Α.Π. 391/2012 (Τμήμα Γ)
Απόφαση 391 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από
τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη,
Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη,
Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16
Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για
να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καραγιαννίδη.
Της
αναιρεσίβλητης: Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από
την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαγδαληνή Θερμού, με δήλωση του άρθρου 242
παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2006 αγωγή
της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο
Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11932/2008 του ίδιου Δικαστηρίου
και 521/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας
απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2010 αίτησή της.
Κατά
τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής
Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του,
με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση
δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα
πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται
ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το
δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν
στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού
δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν
εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../4.11.1999 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζαφειρίας Νικολάου Δεληβοριά, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Γ. Κ. του Α. πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα διαμέρισμα ... που βρίσκεται στο συνοικισμό Τερψιθέας του Δήμου Σταυρουπόλεως Θεσσαλονίκης ... εμβαδού μικτού 100,10 και καθαρού 85,80 τετραγωνικών μέτρων ... αντί του αναγραφόμενου σε αυτό τιμήματος των 11.853.000 δραχμών.
Στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας είχε περιέλθει το διαμέρισμα αυτό κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κατόπιν αγοράς από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Φ. ΟΕ" ... δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28-11-1984 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νίκης Χασιώτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 24.000.000 δραχμών, το οποίο και έχει καταβληθεί. Μετά την αγορά του, αυτός (Γ. Κ.) εγκαταστάθηκε σε αυτό με την τότε σύζυγό του εναγομένη Σ. Γ. και τα τέσσερα θήλεα τέκνα του ... τα οποία απέκτησε από το νόμιμο γάμο του με αυτήν, ο οποίος είχε τελεστεί στο Μόναχο Γερμανίας στις 29-12-1973. Τον Ιανουάριο του έτους 1998 διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση αυτών. Αιτία της διαστάσεως ήταν η σύναψη ερωτικού δεσμού του συζύγου με την ενάγουσα Ε. Α. ... Τελικά ο γάμος της εναγομένης με τον ανωτέρω Γ. Κ. λύθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 21590/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν της ... (από) 14.1.2002 αγωγής του συζύγου ... συνεπεία συνεχούς τετραετούς διαστάσεως των συζύγων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω σύμβαση, με την οποία ο Γ. Κ. του Ά. μεταβίβασε στην ενάγουσα, ενόσω ακόμη διαρκούσε ο γάμος του με την εναγομένη, το επίδικο διαμέρισμα, είναι εικονική, καθόσον οι δηλώσεις βουλήσεως και των δυο συμβαλλομένων προς κατάρτιση αυτής, όπως περιλήφθηκαν στο ως άνω συμβόλαιο (.../1999), δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, αφού δεν υπήρχε αληθινή βούληση ούτε του κυρίου του πιο πάνω ακινήτου να πωλήσει, ούτε της ενάγουσας να αγοράσει αυτό.
Στη σύναψη δε της συμβάσεως αυτής της πωλήσεως προέβησαν αυτοί, προκειμένου να ματαιώσουν την ικανοποίηση της αξιώσεως συμμετοχής της εναγομένης στην απόκτηση του εν λόγω διαμερίσματος κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον πωλητή, δεδομένου ότι και αυτή (εναγομένη) εργαζόταν σε ένα από τα καταστήματα πωλήσεως ξηρών καρπών που διατηρούσαν στους Αμπελόκηπους και στην Ιωνία Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα. Την κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο στα εξής ιδίως στοιχεία: 1) Στο γεγονός ότι το επίδικο διαμέρισμα ήταν βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης η οποία γράφηκε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στις 28-7-1999, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1993/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό των 19.500.000 δραχμών, προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της Τράπεζας Πίστεως, η οποία προερχόταν από την υπ' αριθμ. .../23-6-1999 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία χορηγήθηκε από αυτήν στον πωλητή Γ. Κ. πίστωση ύψους 15.000.000 δραχμών, γεγονός το οπoίο αναφέρεται και στο σύμβολαιο με το οποίο καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση πωλήσεως (υπ' αριθμ. .../4-11-1999), και συνεπώς υπήρχε κίνδυνος εκπλειστηριάσεως του επίδικου διαμερίσματος από τη δανείστρια Τράπεζα σε περίπτωση μη εξοφλήσεως από τον πιστούχο της ως άνω απαιτήσεώς της. 2) Στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν επισκέφθηκε ποτέ πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως το επίδικο διαμέρισμα, προκειμένου να το ελέγξει από απόψεως θέσεως, χώρων, κατασκευής του, λειτουργικότητας, φωτισμού κλπ, και προς διαπίστωση της υπάρξεως τυχόν πραγματικών ελαττωμάτων, όπως συνηθίζεται να γίνεται από κάθε ενδιαφερόμενο για την αγορά ενός ακινήτου. 3) Στο γεγονός ότι η ενάγουσα στην αγωγή της δεν αναφέρει ποιο ήταν το συμφωνηθέν τίμημα και αν αυτό καταβλήθηκε στον πωλητή, αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας αγόρασε από τον Γ. Κ. του Α. και ο τελευταίος της πώλησε και μετεβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, το επίδικο διαμέρισμα, ενώ στις πρωτόδικες προτάσεις της και δη στην προσθήκη - αντίκρούση αυτών ... και πάλι δεν ανέφερε ποιο ήταν το συμφωνηθέν τίμημα και αν αυτό καταβλήθηκε και με ποιο τρόπο ...
Αλλά, εκτός αυτού, δεν αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε από την ενάγουσα στον πωλητή Γ. Κ. το αναγραφόμενο στο προαναφερόμενο συμβόλαιο τίμημα των 11.583.000 δραχμών. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί μόνο από το γεγονός ότι στο προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο ... αναφέρεται πως η αγοράστρια κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα των 11.583.000 δραχμών στον πωλητή ... εκτός του γραφείου της εφόσον οι δηλώσεις των συμβαλλομένων για την καταβολή του τιμήματος δεν ενισχύονται από κάποιο αξιόπιστο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Το ότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα ... έγινε δεκτό και από την υπ' αριθμ. 14968/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ... αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, της θυγατέρας της Σ. Κ. του Γ. και του συζύγου της τελευταίας ... που διέμεναν στο επίδικο διαμέρισμα, και ως προς το αίτημά της περί καταβολής αποζημιώσεως ... Δικαιολογητικό λόγο της συνάψεως εικονικής συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ του κυρίου του επίδικου ακινήτου Γ. Κ. και της ενάγουσας αποτελεί ... και η πρόθεση των συμβαλλομένων να αποτραπεί η εμπλοκή του κυρίου του ακινήτου σε δικαστικούς αγώνες με τη σύζυγό του και τα τέκνα του ... ( το οποίο) βέβαια θα μπορούσε να επιτευχθεί και με τη σύναψη πραγματικής συμβάσεως πωλήσεως, πλην όμως η ενάγουσα, όπως και οποιοσδήποτε άλλος τρίτος, δεν ήταν δυνατό να δεχθεί να προβεί στην πραγματική αγορά ενός ακινήτου που ήταν, όπως προαναφέρθηκε, βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης.
Η προεκτεθείσα κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο πρώην σύζυγος της εναγομένης Γ. Κ. του Ά. και η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. 14762/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχτηκαν αθώοι για τις πράξεις της καταδολίευσης δανειστών και της άμεσης σε αυτήν συνέργειας αντίστοιχα, καθόσον ... το ως άνω Ποινικό Δικαστήριο ... δεν ερεύνησε το θέμα της εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως. Με βάση τα δεδομένα αυτά (έκρινε το Εφετείο ότι) η επίδικη σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη ως εικονική (άρθρο 138 ΑΚ) και ( ότι) ως τέτοια θεωρείται σα να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ), όπως βάσιμα υποστηρίζει με την προβληθείσα σχετική ένστασή της η εναγόμενη (και ότι) κατά συνέπεια η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου διαμερίσματος με την κατάρτιση και μεταγραφή της συμβάσεως αυτής και δεν νομιμοποιείται ως εκ τούτου στην άσκηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής". Ακολούθως, έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και αφού εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε τη διεκδικητική του επίδικου διαμερίσματος αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, καθόσον αφορά την παραδοχή της άνω ένστασης της εναγομένης περί εικονικότητας της μεταβιβαστικής με πώληση του επίδικου διαμερίσματος δικαιοπραξίας που προεκτέθηκε και παράλληλα την απόρριψη εν τέλει της αγωγής.
Έτσι ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τις οποίες η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, ότι δέχτηκε την ως άνω ένσταση της εναγομένης έχοντας περιλάβει στην απόφασή του όχι επαρκή αιτιολογία, δηλαδή α) ότι οι συμβαλλόμενοι της μεταβιβαστικής ως άνω δικαιοπραξίας κατάρτισαν αυτήν εικονικά "... προκειμένου να ματαιώσουν τις αξιώσεις συμμετοχής της εναγομένης στην απόκτηση του εν λόγω διαμερίσματος, κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον πωλητή ...", χωρίς να διαλαμβάνει για συμμετοχή της εναγόμενης στην αγορά του με κάποιο ποσό, β) συνήγαγε τεκμήριο ότι οι συμβαλλόμενοι είχαν τέτοια πρόθεση( να καταρτίσουν δηλαδή την προεκτιθέμενη δικαιοπραξία εικονικά) από το ότι " το διαμέρισμα ήταν βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης και συνεπώς υπήρχε κίνδυνος εκπλειστηριάσεως ..." χωρίς όμως να προσδιορίζει το κατά τη μεταβίβαση ύψος του ποσού του πωλητή προς την Τράπεζα, γ) δέχτηκε ότι " δεν καταβλήθηκε τίμημα" με την αιτιολογία, ότι " η καταβολή του δεν ενισχύεται από κάποιο αξιόπιστο έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο", αν και αυτό δεν συνηθίζεται και παρεκτός του ότι το τίμημα μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή η σχετική αξίωση να αποσβεστεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο και δ) δέχτηκε ως δικαιολογητικό λόγο της σύναψης εικονικής σύμβασης πώλησης ως άνω " την πρόθεση των συμβαλλομένων (πωλητή και αναιρεσείουσας) να αποτραπεί η εμπλοκή του κυρίου του ακινήτου σε δικαστικούς αγώνες με τη συζυγό του (εναγομένη) και τα τέκνα του για την απόδοση του ακινήτου" χωρίς να διαλαμβάνει σχετικά με το αν υπήρχε αξίωση δικαστικώς επιδιώξιμη της τέως συζύγου του εναγομένης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενόψει του ότι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια όπως στην προκειμένη περίπτωση δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ολΑΠ 861/1984).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί; στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 2915/2001, η κατάθεση των προτάσεων ως προς τις δίκες που εκδικαζόταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία γινόταν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ - και όχι τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή της με το άρθρο 23 του ν. 3994/13.7.2011-, δηλαδή στο ακροατήριο, όλοι δε οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονταν προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονταν στα πρακτικά και οι διάδικοι μπορούσαν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολίαζαν τις αποδείξεις, πρότειναν ισχυρισμούς και προσκόμιζαν ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση, όπως δηλαδή και το άρθρο 238 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 24 του άνω ν. 3994/13.7/2011 στη θέση του προηγούμενου άρθρου 238 που είχε καταργηθεί με το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 2479/1997- ήδη επιτάσσει.
Περαιτέρω, κατά την ΚΠολΔ 527 είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός των εξαιρέσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, το απαράδεκτο δε αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α' και 14 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο- επί της διεκδικητικής του επίδικου διαμερίσματοςς αγωγής της, με την οποία αυτή (αναιρεσείουσα ) ισχυρίστηκε ότι έγινε κυρία του εν λόγω διαμερίσματος με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που έχει νόμιμα μεταγραφεί - παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον αυτοτελή περί εικονικότητας του προεκτιθέμενου συμβολαίου ισχυρισμό- ένσταση- της αντιδίκου της αναιρεσίβλητης ( εναγομένης), τον οποίο η τελευταία πρωτοβαθμίως - δηλαδή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης- δεν πρότεινε, όπως επιτάσσει η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλαδή στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της εν λόγω διεκδικητικής αγωγής αλλά απαραδέκτως με τις προτάσεις της που κατέθεσε μετά τη συζήτηση και τον επανέφερε στο Εφετείο με την έφεσή της κατά παραβίαση των ορισμών της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, επίσης, απαραδέκτως, αλλά παρά το νόμο τον έλαβε υπόψη και κατά παραδοχή του απέρριψε την εν λόγω αγωγή της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, στον οποίο ο αναιρετικός αυτός λόγος στηρίζεται, ο οποίος και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις- είχε προταθεί παραδεκτά από μέρους της στο Εφετείο με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει, και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της που δεν είχαν εξεταστεί πρωτόδικα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠοΛΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αποτελούν δε "πράγματα", και άρα η μη λήψη υπόψη υπόψη ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης και οι επικουρικές βάσεις που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε εξετάσει και το εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αφού απέρριψε την κύρια βάση δεν τις ερεύνησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη - από 29.12.2006 - αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχουν σωρευθεί σ' αυτήν δύο αγωγές της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, δηλαδή διεκδικητική (κατά την ΑΚ 1094) και αγωγή αποζημίωσης (κατά την ΑΚ 1098) για τα ωφελήματα που η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) πορίστηκε, από τις οποίες η μεν διεκδικητική εκδικάστηκε και απορρίφτηκε ως άνω από την προσβαλλόμενη απόφαση, ανεστάλη δε η εκδίκασή της αγωγής αποζημιώσεως εωσότου περατωθεί η εκδίκαση της με αριθμό κατάθεσης 5623/2003 συναφούς αγωγής και γι' αυτό ως προς αυτήν δεν ασκήθηκε έφεση και δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο.
Άλλη βάση για την απόδοση του επίδικου διαμερίσματος και μάλιστα "από την αδικοπραξία" δεν εμπεριέχεται στην αγωγή και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. β' του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) και την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής κατά τη βάση της από τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο (το αγοραπωλητήριο ως άνω συμβόλαιο) δεν ερεύνησε τη σωρευόμενη στην αγωγή (...) βάση της από αδικοπραξία λόγω της προσβολής του δικαιώματος της κυριότητάς της στο επίδικο διαμέρισμα, πρέπει, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 ΚΠολΔ, έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό: α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο εξαιτίας αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι, αν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάστηκαν περισσότερες αγωγές, που είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο, προς εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου και στη μία από αυτές εκδόθηκε οριστική απόφαση ως προς όλους τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, ενώ ως προς άλλη ή άλλες αγωγές εκδόθηκε μη οριστική απόφαση ως προς όλους ή μερικούς από τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, η ως προς όλους τους διαδίκους εκδοθείσα οριστική απόφαση, υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τις άλλες σωρευθείσες στο ίδιο δικόγραφο αγωγές, καθόσον μια τέτοια απόφαση, αφορά στην ουσία, άλλη, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 513 ΚΠολΔ δίκη, σε σχέση μ' αυτήν που εκκρεμεί και δεν περατώθηκε ακόμα ως προς τις υπόλοιπες σωρευθείσες στο ίδιο δικόγραφο αγωγές.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης, ως άνω, αγωγής σωρεύτηκαν οι πιο πάνω δύο αγωγές και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 11932/2008 απόφασή του, απέρριψε τη διεκδικητική αγωγή και ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής αποζημίωσης. Η απόφαση αυτή είναι οριστική ως προς την πρώτη των πιο πάνω αγωγών και μη οριστική ως προς τη δεύτερη. Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε ότι παραδεκτός ασκήθηκε η από 27-6-2008 έφεση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) κατά των οριστικών διατάξεων της προμνημονευόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που υπέκειτο σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν αυτοτελώς σε έφεση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και η προσβαλλόμενη, με τον τρίτο λόγο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση για το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 115-120, και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι πρέπει να καθορίζονται με πληρότητα, δηλαδή τις αιτιάσεις που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου και να είναι σε θέση ο δικαστής να κρίνει για τη νομιμότητα και τη βασιμότητά του. Αλλιώς, ήτοι, αν έστω και ένας λόγος δεν είναι ορισμένος, η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως στο σύνολό της, εξαιτίας της αοριστίας της, ως απαράδεκτη.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 138 εδ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι" δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", προκύπτει, ότι, για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Η εκ του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτουσα κατά τα άνω έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ' εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού το εν λόγω στοιχείο ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονοήτως ότι συντρέχει, πολύ περισσότερο δεν χρειάζεται για το ορισμένο της σχετικής δήλωσης βούλησης, να διαλαμβάνεται ο λόγος που οι συμβαλλόμενοι κατάρτισαν την εικονική δικαιοπραξία.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι είναι επαρκώς
ορισμένη και στη συνέχεια να δεχθεί την ένσταση της αναιρεσείουσας περί
εικονικότητας της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε με το αγοραπωλητήριο ως
άνω -.../14-11-1999- συμβόλαιο (με το οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται το
επίδικο διαμέρισμα με πώληση στην αναιρεσείουσα από τον τότε σύζυγο της
αναιρεσίβλητης), για τη θεμελίωσή της οποίας, κατά την αναιρεσείουσα, η
αναιρεσίβλητη, με την έφεσή της κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, είχε
επικαλεστεί, ότι " ... η μεταβιβαστική δικαιοπραξία του επίδικου
διαμερίσματος είναι εικονική, διότι δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο κατά
φαινόμενο και ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα ..., εκτός αυτού η ίδια δεν
συναρτά τα (επικαλούμενα περιστατικά) με σχετικό αίτημά της περί
απορρίψεως της αγωγής ... λόγω εικονικότητας της ... μνημονευόμενης
μεταβίβασης σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) του ένδικου διαμερίσματος και (εν
τέλει) ότι συνήψ(αν) αυτή (αναιρεσείουσα), καθώς και ο δικαιοπάροχος της
το μεταβιβαστικό συμβόλαιο "μόνο κατά τα φαινόμενα προκειμένου να
αποδυναμώσ(ουν) τα δικαιώματα αποκτημάτων που διατηρούσε και διατηρεί
αυτή επί του επίδικου ακινήτου" χωρίς (όμως) να διαλαμβάνει ισχυρισμό
ότι τέτοιο δικαίωμα διατηρούσε κατά το χρόνο μεταβίβασης ... του ένδικου
διαμερίσματος, ότι αξίωσε σχετικό δικαίωμα και ότι αυτό ήταν τότε
δικαστικώς επιδιώξιμο ... (ούτε) να αναφέρει τη συγκεκριμένη διάταξη που
παραβιάστηκε", δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει λόγω αοριστίας την
έφεση απαράδεκτη, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, - ενόψει και του
ότι από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της -έφεσης- προκύπτει
αναμφίβολα, ότι σ' αυτήν γίνεται λόγος για τη διάταξη του άρθρου 138 εδ.
1 ΑΚ και ότι με την ίδια ζητείται εν τέλει να απορριφθεί η αγωγή της
αντιδίκου- είναι επαρκώς ορισμένη η τελευταία, γι' αυτό και ο περί του
αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατ' εκτίμησή του, από τον
αριθμό (όχι 1 αλλά 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως
αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.9.2010 αίτηση της Ε. Α. του Α., για αναίρεση της 521/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου