ΣτΕ 2557/2014
Πρόστιμο αυθαίρετης κατασκευής. Πότε χωρεί νομίμως η εν στενή εννοία βεβαίωσή του. Πράξεις επιβολής προστίμων που έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Άσκηση κατ΄ αυτών της ανακοπής του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ. Όρια ελέγχου δικαστηρίου.
Απόφαση
Αριθμός 2557/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011 με την εξής σύνθεση: Δημ. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Δ. Αλεξανδρής, Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι, Μ.Ε. Παπαδημήτρη, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 28 Νοεμβρίου 2002 αίτηση:
της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία παρέστη με τους δικηγόρους α) ....και β) ...., που τους διόρισε με πληρεξούσια,
κατά του Δήμου Κερατσινίου Αττικής, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους α) ...και β) ...., που τους διόρισε με απόφαση ο Δήμαρχος.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Εκκλησία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 108/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της Εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Αλεξανδρή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους της αναιρεσείουσας Εκκλησίας, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξουσίους του αναιρεσίβλητου Δήμου, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, νομίμως ασκείται η κρινομένη αίτηση από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου της Εκκλησίας της Ελλάδας άνευ καταβολής παραβόλου.
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (νπδδ) επιδιώκει την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 108/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου
Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη έφεσή του κατά της υπ’ αριθμ. 2857/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ανακοπή του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου κατά της …/10-11-1998 ταμειακής βεβαιώσεως, του Δήμου Κερατσινίου, με την οποία είχε βεβαιωθεί εις βάρος του ποσό 88.435.000 δραχμών για την ανέγερση και διατήρηση αυθαιρέτου κατασκευής.
3. Επειδή, στο άρθρο 22 του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (Α΄ 210) ορίζονται τα εξής: «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους. Η οικοδομική άδεια κτιρίου ή εγκατάστασης θεωρείται ότι περιλαμβάνει τη διαμόρφωση του εδάφους, τις αναγκαίες εκσκαφές για τη θεμελίωση του κτιρίου ή της εγκατάστασης, καθώς και την κατασκευή περιφραγμάτων, βόθρων και υπόγειων δεξαμενών ύδατος. ... 2. ... 3. ... Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν... 4. ... 5. ... 6. ... 7. ...». Εξάλλου, ο ν. 1337/1983 (Α΄ 33) ρυθμίζει στο κεφάλαιο Β’ αυτού υπό τον τίτλο «Αυθαίρετες κατασκευές» (άρθρα 15-22) τα της τύχης των αυθαίρετων κατασκευών. Ειδικότερα, στο άρθρο 17 του ως άνω νόμου, όπως η παρ. 4 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 του ν. 1512/1985, (Α΄ 4), ορίζεται ότι: «1. Τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πρι από το έτος 1923, καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού κατεδαφίζονται υποχρεωτικά ... 2. Εκτός από την κατεδάφιση επιβάλλεται: α) πρόστιμο ανέγερσης αυθαιρέτου, β) πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου ... 3. ... 4. Υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων είναι οι κύριοι ή συγκύριοι του αυθαιρέτου που ευθύνονται ο καθένας για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου ... Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών από νομέα ή κάτοχο ή επικαρπωτή τα πρόστιμα επιβάλλονται σε όλους και ο καθένας είναι υπεύθυνος για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου ... 5. ... 6. Με τα Π. Διατάγματα της παραγρ. 8 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου ορίζονται: ο τρόπος και η διαδικασία εκτίμησης της αξίας του αυθαιρέτου, το ύψος του προστίμου, ο τρόπος βεβαίωσής τους για κάθε χρόνο που μπορεί να γίνεται σε δόσεις και μηχανογραφικά, η είσπραξή τους, η απόδοσή τους στο Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ., τα θέματα αναπροσαρμογής της αξίας και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. 7. Με Π.Δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία διαπίστωσης και ο χαρακτηρισμός του αυθαιρέτου, ... καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού». Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 7 του ν. 1337/1983 εκδόθηκε το π.δ. της 5/12.7.1983 (Δ΄ 291), με το οποίο ορίζεται ότι η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ο οποίος συντάσσει και υπογράφει σχετική Έκθεση που τοιχοκολλάται αυθημερόν στο αυθαίρετο (άρθρο 1), ότι κατά της Εκθέσεως αυτοψίας δύναται κάθε ενδιαφερόμενος να υποβάλει Ένσταση εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την τοιχοκόλληση και ότι η Ένσταση εξετάζεται από επιτροπή, της οποίας η απόφαση είναι οριστική (άρθρο 2). Εξ άλλου, κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 17 παρ. 6 και 18 παρ. 8 του ν. 1337/1983 εκδόθηκε το π.δ. της 3/8.9.1983 «Τρόπος και διαδικασία εκτίμησης της αξίας των αυθαιρέτων κατασκευών και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Δ΄ 393), με το άρθρο 1 του οποίου, υπό τον τίτλο «Εκτίμηση αξίας ακινήτου», καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της συμβατικής αξίας του αυθαιρέτου για την επιβολή των σχετικών προστίμων, με το άρθρο 2, υπό τον τίτλο «Κατηγορίες κτισμάτων για την επιβολή των προστίμων αυθαιρέτων», τα αυθαίρετα κτίσματα ή κτίρια υπάγονται σε κατηγορίες ανάλογα με τη χρήση τους και με το άρθρο 3, υπό τον τίτλο «Ύψη προστίμων», καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ύψους του προστίμου, ως ποσοστού της αξίας του αυθαιρέτου, κατ’ εφαρμογή συντελεστών ανάλογα με την επιφάνεια του αυθαιρέτου. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ίδιου ως άνω π.δ/τος ορίζεται ότι τα πρόστιμα ανεγέρσεως και διατηρήσεως αυθαιρέτων επιβάλλονται με απόφαση του προϊσταμένου της πολεοδομικής υπηρεσίας ή του εξουσιοδοτουμένου από αυτόν τμηματάρχη της που εκδίδεται αμέσως μετά τον οριστικό χαρακτηρισμό του αυθαιρέτου ή την οριστική κρίση του ως εξαιρετέου ή μη από την κατεδάφιση, ότι η απόφαση αυτή κοινοποιείται δια του αρμοδίου Αστυνομικού Τμήματος στον υπόχρεο, ο οποίος δικαιούται να υποβάλει κατ’ αυτής, εντός, ανατρεπτικής προθεσμίας 10 ημερών από την κοινοποίησή της, Ένσταση, η οποία αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως επιβολής προστίμου, ότι επί της ενστάσεως αποφαίνεται οριστικά το αρμόδιο Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Σ.Χ.Ο.Π.), με αιτιολογημένη απόφασή του, η οποία κοινοποιείται, επί αποδείξει, στον ασκήσαντα την Ένσταση, ότι η απόφαση επιβολής του προστίμου γίνεται οριστική είτε μετά την έκδοση και κοινοποίηση της απορριπτικής αποφάσεως του (Σ.Χ.Ο.Π.) επί της υποβληθείσης ενστάσεως, είτε μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας προς υποβολή ενστάσεως, ενώ, μετά την οριστική επιβολή του προστίμου, αυτό βεβαιώνεται στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο, εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο και αποδίδεται ολόκληρο στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.). Τέλος, στο άρθρο 5 του ίδιου π.δ/τος, ορίζεται ότι «όπου η αρμοδιότητα των αυθαιρέτων κτισμάτων ή κατασκευών ασκείται από Δήμο ή Κοινότητα, η διαδικασία του παρόντος Δ/τος τηρείται από την αρμόδια Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου ή της Κοινότητας». Εξ άλλου, με το άρθρο 1 παρ. 2 περίπτωση ι’ του ν. 1406/1983 (Α΄ 182), υπήχθησαν στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διαφορές που αναφύονται, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, ως αρμόδιο δε δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών, ορίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, το διοικητικό πρωτοδικείο, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 73 του ν.δ/τος 356/1974. Περαιτέρω, στην παρ 1 του άρθρου 73 του ν.δ/τος 356/1974 «περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε. Α΄ 90) ορίζεται ότι: «η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου ...» και ότι: «δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ’ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου», ενώ στην διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 περίπτ. Α’ του ανωτέρω ν.δ/τος 356/1974 ορίζεται ότι ο νόμιμος τίτλος είναι και «η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται».
4. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου να λάβει χώρα η εν στενή εννοία βεβαίωση στο Δημόσιο Ταμείο του προστίμου αυθαίρετης κατασκευής, απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της πράξεως επιβολής τούτου (νομίμου τίτλου), η οποία επέρχεται είτε με την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, της τυχόν απορριπτικής αποφάσεως του αρμοδίου δευτεροβαθμίου οργάνου είτε με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας υποβολής ενστάσεως (ΣτΕ 333/1998, 1112/1992). Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, κατά των πράξεων επιβολής προστίμου, οι οποίες έχουν εκδοθεί κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας [17.7.1999, βλ. άρθρο δεύτερο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97)], δεν προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά κατά των πράξεων αυτών και των εν συνεχεία εκδιδομένων πράξεων ταμειακών βεβαιώσεων, καθώς και των ατομικών ειδοποιήσεων, προβλέπεται (άρθρ. 1 παρ. 2 εδ. ια’ και άρθρ. 8 ν. 1406/1983) η άσκηση ανακοπής του άρθρου 73 του ν.δ. 356/1974. Κατά την εκδίκαση της ανακοπής τα δικαστήρια της ουσίας έχουν την εξουσία να εξετάσουν, κατόπιν ουσιαστικής έρευνας του πραγματικού της υποθέσεως, την ύπαρξη και την έκταση της χρηματικής αξιώσεως του Δημοσίου, η οποία απορρέει από τον νόμιμο τίτλο (πράξη επιβολής προστίμου) ή την ανυπαρξία της αξιώσεως αυτής. Ο έλεγχος, όμως, αυτός δεν δύναται να επεκταθεί και στη νομιμότητα της πράξεως χαρακτηρισμού κατασκευής ως αυθαιρέτου, διότι αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτο παρεπίμπτοντα έλεγχο ατομικής διοικητικής πράξεως, η οποία εκδίδεται, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, με διαφορετική διαδικασία και προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως (ΣτΕ 2491/2008, 1288/2006, 3011/2004, 333/1998 κλπ.).
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Μετά από αυτοψία που διενήργησαν στις 30-12-1996 τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Κερατσινίου, διαπιστώθηκε ότι έχουν γίνει αυθαίρετες επιχώσεις, χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια, σε έκταση 70 στρεμμάτων στη θέση «Λακώματα» της περιοχής Σχιστού στο Κερατσίνι, ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, η οποία είχε εκμισθωθεί στον .... Το ύψος των επιχώσεων ανερχόταν σε 5 μέτρα, ο δε συνολικός όγκος αυτών σε 350.000 κ.μ. (70.000 Χ 5 μ.). Ένσταση κατά της σχετικής Εκθέσεως αυτοψίας (υπ’ αριθμ. …/30-12-1996) απορρίφθηκε με την από 5.3.1997 απόφαση της Επιτροπής Εκδικάσεως Ενστάσεων. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν οι .../11-6-1997 και .../14-7-1997 πράξεις του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Κερατσινίου, με τις οποίες καταλογίσθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου συνολικό πρόστιμο 88.435.000 δραχμών, ήτοι 80.385.000 δραχμές για την ανέγερση και 8.050.000 δραχμές για τη διατήρηση αυθαιρέτου. Κατά των πράξεων αυτών, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο άσκησε ενστάσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν με την Π..../4-6-1998 απόφαση του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Ακολούθως, τα ποσά αυτά βεβαιώθηκαν ταμειακώς από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Κερατσινίου. Το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο άσκησε ανακοπή κατά της ταμειακής βεβαιώσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απορρίφθηκε με την 2857/2000 απόφαση, κατ’ αυτής δε άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
6. Επειδή, ειδικότερα, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Διοικητικό Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την έφεσή του προέβαλε ότι η πιο πάνω έκταση ανήκει στα διοικητικά όρια του Δήμου Περάματος και συνεπώς ο τότε εφεσίβλητος Δήμος ήταν αναρμόδιος, κατά τόπο, να εκδώσει τις σχετικές πράξεις επιβολής προστίμου. Τούτο δε, κατά τα προβληθέντα, εμμέσως προκύπτει από το γεγονός ότι ο μισθωτής της πιο πάνω εκτάσεως, έλαβε από την Πολεοδομία της Νομαρχίας Πειραιά, δεδομένου ότι ο Δήμος Περάματος δεν διαθέτει δικό του πολεοδομικό γραφείο, την …/2001 άδεια οικοδομής, καθώς και την 155/1996 απόφαση περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, η οποία είχε μεν ανακληθεί με το 233/1997 έγγραφο του Νομάρχη Πειραιά, πλην αναβίωσε μετά την ανάκληση της ανακλήσεως με το …/19.1.2001 έγγραφο του Αναπληρωτή Νομάρχη Πειραιά. Τον λόγο αυτό της εφέσεως απέρριψε το Διοικητικό Εφετείο ως νόμω αβάσιμο, με την σκέψη ότι, σύμφωνα με την 28/1960 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Ορίων Δήμων και Κοινοτήτων Αττικής, η ένδικη έκταση είναι εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Κερατσινίου, το δε αμετάκλητο της αποφάσεως αυτής αποκλείει, σύμφωνα με το άρθρο 16 του π.δ. 410/1995, νέο καθορισμό των εν λόγω ορίων. Κατά το Διοικητικό Εφετείο, η έκδοση της …/2001 οικοδομικής άδειας και της 155/1996 αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων δεν επηρεάζουν την αρμοδιότητα του Δήμου Κερατσινίου. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε ως απαραδέκτως προβαλλόμενο τον λόγο της εφέσεως ότι η εναπόθεση χωμάτων και η διαμόρφωση του εδάφους που έγινε από τον μισθωτή της εκτάσεως, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, έγινε νόμιμα, αφού υπήρχε για την ένδικη έκταση έγκριση των περιβαλλοντικών όρων από την Πολεοδομία Πειραιά, με τη σκέψη ότι με αυτόν αμφισβητείται η νομιμότητα της πράξεως χαρακτηρισμού των επιχώσεων ως αυθαιρέτων, τυχόν δε εξέταση του λόγου θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτο παρεμπίπτοντα έλεγχο ατομικής διοικητικής πράξεως, η οποία προσβάλλεται μόνο με αίτηση ακυρώσεως. Εξάλλου, λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο το αναιρεσείον άσκησε κατά των πράξεων χαρακτηρισμού των επιχώσεων ως αυθαιρέτων προσφυγή, η οποία εσφαλμένως απορρίφθηκε με την 1498/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ έπρεπε να ερμηνευθεί ως αίτηση ακυρώσεως και να παραπεμφθεί στο αρμόδιο δικαστήριο, απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι το τότε εκκαλούν νομικό πρόσωπο δεν άσκησε ένδικο βοήθημα κατά της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής Εκδικάσεως Ενστάσεων, αλλά την από 10.9.1998 προσφυγή, στρεφόμενη κατά των ... και .../1997 πράξεων επιβολής προστίμου και κατά της .../1998 απόφασης του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των προστίμων. Κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως της Επιτροπής Εκδικάσεως Ενστάσεων ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην αρμοδιότητα του οποίου υπαγόταν η διαφορά πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 και συνεπώς, μετά τον οριστικό χαρακτηρισμό των οικείων επιχώσεων ως αυθαιρέτων, νομίμως επιβλήθηκε το επίδικο πρόστιμο. Περαιτέρω, ως νόμω αβάσιμος απορρίφθηκε ο λόγος εφέσεως ότι το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, ως εκμισθωτής της εκτάσεως, δεν φέρει καμία ευθύνη, με την αιτιολογία ότι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 παρ. 4 Ν. 1337/1983, είναι υπόχρεο στην καταβολή του προστίμου υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη. Ο ισχυρισμός δε ότι δεν υπολογίσθηκε ορθά το πρόστιμο απορρίφθηκε, προεχόντως, ως αόριστος, με τη σκέψη ότι δεν εξειδικεύεται εάν ο εσφαλμένος υπολογισμός οφείλεται στον όγκο των επιχώσεων, στην τιμή μονάδας ανά κ.μ., στη συμβατική τιμή ή στην εσφαλμένη εφαρμογή των συντελεστών που προβλέπονται στο π.δ. της 3/8-9-1983. Τέλος, ως απαράδεκτος απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι η επιβολή προστίμου τόσο εις βάρος του ιδιοκτήτη όσο και εις βάρος του μισθωτή συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, με την αιτιολογία ότι το άρθρο 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στο Δημόσιο Δίκαιο.
7. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν Εφετείο έσφαλε, απορρίπτοντας ως απαράδεκτο τον λόγο εφέσεως ότι οι πράξεις επιβολής προστίμων και η συναφής ταμειακή βεβαίωση ήταν μη νόμιμες, διότι δεν υπήρξε αυθαίρετη κατασκευή, με τη σκέψη ότι η εξέταση του λόγου αυτού θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτο παρεμπίπτοντα έλεγχο της ατομικής διοικητικής πράξεως του χαρακτηρισμού των επιχωματώσεων ως αυθαιρέτων, η οποία πράξη προσβάλλεται μόνο με αίτηση ακυρώσεως. Και τούτο, διότι, κατά τα προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση, ο παρεμπίπτων αυτός έλεγχος δεν άγει μεν σε ακύρωση της ατομικής διοικητικής πράξεως, αλλά επιτρεπτώς με αυτόν εξετάζεται η πράξη χαρακτηρισμού ως αυθαιρέτου κατασκευής ως προς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων αυτής και πάντως η παρεμπίπτουσα κρίση εκφέρεται μέχρις διαπιστώσεως της υπάρξεως του αυθαιρέτου, δηλαδή μέχρι της αναγνωρίσεως της εγκυρότητας ή του ακυρωσίμου ή του ανυποστάτου του αυθαιρέτου, αφού ο έλεγχος, εν προκειμένω, αποτελεί την διαπιστωτική πράξη της οριστικοποιήσεως του αυθαιρέτου. Όπως δε, περαιτέρω, ισχυρίζεται το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, κατά νόμον (άρθρο 22 ΓΟΚ Ν. 1577/85 και Ν. 1772/88) για το έργο της επιχωματώσεως δεν εκδίδεται οικοδομική άδεια, αλλά αρκεί η διοικητική άδεια με την έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Εν προκειμένω, από την ανακοπή και την έφεση προέκυπτε, κατά τα προβαλλόμενα, ότι δεν υπάρχει αυθαίρετο έργο, διότι πρόκειται περί νόμιμης επιχωματώσεως 70 στρεμμάτων που καλύπτεται από την εγκεκριμένη περιβαλλοντική μελέτη και πάντως από την δοθείσα διοικητική άδεια. Επομένως, το φερόμενο ως «αυθαίρετο έργο» είναι, κατά τα προβαλλόμενα, όχι ακυρωτέο, αλλά «ανυπόστατο». Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 4, τα δικαστήρια της ουσίας, κατά την εκδίκαση της ανακοπής του άρθρου 73 του ν.δ. 356/1974 , έχουν μεν την εξουσία να εξετάσουν, κατόπιν ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως την ύπαρξη και την έκταση της χρηματικής αξιώσεως, η οποία απορρέει από τον νόμιμο τίτλο, δηλαδή, εν προκειμένω, την πράξη επιβολής προστίμων, ο έλεγχος όμως αυτός δεν δύναται να επεκταθεί και στη νομιμότητα της πράξεως του χαρακτηρισμού της κατασκευής ως αυθαιρέτου, διότι αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτο παρεμπίπτοντα έλεγχο ατομικής διοικητικής πράξεως, η οποία εκδίδεται με διαφορετική διαδικασία και προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως.
8. Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται ότι το Διοικητικό Εφετείο έσφαλε, απορρίπτοντας με πλημμελή και πάντως ανεπαρκή αιτιολογία, ως αβάσιμο τον λόγο εφέσεως περί της κατά τόπον αναρμοδιότητας του Δήμου Κερατσινίου, τόσο για την διενέργεια της αυτοψίας και τον χαρακτηρισμό των επιχωματώσεων ως αυθαιρέτου κατασκευής, όσο και για την επιβολή των προστίμων και της ταμειακής βεβαιώσεως αυτών, με τη σκέψη ότι, σύμφωνα με την 28/1960 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Ορίων Δήμων και Κοινοτήτων Αττικής, η ένδικη έκταση περιλαμβάνεται στα διοικητικά όρια του Δήμου Κερατσινίου, το αμετάκλητο δε της αποφάσεως αυτής αποκλείει, σύμφωνα με το άρθρο 16 του π.δ. 410/1995 νέο καθορισμό των εν λόγω ορίων. Και τούτο, διότι, κατά τα προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση, κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδόσεως των πράξεων επιβολής προστίμων (το έτος 1997) από τον Προϊστάμενο της Πολεοδομίας του Δήμου Κερατσινίου, καθώς και της συναφούς ταμειακής βεβαιώσεως (το έτος 1998), κατά τόπον, αρμόδιος ήταν και είναι ο Δήμος Περάματος και κατά τις τότε ισχύουσες διατάξεις, αλλά και κατά τις διατάξεις του ν. 2749/1999. Είναι δε, κατά τα προβαλλόμενα, μη νόμιμη η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το επίμαχο ζήτημα έχει λυθεί με την απόφαση 28/1960 του Διοικητικού Δικαστηρίου Ορίων Δήμων και Κοινοτήτων Αττικής, μη επιτρεπομένου νέου καθορισμού των ορίων των εν λόγω Δήμων, πρώτον διότι δεν πρόκειται για νέο καθορισμό ορίων, αλλά για την διαπίστωση σε ποιά δημοτική περιφέρεια εμπίπτει η επίμαχη τοποθεσία και πάντως η ανωτέρω απόφαση του έτους 1960 εκδόθηκε προ 40 ετών κατ’ εφαρμογή της προϊσχύουσας νομοθεσίας. Δεύτερον, διότι η απόφαση αυτή δεν υπερισχύει των μεταγενέστερων διατάξεων του ν. 2742/1999 και συγκεκριμένα του άρθρου 21, κατά τις οποίες, σε συνδυασμό και με τα προσαρτημένα στο νόμο αυτό διαγράμματα χαρτογράφησης των ζωνών προστασίας του όρους Αιγάλεω σύμφωνα με τα προβαλλόμενα, η επίδικη έκταση εμπίπτει στα όρια του Δήμου Περάματος, όπως βεβαιώνεται και με την προσκομισθείσα με επίκληση από 12.6.1996 Έκθεση Επιθεωρήσεως της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Ν. Πειραιώς, κατόπιν αντιπαραβολής των εγκεκριμένων Πολεοδομικών σχεδίων του Δήμου Κερατσινίου και του Δήμου Περάματος. Πάντως δε αναιτιολογήτως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αυτή περιλαμβάνεται στα διοικητικά όρια του Δήμου Κερατσινίου. Δεδομένου όμως ότι, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του π.δ. της 3/8.9.1983, προκύπτει ότι αρμόδια για την επιβολή των προστίμων Υπηρεσία είναι εκείνη, όργανα της οποίας έχουν προηγουμένως προβεί στον χαρακτηρισμό κατασκευής ως αυθαιρέτου, ο λόγος εφέσεως περί της, κατά τόπον, αναρμοδιότητας του Δήμου Κερατσινίου, και συγκεκριμένα του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας του εν λόγω Δήμου, για την έκδοση των πράξεων επιβολής των προστίμων, είχε προβληθεί απαραδέκτως, διότι συνεπάγεται ανεπιτρέπτως την αμφισβήτηση της νομιμότητας των ατομικών πράξεων των οργάνων του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Κερατσινίου περί χαρακτηρισμού της επίμαχης κατασκευής ως αυθαιρέτου, στις οποίες πράξεις στηρίζεται, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ./τος της 3/8.9.1983, η αρμοδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας του ως άνω Δήμου για την επιβολή των προστίμων. Συνεπώς, ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, απερρίφθη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο ως άνω λόγος εφέσεως, με τον οποίο πάντως το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο είχε περιορισθεί με το δικόγραφο της εφέσεως να προβάλει μόνον, ότι η αναρμοδιότητα του Δήμου Κερατσινίου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο μισθωτής της εκτάσεως ... έλαβε νόμιμα, το έτος 2001, την σχετική οικοδομική άδεια από την Πολεοδομία της Νομαρχίας Πειραιά, η οποία είχε εκδώσει και απόφαση περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων. Ανεξαρτήτως δε αυτών, ούτε αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση με ποιό δικόγραφο είχε γίνει επίκληση, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, της ανωτέρω Εκθέσεως Επιθεωρήσεως της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιώς, ενώ με τις, μεταγενέστερες της εκδόσεως των προσβαλλομένων με την ανακοπή πράξεων, διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2742/1999, καθώς και τα προσαρτημένα στο νόμο αυτό διαγράμματα, των οποίων πάντως δεν είχε γίνει με το δικόγραφο της εφέσεως επίκληση ούτε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, δεν καθορίζονται (ούτε «επανακωδικοποιούνται», όπως αβασίμως προβάλλεται από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο), τα διοικητικά όρια των Δήμων Κερατσινίου και Περάματος, αλλά, όπως ρητώς ορίζεται, «αντικείμενο της ρύθμισης» του εν λόγω άρθρου 21 είναι ο καθορισμός των ορίων ζωνών προστασίας του όρους Αιγάλεω και των χρήσεων και όρων δόμησης σε αυτές.
9. Επειδή, περαιτέρω, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο προβάλλει ότι «οι δικονομικής φύσεως διατάξεις» του ν. 1337/1983 και των συναφών νόμων είναι μη εφαρμοστέες, ως αντίθετες προς τα άρθρα 4, 5, 17, 25 και 28 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, διότι του στερούν, για δικονομικούς λόγους, την έννομη προστασία έναντι της εις βάρος του επεμβάσεως αναρμόδιας αρχής. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, απαγόρευση του παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας της πράξεως χαρακτηρισμού κατασκευής ως αυθαιρέτου, στο πλαίσιο της δίκης της ανακοπής κατά των πράξεων επιβολής προστίμων και των συναφών ταμειακών βεβαιώσεων, δεν στερείται ο ενδιαφερόμενος δικαστικής προστασίας. Και τούτο, διότι η κείμενη νομοθεσία παρέχει τη δυνατότητα στον έχοντα έννομο συμφέρον να στραφεί ευθέως με αίτηση ακυρώσεως κατά της οριστικής αποφάσεως χαρακτηρισμού κατασκευής ως αυθαιρέτου, στην προκειμένη δε περίπτωση, ενώπιον του τότε, αρμοδίου Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, μάλιστα, απόφαση, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του π.δ. της 3/8.9.1983, αναγράφεται στην πράξη επιβολής των προστίμων.
10. Επειδή, προβάλλεται ότι αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι δεν εξήτασε τον λόγο εφέσεως, κατά τον οποίο το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό των επίμαχων επιχώσεων ως αυθαιρέτων με την άσκηση σχετικής προσφυγής, η οποία εσφαλμένα απορρίφθηκε με την 1498/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ έπρεπε να ερμηνευθεί ως αίτηση ακυρώσεως και να παραπεμφθεί, βάσει του άρθρου 19 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά της ως άνω δε αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου, είχε ασκήσει έφεση, η οποία ήταν εκκρεμής στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης εκδοχής, διότι το δικάσαν Εφετείο, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα, εξήτασε και απέρριψε τον προαναφερόμενο λόγο εφέσεως, με την σκέψη ότι το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δεν άσκησε ένδικο βοήθημα κατά της από 5.3.1997 αποφάσεως της Επιτροπής Εκδικάσεως Ενστάσεων, με την οποία απερρίφθη ένστασή του κατά της 1/30.12.1996 Εκθέσεως αυτοψίας, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν αυθαίρετες οι επίμαχες επιχώσεις, αλλά την από 10.9.1998 προσφυγή κατά των πράξεων επιβολής των επίμαχων προστίμων, καθώς και κατά της .../1998 αποφάσεως του Συμβουλίου Χωροταξίας Οικισμών και Περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των προστίμων. Όπως δε, περαιτέρω, δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι, κατά της ως άνω αποφάσεως της Επιτροπής Εκδικάσεως Ενστάσεων του άρθρου 2 παρ. 4 του π.δ. της 5/12.7.1983, ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην ακυρωτική αρμοδιότητα του οποίου υπαγόταν, πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999, η σχετική ακυρωτική διαφορά και, συνεπώς, μετά τον οριστικό χαρακτηρισμό των επιχώσεων ως αυθαιρέτων νομίμως επιβλήθηκε το ένδικο πρόστιμο.
11. Επειδή, προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον επικουρικώς προβληθέντα λόγο εφέσεως ότι τα επιβληθέντα πρόστιμα, για την ανέγερση και τη διατήρηση του αυθαιρέτου, δεν είχαν υπολογισθεί ορθά και έπρεπε να μειωθούν, με τη σκέψη ότι δεν εξειδικεύεται εάν ο εσφαλμένος υπολογισμός οφείλεται στον όγκο των επιχώσεων, στην τιμή μονάδος ανά κ.μ., στη συμβατική τιμή ή στην εσφαλμένη εφαρμογή των συντελεστών που προβλέπονται στο π.δ. της 3/8.9.1983. Ο λόγος αυτός της εφέσεως, κατά τους προβαλλόμενους με την υπό κρίση αίτηση ισχυρισμούς, ήταν ωρισμένος και δεκτικός δικαστικής εκτιμήσεως και δεν έχρηζε περαιτέρω εξειδικεύσεως, δεδομένου ότι είχε προβληθεί ότι υπήρξε λανθασμένος ο τρόπος υπολογισμού των ποσών, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για επιχωματώσεις και όχι για κατασκευή κτίσματος. Και ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι ο προβληθείς με την έφεση ισχυρισμός ότι τα πρόστιμα δεν είχαν υπολογισθεί ορθά, για το λόγο ότι πρόκειται για επιχώσεις και όχι για κατασκευή κτίσματος, δεν ήταν ουσιώδης, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις του π.δ. της 3/8.9.1983, οι επιχώσεις δεν προβλέπονται ως χωριστή κατηγορία αυθαιρέτων κατασκευών, με ειδικό για αυτές τρόπο υπολογισμού των προστίμων και συνεπώς ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο της εφέσεως, όπως αυτός είχε διατυπωθεί ενώπιόν του. Κατόπιν δε αυτού, είναι αλυσιτελείς οι περαιτέρω προβαλλόμενοι, με την υπό κρίση αίτηση, ισχυρισμοί, οι αμφισβητούντες την κρίση του Διοικητικού Εφετείου περί αοριστίας του ανωτέρω λόγου εφέσεως.
12. Επειδή, τέλος, απορριπτέοι είναι οι αυτοτελείς λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι απαραδέκτως προβάλλονται το πρώτον με τα από 17.11.2004 και 22.3.2010 υπομνήματα του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου.
13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου, παραδεκτώς, άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δήμου εκ τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011, την 1η Δεκεμβρίου 2011 και στις 8 Δεκεμβρίου 2011
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος
Δημ. Πετρούλιας
Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Β. Ραφαηλάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 17ης Ιουλίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος
Αθ. Ράντος
Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Ελ. Γκίκα
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ..............................................
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος
Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Πηγή:
Συμβούλιο της Επικρατείας
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
ECLI:
ECLI:EL:COS:2014:0717A2557.02E7360Επιμέλεια Περίληψης:
Αγγελική Στυλιανού, Δικηγόρος Αθηνών
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου