοποιήσεως ποσό, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο πεδίο του ποινικού δικαίου, με τον καθορισμό πλαισίου των στερητικών της ελευθερίας και των χρηματικών ποινών. Δικαιούται όμως παράλληλα και υποχρεούται και το δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαι-οδοτικής του λειτουργίας, να ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την επιδίκαση του προβλεπόμενου από το νόμο ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως, παραβιάζεται, η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια της «αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού» και σε περίπτωση παραβίασής της, εν όψει των ιδιαίτερων συνθηκών (είδος και βαρύτητα της προσβολής, έκταση της δημοσιότητας, βαθμός υπαιτιότητας και κοινωνικής θέσεως και οικονομικής καταστάσεως των μερών), να μην εφαρμόσει τη διάταξη για το ελάχιστο όριο και να επιδικάσει μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1020/2004 ΕλΔ 46,490 επ., ΑΠ 899/2001 και 1043/2001).
... Με την υπό κρίση αγωγή, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του δικογράφου της, ο ενάγων εκθέτει ότι από τον τηλεοπτικό σταθμό Α. της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, ο οποίος είναι πανελλήνιας εμβέλειας, στην εκπομπή C.C., προβλήθηκε χωρίς τη συναίνεσή του βιντεοταινία που περιελάμβανε το περιγραφόμενο στην αγωγή του στιγμιότυπο με εκείνον και μια κοπέλα. Ότι το παραπάνω στιγμιότυπο ελήφθη από τους παράγοντες της παραπάνω εκπομπής χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και έγκρισή του, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι παράγοντες της παραπάνω εκπομπής. Ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια πράξη των παραγόντων της ανωτέρω εκπομπής προσεβλήθη η προσωπικότητά του. Ότι το παραπάνω στιγμιότυπο επαναλήφθηκε ακόμα μια φορά στη ζώνη μετάδοσης του προγράμματος του παραπάνω αναφερόμενου τηλεοπτικού σταθμού ιδιοκτησίας της εναγόμενης. Ότι πέρα των ανωτέρω η προσβολή για το πρόσωπό του ήταν βαρύτατη, αφού ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η εικόνα που παρουσιάστηκε για το πρόσωπό του δεν ανταποκρινόταν στην προσωπικότητά του, την επιστημονική του κατάρτιση, τη μόρφωσή του, την ηλικία του αλλά κυρίως τις ηθικές αρχές και αξίες που έχει λάβει από την οικογένειά του. Ότι υπάρχει ακόμα ο κίνδυνος εκ νέου επανάληψης της παραπάνω προβολής. Συνεπεία των ανωτέρω ο ενάγων ζητεί, με την υπό κρίση αγωγή του, όπως το αίτημά του, περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, περιορίστηκε παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις του, αλλά και με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, από καταψηφισπκό σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των διακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα (253.470) ευρώ, καθώς και να υποχρεωθεί η ίδια πάλι να του καταβάλει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της προβολής της εκπομπής, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής. Περαιτέρω, ο ενάγων ζητεί να απαγορευθεί η επανάληψη της μετάδοσης της όλης αυτής τηλεοπτικής προβολής στο μέλλον και διά παντός, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία στη δικαστική του δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 7, 9, 12, 13, 18 παρ. 1 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3 και 672-676 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 681Δ του ιδίου ως άνω Κώδικα. Είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη εκτός από το αίτημα περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας από την επομένη της προβολής της εκπομπής, ήτοι από 26.12.2003, το οποίο δεν είναι νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο, αφού πρόκειται για χρηματική απαίτηση, για την οποία οφείλονται τόκοι από την όχληση δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 340, 345 του ΑΚ), η οποία όμως - με συγκεκριμένη εξειδίκευση του τρόπου πραγματοποιήσεώς της - ουδόλως προσδιορίζεται εν προκειμένω από τον ενάγοντα. Είναι όμως νόμιμο το επικουρικά προβαλλόμενο αίτημα του ενάγοντος περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής. Κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η υπό κρίση αγωγή, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981 «Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων» εν συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 του Ν 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεοράσεως και της τοπικής ραδιοφωνίας», καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 340, 345, 340 ΑΚ, 176, 191 παρ. 2, 907 και 908 ΚΠολΔ, με τη σημείωση ότι για το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής οφείλονται τόκοι από την επίδοσή της, αφού και μετά την παραίτηση από το καταψηφιοτικό αίτημα εξακολουθεί η υπερημερία του οφειλέτη, η οποία άρχισε από την επίδοση σε αυτόν της αγωγής, η οποία μετά από την παραπάνω παραίτηση διατηρεί τον χαρακτήρα της οχλήσεως του οφειλέτη (ΑΠ Ολ 13/1994 ΕλΔ 35,1259). Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί η υπό κρίση αγωγή περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, εφόσον για το εν μέρει καταψηφιοτικό αίτημα καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το υπ' αριθ. ... διπλότυπο είσπραξης της ... ΔΟΥ Αθηνών, το υπ' αριθμ.... ένσημο του ΤΝ και το υπ' αριθμ. ... γραμμάτιο είσπραξης του ΤΠΔΑ).
... Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με τις προτάσεις τις ισχυρίσθηκε παραδεκτά τα ακόλουθα: α. Ότι ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του αναφορικά με την υποτιθέμενη προσβολή της προσωπικότητάς του δεν προσδιορίζει και δεν εξειδικεύει την υπαιτιότητα συγκεκριμένου προσώπου από τα περιοριστικά στο νόμο αναφερόμενα πρόσωπα για τα οποία εκείνη φέρει ευθύνη ως ιδιοκτήτρια εταιρία τηλεοπτικού σταθμού. Ότι ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο συγκεκριμένος παραγωγός εκπομπής συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τον τηλεοπτικό σταθμό, είτε ως προστηθείς είτε βάσει κάποιας άλλης υφιστάμενης μεταξύ τους ειδικής σχέσης, αλλά ούτε ότι ευθύνεται άλλο πρόσωπο του τηλεοπτικού της σταθμού, είτε παρουσιαστής είτε υπεύθυνος προγράμματος ή ειδήσεων και ποιος συγκεκριμένα είναι αυτός είτε κατά ταυτότητα είτε κατά ιδιότητα. Ότι ο ενάγων όφειλε να συμπεριλάβει στην υπό κρίση αγωγή του με τρόπο ορισμένο και ακριβή τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων θα θεμελιωνόταν η συμμετοχή του κατά νόμο υπευθύνου στις επίδικες εκπομπές και στην προσβολή της προσωπικότητάς του. Ότι περαιτέρω ο ενάγων δεν παραθέτει κανένα πραγματικό στοιχείο στην αγωγή του, από το οποίο να προκύπτει οποιαδήποτε σχέση των περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο προσώπων, για τους οποίους υφίσταται η αντικειμενική ευθύνη της για τις επίδικες εκπομπές και το περιεχόμενό τους, από τις οποίες φέρεται, ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος. Συνεπεία του παραπάνω ισχυρισμού της η εναγόμενη ζητεί να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής της νομιμοποίησης. Ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγόμενης, προβλήθηκε παραδεκτά, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 68 τού ΚΠολΔ προαποδεικτικώς όμως, αποδεικνύεται από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής ότι ο ενάγων περιγράφει το συγκεκριμένο δικαίωμά του για το οποίο άσκησε την υπό κρίση αγωγή ενώ επίσης περιλαμβάνει σε αυτή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά δυνάμει των οποίων επικαλείται ότι εκείνος είναι δικαιούχος της επίδικης αξίωσης και η εναγόμενη υπόχρεη της ιδίας ως άνω επίδικης αξίωσης. Το αν ο ενάγων και η εναγόμενη είναι και πράγματι δικαιούχοι και υπόχρεοι αντίστοιχα της επίδικης αξίωσης, είναι ζήτημα, το οποίο επηρεάζει όχι τη νομιμοποίηση των διαδίκων προς άσκηση της υπό κρίση αγωγής και συνεπώς το παραδεκτό αυτής, αλλά την ουσιαστική βασιμότητά της. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, β. Ότι οι συμμετέχοντες στα γυρίσματα των στιγμιότυπων της παραπάνω εκπομπής ενημερώνονται ότι έχουν ληφθεί πλάνα τους και στη συνέχεια, εφόσον δοθεί η συγκατάθεσή τους για την προβολή των στιγμιότυπων, στα οποία αποτυπώνεται η εικόνα εκάστου εξ αυτών, γίνεται η προβολή τους στην κάθε εκπομπή. Ότι ανάλογη διαδικασία τηρήθηκε και στην περίπτωση του ενάγοντος για την προβολή της εικόνας του. Ότι υπήρχε η συναίνεσή του, η οποία δόθηκε στα μέλη του συνεργείου της εκπομπής CC. Ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγόμενης, που προβλήθηκε παραδεκτά, είναι νόμιμος σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, γ. Επίσης ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται καταχρηστικά αφού υπερβαίνει καταφανώς τα όρια που θέτει ο οικονομικός, κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη που ορίζει το άρθρο 281 του ΑΚ. Ότι ειδικότερα ο ενάγων δεν άσκησε το προβλεπόμενο στο νόμο δικαίωμα απάντησης-επανόρθωσης, ούτε επικοινώνησε, έστω τηλεφωνικά, να διαμαρτυρηθεί για το περιεχόμενο της εκπομπής. Ότι προτίμησε να ασκήσει απευθείας αγωγή αποζημίωσης, που αποτελεί επικουρικό και έσχατο μέσο για την άρση της όποιας προσβολής, αντί να ασκήσει το παραπάνω δικαίωμα απάντησης που του παρέχει ο νόμος. Ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγόμενης, που προβλήθηκε παραδεκτά, είναι μη νόμιμος, αφού και αληθή υποτιθέμενα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που εκθέτει η εναγόμενη, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως ο παραπάνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, όπως επιτρεπτώς εκτιμούνται οι προτάσεις της εναγόμενης, η τελευταία αρνείται την υπό κρίση αγωγή.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, εκτός από την υπ' αριθμ. 3340/2005 ένορκη βεβαίωση που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο ενάγων, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των διαδίκων, τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τις υπ' αριθμ. 22476/2005 και 22480/2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ΧΧΧ οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα (άρθρ. 671 παρ. 1 εν συνδ. με 681Δ ΚΠολΔ) μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7513Β/6.12.2005 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ΧΧΧ, την προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως από την εναγόμενη βιντεοκασέτα, η οποία θεωρείται ιδιωτικό έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 444 αρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον για το παραδεκτό της συνοδεύεται από έγγραφο κείμενο, το οποίο περιέχει τις αποτυπωθείσες στη μαγνητοταινία ομιλίες και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς (άρθρα 443 αρ. 3 εν συνδ. με 454 ΚΠολΔ και άρθ. 52 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ΑΠ Ολ 1/2001 ΕλΔ 42,374, ΑΠ 748/2000 ΕλΔ 41,1604, ΕφΘεσ 1939/1998 ΕλΔ 40,382 και Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ άρθρα 444 αρ. 9 και 22 σελ. 924 και 927), ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η βιντεοκασέτα που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο ενάγων, αφού για το παραδεκτό της προσκόμισης και επίκλησης της σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν προσκομίζεται από τον ενάγοντα μεταφορά της σε έγγραφο του οποίου η ακρίβεια του περιεχομένου του έπρεπε να πιστοποιείται από αρμόδιο όργανο όπως είναι ο δικηγόρος καθώς και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 26.12.2003 προβλήθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό Α. ιδιοκτησίας της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας η εκπομπή (IX. Η παραπάνω εκπομπή είναι παραγωγή της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Τ.» Η παραπάνω εταιρία ανέλαβε δυνάμει του από 1.9.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού έναντι της εναγόμενης εταιρίας την παραγωγή της παραπάνω εκπομπής για το χρονικό διάστημα από 1.9.2003 έως 31.12.2004. Κατά τη διάρκεια της παραπάνω εκπομπής, κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, προβλήθηκε στιγμιότυπο όπου εικονιζόταν ο ενάγων. Πιο συγκεκριμένα, εικονιζόταν ο ενάγων να δίνει χριστουγεννιάτικες μπάλες σε μια κοπέλα, που ήταν ντυμένη με τη στολή του Αγιου Βασίλη, ήταν ανεβασμένη σε μια σκάλα και στόλιζε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο σε δημόσιο χώρο. Ο ενάγων κατά τη διάρκεια του παραπάνω στιγμιότυπου, στο οποίο εικονιζόταν να βοηθάει την παραπάνω κοπέλα, που βρισκόταν πάνω στη σκάλα και τοποθετούσε τις μπάλες που εκείνος τις έδινε, εικονιζόταν να είναι ακριβώς κάτω από αυτή και να βλέπει προς τα επάνω, δηλαδή προς το μέρος της κοπέλας. Η προβολή της παραπάνω εκπομπής και του παραπάνω στιγμιότυπου με τον ενάγοντα επαναλήφθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγόμενης και στις 27.12.2003 γεγονός το οποίο συνομολογεί και η εναγόμενη με τις προτάσεις της (βλ. τις από 8.12.2005 προτάσεις της σελ. 8 στοιχ. γ'). Η λήψη της παραπάνω σκηνής στην οποία εικονιζόταν ο ενάγων, όπως προεκτέθηκε, έγινε χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του ενάγοντος και χωρίς την προηγούμενη συναίνεσή του προκειμένου να ληφθεί η εικόνα του. Το γεγονός δε αυτό συνομολογεί εμμέσως και η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού, η οποία με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι οι συμμετέχοντες στα στιγμιότυπα ενημερώνονται ότι έχουν ληφθεί πλάνα τους καθώς και ότι στη συνέχεια ζητείται η συναίνεσή τους στην προβολή των στιγμιότυπων στα οποία αποτυπώνεται η εικόνα τους ενώ τέλος επικαλείται εκείνη ότι ανάλογη διαδικασία ακολουθήθηκε και με τον ενάγοντα. Από τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγόμενης διά των προτάσεών της προκύπτει αναμφισβήτητα ότι οι παράγοντες της παραπάνω ετερόρρυθμης εταιρίας, που είχαν αναλάβει την παραγωγή της συγκεκριμένης εκπομπής, δεν έλαβαν πριν τη βιντεοσκόπηση του επίμαχου στιγμιότυπου με τον ενάγοντα τη συναίνεσή του, προκειμένου να προβούν στη λήψη της εικόνας του. Πέρα δε των ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι οι παράγοντες της παραγωγού εταιρίας της συγκεκριμένης εκπομπής δεν ενημέρωσαν τον ενάγοντα ούτε μετά τη λήψη του στιγμιότυπου στο οποίο συμμετείχε εκείνος, για τη λήψη της εικόνας του, πολύ δε περισσότερο αποδείχθηκε, ότι δεν του ζήτησαν τη συναίνεσή του, προκειμένου να μεταδοθεί τηλεοπτικά το παραπάνω στιγμιότυπο με εκείνον στα πλαίσια της παραπάνω εκπομπής, που προβαλλόταν από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγόμενης. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου στηρίζεται τόσο στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η κατάθεση του οποίου περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, ο οποίος κατέθεσε, ότι δεν ενημερώθηκε ο ενάγων, ενώ επίσης και η μάρτυρας ανταπόδειξης, υπάλληλος της εταιρίας παραγωγής, που επίσης εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η κατάθεση της οποίας περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατέθεσε αρχικά, ότι δεν ήταν παρούσα κατά τη λήψη του συγκεκριμένου στιγμιότυπου, καθώς επίσης και ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν τα άτομα από το συνεργείο της εκπομπής είπαν στον ενάγοντα «χαμογελάστε είναι η C.C.», ενώ στη συνέχεια της κατάθεσής της, ερωτηθείσα ποιος ρώτησε τον ενάγοντα «χαμογελάστε είστε στην C.C.», απάντησε κάποιος από το συνεργείο δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος τον ενημέρωσε (βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά).
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, περί έλλειψης στη συγκεκριμένη περίπτωση ενημέρωσης του ενάγοντος από τους παράγοντες της παραπάνω παραγωγού εταιρίας, της ανωτέρω εκπομπής και περί έλλειψης της συναίνεσής του, προκειμένου να προβληθεί τηλεοπτικά το παραπάνω στιγμιότυπο, ενισχύεται ακόμα περισσότερο και από το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της επίμαχης εκπομπής που προσκόμισε παραδεκτά μετ' επικλήσεως η εναγόμενη, από την οποία αποδεικνύεται, ότι μόνο σε δύο περιπτώσεις, η μια στην αρχή της προβολής των στιγμιότυπων με τη συγκεκριμένη «φάρσα» και η άλλη στο τέλος, οι παράγοντες της παραγωγού εταιρίας, της επίμαχης εκπομπής, ενημέρωσαν τους μετέχοντες στα δύο αυτά στιγμιότυπα, ότι πρόκειται για την εκπομπή «CC». Η παραπάνω προβολή του επίμαχου βιντεοσκοπηθέντος στιγμιότυπου με τον ενάγοντα από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγόμενης προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος με την προβολή του στιγμιότυπου, στο οποίο εκείνος μετείχε χωρίς να το έχει αντιληφθεί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού προβλήθηκε δημόσια η εικόνα του, εν αγνοία του και χωρίς εκείνος να έχει συναινέσει προηγουμένως στη δημοσιοποίηση της εικόνας του, απορριπτομένου έτσι ως ουσιαστικά αβάσιμου και του ισχυρισμού που πρόβαλε η εναγόμενη περί ύπαρξης της συναίνεσης του ενάγοντος.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η αντίδραση του ενάγοντος, όπως αυτή αποτυπώθηκε και στη συνέχεια προβλήθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό της εναγόμενης, ήταν μη φυσιολογική. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η κατάθεση του οποίου περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, ο οποίος ερωτηθείς σχετικά, αν η αντίδραση του ενάγοντος ήταν φυσική, απάντησε επί λέξει: «... Άμα δεν υπάρχει κρυφή κάμερα και άμα δεν σε δείχνουν σε όλη την Ελλάδα ...» ενώ στη συνέχεια της κατάθεσής του ο ίδιος μάρτυρας εστίασε το πρόβλημα ακριβώς στο γεγονός της καταγραφής του ενάγοντος και της δημόσιας προβολής της εικόνας του (βλ. την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά). Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προσεβλήθη στην προσωπικότητά του, από τη λήψη της εικόνας του και τη μετέπειτα δημόσια προβολή της από την εναγόμενη, γεγονός το οποίο γνώριζε η παραπάνω παραγωγός εταιρία, που είχε αναλάβει τη δημιουργία της επίμαχης εκπομπής απέναντι στην εναγόμενη, αφού η παραγωγός εταιρία γνώριζε ότι κατέγραψε την εικόνα του ενάγοντος χωρίς τη θέλησή του, ενώ επίσης γνώριζε, ότι δεν είχε πάρει την προηγούμενη συναίνεση του ενάγοντος για τη δημοσιοποίηση της εικόνας του. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι από τη δημοσιοποίηση της αντίδρασης του ενάγοντος από την εναγόμενη προσεβλήθη περαιτέρω η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι η αντίδραση του ενάγοντος ήταν απόλυτα φυσιολογική. Άλλωστε δεν είναι δυνατόν να έχει θιγεί η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος από την επικαλούμενη από εκείνον αντίδρασή του, την οποία κατέγραψαν οι παράγοντες της παραγωγού εταιρίας, από τη στιγμή που ο ίδιος έλαβε μέρος στην παραπάνω «φάρσα» και δεν αποδείχθηκε ότι ενοχλήθηκε από αυτή. Αν ο ενάγων ένιωθε ότι θιγόταν η τιμή και η υπόληψή του, τότε δεν θα δεχόταν να συνεχίσει να βοηθάει την παραπάνω αναφερόμενη κοπέλα. Επίσης αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη είναι τηλεοπτικός σταθμός τοπικής εμβέλειας (βλ. το ΦΕΚ 843/5.11.1993 που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγόμενη), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι καλύπτει αυτοδυνάμως όλη την Επικράτεια με ίδια μέσα (αναμεταδότες), αλλά διά της παρεμβολής τοπικών σταθμών ανηκόντων σε τρίτους, μέσω των οποίων αναμεταδίδεται εν όλω ή εν μέρει το πρόγραμμα του παραπάνω τηλεοπτικού σταθμού.
Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της λήψης και της δημοσιοποίησης της εικόνας του χωρίς τη συναίνεσή του, το ύψος της οποίας πρέπει να καθοριστεί, σύμφωνα με τη συνταγματικά καθιερωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθ. 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος), μετά από στάθμιση του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της δημοσιότητας αυτής, του δόλου της εναγομένης, της ασκουμένης επαγγελματικής δραστηριότητας του ενάγοντος, της βλάβης η οποία επήλθε στην εν γένει προσωπικότητά του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ποσό το οποίο μπορεί μεν να είναι μικρότερο από το ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης, που καθορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981 σε συνδ. και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 εδ. β' του Ν 2328/1995, των 30.000.000 δρχ. προκειμένου για σταθμούς τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας, κρίνεται όμως ότι είναι ανάλογο προς το μέγεθος της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (ΑΠ 1020/2001 ΕλΔ 46,490). Όμως, περαιτέρω δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ο κίνδυνος επανάληψης της προβολής του συγκεκριμένου στιγμιότυπου από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης αφού το παραπάνω στιγμιότυπο αποδείχθηκε ότι προβλήθηκε δύο μόνο φορές στις 26 και στις 27 Δεκεμβρίου 2003 και δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη επανήλθε σε σχέση με το επίμαχο στιγμιότυπο μετά από τις δύο παραπάνω προβολές του. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος να απαγορευθεί στην εναγόμενη η επανάληψη της μετάδοσης της όλης αυτής τηλεοπτικής προβολής στο μέλλον και διά παντός.
Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το δικαστήριο κρίνει, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θα υποστεί σημαντική ζημιά από την καθυστέρηση της εκτέλεσης, πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχθηκε, ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, που επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, αφού ούτε και ο ενάγων επικαλείται ότι θα υποστεί σημαντική ζημία από την καθυστέρηση της εκτέλεσης ούτε επίσης επικαλείται σημαντικούς λόγους. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης εταιρίας, λόγω της ήττας της, μειωμένα όμως λόγω της μερικής παραδοχής της αγωγής (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ...

[Δέχεται εν μέρει την αίτηση.]
FOGGS

Σχόλια