Τρίτη 1 Ιουνίου 2021

Α.Π. 243/2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΞΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ – ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΓΝΩΣΗ ΤΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΑΥΤΗ ΤΕΚΜΑΙΡΕΤΑΙ


Α.Π. 243/2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΞΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ – ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΓΝΩΣΗ ΤΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΑΥΤΗ ΤΕΚΜΑΙΡΕΤΑΙ




Α.Π. 243/2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΞΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ – ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΓΝΩΣΗ ΤΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΑΥΤΗ ΤΕΚΜΑΙΡΕΤΑΙ – ΜΕΡΙΚΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΑΝ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΙΠΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΕΚΤΙΜΑ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΤΑΞΕΙ ΤΗΝ ΟΛΙΚΗ Ή ΜΕΡΙΚΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ – Εν προκειμένω σαφείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων προς διάρρηξη της επίδικης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και ειδικότερα ότι η απαίτηση της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, ανερχόταν κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο αναφερόμενο ποσό, ότι κατά τον αυτό χρόνο συζητήσεως της αγωγής η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων δυο (2) γραφείων, ανερχόταν στο ποσό των 42.000 € για κάθε ένα, ως προς την εκ μέρους του άνω οφειλέτη - πωλητή προθέσεως βλάβης της αναιρεσίβλητης, καθώς και ως προς την εκ μέρους του αναιρεσείοντος - αγοραστή γνώσεως της εν λόγω προθέσεως και ότι η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας – Ορθώς διετάχθη η διάρρηξη – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (939, 940, 941, 942 ΑΚ)

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΜΕΣΟ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – Εν προκειμένω το Εφετείο δεν συνήγαγε ομολογία περί των ως άνω περιστατικών εκ της αναφερομένης στην έφεση του αναιρεσείοντος δεινής οικονομικής καταστάσεως του πωλητή, αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του περί της βασιμότητος της αγωγής από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν – Απόρριψη λόγου (352 ΚΠολΔ)

Αριθμός 243/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ., με την οποία γνωστοποίησε την αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας σε "..." και τον διακριτικό τίτλο "...". Κοινοποιουμένη ως αναγκαστικό ομόδικο προς: Β. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την …4/31.5.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Ι. Γ. Χ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα, επιδόθηκε στον αναγκαίο ομόδικο του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 75§3 ΚπολΔ ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου να λάβει γνώση, με κλήση για συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Αφού λοιπόν ο αναγκαίος ομόδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση ως να ήταν και αυτός παρών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 36/1988, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν. Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1555/2018).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γένεση της αξιώσεως προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γενημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Ολ ΑΠ 6/2003) και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. (ΟλΑΠ 15/2012).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943§1 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 936§3, 953§2 και 992§1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για τη γένεση του δικαιώματος του δανειστή προς διάρρηξη της εκ μέρους του οφειλέτη του επιχειρηθείσας καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως, προϋποτίθεται, πλην άλλων, ότι η υπόλοιπη περιουσία του τελευταίου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του πρώτου. Από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάγεται ότι η διάρρηξη δύναται να ζητηθεί από τον δανειστή και να διαταχθεί από το δικαστήριο, κατ' αρχάς, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό το μέτρο. Έτσι, σε περίπτωση που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, για να διατάξει τη μερική διάρρηξη, πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου. (ΑΠ 1963 / 2009). Περαιτέρω, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ απαιτείται γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφ' όσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 38/2015).

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, και ειδικότερα ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 του Ν. 5325/1932, 4 παρ. 1-4 του Ν.Δ. 4535/1966, 939, 941, 942 και 943 του Α.Κ, ενώ περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον : α) δεν προέβη στον ακριβή προσδιορισμό του ύψους της απαιτήσεως (82.759,02 ή 61.258,02 ευρώ) και δεν αναφέρθηκε στην τελεσιδικία των εκδοθεισών διαταγών πληρωμής και των σχετικών επιδόσεων αυτών β) δέχθηκε ότι η αξία των ακινήτων κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας ήταν 1.000.0000 ευρώ, ενώ ο κρίσιμος χρόνος ήταν αυτός της εγέρσεως της αγωγής και περαιτέρω ότι η αξία μίσθωσης αυτών συνδέεται με την εμπορική αξία ανερχόμενη στο ανωτέρω ποσό, ενώ προσδιόρισε την τοιαύτη αξία χωρίς να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο, γ) δέχθηκε, ως προς το ζήτημα της φερεγγυότητας και ανεπάρκειας της εναπομένουσας περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση της δανείστριας, ότι υπάρχει λοιπή περιουσία προς ικανοποίηση στηρίζοντας την σκέψη του περί ανεπάρκειας στην πιθανότητα και μόνο μη εμφανίσεως υπερθεματιστή σε, τυχόν, νέο πλειστηριασμό, ενώ δεν αιτιολόγησε πως θα επιτευχθεί η ικανοποίηση του οφειλέτη με την διάρρηξη της επίδικης δικαιοπραξίας, εν όψει των αρνητικών οικονομικών συνθηκών, δ) δεν αναφέρονται στη προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων προέβη στην αγορά των ακινήτων έχοντας θετική γνώση του δόλου του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή ματαιώσεως της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου και ε) αν και δέχθηκε, ότι υπήρχε άλλη περιουσία ακίνητη επί της οποίας ο αναιρεσίβλητος ευρισκόταν ήδη στο στάδιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία περιουσία υπερκάλυπτε την απαίτησή του, ακολούθως έκρινε εσφαλμένως ότι η εγκατάλειψη αυτής προκειμένου να επιλέξει δικονομικώς την έγερση νέας αγωγής υπό την μορφή της καταδολιευτικής αγωγής δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, τα ακόλουθα:
"...Η ενάγουσα - εφεσίβλητη είχε απαίτηση ύψους 40.000 € κεφαλαίου από συναλλαγματικές τις οποίες είχε εκδώσει η εταιρεία "... ΕΠΕ" και είχε τριτεγγυηθεί ο πρώτος εναγόμενος για οφειλή από πώληση κορινθιακής σταφίδας. Για την οφειλή αυτή ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των ….4/2004 , ….7/2004, …84/2004 και …86/2004 διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πατρών. Η απαίτησή της αυτή κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανερχόταν στο ποσό των 82.759,02 €. Την 21.12.2007, δυνάμει του με αριθμό …95/21.12.2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Π. Α., το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο …., ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον δεύτερο λόγω πωλήσεως την κυριότητα οκτώ ακινήτων (αποθήκης, καταστήματος και γραφείων Α1, Α2, Α6, Α7, Β1, Β3) πολυώροφης οικοδομής στη συμβολή των οδών ..., που ανεγέρθη το έτος 1989, αντικειμενικής αξίας 750.547,62 €, έναντι 300.000 €. Τα ακίνητα αυτά βρίσκονται στο κέντρο της …, σε μικρή απόσταση από το δικαστικό μέγαρο, σε σημείο ζωτικό της πόλης, ώστε να δύνανται να εκμισθωθούν ευχερώς με υψηλά μισθώματα και ήταν μισθωμένα (εκτός Α2 γραφείου) στην Περιφερειακή Διεύθυνση Νομού …., έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.500 €. Τα εμπράγματα βάρη που υπήρχαν στα πωληθέντα, σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται στο πωλητήριο συμβόλαιο είχαν ήδη εξοφληθεί, χωρίς από κανένα αποδεικτικό μέσο να προκύπτει ότι τα εξόφλησε ο αγοραστής, ενώ ο πωλητής παρείχε στον αγοραστή το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα για την εξάλειψη των προσημειώσεων.

Με βάση τα ανωτέρω η πραγματική-εμπορική αξία των ακινήτων το έτος 2007, χρόνο πώλησης, δηλαδή κατά χρόνο που οι αξίες των ακινήτων ήταν ιδιαίτερα υψηλές και κατά πολύ ανώτερες των αντικειμενικών, ανέρχονταν στο ποσό του 1.000.000 €, οι δε επιμέρους αξίες των πωληθέντων ανερχόταν στο ποσό των 60.000€ η υπόγεια αποθήκη, σε 460.000€ το ισόγειο κατάστημα και σε 80.000 € το κάθε γραφείο, όπως κατέθεσε και ο μάρτυς μεσίτης ακινήτων Α. Σ., κάτοικος ..., γνώστης της αγοράς των ακινήτων, κατάθεση που δεν ανατρέπεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο της πώλησης ο εναγόμενος οφειλέτης δεν είχε καμμία εμφανή περιουσία, καθώς, παρότι είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του που απεβίωσε το έτος 2001, το 16,67% πολυώροφης οικοδομής στην οδό ... στην …, δεν είχε προβεί σε αποδοχή της κληρονομιάς και σε μεταγραφή-καταχώρηση στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου …, ώστε να μην δύναται να εντοπιστεί το περιουσιακό αυτό στοιχείο από τους δανειστές του. Έτσι ο εναγόμενος οφειλέτης με την εκποίηση των ανωτέρω ακινήτων του που συνιστούσαν τη μόνη εμφανή του περιουσία, εν γνώσει του στέρησε από την ενάγουσα - δανείστριά του τη δυνατότητα να επισπεύσει εκτέλεση στα ανωτέρω ακίνητα προκειμένου να ικανοποιήσει τη χρηματική της απαίτηση, την οποία, αν ο εναγόμενος δεν είχε προβεί στην απαλλοτρίωση θα μπορούσε να ικανοποιήσει στο σύνολό της. Εξάλλου ο εναγόμενος αυτόν τον σκοπό είχε, αφού και μετά τη λήψη του τιμήματος από την αγοραπωλησία δεν εξόφλησε την απαίτηση της ενάγουσας. Προσέτι ο δεύτερος εναγόμενος - αγοραστής γνώριζε ότι ο αντισυμβαλλόμενός του είχε χρέη σε τρίτους, εξαιτίας των οποίων είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση την οποία επίσης γνώριζε, ..., καθώς αναφέρει ότι η δεινή οικονομική κατάσταση του πωλητή, ελήφθη υπ' όψη για τον προσδιορισμό του τιμήματος στο ποσό των 300.000 €. Ο αγοραστής δεν χρειαζόταν να γνωρίζει ακριβώς το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρεφόταν ο δόλος του οφειλέτη και εν προκειμένω της ενάγουσας ή να γνωρίζει το ύψος ή την αιτία των χρεών του οφειλέτη έναντι της ενάγουσας, αλλά αρκεί που γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε οφειλές ... Η γνώση του αγοραστή περί του σκοπού του πωλητή να βλάψει τους δανειστές του προλαβαίνοντας να εκποιήσει γρήγορα την περιουσία του πριν να επιληφθούν εκείνοι αυτής, συνάγεται και από το ότι συμφωνήθηκε η εκποίηση συλλήβδην όλων των διαιρεμένων ιδιοκτησιών του ενάγοντος, χωρίς να έχει αποδειχθεί συγκεκριμένος λόγος περί τούτου και ότι ο δεύτερος εναγόμενος - αγοραστής προσφέρθηκε στην καταβολή ιδιαίτερα χαμηλού τιμήματος, ακόμη και σε σχέση με την αντικειμενική αξία των ακινήτων, επωφελούμενος από την ανάγκη επίσπευσης της εκποίησης που του γνωστοποίησε ο πωλητής. ...

Ακολούθως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το έτος 2009 και μετά από αγωγή ομοίου αιτήματος με την κριθείσα δια της εκκαλουμένης, η οποία απερρίφθη ως αόριστη με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η ενάγουσα πληροφορηθείσα ότι στον πρώτο εναγόμενο έχει περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του που απεβίωσε το 2001, εξ αδιαιρέτου ποσοστό 16,67% πολυώροφης οικοδομής στην οδό ... στην …, που κατασκευάστηκε το έτος 1973 και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, έξι οροφοδιαμερίσματα και δώμα, προέβη με δικές της ενέργειες σε μεταγραφή της κληρονομιάς στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου … στο φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ...5011/0/0 και στη συνέχεια.....σε κατάσχεση για το ποσό των 61.258,02€, του ως άνω μεριδίου, αξίας κατά τον χρόνο της κατάσχεσης 135.000 €. Αρχική ημερομηνία πλειστηριασμού ορίστηκε η 10.3.2010, πλην όμως αναβλήθηκε, διότι ο εναγόμενος με την από 22.6.2010 αίτησή του ζήτησε τη διόρθωση της τιμής πρώτης προσφοράς που διορθώθηκε στο ποσό των 100.000€. Στη συνέχεια ορίστηκαν πλειστηριασμοί άλλες τέσσερεις φορές, οι οποίοι δεν διενεργήθηκαν διότι ο καθ' ου η εκτέλεση κατέβαλε μέρος των οφειλομένων, ενώ τελευταίος πλειστηριασμός ορίστηκε για 28.11.2012 ο οποίος διενεργήθηκε, αλλά δεν εμφανίστηκε υπερθεματιστής.

Εξ άλλου, επειδή ήδη από 12.3.2012 το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου από τη Β' Δ.Ο.Υ. … για ποσό 66.972,70€, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως και δεν αμφισβητείται και στο μεταξύ οι νέες οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν στη χώρα προκάλεσαν σημαντική πτώση στις αξίες των ακινήτων, εξ αιτίας της έλλειψης ρευστότητας και της συνακόλουθης μείωσης της ζήτησης των ακινήτων, η επίσπευση νέου πλειστηριασμού του συγκεκριμένου ποσοστού εξ αδιαιρέτου στη συγκεκριμένη οικοδομή, δεν θα οδηγούσε σε κατακύρωση, ώστε τυχόν περαιτέρω εμμονή της ενάγουσας στη δια πλειστηριασμού εκποίηση του ποσοστού συνιδιοκτησίας του εναγομένου οφειλέτη στην οικοδομή της οδού ..., θα ήταν μάταιη. Ως εκ τούτου η άσκηση της από 19.9.2013 και με αριθμό κατάθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών 2762/20.9.2013 αγωγής που κρίθηκε με την εκκαλουμένη δεν ασκήθηκε καταχρηστικά από την ενάγουσα, αλλά έγινε ακριβώς προκειμένου να δυνηθεί να ικανοποιήσει την απαίτησή της κατά του πρώτου εναγομένου από την ακίνητη περιουσία του, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις διάρρηξης της εκποιητικής δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής. Ούτε από την ανωτέρω συμπεριφορά της ενάγουσας συνάγεται αδράνειά της να ικανοποιηθεί από την εκποίηση του ποσοστού συνιδιοκτησίας του πρώτου εκκαλούντος στην οικοδομή της οδού ..., μέχρι την κατάσχεση του από τη Δ.Ο.Υ., όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, διότι τούτο συνέβη, είτε επειδή ο εκκαλών με ενέργειές του προκάλεσε τη μη διενέργεια του πλειστηριασμού (όπως με την αίτηση διόρθωσης της τιμής πρώτης προσφοράς), είτε διότι προσφερόμενος σε καταβολή μέρους των οφειλομένων ζητούσε να μην διενεργηθεί ο πλειστηριασμός αίτημα που αποδεχόταν η ενάγουσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (16.9.2014), το σύνολο της οικονομίας της χώρας και ειδικότερα η κτηματαγορά βρισκόταν υπό άκρως δυσμενείς συνθήκες και οι εμπορικές τιμές των ακινήτων είχαν πέσει σημαντικά και υπολείπονταν με βεβαιότητα ακόμη και της αντικειμενικής τους αξίας, ώστε η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 35.000€ της αποθήκης, των 250.000€ του ισογείου καταστήματος και των 42.000 € κάθε γραφείου. Επομένως, προκειμένου η ενάγουσα να δυνηθεί δια αναγκαστικής εκτελέσεως στην περιουσία του οφειλέτη της να ικανοποιήσει την αξίωσή της έπρεπε να διαρρηχθεί η δικαιοπραξία ως προς την πώληση των δύο γραφείων (Α2 και Α6), όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο τελευταίος λόγος έφεσης του πρώτου εκκαλούντος σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να διαρρηχθεί η δικαιοπραξία μόνο κατά ένα πωληθέν (γραφείο ή αποθήκη), διότι η ενάγουσα μπορούσε να ικανοποιηθεί κατά μεγάλο μέρος από την εκποίηση του ποσοστού συγκυριότητάς του στην οικοδομή της οδού …., αξίας 135.000 € - 66.972,70€ (απαίτηση Δ.Ο.Υ) = 68.027,3 €, ώστε να απομείνει προς ικανοποίηση από τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν στον δεύτερο εναγόμενο μέρος της απαίτησής της ύψους 14.731,72 €, είναι αβάσιμος, διότι όπως έχει ήδη γίνει δεκτό από τις αποδείξεις ήταν μάταιος ο πλειστηριασμός του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του εναγομένου στην οικοδομή της οδού ... και δεν θα οδηγούσε σε κατακύρωση, ενώ εξάλλου η ύπαρξη απομένουσας μετά την απαλλοτρίωση περιουσίας του οφειλέτη επαρκούς για τη μερική του ικανοποίηση κατά το ανωτέρω ποσό, δεν καθιστά απαγορευμένη τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας καθ' ο μέρος χρειάζεται για την πλήρη ικανοποίηση του δανειστή από τα καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία ..."

Με βάση τις παραδοχές αυτές Εφετείο απέρριψε την από 29.7.2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η οποία είχε κρίνει ομοίως, απαγγέλοντας τη διάρρηξη της συμβάσεως πωλήσεως μόνο για τα γραφεία με στοιχεία Α2 και Α6.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ, ενώ περαιτέρω δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα μη προταθέντα, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά στην θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων προς διάρρηξη της επίδικης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και εν σχέσει προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, αρκούν οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι η απαίτηση της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, απορρέουσα από συναλλαγματικές για τις οποίες είχε τριτεγγυηθεί ο εναγόμενος-αναιρεσείων, ύψους κεφαλαίου 40.000 ευρώ, ανερχόταν κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο ποσό των 82.759,02 ευρώ, β) ότι κατά τον αυτό χρόνο (συζήτησεως της αγωγής) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων δυο (2) γραφείων, ως προς τα οποία διατάχθηκε η διάρρηξη της συμβάσεως υπέρ της ενάγουσας, ανερχόταν στο ποσό των 42.000 € για κάθε ένα, γ) περί της εκ μέρους του άνω οφειλέτη - πωλητή προθέσεως βλάβης της αναιρεσίβλητης, καθώς και περί της εκ μέρους του αναιρεσείοντος - αγοραστή γνώσεως της εν λόγω προθέσεως, συντρεχούσης κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και δ) ότι η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία του πρώτου εναγομένου Β. Α.( μη όντος διαδίκου κατά την παρούσα δίκη) και δη το ποσοστό 16,67% εξ αδιαιρέτου πολυώροφης οικοδομής στην οδό ... στην …, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, καθ' όσον, μετά την ματαίωση για τέσσερις φορές της διενέργειας πλειστηριασμού, η επίσπευση νέου πλειστηριασμού του συγκεκριμένου ποσοστού εξ αδιαιρέτου στη συγκεκριμένη οικοδομή, δεν θα οδηγούσε σε κατακύρωση, ώστε τυχόν περαιτέρω εμμονή της ενάγουσας στη δια πλειστηριασμού εκποίηση του ποσοστού συνιδιοκτησίας του εναγομένου οφειλέτη στην οικοδομή θα ήταν μάταιη. Περαιτέρω, το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, έλαβε υπ' όψη και απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Η κρίση αυτή του Εφετείου στηριζόταν στην παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η άσκηση της από 19.9.2013 (ένδικης) αγωγής ασκήθηκε καταχρηστικά από την ενάγουσα, αλλά έγινε ακριβώς προκειμένου να δυνηθεί να ικανοποιήσει την απαίτησή της κατά του πρώτου εναγομένου από την ακίνητη περιουσία του, εφ' όσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις διαρρήξεως τής εκποιητικής δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής. καθώς και ότι από την συμπεριφορά της ενάγουσας δεν συνάγεται αδράνειά της να ικανοποιηθεί από την εκποίηση του ποσοστού συνιδιοκτησίας στην οικοδομή της οδού ..., διότι η μη διενέργεια του πλειστηριασμού οφείλεται στις ενέργειες του ως άνω πωλητή.
Συνεπώς οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 10,11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ - και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα, καθώς και στην εκτίμηση του περιεχομένου και της αποδεικτικής ισχύος εγγράφων - πλήττεται ουσιαστικώς με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ως προς τις εν λόγω αιτιάσεις οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι(άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του αρθρ. 352 ΚΠολΔ κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικος του έχει το δικονομικό βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεως του (ΑΠ 265/2017 ),

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1424/2017). Επίσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο χαρακτήρισε ορισμένο ισχυρισμό του διαδίκου εσφαλμένως ως ομολογία και θεώρησε εντεύθεν ως πλήρως αποδεδειγμένα τα σχετικά γεγονότα.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έκρινε ότι τα αναφερόμενα στην πέμπτη σελίδα της εφέσεως τού αναιρεσείοντος αποτελούν δικαστική ομολογία περί των κρίσιμων αποδεικτέων γεγονότων της καταδολιευτικής προθέσεως του μεταβιβάσαντος οφειλέτη και της γνώσεως του αποκτήσαντος τα ακίνητα αγοραστή-αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν συνήγαγε ομολογία περί των ως άνω περιστατικών εκ της αναφερομένης στην έφεση του αναιρεσείοντος δεινής οικονομικής καταστάσεως του πωλητή, αλλά κατέληξε στην ως άνω παραδοχή του και συνακολούθως στο αποδεικτικό πόρισμα του περί της βασιμότητος της αγωγής από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-10-2017 αίτηση του Γ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 176/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

https://www.tetravivlos.com/news/454

Δεν υπάρχουν σχόλια: