Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Π.Π.Άμφισσας 1/2019 ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΥΠΕΡΠΟΛΥΤΕΛΟΥΣ ΕΠΑΥΛΗΣ / ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΜΙΣΘΩΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ / ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ / ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 281 Α.Κ. -


Π.Π.Άμφισσας 1/2019

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ
ΥΠΕΡΠΟΛΥΤΕΛΟΥΣ ΕΠΑΥΛΗΣ / ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΜΙΣΘΩΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ / ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ / ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 281 Α.Κ. - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962, 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής  χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους μερίδα από το όφελος ... και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού. Ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε απκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι καταρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο. Η αναζήτηση της παραπάνω ωφέλειας δεν μπορεί να γίνει και κατ' εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού οι δύο αξιώσεις τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, που έκανε την αποκλειστική χρήση.
ΔΕΝ ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΚΟΠΙΣΤΟΥ ΝΟΜΕΑ - ΣΥΓΚΥΡΙΟΥ ΟΤΑΝ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΕΜΠΟΔΙΣΕ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΗΣΗ - Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά το άρθρο 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη σύννομη του κοινού. Αναφορικά με την αξίωση εκ του άρθρου 1098 ΑΚ , επισημαίνεται ότι μπορεί να ασκηθεί με αυτοτελή αγωγή χωρίς υποχρεωτικά να σωρεύεται και διεκδικητική αγωγή.
Η ΑΛΛΑΓΗ ΚΩΔΙΚΩΝ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΣΥΓΚΥΡΙΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗ ΧΡΗΣΗΣ
Η ΥΠΑΡΞΗ ΑΦΜ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Ή ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΩΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ - Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, με βάση τον οποίο τροποποιήθηκε ως άνω η προαναφερθείσα διάταξη, σκοπος της ρύθμισης αυτής είναι η ακριβής και επαρκής ταυτοποίηση των διαδίκων, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η τυπικότητα της διαδικασίας και να διευκολύνεται η ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντος και γενικότερα η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο Α.Φ.Μ. είναι μοναδικός για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο και δεν αλλάζει, επομένως μέσω αυτού ο διάδικος προσδιορίζεται με ασφάλεια. Κατά συνέπεια η ύπαρξη του Α.Φ.Μ. του ενάγοντος στην αγωγή του ή του εναγόμενου στις προτάσεις του δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση παραδεκτού του δικογράφου. Η ως άνω έλλειψη θα μπορούσε απλώς να επιφέρει την ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης, που συνδέεται με αυτήν την έλλειψη, εφόσον ο αντίδικος του διαδίκου που παρέλειψε να αναγράψει τον Α.Φ.Μ. του επικαλείται και αποδεικνύει δικονομική βλάβη εξαιτίας της έλλειψης αυτής κατ' άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η προβληθείσα ένσταση απαραδέκτου της ενάγουσας είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΦΙΣΣΑΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1/2019
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΦΙΣΣΑΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Δημήτριο Κίτσιο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Σμαράγδα Μωραΐτη, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια, Ευάγγελο Ζαββό, Πρωτοδίκη, και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Μούρτου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Μαρουλή, η οποία δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αλλά προκατέθεσε εμπροθέσμως προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δελμούζο, ο οποίος δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αλλά προκατέθεσε εμπροθέσμως προτάσεις.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 1-4-2018 και με αρ.καταθ.δικ. ΤΠΝ 8/2018 αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της προκείμενης ν'·}J
απόφασης δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962, 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής  χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού. Ειδικότερα προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 564/2012 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά το άρθρο 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη σύννομη του κοινού.
Αναφορικά με την αξίωση εκ του άρθρου 1098 ΑΚ , επισημαίνεται ότι μπορεί να ασκηθεί με αυτοτελή αγωγή χωρίς ρχρεωτικά να σωρεύεται και διεκδικητική αγωγή (Εφ 1079/2017 δημ. ΝΟΜΟΣ).
Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε [οκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι καταρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 767/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ).
Για να είναι ορισμένη η αγωγή του κοινωνού, με την οποία αυτός αξιώνει από το συγκοινωνό, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, αποζημίωση για ορισμένο χρόνο, αρκεί να προσδιορίζεται σε αυτή το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και, επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015 δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 74/2004, ΕλλΔνη 2004.780, ΑΠ 231-2/2004, ΕλλΔνη 2005.146, ΑΠ 1524/2004, ΕλλΔνη 2005.807). Άλλο στοιχείο και μάλιστα αναφορά στη σχετική αγωγή συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1465/2006 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός, που έκανε την αποκλειστική χρήση. Η με βάση τις προαναφερόμενες ειδικές περί κοινωνίας διατάξεις άσκηση της αξίωσης για απόδοση της ωφέλειας αποτελεί ειδικότερη μορφή απόδοσης του πλουτισμού, που χωρίς νόμιμη αιτία περιήλθε στον κοινωνό, που έκανε την αποκλειστική χρήση σε βάρος της περιουσίας του κοινωνού, που δεν έκανε χρήση. Γι' αυτό και η αναζήτηση της παραπάνω ωφέλειας δεν μπορεί να γίνει και κατ' εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού οι δύο αξιώσεις τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, που έκανε την αποκλειστική χρήση (ΑΠ 749/2003 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι αυτή και ο εναγόμενος είναι αποκλειστικοί συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας μίας πολυτελούς μονοκατοικίας (έπαυλης) επιφάνειας 1.453 τ.μ., οι χώροι της οποίας περιγράφονται λεπτομερώς, κείμενης στην τοπική κοινότητα της .....της δημοτικής ενότητας Παρνασσού του Δήμου Δελφών και ότι από το Μάιο του έτους 2014 ο εναγόμενος της έχει απαγορεύσει την πρόσβασή της σε αυτή και τη χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος. Για το λόγο αυτό ζητεί να της καταβάλλει ως αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 2014 έως και τις 31-3-2018 το ποσό των 330.019,05 ευρώ, το οποίο αναλογεί στο ιδανικό της μερίδιο με βάση τη μισθωτική αξία της επίδικης έπαυλης, όπως αυτή εκτιμήθηκε από πιστοποιημένο από το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμητή, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Την παραπάνω αξίωσή της θεμελιώνει κυρίως στις διατάξεις περί κοινωνίας (785 επ. ΑΚ), επικουρικά στις διατάξεις των άρθρων 1096 επ. ΑΚ και έτι επικούρικότερα στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ). Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Στη συνέχεια με τις από 24-7-2018 προτάσεις της η ενάγουσα περιόρισε μέρος της αξίωσής της ύψους 212.519,05 ευρώ σε έντοκη αναγνωριστική, όπως ειδικότερα αναλύεται σε αυτές, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 117.500 ευρώ το αίτημά της παρέμεινε καταψηφιστικό.
Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του προκείμενου Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλη ν και κατά τόπον να τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 18 και 29 ΚΠολΔ) και είναι πλήρως ορισμένη, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του εναγόμενου περί αοριστίας, συνιστάμενης στο ότι δεν εκτίθενται στην αγωγή συγκριτικά στοιχεία για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, είναι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Περαιτέρω, είναι νόμω βάσιμη κατά την κύρια και την επικουρική βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 962, 1098, 1113 ΑΚ, αλλά απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, κατά την επικούρικότερη βάση της, που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 επ.ΑΚ), εφόσον δεν θεμελιώνεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα της κοινωνίας δικαιώματος.
Τέλος, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό για το ποσό των 212.519,05 ευρώ, το αίτημα κήρυξης της προκείμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ, για το υπόλοιπο διεκδικούμενο ποσό των 117.500 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω και εφόσον έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το προσκομιζόμενο e- παράβολο με κωδικό 225377625958 0917 0077), η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Η ενάγουσα με την από 6-9-2018 προσθήκη της προβάλλει ένσταση απαραδέκτου των προτάσεων του εναγόμενου λόγω μη αναγραφής του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου του στις από 19-7-2018 προτάσεις του. Κατ' άρθρο 118 περ. 3 ΚΠολΔ, «Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: ... 3) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους,...».
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, με βάση τον οποίο τροποποιήθηκε ως άνω η προαναφερθείσα διάταξη, σκοπος της ρύθμισης αυτής είναι η ακριβής και επαρκής ταυτοποίηση των διαδίκων, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η τυπικότητα της διαδικασίας και να διευκολύνεται η ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντος και γενικότερα η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο Α.Φ.Μ. είναι μοναδικός για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο και δεν αλλάζει, επομένως μέσω αυτού ο διάδικος προσδιορίζεται με ασφάλεια. Κατά συνέπεια η ύπαρξη του Α.Φ.Μ. του ενάγοντος στην αγωγή του ή του εναγόμενου στις προτάσεις του δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση παραδεκτού του δικογράφου. Η ως άνω έλλειψη θα μπορούσε απλώς να επιφέρει την ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης, που συνδέεται με αυτήν την έλλειψη, εφόσον ο αντίδικος του διαδίκου που παρέλειψε να αναγράψει Ί\ τον Α.Φ.Μ. του επικαλείται και αποδεικνύει δικονομική βλάβη εξαιτίας tης έλλειψης αυτής κατ' άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η προβληθείσα ένσταση απαραδέκτου της ενάγουσας είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη.
Εξ άλλου, η αναζήτηση αποζημίωσης από τους υπόλοιπους κοινωνούς κατά εκείνου, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, αποβαίνει ανενεργός, αν η άσκηση της αξίωσης υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια άσκησης του δικαιώματος τους αυτού. Προς τούτο, όμως, δεν αρκεί μόνο η επί μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο, αλλά απαιτείται πρόσθετα και η συνδρομή άλλων περιστατικών, από τα οποία εμφανίζεται συμπεριφορά που δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα του με τρόπο, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αυτού, που τείνει στην ανατροπή μιας κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και προκαλεί επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται, κατά προφανή τρόπο, στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1362/2010, ΕφΠειρ 771/2014 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 6036/2010 ΕλλΔνη 2011.559).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος αρνείται την αγωγή ισχυριζόμενος ότι χρησιμοποιεί την επίδικη εξοχική κατοικία μόλις δεκαπέντε ημέρες το χρόνο, η δε ενάγουσα ως συνιδιοκτήτρια μπορούσε ανενόχλητα να διαμείνει σε αυτή όποτε ήθελε. Επικουρικά προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, συνιστάμενης στο γεγονός ότι η ενάγουσα ποτέ δεν ζήτησε αποζημίωση χρήσης για το επίδικο, ούτε το επισκέφθηκε, δημιουργώντας στον εναγόμενο την εδραία πεποίθηση ότι αυτός μπορεί να το χρησιμοποιεί εξ ολοκλήρου και αζημίως. Η ως άνω ένσταση με αυτό το περιεχόμενο είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω νομική σκέψη, αφού ο ενιστάμενος πλην της επί μακρό χρόνο μη άσκησης του δικαιώματος χρήσης ή αποζημίωσης εκ μέρους της ενάγουσας, δεν επικαλείται πρόσθετα γεγονότα από τα οποία να εμφανίζεται ότι η τελευταία δεν πρόκειται να ασκήσει τα δικαιώματά της.
Από την εκτίμηση των υπ' αρ. 29.577/4-7-2018 και 29.598/ 19- 7-2018 ένορκων βεβαιώσεων, που λήφθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου, Αλέξανδρου Καζάζη, κατόπιν νομότυπης κλητεύσεως του εναγόμενου (βλ. τις υπ' αρ. 6399Β/29-6-2018 και 6476Β/16-7-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Γεώργιου Πάπαρη), της υπ' αρ. 6866/8-6-2018 ένορκης βεβαίωσης, που λήφθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Δωριέων Δημήτριου Μπελούμπαση, κατόπιν νομότυπης κλητεύσεως της ενάγουσας (βλ. την υπ' αρ. 10.228 Γ' /1-6- 2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Αικατερίνης Βένιου - Στάθη) και όλων των εγγράφων, που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 27-10-1980 και έχουν αποκτήσει από το γάμο τους αυτό ένα τέκνο. Η σχέση τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και ήδη δυνάμει της υπ' αρ. 1362/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο γάμος τους έχει λυθεί. Κατά το διάστημα, όμως, που υφίστατο και προτού διαρραγούν οι σχέσεις tων διαδίκων, οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει από κοινού σημαντική κινηtή και ακίνητη περιουσία. Μεταξύ των στοιχείων της κοινής τους περιουσίας περιλαμβάνεται και μία έπαυλη επιφάνειας 1453 τ.μ., κείμενη στην τοπική κοινότητα ....της δημοτικής ενότητας Παρνασσού του Δήμου Δελφών σε ακίνητο συνιδιοκτησίας των διαδίκων, σε καθένα εκ των οποίων ανήκει το 50% εξ αδιαιρέτου. Το ακίνητο αυτό, εκτάσεως 5.555,91 τ.μ., προέκυψε από τη συνένωση τριών όμορων μικρότερων ακινήτων, τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα των διαδίκων λόγω αγοράς δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Δωριέων υπ' αρ. 14457/28-3-2001 και 14870/5-12-2001 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Γεωργίας Ακουρή - Μήτσια και του υπ' αρ. 7.418/1-10-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη - Κολιούκου.
Η επίδικη έπαυλη, που έχει ανεγερθεί εντός του παραπάνω ακινήτου μετά την έκδοση της υπ' αρ. 125/1-4-2004 οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας Φωκίδας, αποτελείται από πέντε επίπεδα και ειδικότερα από: α) το επίπεδο Α επιφάνειας 223,50 τ.μ., στο οποίο βρίσκονται το λεβητοστάσιο, το μηχανοστάσιο πισίνας, η αποθήκη καυσίμων, ένα ανεξάρτητο διαμέρισμα 72 τ.μ. που χρησιμοποιείται ως κατοικία του προσωπικού και μία αποθήκη 50 τ.μ., β) το επίπεδο Β επιφάνειας 525 τ.μ., στο οποίο βρίσκονται η εσωτερική θερμαινόμενη πισίνα επιφάνειας 105,6 τ.μ., ένα καθιστικό, διάφοροι χώροι χαλάρωσης, σάουνα, χαμάμ και αποθήκη, μία πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα, χώροι υγιεινής (λουτρά - αποδυτήρια), βεράντα 102 τ.μ. και κήπος με γκαζόν επιφάνειας 500 τ.μ., γ) το επίπεδο Γ επιφάνειας 355,56 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιείται ως χώρος δεξιώσεων και διαθέτει, εκτός από καθιστικά, λουτρά, κουζίνα, υπνοδωμάτιο και ιμαποθήκη, αίθουσες προβολών, μπιλιάρδου και παιχνιδιών, δ) το επίπεδο Δ επιφάνειας 358,47 τ.μ., στο οποίο βρίσκονται μία μεγάλη σουίτα επιφάνειας 87 τ.μ., ένα υπνοδωμάτιο με λουτρό και ιματιοθήκη, ένα δωμάτιο γραφείο, δεύτερο υπνοδωμάτιο με λουτρό και ξενώνας με δύο υπνοδωμάτια, καθιστικό, κουζίνα, λουτρό και wc και ε) ίο επίπεδο Ε επιφάνειας 96 τ.μ., όπου βρίσκεται η είσοδος tης κατοικίας και ο χώρος στάθμευσης οχημάτων. Επιπλέον, εντός του κτήματος που βρίσκεται η επίδικη έπαυλη, υπάρχει και εκκλησία επιφάνειας περίπου 66 τ.μ.
Είναι προφανές από τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ότι πρόκειται περί υπερπολυτελούς κατασκευής, ενώ όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται το εξωτερικό της διαθέτει κεραμοσκεπή, πέτρινες επενδύσεις στους εξωτερικούς τοίχους και πόρτες και παράθυρα από αλουμίνια. Μέχρι την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους το Μάρτιο του έτους 2013 οι διάδικοι επισκέπτονταν συχνά την επίδικη έπαυλη κατά τα Σαββατοκύριακα και τις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Επίσης, παρέθεταν εκεί δεξιώσεις σε φίλους τους και οργάνωναν τις γιορτές γενεθλίων του γιου τους, κάθε χρόνο δε οργάνωναν θρησκευτική πανήγυρη στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου στην εκκλησία εντός του οικοπέδου τους. Από το Μάρτιο του 2013 οι διάδικοι χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά ο καθένας την έπαυλη, κατά δε την αποχώρησή τους ο καθένας άφηναν τα κλειδιά σε οικείο πρόσωπο που κατοικεί στην περιοχή προκειμένου να μπορεί ο επόμενος να κάνει χρήση της έπαυλης.
Το Μάιο του έτους 2014 και ενώ ήδη οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση, η ενάγουσα με την εξαδέλφη της .... επρόκειτο να επισκεφθούν την επίδικη έπαυλη. Η ενάγουσα, όμως, πληροφορήθηκε ότι η γειτόνισσα, που φύλαγε για λογαριασμό των ιδιοκτητών τα κλειδιά της έπαυλης, δεν τα είχε, καθώς ο εναγόμενος κατά την τελευταία επίσκεψή του στον Παρνασσό, παρέλειψε να της τα αφήσει. Έτσι, η ενάγουσα επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο προκειμένου να της παραδώσει τα κλειδιά, πλην όμως αυτός τις απάντησε με ύβρεις και απειλές ξεκαθαρίζοντάς της ότι δεν πρόκειται να της επιτρέψει να ξαναχρησιμοποιήσει την έπαυλη. Στη συνέχεια, η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος είχε αλλάξει εταιρεία φύλαξης για την προστασία της έπαυλης, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει τους κωδικούς απενεργοποίησης των συναγερμών, που ήταν τοποθετημένοι σε διάφορα σημεία της πολυεπίπεδης οικοδομής.
Έτσι, κατ' αυτό τον τρόπο, ακόμα και αν δεν είχαν αλλαχθεί οι κλειδαριές της οικίας, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος και κατέθεσαν οι ενόρκως βεβαιοΰντες ...... και ......, η πρόσβαση σε αυτή από την ενάγουσα ήταν αδύνατη εξαιτίας των ανωτέρω ενεργειών του εναγόμενου, που είχαν σκοπό ακριβώς αυτόν τον αποκλεισμό της από τη χρήση της έπαυλης.
Ο αποκλεισμός αυτός εξακολουθούσε να υφίσταται μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Επομένως, από το Μάιο του 2014 μέχρι και την άσκηση της αγωγής ο εναγόμενος, που απαγόρευσε στην ενάγουσα τη χρήση της επίδικης κατοικίας, οφείλει σε αυτήν αποζημίωση ανάλογη της μισθωτικής αξίας του ιδανικού της μεριδίου, ακόμα και αν ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε την έπαυλη όλο αυτό το χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις καταθέσεις των ..... και ...... Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από Δεκέμβριο του 2017 Έκθεση Εκτίμησης Μισθωτικής Αξίας της πιστοποιημένης εκτιμήτριας Αικατερίνης Πρίνου, πολιτικού μηχανικού, πολυτελών κατοικιών στην περιοχή του Παρνασσού κυμαίνονται από 4,07 ευρώ ως 10 ευρώ ανά τ.μ. Τα συγκριτικά στοιχεία που χρησιμοποιεί η εκτιμήτρια, από τα οποία προκύπτουν οι άνω μισθωτικές αξίες, αφορούν πολυτελείς μονοκατοικίες επιφάνειας από 200 έως 400 τ.μ. με κήπους, πισίνες, εγκαταστάσεις μπάρμπεκιου, τζάκια, κρεβατοκάμαρες με δική τους τουαλέτα (master bedrooms), μπάνια με υδρομασάζ και τζακούζι. Η επίδικη έπαυλη διαθέτει όλα τα παραπάνω στοιχεία και ακόμα περισσότερα, όπως προκύπτει από την παραπάνω αναλυτική περιγραφή των χώρων της.
Ωστόσο, η τεράστια επιφάνειά της (1.453 τ.μ.) συνιστά μάλλον μειονέκτημα, παρά πλεονέκτημα για την εκμίσθωσή της, καθώς περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των προσώπων που θα ενδιαφέρονταν να τη μισθώσουν. Τούτου λαμβανομένου υπόψη, δεδομένου ότι η περιοχή του Παρνασσού είναι δημοφιλής χειμερινός τουριστικός προορισμός, η μισθωτική της αξία για τη χειμερινή περίοδο, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο έως και Απρίλιο εκάστου έτους, εκτιμάται ότι ανέρχεται στο εύλογο ποσό των οκτώ (8) ευρώ ανά τ.μ. και όχι στο ποσό των 9,50 ευρώ, σύμφωνα με την εκτιμήτρια, και επομένως στο ποσό tων (1.453 Χ 8=) 11.624 ευρώ μηνιαίως.
Κατά τη θερινή περίοδο, δηλαδή από Μάιο έως και Οκτώβριο εκάστου έτους, η ζήτηση στην περιοχή μειώνεται κατακόρυφα, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα επιλέγονται τουριστικοί προορισμοί σε νησιά ή σε παραθαλάσσιες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι δεν προτιμώνται από κάποιους οι θερινές διακοπές σε ορεινά μέρη. Συνεπώς, για την περίοδο αυτή εκάστου έτους η μισθωτική αξία του επίδικου εκτιμάται ότι ανέρχεται στο εύλογο ποσό των τεσσάρων (4) ευρώ ανά τ.μ. και επομένως στο ποσό των (1.453 Χ 4=) 5.812 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση χρήσης: Α) για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2014, για τα χρονικά διαστήματα από Νοέμβριο έως και Απρίλιο των ετών 2015, 2016 και 2017 και για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2018 το ποσό των (23 μήνες Χ 11.624 ευρώ Χ 50%=) 133.676 ευρώ και Β) για τα χρονικά διαστήματα από Μάιο έως και Οκτώβριο των ετών 2014, 2015, 2016 και 2017 το ποσό των (24 μήνες Χ 5.812 ευρώ Χ 50%=) 69.744 ευρώ και συνολικά το ποσό των (133.676 + 69.744=) 203.420 ευρώ.
Εν όψει όλων των παραπάνω αποδειχθέντων η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν και α) μετά τον περιορισμό του αιτήματος σε καταψηφιστικό για το ποσό των 2.500 ευρώ για κάθε μισθωτικό μήνα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (47 μήνες Χ 2.500 ευρώ=) 117.500 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και β) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό των (203.420-117.500=) 85.920 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Αναφορικά με το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής για το ποσό των 117.500 ευρώ, αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμο, καθώς δεν προέκυψε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα.
Τέλος, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ανάλογο με την έκταση της νίκης της, να επιβληθεί σε βάρος του εναγόμενου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εκατόν δεκαεπτά χιλιάδων πεντακοσίων (117.500) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (85.920) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγόμενου μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ορίζει δε αυτό στο ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (5.750) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ στην Αμφισσα στις 13 Δεκεμβρίου 2018 και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στον ίδιο τόπο στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 10 Ιανουαρίου 2019.

Δεν υπάρχουν σχόλια: