Συνιδιοκτησία. Απόλυτη χρήση αυτοτελούς ιδιοκτησίας. Βλάβη δικαιωμάτων συνιδιοκτητών.Αριθμός 1369/2005 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 
- Συνιδιοκτησία. Απόλυτη χρήση αυτοτελούς ιδιοκτησίας. Βλάβη δικαιωμάτων συνιδιοκτητών.
- Η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη..
χρήση της αυτοτελούς ιδιοκτησίας του πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών που απορρέουν είτε από τη δική τους αποκλειστική κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου, είτε από τη αναγκαία συγκυριότητά τους σε κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (άρθρα 1117 ΑΚ, 2 Ν. 3741/1929). Πότε επέρχεται βλάβη στους λοιπούς συνιδιοκτήτες είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις ανάγκες των επιμέρους διαιρετών ιδιοκτησιών, τη δυνατότητα χρήσεως των κοινών μερών και το σκοπό που εξυπηρετούν τα κοινά μέρη στην όλη ιδιοκτησία της οροφοκτησίας, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη και των απαιτήσεων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
- Κατά την έννοια του άρθρου 287 ΑΚ, ενοχικό δικαίωμα είναι εκείνο κατά το οποίο με βάση τη δικαιοπραξία, μονομερή ή σύμβαση, ή το νόμο, ο δανειστής έχει την εξουσία να αξιώσει από ορισμένο πρόσωπο, τον οφειλέτη, ορισμένη παροχή, πράξη ή παράλειψη, είτε ανοχή. Το δικαίωμα αυτό ως σχετικό υφίσταται μόνο μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, μόνο δε ο πρώτος μπορεί να το διεκδικήσει από τον τελευταίο. Είναι δε δυνατή η μεταβίβαση του δικαιώματος αυτού μόνο στις ρητώς προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις. Έτσι, εάν ο κύριος ακινήτου έχει αναλάβει με σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ) την υποχρέωση να ανέχεται σε αυτό ορισμένες επεμβάσεις από τρίτο, προς διευκόλυνση του ακινήτου του τελευταίου, εν συνεχεία δε ο αποκτήσας το δικαίωμα αυτό τρίτος μεταβιβάσει το ακίνητό του σε άλλον, ο τελευταίος, ως κτήτορας του πράγματος, δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να ανέχεται ο υπόχρεος, έναντι του δικαιοπαρόχου του, τις επεμβάσεις που είχαν συμφωνήσει να κάνει στο ακίνητό του, δηλαδή δεν καθίσταται δανειστής τούτου, εκτός αν με ιδιαίτερη σύμβαση καταστεί δικαιούχος του δικαιώματος που είχε και ο δικαιοπάροχός του.

Διατάξεις:
ΑΚ: 287, 361, 1000, 1117,
Νόμοι: 3741/1929 άρθ. 2, 3, 


Αριθμός 1369/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Ανάργυρο Πλατή, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη και Αχιλλέα Νταφούλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2004, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ΧΧΧ, και 2. ΧΧΧ, κατοίκων ΧΧΧ Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παρασκευή Παπαρσενίου και Ιωάννη Καράκωστα, εκ των οποίων προτάσεις κατέθεσε μόνον ο Ιωάννης Καράκωστας.

Του αναιρεσιβλήτου: ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Μπελεσιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-4-2001 και 18-10-2001 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2855/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5472/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανάγνωσε την από 1 Νοεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 3 του Ν. 3741/1929 «ο ιδιοκτήτης κάθε ορόφου ή μέρους αυτού έχει πάντα τα εις τον κύριο ανήκοντα δικαιώματα, εφόσον η άσκησις αυτών δεν παραβλάπτει την χρήσιν των άλλων ιδιοκτητών. Υπό τους αυτούς όρους δύναται να επιχειρήσει μεταβολάς ή προσθήκας και επί των αδιαιρέτως κοινών μερών του οικοδομήματος». Με την διάταξη αυτή γίνεται γνήσια παραπομπή στις γενικές διατάξεις που ρυθμίζουν το περιεχόμενο της κυριότητας, άρα και στο άρθρο 1000 του ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να διαθέτει κατ' αρέσκειαν και να αποκρούσει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σε αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση της αυτοτελούς ιδιοκτησίας του πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών που απορρέουν είτε από τη δική τους αποκλειστική κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου, είτε από τη αναγκαία συγκυριότητά τους σε κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (άρθρα 1117 ΑΚ, 2 Ν. 3741/1929). Πότε επέρχεται βλάβη στους λοιπούς συνιδιοκτήτες είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις ανάγκες των επιμέρους διαιρετών ιδιοκτησιών, τη δυνατότητα χρήσεως των κοινών μερών και το σκοπό που εξυπηρετούν τα κοινά μέρη στην όλη ιδιοκτησία της οροφοκτησίας, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη και των απαιτήσεων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 287 ΑΚ, ενοχικό δικαίωμα είναι εκείνο κατά το οποίο με βάση τη δικαιοπραξία, μονομερή ή σύμβαση, ή το νόμο, ο δανειστής έχει την εξουσία να αξιώσει από ορισμένο πρόσωπο, τον οφειλέτη, ορισμένη παροχή, πράξη ή παράλειψη, είτε ανοχή. Το δικαίωμα αυτό ως σχετικό υφίσταται μόνο μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, μόνο δε ο πρώτος μπορεί να το διεκδικήσει από τον τελευταίο. Είναι δε δυνατή η μεταβίβαση του δικαιώματος αυτού μόνο στις ρητώς προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις. Έτσι, εάν ο κύριος ακινήτου έχει αναλάβει με σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ) την υποχρέωση να ανέχεται σε αυτό ορισμένες επεμβάσεις από τρίτο, προς διευκόλυνση του ακινήτου του τελευταίου, εν συνεχεία δε ο αποκτήσας το δικαίωμα αυτό τρίτος μεταβιβάσει το ακίνητό του σε άλλον, ο τελευταίος, ως κτήτορας του πράγματος, δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να ανέχεται ο υπόχρεος, έναντι του δικαιοπαρόχου του, τις επεμβάσεις που είχαν συμφωνήσει να κάνει στο ακίνητό του, δηλαδή δεν καθίσταται δανειστής τούτου, εκτός αν με ιδιαίτερη σύμβαση καταστεί δικαιούχος του δικαιώματος που είχε και ο δικαιοπάροχός του. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: Ότι ο ΧΧΧ, πατέρας του αναιρεσίβλητου – ενάγοντος, είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα ακίνητο κείμενο στην Πεντέλη Αττικής και επί των οδών ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ, το οποίο καταλάμβανε ολόκληρο το υπ' αριθμ. 75 Ο.Τ. και είχε έκταση 1.500 τ.μ. περίπου. Ότι στο ακίνητο αυτό υπήρχε διόροφη οικία συγκείμενη εξ υπογείου επί της οδού ΧΧΧ, ισογείου επί των οδών ΧΧΧ και ΧΧΧ και εξ ισογείου επί της οδού ΧΧΧ (1ου ορόφου επί της οδού ΧΧΧ και ΧΧΧ). Ότι το εν λόγω ακίνητο, μετά των ευρισκομένων σε αυτό ως άνω κτισμάτων, υπήγαγε ο παραπάνω ιδιοκτήτης στο καθεστώς της οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 3741/1929, Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 9421/1983 πράξεως συστάσεως οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Πειραιώς ΧΧΧ, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου, στον τόμο ΣΟΣ και με αυξ. αριθμ. 442. Ότι με την πράξη αυτή δημιουργήθηκαν αρχικώς δυο κάθετες ιδιοκτησίες, οι οποίες αναφέρονται με τα στοιχεία Κτίριο 1 και κτίριο ΙΙ στο από Δεκεμβρίου 1983 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ΧΧΧ, που προσαρτάται στην άνω πράξη. Ότι στο κτίριο Ι περιλαμβάνονταν τα υφιστάμενα τότε κτίσματα, που προαναφέρθηκαν, και στο κτίριο ΙΙ τα μελλοντικά και το μεν πρώτο είχε συνολικά τα 520 χιλιοστά επί του όλου οικοπέδου, το δε δεύτερο τα υπόλοιπα 480 χιλιοστά. Ότι παράλληλα, με την ίδια πράξη, συνεστήθησαν επί των κάθετων ιδιοκτησιών και οριζόντιες ιδιοκτησίες, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορά την υπό στοιχεία Ι κάθετη ιδιοκτησία (υφιστάμενα κτίσματα) ορίσθηκε ότι αυτή αποτελείται: α) από την Α-1 ιδιοκτησία (του πρώτου ορόφου επί της οδού ΧΧΧ και ΧΧΧ ή ισογείου επί της οδού ΧΧΧ), επιφάνειας 146,70 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί της κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχείο Ι, 232,5 χιλιοστά, β) από την Υ-2 ιδιοκτησία (υπόγεια αποθήκη επί της οδού ΧΧΧ, ημιϋπόγεια, επί της οδού ΧΧΧ και ΧΧΧ), επιφανείας 22,80 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί της υπό στοιχ. Ι. Κάθετης ιδιοκτησίας 27,50 χιλιοστά, γ) από την Ι-1 ιδιοκτησία (ισόγειο από την οδό ΧΧΧ και ΧΧΧ, υπόγειο από την οδό ΧΧΧ), επιφάνειας 141,70 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί της υπό στοιχ. Ι κάθετης ιδιοκτησίας 219,50 χιλιοστά και δ) από την Υ-1 ιδιοκτησία (υπόγεια από την οδό ΧΧΧ και ημιϋπόγεια από τις οδούς Χ ΧΧ και ΧΧΧ), επιφάνειας 27,80 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί της υπό στοιχεία Ι κάθετης ιδιοκτησίας 40,50 χιλιοστά. Ότι ταυτόχρονα με την ίδια πράξη, ο αρχικός ιδιοκτήτης έκανε και γονική παροχή υπέρ των τέκνων του, (ΧΧΧ και ΧΧΧ), ως προς τις διαμορφούμενες κάθετες και οριζόντιες ιδιοκτησίες, ορίσθηκε δε για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που δημιουργούνται στην υπό στοιχείο Ι κάθετη ιδιοκτησία (κτίριο Ι), η οποία και ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι οι υπό στοιχεία ως άνω Α-1 και Υ-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας περιέρχονται κατά ψιλή κυριότητα στον ΧΧΧ (ενάγοντα), ενώ οι υπό στοιχεία Ι-1 και Υ-1 οριζόντιες ιδιοκτησίες της ίδιας κάθετης ιδιοκτησίας (κτίριο ΙΙ) περιέρχονται επίσης κατά ψιλή κυριότητα στον αδελφό του ΧΧΧ. Ότι κατά το έτος 1983 που έγινε η σύσταση της άνω οριζόντιας – κάθετης ιδιοκτησίας, και παράλληλα η μεταβίβαση κατά ψιλή κυριότητα στους ανωτέρω, των κάθετων και οριζόντιων ιδιοκτησιών που δημιουργήθηκαν, η υπό στοιχεία Α-1 οριζόντια ιδιοκτησία της κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχείο Ι (κτίριο Ι),μ είχε αποπερατωθεί και αποτελούσε κατοικήσιμη οικία, σε τμήμα της που καταλάμβανε 117,05 τ.μ., ενώ τμήμα αυτής, επιφάνειας 41,79 τ.μ., δεν είχε αποπερατωθεί ακόμη, αλλά υπήρχε μόνο ο σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα (πλάκα και κολώνες), το τμήμα δε αυτό έμελλε να αποπερατώσει ο άνω ιδιοκτήτης της ΧΧΧ (αναιρεσίβλητος). Ότι κατά το έτος 1990, και ενώ ήδη είχε αποβιώσει ο πατέρας και δικαιοπάροχος των ΧΧΧ και ΧΧΧ, οι τελευταίοι τροποποίησαν την παραπάνω πράξη, όπως είχαν δικαίωμα με σχετικό όρο αυτής και παράλληλα μεταβίβασαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας την υπό στοιχείο ΙΙ κάθετη ιδιοκτησία στην ΧΧΧ. Ότι ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 2356/2-5-1990 πράξη - συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών ΧΧΧ, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου, ορίσθηκε ότι και οι δυο ως άνω κάθετες ιδιοκτησίες (κτίρια Ι και ΙΙ) θα έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 500 χιλιοστά κάθε μια και παράλληλα ρυθμίσθηκαν τα ποσοστά συνιδιοκτησίας των οριζοντίων ιδιοκτησιών της υπό στοιχεία Ι κάθετης ιδιοκτησίας σε αυτήν ως εξής: α) η υπό στοιχ. Υ-1 αποθήκη 38,94 χιλιοστά, η υπό στοιχ. Υ-2 αποθήκη 40,72 χιλιοστά, η υπό στοιχ. Ι-1 ιδιοκτησία 211,06 χιλιοστά και η υπό στοιχ. Α-1 ιδιοκτησία 223,56 δικαίωμα κυριότητας της υπό στοιχ. ΙΙ κάθετης ιδιοκτησίας στην άνω ΧΧΧ, ενώ, ο μεν ΧΧΧ παρέμεινε κύριος των υπό στοιχεία Α-1 και Υ-2 οριζοντίων ιδιοκτησιών της υπό στοιχείο Ι κάθετης ιδιοκτησίας και ο ΧΧΧ κύριος των υπό στοιχεία Ι-1 και Υ-2 οριζοντίων ιδιοκτησιών, της ίδιας ως άνω κάθετης ιδιοκτησίας (κτίριο Ι). Ότι ο άνω ΧΧΧ την υπό στοιχεία Ι κάθετη ιδιοκτησία, μεταβίβασε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας κατά το ½ εξ αδιαιρέτου στους ΧΧΧ και την ΧΧΧ (ήδη αναιρεσείοντες), δυνάμει του υπ' αριθμ. 8840/18-12-1995 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ΧΧΧ, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου. Ότι ο ΧΧΧ, ιδιοκτήτης της Α-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά το έτος 1983 ή 1984, μετά από συμφωνία με τον αδελφό του ΧΧΧ, ιδιοκτήτη της Ι-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (κτίριο Ι) προκειμένου ο τελευταίος να εγκαταστήσει κεντρική θέρμανση στην ιδιοκτησία του (καλοριφέρ), επέτρεψε σ' αυτόν η καπνοδόχος (καμινάδα) του λέβητα NOVOTHERM που εγκατέστησε στην ιδιοκτησία του, να διέλθει από τη δική του ιδιοκτησία (ΧΧΧ) και ειδικότερα από τον προς Ανατολάς εξωτερικό τοίχο της μέχρι τότε υφισταμένης οικοδομουμένης επιφάνειας της άνω ιδιοκτησίας του (Α-1), με την υπόσχεση ότι σε περίπτωση επεκτάσεως κατά πλάτος και αποπεράτωσης της ιδιοκτησίας του αυτής, ήτοι κατά το μέρος που δεν είχε ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση, να μετακινηθεί η εν λόγω καπνοδόχος, σε τρόπον ώστε να μη διέρχεται πλέον από το εσωτερικό της οικίας του, αλλά εκτός αυτής και σε επαφή με την εξωτερική τοιχοποιϊα. Ότι η ανωτέρω συμφωνία καθώς και η προσωρινότητα της εν λόγω καπνοδόχου στην πιο πάνω θέση, προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ΧΧΧ (ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ένορκες βεβαιώσεις), ενώ ουδέν περί αυτού καταθέτει ο μάρτυρας των ΧΧΧ και ΧΧΧ. Και ναι μεν με την υπ' αριθμ. 1491/21-5-1986 οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Αγ. Παρασκευής για την «προσθήκη κατ' επέκταση τμήματος υπογείου και ισογείου επί υπαρχούσης οικοδομής προϋφισταμένης», δεν προβλέφθηκε τίποτα σχετικό αναφορικά με την άνω καπνοδόχο, από αυτό όμως δεν συνάγεται ότι διαφοροποιήθηκε η άνω συμφωνία ως προς τον ενοχικό χαρακτήρα της μεταξύ των παραπάνω συμβαλλομένων, αλλά και τη φύση της καπνοδόχου ως προσωρινής στην παραπάνω θέση. Δεν έγινε δε καμιά διαφοροποίηση διότι ο εκ των συμβαλλομένων ΧΧΧ δεν επρόκειτο κατά τον χρόνο εκείνο να επεκτείνει την άνω ιδιοκτησία του στην πιο πάνω θέση, οπότε δεν είχε λόγο να ζητήσει από τον αδελφό του να απομακρύνει την καπνοδόχο κατά το μέρος που αυτή κατελάμβανε τμήμα της ιδιοκτησίας του. Ότι η συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ των συμβαλλομένων αδελφών, για την εγκατάσταση της καπνοδόχου στην ως άνω θέση δημιούργησε υποχρέωση στον ενάγοντα ΧΧΧ, έναντι του αδελφού του ΧΧΧ και αντίστοιχο δικαίωμα του τελευταίου, να διέρχεται η άνω καπνοδόχος από τον εξωτερικό τοίχο της ιδιοκτησίας του πρώτου, το τοιούτο δε δικαίωμα δεν απέκτησαν και οι δικαιοπάροχοι αυτού (ΧΧΧ), ο οποίος, και άνευ άλλου τινός, έχει δικαίωμα, στα πλαίσια των εξουσιών του, που πηγάζει από το δικαίωμα της κυριότητας του στην άνω ιδιοκτησία του, να ζητήσει την απομάκρυνση της εν λόγω καπνοδόχου κατά το μέρος που διέρχεται από την ιδιοκτησία του. Ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δεν ενέκρινε και έναντι αυτών τη διέλευση της καπνοδόχου από την ιδιοκτησία του. Ούτε συνιστά τέτοια έγκριση το γεγονός, ότι ο ενάγων ΧΧΧ από την κτήση από τους εναγόμενους της ιδιοκτησίας του ισογείου, το έτος 1995, δεν έθεσε σ' αυτούς θέμα απομάκρυνσης της καπνοδόχου κατά το μέρος που διέρχεται από την ιδιοκτησία του, καθόσον μέχρι τότε ανοικοδόμησης στο ακάλυπτο τμήμα της τελευταίας και εφόσον δεν τον ενοχλούσε η άνω διέλευση, ενεργούσε καλοπροαίρετα. Ότι ο ενάγων (ΧΧΧ) έχει αρχίσει ήδη τις εργασίες προσθήκης επεκτάσεως της Α-1 ιδιοκτησίας του η δε καπνοδόχος, που μέχρι την έναρξη των εργασιών διήρχετο από τον εξωτερικό τοίχο αυτής, με το κλείσιμο του άνω ακάλυπτου χώρου, καταλαμβάνει εσωτερικό τμήμα της τελευταίας και μάλιστα, βάσει των σχεδίων εμποδίζει την ενοποίηση της προσθήκης με το προϋπάρχον κτίσμα σε ενιαίο λειτουργικό χώρο, δεδομένου ότι η επικοινωνία παλαιού και νέου κτίσματος (προσθήκης) γίνεται με άνοιγμα, από το κέντρο του οποίου διέρχεται η καπνοδόχος. Ότι βάσει της ως άνω συμφωνίας με τον αδελφόν του ο αναιρεσίβλητος δεν είχε υποχρέωση να επιτρέπει στους δικαιοπαρόχους του τελευταίου (εναγόμενους) να διέρχεται η καπνοδόχος του λέβητα που έχει εγκατασταθεί στην ισόγεια ιδιοκτησία τους, μέσω της δικής του ιδιοκτησίας καθόσον η εν λόγω συμφωνία ήταν δεσμευτική μόνο για τους συμβληθέντες μ' αυτήν. Ότι η μετά την κτήση της Ι-1 ιδιοκτησίας από τους εναγομένους μη διαμαρτυρία του αναιρεσιβλήτου για την κατάσταση που είχε δημιουργήσει από την παραπάνω συμφωνία, τελούσε υπό την αίρεση της επέκτασης της ιδιοκτησίας του με την άνω προσθήκη, εφόσον δε ήδη συνέβη το τελευταίο δεν έχουν δικαίωμα να εμμένουν στη διατήρηση της καπνοδόχου στην άνω θέση. Ότι εξάλλου, ούτε στην αρχική πράξη συστάσεως της οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, ούτε στη μεταγενέστερη τροποποιητική τοιαύτη, προβλέπεται οτιδήποτε σχετικό, που να παρέχει το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες, αρχικούς και μεταγενέστερους, της ισόγειας ιδιοκτησίας, να διέρχεται η καπνοδόχος του λέβητα από την παραπάνω θέση και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν αντλούν δικαίωμα για την τοιαύτη διέλευση και από τις συμβολαιογραφικές αυτές πράξεις. Ειδικώς μάλιστα σε ότι αφορά τη δεύτερη των άνω συμβολαιογραφικών πράξεων οι τότε συνιδιοκτήτες των καθέτων και οριζόντιων ιδιοκτησιών (αδελφοί ΧΧΧ και ΧΧΧ), αν και ήδη υφίστατο η άνω καπνοδόχος, δεν προέβλεψαν τίποτα σχετικό γι' αυτήν, γεγονός που ενισχύει τα ανωτέρω αναφορικώς με την άνω μεταξύ τους συμφωνία και την προσωρινή διέλευση της καπνοδόχου από την πιο πάνω θέση. Ότι με την διέλευση της άνω καπνοδόχου από την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου (ΧΧΧ) παρεμποδίζεται η ενοποίηση του ήδη υφισταμένου κτίσματος με το νέο τοιούτο, καταλαμβάνεται ένα τμήμα από την καπνοδόχο, στο οποίο δεν θα μπορεί να κάνει αυτός χρήση, ενώ η διέλευση της τελευταίας από εσωτερικό χώρο, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, εγκυμονεί κινδύνους ασφάλειας της οικοδομής και προβλήματα στο χώρο από τον οποίο διέρχεται, σε περίπτωση βλάβης ή της ανάγκης καθορισμού της, γι' αυτό και είναι προφανής η βλάβη που θα υποστεί ο ενάγων αν εξακολουθήσει να διέρχεται η άνω καπνοδόχος από τον εσωτερικό χώρο της ιδιοκτησίας του, μετά την επέκταση αυτής. Ότι η παράκαμψη της εν λόγω καπνοδόχου και η δια οριζοντίου γραμμής έξοδός της έξω από την ιδιοκτησία των εναγομένων, είναι μεν τεχνικά δυνατή, δεν αποτελεί όμως την πλέον ενδεδειγμένη λύση, αφού στην περίπτωση αυτή δεν αποδίδει το σύστημα της θερμάνσεως (καλοριφέρ), καταναλώνεται μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου και δημιουργεί προβλήματα ο καθαρισμός της καπνοδόχου, γι’ αυτό και η ενδεδειγμένη λύση είναι, με αφετηρία το λέβητα κατακόρυφη επέκταση επί εξωτερικού τοίχου της καπνοδόχου μέχρι του δώματος της οικοδομής. Και ότι στη λύση αυτή, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα δαπανηρή, οφείλουν να προσφύγουν οι εναγόμενοι δια της μετακινήσεως του λέβητα σε άλλο σημείο της οικίας των και μάλιστα εν επαφή με εξωτερικό τοίχο, από εκεί δε να ξεκινάει η καπνοδόχος και ακολουθώντας κατακόρυφη διαδρομή να καταλήγει στο δώμα της οικοδομής. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι είναι απορριπτέα η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη με αριθμ. 2855/2002 απόφαση του Μονομ. Πρωτοδικείου, η οποία είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 16-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου (και διέταξε την απομάκρυνση της αναφερόμενης στο ιστορικό της αγωγής αυτής καμινάδας, κατά το τμήμα αυτής που διέρχεται από την ιδιοκτησίαν του αναιρεσιβλήτου). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμόν των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος και δη έλαβε υπόψη όλα τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό δηλονότι: 1) ότι η υφιστάμενη καπνοδόχος ουδόλως εμποδίζει την ενοποίηση της προσθήκης του νέου και παλαιού κτίσματος, του διαμερίσματος του αναιρεσιβλήτου, αφού η πλευρά επί της οποίας διέρχεται έχει μήκος 4 μέτρα και επιτρέπει την επικοινωνία των δυο χώρων. 2) Ότι ο επίδικος καπναγωγός σωλήνας είχε κατασκευασθεί κατά το έτος 1982-1983 από τον δικαιοπάροχό τους, αδελφόν του αναιρεσιβλήτου (ΧΧΧ) με την σύμφωνη γνώμη και συναίνεση αυτού (αναιρεσιβλήτου) από εικοσαετίας και πλέον – προς μόνιμη και διαρκή εξυπηρέτηση των αναγκών της κεντρικής θερμάνσεως (καλοριφέρ) αμφοτέρων των ιδιοκτησιών (ισογείου και πρώτου ορόφου). 3) Ότι προϋπήρχε της από αυτούς (αναιρεσείοντας) αγοράς της Ι-1 ιδιοκτησίας εν έτη 1995 και αναφέρεται στην Τεχνική Έκθεση του μηχανικού (ΧΧΧ), που κατατέθηκε τον Μάιο του 1986 στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο Ανατολικής Αττικής για έκδοση αδείας προσθήκης υπό των αδελφών, ΧΧΧ και ΧΧΧ 4) Ότι όταν οι εν λόγω αδελφοί (δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητος) υπέβαλαν προς το ως άνω Πολεοδομικό γραφείο την προαναφερόμενη Τεχνική Έκθεση και τους χορηγήθηκε η υπ' αριθμ. 1491/86 οικοδομική άδεια προβλεπόταν ότι η κεντρική θέρμανση θα εξυπηρετείται από την υπάρχουσαν καμινάδα της οποίας την απομάκρυνση δεν είχε ζητήσει ο ΧΧΧ (αναιρεσίβλητος). 5) Ότι κατά την αγοράν από τους αναιρεσείοντες της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας (1995) δεν γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς καμία συμβατική δέσμευση υπό τον δικαιοπάροχο τους ΧΧΧ για μετατόπιση της καπνοδόχου, ούτε ο αναιρεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε ποτέ προς αυτούς. 6) Ότι δεν είναι εύκολη, ούτε τεχνικά δυνατή η μετατόπιση του καλοριφέρ (λέβητα και καυστήρα), ούτε ολιγοδαπάνη, αφού οι γωνίες και κλίσεις στην καπνοδόχο δημιουργούν έντονα προβλήματα και ότι η μετακίνηση της κεντρικής θερμάνσεως (λέβητα – καυστήρα – καπνοδόχου) συνεπάγεται το ξήλωμα ολοκλήρου του δαπέδου της ιδιοκτησίας της (μάρμαρα – πλακάκια – ξύλο) για την εγκατάσταση νέων σωληνώσεων του καλοριφέρ. 7) Ότι η θέση της καμινάδας ούτε βλάπτει, ούτε εμποδίζει την ενοποίηση των χώρων της οικοδομής (διαμερίσματος) του αναιρεσιβλήτου, αφού εφάπτονταν στον υφιστάμενο τοίχο, στον οποίο το άνοιγμα επικοινωνίας των δυο χώρων (παλαιού και νέου) υπήρχε ήδη, και σε απόσταση περίπου ενός μέτρου από την καμινάδα υπήρχε μπαλκονόπορτα πλάτους 1,40 μέτρα, η οποία και αποτελούσε το φυσικό (άνοιγμα), δηλαδή την αναγκαία δίοδο επικοινωνίας των δυο χώρων (παλαιού και νέου), άνοιγμα το οποίο ο αναιρεσίβλητος έκλεισε και εμφάνισε νέο άνοιγμα, το οποίο δεν προβλεπόταν στα σχέδια της αδείας του έτους 1986 8) Ότι η επίδικη καμινάδα από του έτους 1982-1983 λειτούργησε χωρίς προβλήματα μέχρις εγέρσεως της αγωγής. Και 9) Ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το έτος 1986, που υπέβαλε τα σχέδια οικοδομικής άδειας για την προσθήκη και επέκταση του τμήματος του υπογείου και ισογείου της οικοδομής δεν ζήτησε την απομάκρυνση της καπνοδόχου και ότι εν όψει τούτων ο αναιρεσίβλητος καταχρηστικής αξίας το δικαίωμά του προς αποξήλωση της επίδικης καπνοδόχου (και με την κρινόμενη αγωγή), ήτοι κατά τρόπον αντιβαίνοντα προφανώς στην καλή πίστη και τον οικονομικόν σκοπόν του δικαιώματος. Δηλονότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την έννοιαν του άρθρου 281 ΑΚ. Και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με όσα ανωτέρω δέχθηκε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, διαλαβόν στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ήτοι την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την απόρριψη κατ' ουσίαν της προβληθείσας υπό των αναιρεσειόντων ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα, διότι: α) δεν διευκρινίζει, εάν οι δυο αδελφοί κατά το έτος 1986 υπέβαλαν από κοινού στην Πολεοδομία τα σχέδια επεκτάσεως της οικοδομής (σε κοινή αίτηση), και εάν στα σχεδιαγράμματα αυτά η εν λόγω καπνοδόχος παρέμεινε στην αρχική τη θέση ή προβλέφθηκε για αυτήν άλλη θέση (για τον εξωτερικό τοίχο του διαμερίσματος του αναιρεσίβλητου), και ποια ήταν τελικώς η θέση της στα συγκεκριμένα σχεδιαγράμματα της πολεοδομίας και β) δεν προσδιορίζει ποιο είναι επακριβώς το ύψος της δαπάνης της μετακινήσεως της καμινάδας από την αρχική της θέση στον εξωτερικό τοίχο του διαμερίσματος του αναιρεσιβλήτου. Ένα μέλος του Δικαστηρίου ο Αρεοπαγίτης Γ. Βούλγαρης έχει την γνώμη ότι το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα εκθέτει όλα τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στήριζε την κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την απόρριψη του προβληθέντος ισχυρισμού περί καταχρήσεως δικαιώματος από το άρθρο 281 ΑΚ, γι' αυτό και ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Συνεπώς δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 11/96). Συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμόν των αναιρεσειόντων (εναγομένων) ότι η ως άνω καπνοδόχος ήταν κοινόχρηστη, εξυπηρετούσε δηλαδή ή μπορούσε σύμφωνα με τον προορισμόν της να εξυπηρετήσει τις ανάγκες σε θέρμανση και των δυο ιδιοκτησιών, (αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτου). Και τούτο γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελούσε άρνηση της κρινόμενης αγωγής στηριζόμενης στις διατάξεις των άρθρων 999, 1000, 1002 ΑΚ (και) άρθρ. 3 του Ν. 3741/1929). Ανεξάρτητα από αυτό το Εφετείο εξέδωσε τον προαναφερόμενον ισχυρισμόν και τον απέρριψε εκ του πράγματος με το να δεχθεί όσα προεκτέθηκαν αναφορικά με την διάρκεια και τον προορισμό της καπνοδόχου.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5472/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποίαν ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
FOGGS

Σχόλια