ΣτΕ 753/2016 Διοικητική Δικονομία - Επιτρεπτό αναίρεσης - Προβολή ισχυρισμού περί σπουδαίου νομικού ζητήματος - Προϋποθέσεις παραδεκτού
Περίληψη
ΣτΕ. Αίτηση αναίρεσης υπό την ισχύ του άρθρου 35 παρ. 1 του Ν 3772/2009. Ταμειακή βεβαίωση προστίμων αυθαιρέτων. Απορρίπτεται ως αόριστος ισχυρισμός προς άρση του λόγω ποσού απαραδέκτου, επειδή δεν εξειδικεύεται το σπουδαίο νομικό ζήτημα. To επικληθέν σπουδαίο νομικό ζήτημα είχε ήδη επιλυθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Είναι επιτρεπτός ο κατά νόμο έλεγχος από το δικαστήριο της ανακοπής, στην περίπτωση που το προβλεπόμενο κατά του νόμιμου τίτλου της διοικητικής εκτέλεσης ένδικο βοήθημα είναι αίτηση ακύρωσης. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
Απόφαση
Αριθμός 753/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Χρ. Ράμμος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Κ. Μαρίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 31 Μαΐου 2010 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της εταιρείας με την επωνυμία «… ΚΑΙ ΣΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα (…), η οποία δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 17407/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ελ. Παπαδημητρίου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 17407/2008 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 7578/2002 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 11.2.2001 ανακοπή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και ακυρώθηκε η …/1/18.12.2000 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακώς σε βάρος της το ποσό των 1.873.576 δραχμών, προερχόμενο από την επιβολή προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαίρετης κατασκευής.
3. Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε, με την 1104/2015 απόφαση του Ε' Τμήματος, για τον καθορισμό του αρμόδιου σχηματισμού προς εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης, στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ο οποίος παρέπεμψε τελικώς αυτή στο Στ' Τμήμα του Δικαστηρίου.
4. Επειδή, νομίμως χωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 21 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει, δεδομένου ότι αντίγραφα της από 28.5.2015 πράξης του Προέδρου του Στ΄ Τμήματος περί ορισμού εισηγητού και δικασίμου της υπόθεσης, καθώς και της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκαν νομίμως προς την αναιρεσίβλητη (βλ. σχετική …/…/8.6.2015 έκθεση επίδοσης επιμελητή του Δικαστηρίου).
5. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με τα άρθρα 36 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112/10.7.2009) και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 (άρθρο 70 του τελευταίου αυτού νόμου), ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις το όριο αυτό ορίζεται σε διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ... Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από τα ανωτέρω ποσά, όταν προβάλλεται από το διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης, β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων...». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι οποίες, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, της αποσυμφόρησης δηλαδή του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο αριθμό αιτήσεων αναίρεσης που δεν έχουν σημαντικό χρηματικό αντικείμενο και της επιτάχυνσης του ρυθμού απονομής της δικαιοσύνης (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν. 3772/2009), πρέπει να ερμηνεύονται στενά, το ζήτημα της συνδρομής «σπουδαίου νομικού ζητήματος», δικαιολογούντος, κατ’ εξαίρεση, την άσκηση αίτησης αναίρεσης με χρηματικό αντικείμενο κατώτερο του νομίμου ορίου, δεν ερευνάται από το αναιρετικό δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνον κατόπιν προβολής από τον αναιρεσείοντα συγκεκριμένων ισχυρισμών που πρέπει να περιέχονται στο ίδιο το εισαγωγικό δικόγραφο και με τους οποίους επεξηγείται με σαφήνεια και τεκμηριώνεται από τον αναιρεσείοντα σε τί ακριβώς συνίσταται, κατά την άποψή του, η σπουδαιότητα του εν λόγω ζητήματος, ώστε να επιβάλλεται κατά νόμο η επίλυσή του από το αναιρετικό δικαστήριο. Η συνδρομή του σπουδαίου νομικού ζητήματος δεν μπορεί, εξάλλου, να συναχθεί εμμέσως ούτε από το περιεχόμενο του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, ούτε, άλλωστε, μπορεί να τεθεί από τον αναιρεσείοντα με μεταγενεστέρως προβληθέντες ισχυρισμούς (βλ. ΣτΕ Ολομέλεια 3323/2011, ΣτΕ 236/2015, 4674/2014 κ.ά.). Επομένως, για να θεωρηθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί συγκεκριμένοι πρέπει, στην περίπτωση που προβάλλεται ότι τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα, να εξηγείται με σαφήνεια και να τεκμηριώνεται από τον αναιρεσείοντα με αυτοτελείς ισχυρισμούς, χωρίς απλή παραπομπή στους περιλαμβανόμενους στο δικόγραφο λόγους αναίρεσης, σε τί ακριβώς συνίσταται, κατά την άποψή του, η σπουδαιότητα του εν λόγω ζητήματος, ώστε να επιβάλλεται η επίλυσή του από το αναιρετικό δικαστήριο, χωρίς να αρκεί ο αόριστος ισχυρισμός ότι τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα (βλ. ΣτΕ 3403/2012 σε Συμβ, ΣτΕ 1212/2012). Περαιτέρω, αν τεκμηριωθεί η σπουδαιότητα του τιθέμενου νομικού ζητήματος, η αίτηση είναι παραδεκτή και εξετάζεται μόνο κατά το μέρος της και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο σπουδαίο νομικό ζήτημα που ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, εφόσον βέβαια αυτό κρίνεται αναγκαίο για την επίλυση της όλης υπόθεσης. Αντίθετα, από το περιεχόμενο του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης και μόνο δεν μπορεί να συναχθεί ότι με την αίτηση τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα και το Συμβούλιο της Επικρατείας την απορρίπτει ως απαράδεκτη (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3323-27/2011, 3475-76/2011, ΣτΕ 4245/2012 7μ., 579-580/2013). Επίσης, εάν το τιθέμενο με την κρινόμενη αίτηση ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί, κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, με οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδοθείσα έστω και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν συνιστά πλέον σπουδαίο νομικό ζήτημα, κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (βλ. ΣτΕ 4506/2011 7μ., 62/2012 7μ., 24, 784, 1613, 1819, 2177, 3118, 3125/2013, 3533, 3978, 4727/2014 κ.ά.). Εξάλλου, στις ανωτέρω ρυθμίσεις περιλαμβάνονται, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, και οι αιτήσεις με τις οποίες ζητείται η αναίρεση απόφασης με την οποία επιλύθηκε διαφορά που ανέκυψε κατά το στάδιο είσπραξης των βεβαιωθέντων ήδη, με την έκδοση του οικείου νομίμου τίτλου, φόρων, δασμών, προστίμων και λοιπών κυρώσεων, γιατί και κατά το στάδιο αυτό η αγόμενη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διαφορά εξακολουθεί να έχει χρηματικό αντικείμενο (ΣτΕ 3403/2012 σε Συμβ., 1212/2012, 1700/2010).
6. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε την 1.6.2010 και συνεπώς διέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3772/2009. Το ποσό της διαφοράς είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (1.873.576 δρχ ή 5.498,39 ευρώ) και όπως συνομολογεί το αναιρεσείον με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης. Προς άρση του απαραδέκτου, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι, παρόλο που το ποσό της διαφοράς είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ, τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου έχει ευρύτερες συνέπειες, διότι αφορά μεγάλο αριθμό υποθέσεων σχετικά με πρόστιμα αυθαιρέτων, σχετιζόμενα άμεσα με την προστασία του περιβάλλοντος. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αορίστως προβαλλόμενος, διότι δεν εξειδικεύεται ποιό είναι το σπουδαίο νομικό ζήτημα, το οποίο κατά τη γνώμη του αιτούντος καθιστά παραδεκτή την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, ενώ και ο ισχυρισμός περί ευρύτερων συνεπειών λόγω του μεγάλου αριθμού υποθέσεων σχετικά με πρόστιμα αυθαιρέτων προβάλλεται αορίστως και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση (πρβλ. ΣτΕ 3403/2012, 1212/2012). Όμως, και υπό την εκδοχή ότι το σπουδαίο νομικό ζήτημα που επικαλείται το αναιρεσείον αφορά στον μοναδικό λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 224 παραγρ.4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. - ν. 2717/1999, Α΄ 97/27.7.1999), στο οποίο ορίζεται ότι: «Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ` αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει το έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία...», διότι «στα πλαίσια της δίκης της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης δεν μπορεί να εξεταστεί η νομιμότητα της πράξης επιβολής προστίμου ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου ούτε να προβληθούν λόγοι αναφερόμενοι σε πλημμέλειες της πράξης χαρακτηρισμού της κατασκευής ως αυθαίρετης, δεδομένου ότι κατά της πράξης επιβολής προβλέπεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του διοικητικού εφετείου», ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος. Και τούτο διότι το ζήτημα αυτό, όπως προβάλλεται, ενόψει της ρητής διατύπωσης της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 224 του Κ.Δ.Δ. που αναφέρεται σε «ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχο ... κατά το νόμο και την ουσία», και της 4250/2012 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε το ζήτημα των ορίων του δικαστικού ελέγχου επί ανακοπής σε περίπτωση άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά του νομίμου τίτλου, δεν αποτελεί πλέον σπουδαίο νομικό ζήτημα. Ειδικότερα δε, ως προς το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, όπως αυτό προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, -ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην προκείμενη περίπτωση, κατά του νομίμου τίτλου, βάσει του οποίου έγινε η επίδικη ταμειακή βεβαίωση, εφόσον αυτός εκδόθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ. (από 20.11.1998 πράξη επιβολής προστίμου ανέγερσης αυθαιρέτου και από 27.1.1999 απόφαση του Σ.Χ.Ο.Π. επί σχετικών ενστάσεων), θα μπορούσε να ασκηθεί ανακοπή (πρβλ. ΣτΕ 3265/2013, 2557/2014), και όχι αίτηση ακύρωσης - με την προαναφερόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (4250/2012 επταμ.), έχει ήδη κριθεί, σε υπόθεση που αφορούσε ανακοπή κατά ταμειακής βεβαίωσης προστίμου ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων, κατά της πράξης επιβολής του οποίου είχε ασκηθεί αίτηση ακύρωσης, ότι, «κατά την έννοια του άρθρου 224 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στην περίπτωση που το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα, κατά της πράξης, με την οποία τελειούται η διοικητική διαδικασία και αποτελεί τον νόμιμο τίτλο της διοικητικής εκτέλεσης που ακολουθεί, είναι αίτηση ακύρωσης, ο κατά νόμο έλεγχος από το δικαστήριο της ανακοπής είναι επιτρεπτός» (ακόμη και αν δεν ασκήθηκε η τυχόν προβλεπόμενη από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή κατά της πράξης που αποτελεί το νόμιμο τίτλο). Κατά συνέπεια, το τιθέμενο με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ζήτημα δεν αποτελεί σπουδαίο νομικό ζήτημα, κατά την έννοια της παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112).
7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2016.
Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
Χρ. Ράμμος Ελ. Γκίκα
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Επιμέλεια Περίληψης:
Χαράλαμπος Τσόγκας, Πάρεδρος ΝΣΚ, LLM
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου