Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

ΑΠ 95/2015 Συγκυριότητα - Κτήση πλήρους κυριότητας από συγκύριο με έκτακτη χρησικτησία


ΑΠ 95/2015 Συγκυριότητα - Κτήση πλήρους κυριότητας από συγκύριο με έκτακτη χρησικτησία
Περίληψη



Συγκυριότητα. Κτήση πλήρους κυριότητας από συγκύριο με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Άσκηση νομής. Έτσι με αποκλειστική κατοχή στο όνομα των λοιπών και αντιποίηση της νομής τους. Χρόνος χρησικτησίας. Έναρξη με τη γνωστοποίηση της αντιποίησης στους λοιπούς συγκοινωνούς. Συστατικά μέρη ακινήτου. Έννοια. Μη δεκτικά χωριστής κυριότητας. Αναιρετικοί λόγοι. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Διδάγματα κοινής πείρας. ‘Έννοια. Μη αναιρετικώς ελέγξιμη η παραβίασή τους, όταν αφορά εκτίμηση αποδείξεων. Κρίσιμα μόνον κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπ' όψιν πραγμάτων που προτάθηκαν. Έλλειψη νόμιμης βάσης. Ελλείψεις αναφορικά με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Απορρίπτει.

Απόφαση
Αριθμός 95/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. χήρας Η. Σ., το γένος Ε. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της .., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. χήρας Χ. Κ., το γένος Ε. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ..., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/12/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 4/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τα διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994,1113 και 1884 ΑΚ, για να αποκτήσει ο κοινωνός αποκλειστική κυριότητα επί του κοινού ακινήτου, πρέπει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του αυτή στους άλλους κοινωνούς και να περάσει έκτοτε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045-ολ ΑΠ 485/1982). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 948 εδ. 1 ΑΚ, ακίνητα πράγματα είναι το έδαφος και τα συστατικά του μέρη, σύμφωνα δε με το άρθρο 953 ΑΚ, συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος. Κατά δε το άρθρο 954 αρ. 1 και εδάφ. 2 ΑΚ, συστατικά του ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι και τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα, συστατικά δε του οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερσή του ή συναρμόστηκαν σ' αυτό. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικό περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετό για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικό που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του όρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθμ. .../1957 πωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Χαλκίδας ... περιήλθε κατά κυριότητα στις διαδίκους και κατ'ισομοιρία εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά η κείμενη στην περιοχή "Καράμπαμπα" του τέως Δήμου Αυλίδας και ήδη της Δημοτικής Ενότητας του Δήμου Χαλκιδέων οικοπεδική έκταση, επιφάνειας 400 τμ. κατά τον τίτλο και περί τα 569 τμ κατά νεότερη καταμέτρηση. Επί του επίκοινου αυτού ακινήτου και κατά το μεταξύ των ετών 1957 ως 1964 χρονικό διάστημα, ο πατέρας τους(συγκυρίων-συννομέων του και ήδη διαδίκων) Ε. Χ. επαγγελματίας εργολάβος οικοδομών, αφού αυθαιρέτως κατέλαβε για λογαριασμό τους, ως αντιπρόσωπος τους, την όμορη προς νοτιοανατολικά του αλλότρια εδαφική λωρίδα, επιφάνειας 130,03 τμ(αποτελούσα αδιανέμητη έκταση του Αγροτικού Συνεταιρισμού Συνιδιοκτητών Δροσιάς Χαλκίδας),την οποία(καταληφθείσα λωρίδα) και υλικώς συνένωσε με τούτο (αρχικό επίκοινο ακίνητο), ανήγειρε, στο ευρύτερο πλέον ενιαίο συνενωμένο ακίνητο, προς στεγαστική αποκατάστασή τους, δύο αυτοτελείς οικίες και δη μία στο βορειοδυτικό τμήμα του, περιελθουσα στην εναγομένη και μία στο νοτιοανατολικό τμήμα του, περιελθουσα στην ενάγουσα. Τόσο το αρχικό επίκοινο οικόπεδο των διαδίκων, όσο και στη συνέχεια το μείζον, μετά την συνένωσή του δηλαδή με την καταληφθείσα όμορη αυτή εδαφική λωρίδα .παρέμεινε ενιαίο, συννεμόμενο εξαρχής από τις διαδίκους αδελφές, με διάνοια συγκυρίου κατ'ισομοιρία εξ αδιαιρέτου, από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι έλαβε ποτέ χώρα άτυπη διανομή του, ώστε, όπως αναποδείκτως προβάλει η ενάγουσα, αυτή μεν να λάβει (κατ'αποκλειστική κυριότητα) το αυτοτελές νοτιοανατολικό τμήμα του, η δε εναγομένη το βορειοδυτικό τέτοιο .Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι επί του αρχικού συνιδιόκτητου οικοπέδου τους, οι συγκυρίες διάδικοι δημιούργησαν ήδη από το έτος 1964 ατύπως(με ενοχική συμφωνία τους) δυο κατ'αποκλειστική χρήση και μόνο διακριτά εδαφικά τμήματα, αντιστοιχούντα στις δύο ανεγερθείσες οικίες τους ,επί των οποίων εκάστη, ως κυρία της αντίστοιχης οικίας, είχε (και έχει) αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως, ενώ, αντιθέτως, η καταληφθείσα και συνενωθείσα εδαφική λωρίδα παρέμεινε στην κοινή χρήση αμφοτέρων. Την τελευταία αυτή έκταση εξαρχής και μέχρις την κατά το έτος 2006 έναρξη της κτηματογράφησης στην περιοχή, αλλά και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ήτοι επί χρόνο που υπερβαίνει κατά πολύ την 20ετία,οι διάδικοι συννεμήθηκαν, ομού με το αρχικό επίκοινο αγορασθέν οικόπεδο τους, με διάνοια συγκυρίου και κατ'ισομοιρία εξ αδιαιρέτου, ώστε να έχουν καταστεί, πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εξ αδιαιρέτου και κατ'ισομοιρία συγκυρίες του. Άσκηση στον ίδιο χρόνο νομής χρησικτησίας στην επίμαχη εδαφική λωρίδα, είτε στην έκταση της των 130,03 τμ, είτε στη μεγαλύτερη και διεκδικούμενη από την ενάγουσα επιφάνεια της των 172,68 τμ, από μόνη την τελευταία (ενάγουσα) και με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, μάλιστα δε υπό οιαδήποτε ιδιότητα της, είτε δηλαδή αυτοτελώς και κεχωρισμένως, με την ιδιότητα της τρίτης (λαμβανόμενης της επίδικης λωρίδας ως - μη συνενωμένου με το αγορασθέν επίκοινο οικόπεδο - αυτοτελούς αλλότριου ακίνητου),είτε ως συγκυρίας-συγκοινωνού επί του αντίστοιχου διακριτού τμήματος τού όλου εξαρχής συνενωμένου επικοίνου μείζονος ακινήτου, δεν αποδείχθηκε(σημειώνεται ότι στην τελευταία περίπτωση θα απαιτείτο επιπλέον και γνώση της εναγομένης-συγκοινωνού-συγκυρίας, αντιστοίχως). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά το έτος 1989 το επίκοινο αυτό οικόπεδο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης, με την υπ'αριθ. 1/1989 νόμιμα κυρωμένη και μεταγραμμένη πράξη εφαρμογής της συνοικίας Α' του σχεδίου πόλης Δήμου Χαλκιδέων και Κοινότητας Δροσιάς Ν. Εύβοιας, καταχωρήθηκε δε στη συγκυριότητα εκάστης των διαδίκων και κατ'ισομοιρία εξ αδιαιρέτου, υπό Κ.Α 126808 και στο Ο.Τ 229(303),έχον τελική συνολική επιφάνεια 735,98 τμ(από Νοεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Τ.). Ειδικότερα, ρυμοτομήθηκε κατά τρόπο, ώστε, στην ληφθείσα αρχική έκταση των 544 τμ (ή 569,30 τμ), να προσκυρωθεί εδαφικό τμήμα επιφάνειας 150,95 τμ, κείμενο στην πρόσοψη του ακινήτου επί της Ε.Ο Χαλκίδας-Θηβών, εμφαινόμενο επίσης στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και το από 21.10.2010 συμπληρωματικό αυτού του ίδιου πολιτικού μηχανικού, υπό στοιχεία 1-20-19-18-17-16-21-22-23-24- 25-1,με επιφάνεια, κατά νεότερη καταμέτρηση, 169,69 τμ. Για την εν λόγω προσκύρωση , εκάστη των διαδίκων κατέβαλε, λόγω εισφοράς σε χρήμα, το αυτό ποσό των 621.750 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο ίσο ως άνω ιδανικό της μερίδιο(1/2 εξ αδιαιρέτου).Έτσι, με την κύρωση και τη μεταγραφή της ως άνω πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, οι ενάγουσες, ως (κατ' ισομοιρία) εξ αδιαιρέτου συγκυρίες του "βασικού" οικοπέδου, απέκτησαν, πρωτοτύπως, τη συγκυριότητα και κατά το ίδιο ιδανικό μερίδιο, του μείζονος προκύψαντος- διαμορφωθέντος ως άνω ακινήτου(ΑΠ 261/2003 ΕλΔικ 45.800).Εξάλλου, κατά την το έτος 2006 κτηματογράφηση της περιοχής, το όλο αυτό οικόπεδο, καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (πρώτη εγγραφή), κατόπιν κοινής δήλωσης των διαδίκων, ως (ενιαίο) γεωτεμάχιο, υπό ΚΑΕΚ ...,επιφάνειας 711 τμ, με συνδικαιούχους - συγκυρίες τις ίδιες και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη, με (μόνο) κτητικό το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο(.../1957).
Συνεπώς, το ενιαίο αυτό οικόπεδο, με την τελική συνολική επιφάνεια του των 735,98 τμ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το αρχήθεν συνενωμένο επίδικο εδαφικό τμήμα, ήταν και είναι συνιδιόκτητο των διαδίκων, κτηθέν με τους παραπάνω νόμιμους τρόπους, χωρίς ποτέ να έχει χωρήσει διανομή του, ως τέτοιο δε άλλωστε(ενιαίο και συνιδιόκτητο) αντιμετωπίσθηκε και από την ίδια την ενάγουσα, κατά τη γενόμενη διαδικασία, τόσο της πολεοδόμησης και ένταξης του στο σχέδιο πόλης, όσο και της κτηματογράφησης του. Αντίθετο πόρισμα, ιδίως δε περί ανέκαθεν πραγματικής αυθυπαρξίας και αυτοτέλειας του επιδίκου, ως και περί αποκλειστικής επ' αυτού χρησιδεσποτείας της ενάγουσας, δεν μπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι πράγματι επί του κοινόκτητου και κοινόχρηστου τμήματος του όλου οικοπέδου, στο οποίο είναι ενταγμένο και το επίδικο(κατά τις προηγηθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου), αυτή (ενάγουσα) έχει προβεί σε, κατά παλαιότερο, χρόνο, προσθήκες-επεκτάσεις της οικίας της, στην κατασκευή στεγασμένου χώρου στάθμευσης ως και διάνοιξης υπ' αυτόν βόθρου της οικίας της, καθόσον οι κατασκευές αυτές είναι αποδοτέες, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, στην ανοχή της συγκυρίας και συνδικαιούχου της χρήσεως του (κοινοχρήστου οικοπεδικού τμήματος) εναγομένης, όπως άλλωστε το αντίστοιχο συνέβη και με την ίδια(εναγομένη), που, επίσης με την(και ήδη συνομολογουμενη) ανοχή της ενάγουσας, και κατ' αμοιβαιότητα, τοποθέτησε(εναγομένη) στο ιδιόχρηστο οικοπεδικό τμήμα της(ενάγουσας) το βόθρο ως και εν μέρει τις κλίμακες (σκαλοπάτια) της δικής της(εναγομένης) οικίας. Ενόψει τούτων, μη αποδειχθέντος του αγωγικού (αυτοτελούς) εμπράγματου δικαιώματος, δεν τίθεται ζήτημα διορθώσεως της ως άνω (πρώτης) κτηματολογικής εγγραφής, η οποία είναι ορθή, αποτυπώνουσα την αληθινή (νομική και πραγματική) κατάσταση του ενιαίου οικοπέδου, ως και το πραγματικό ιδιοκτησιακό του καθεστώς". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη - από 15.12.2008-αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης εσφαλμένης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδας αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και ακολούθως απέρριψε την έφεσή της κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε-το Εφετείο- σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτειθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και μάλιστα εκείνες των άρθρων 953 και 954 ΑΚ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, περιέλαβε δε στην απόφαση του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής και συνεπώς, ο τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, ότι "αξιολογεί ως αναπόδεικτους τους ισχυρισμούς (της) χωρίς να αιτιολογεί καν την κρίση του και βέβαια χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τα εισφερθέντα παρ' (αυτής) αποδεικτικά στοιχεία, (τα οποία) και δεν αξιολογεί" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού αφορά ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς και δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
ΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπορικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, λόγω της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι, με το να αποδώσει "την παρ' αυτής προσθήκη κτίσματος (επέκταση της αρχικής οικοδομής) σε ανοχή της αντιδίκου" και να καταλήξει, ακολούθως, στην απορριπτική της αγωγής κρίση του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε να εφαρμόσει, ότι " η προσθήκη κτίσματος από αυτήν στο επίδικο έγινε λόγω της κατάληψής του και της άσκησης σ'αυτό από αυτήν νομής διανοία αποκλειστικής και πλήρως κυρίας". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
III. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β'(και όχι και 10) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τα πιο κάτω θεμελιωτικά της νομής της στο επίδικο περιστατικά, ήτοι: ότι " η κατάληψη του επιδίκου έγινε το 1964 από αυτήν...και η άσκηση νομής στη συνέχεια-έγινε- αποκλειστικά στο όνομά (της) και όχι από τον Ε. Χ. (πατέρα αυτής και της αναιρεσίβλητης) για λογαριασμό αυτής και της αδελφής της...(όπως) εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο (εφόσον) αντιπαρήλθε πλήρως τις μαρτυρικές καταθέσεις (τις οποίες) δεν σχολίασε καν θετικά ή αρνητικά.. Αγνόησε παντελώς και την από 30.11.2012 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ., την οποία προσκόμισ(ε) και επικαλέστηκ(ε) ... (και) απέρριψε εσφαλμένα και αναιτιολόγητα το αίτημά (της) για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ειδικό επιστήμονα(πολιτικό μηχανικό κλπ)". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί αφορά όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά εκτίμηση των αποδείξεων, δεν πρόκειται, δηλαδή για "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2013 αίτηση της Β. χήρας Η. Σ., το γένος Ε. και Σ. Χ., για αναίρεση της 18/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015. 

 https://www.qualex.gr

Επιμέλεια Περίληψης:
Φώτιος Ρόδης, Δικηγόρος Αθηνών, ΜΔΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια: