Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Α.Π.363/2014 (Τμήμα Α1) - 83 Κ.Ε.Δ.Ε., 440 Α.Κ. – Ως αποσβεστικός λόγος ενοχής, ο συμψηφισμός προτείνεται παραδεκτά με λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης και εμπίπτει στον περιορισμό από το 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., της άμεσης παραχρήμα απόδειξης, ο οποίος επιτάσσει όχι απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία.


Α.Π.363/2014 (Τμήμα Α1)


 
- 83 Κ.Ε.Δ.Ε., 440 Α.Κ. – Ως αποσβεστικός λόγος ενοχής, ο συμψηφισμός προτείνεται παραδεκτά με λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης και εμπίπτει στον περιορισμό από το 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., της άμεσης παραχρήμα απόδειξης, ο οποίος επιτάσσει όχι απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία.
 
- 440, 441 Α.Κ. – Με την πρόταση συμψηφισμού επέρχεται απόσβεση των απαιτήσεων όσο καλύπτονται, από τότε που συνυπήρξαν, ενώ η αναδρομική ενέργεια της απόσβεσης έχει ως αποτέλεσμα να αναιρείται η υπερημερία και οι παραχθέντες τόκοι. Ως συνύπαρξη νοείται η παράλληλη ύπαρξη των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό. Αλλοιώσεις που έγιναν πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται.
 
- 440, 441, 984, 987, 1000, 1098, 1099, 1105 Α.Κ., άρθρ. 7, 8, 9 παρ. 3 Ν.Δ. 797/1971 , 924, 933 Κ.Πολ.Δ. - Με τελεσίδικη απόφαση α. καταδικάστηκε η αντενάγουσα να καταβάλει στο Δήμο ως αληθή κύριο απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ποσό αποζημίωσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που εισέπραξε, β. αναγνωρίστηκε ότι η αντενάγουσα, υπεισελθούσα στα δικαιώματα του αναγείραντος τα επικείμενα κακόπιστου νομέα, έχει ανταπαίτηση κατά του Δήμου για την αξία των υλικών ανέγερσης. Επίδοση από το Δήμο αντίγραφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της απόφασης αυτής, με επιταγή προς πληρωμή. Εξώδικη δήλωση συμψηφισμού της άνω ανταπαίτησης της αντενάγουσας - καθής η εκτέλεση, με την απαίτηση του Δήμου και επαναπροβολή του με λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης.
 
- 345, 346, 440, 441 Α.Κ. , 83 Κ.Ε.Δ.Ε. , 933 Κ.Πολ.Δ. – Συμψηφισμός απαίτησης του Δήμου με ανταπαίτηση του οφειλέτη. Ορθή η κρίση του Εφετείου της ανακοπής, ότι χρόνος συνύπαρξης των αμοιβαίων απαιτήσεων δεν είναι ο χρόνος επίδοσης της αγωγής του Δήμου, ούτε ο χρόνος επίδοσης στο Δήμο της εξώδικης δήλωσης συμψηφισμού, αμέσως μετά την έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ο χρόνος έκδοσης της τελεσίδικης απόφασης που επιδίκασε την απαίτηση του Δήμου και αναγνώρισε την απαίτηση της αντενάγουσας, άρα στο χρόνο αυτό ανατρέχουν τα αποτελέσματα του συμψηφισμού και ο υπολογισμός της τοκοφορίας.
 
- 345, 346 Α.Κ. – Οι διατάξεις των 83 Κ.Ε.Δ.Ε., 440, 441 Α.Κ. δεν αντίκεινται στη διάταξη του 6 παρ. 1 Ε.Σ.Δ.Α., αφού η υποχρέωση της ανακόπτουσας για καταβολή τόκων υπερημερίας έως εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής του Δήμου, δεν οφείλεται στο ότι η απόφαση δεν εκδόθηκε σε εύλογο χρόνο, αλλά στο ότι δεν άσκησε και η ίδια καταψηφιστική ανταγωγή για επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί του ποσού της απαίτησης που της αναγνωρίστηκε, το οποίο ελάχιστα υπολείπεται του επιδικασθέντος στο Δήμο κεφαλαίου.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ρίζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: του Δήμου Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης, πρώην Δήμου Ευκαρπίας και αρχικώς Κοινότητας Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, νομίμως εκπροσωπουμένου από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τριαντάφυλλο Δομάση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31076/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 709/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Ιουνίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 167 παρ. 1 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, ΦΕΚ Α'114), που περιέχει όμοια ρύθμιση με το άρθρο 229 του προγενέστερου "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" (π.δ. 410/1995), ορίζεται ότι "1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος, για την είσπραξη των εσόδων των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Eισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν. Τα ταμειακά όργανα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ασκούν αντιστοίχως όλες τις αρμοδιότητες που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές".
Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (Α' 90) ορίζεται ότι "συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλέτου του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιον δύναται να αντιταχθή εις πάσαν περίπτωσιν, καθ' ην ούτος έχει βεβαίαν χρηματικήν απαίτησιν κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένην και αποδεικνυομένην εκ τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή εκ δημοσίου εγγράφου" και ότι "ο συμψηφισμός προτείνεται διά δηλώσεως υποβαλλομένης εις το Δημόσιον Ταμείον, εις ό είναι βεβαιωμένον το χρέος". Στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "ο συμψηφισμός ενεργείται και αυτεπαγγέλτως υπό του Δημοσίου Ταμείου, εφ' όσον εκ των παρ' αυτώ στοιχείων αποδεικνύεται η απαίτησις του οφειλέτου και ότι "διά του συμψηφισμού αι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβέννυνται, αφ' ου χρόνου συνυπήρξαν, φυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 96 του ν.δ. 321/1969".
Στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 83 ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφ' όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος". Εξάλλου, στο μεν άρθρο 440 του ΑΚ ορίζεται ότι " Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", στο δε άρθρο 441 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν".
 
Με τις παρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων ρυθμίζονται ευθέως τα του συμψηφισμού απαιτήσεων οφειλετών του Δημοσίου με χρέη τους προς αυτό, προβλεπομένης ρητώς της δυνατότητος τέτοιου συμψηφισμού εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των εν λόγω οφειλετών, που αποκτήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο, εφ' όσον αποδεικνύονται με τελεσίδικες αποφάσεις ή δημόσια έγγραφα. Κατά την έννοια δε των διατάξεων αυτών, τελεσίδικη δικαστική απόφαση που αποδεικνύει απαίτηση οφειλέτου του Δημοσίου κατά του τελευταίου αυτού είναι, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, όχι μόνον η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική της εν λόγω απαιτήσεως απόφαση (ΣτΕ 2244/2009, ΣτΕ 3144/1994). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων, εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου κατ' αυτού, εφ' όσον προσδιορίζεται κατά ποσόν με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η απόφαση δε αυτή αποτελεί τον αναγκαίο, αλλά και επαρκή τίτλο για τη διενέργεια του συμψηφισμού, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό η σύνταξη άλλου εγγράφου ή τίτλου προβλεπομένου από την κειμένη νομοθεσία για την πληρωμή της απαιτήσεως του οφειλέτη του Δημοσίου προς αυτόν από το Δημόσιο Ταμείο (ΣτΕ 2164/2012, ΣτΕ 2244/2009, ΣτΕ 3144/1994). Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 440 και 441 του ΑΚ, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε κάθε έναν δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό.
Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λ.π. Όταν όμως προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβήνονται από το χρόνο που συνυπήρξαν.
 
Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία και οι παραχθέντες τόκοι. Η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κ.λ.π., κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Αλλοιώσεις όμως που έλαβαν χώραν πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε (ΑΠ 343/2009, ΑΠ 1438/2005). Ως συνύπαρξη των απαιτήσεων κατά την έννοια των διατάξεων 440 και 441 του ΑΚ νοείται η παράλληλη ύπαρξη των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό αμφοτέρων (ΑΠ 1626/2006). Δηλαδή, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν (ΑΠ 942/2010, ΑΠ 943/2010, ΑΠ 980/2009).
Τούτο δε δεν διαφοροποιείται από τις διατάξεις του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, αλλ' αντιθέτως επιβεβαιώνεται με την παρ. 3 εδ. β'αυτού κατά την οποία "διά του συμψηφισμού αι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβήνονται, αφ' ού χρόνου συνυπήρξαν...", δηλαδή απαιτείται και κατά τη διάταξη αυτή η παράλληλη ύπαρξη των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό αμφοτέρων.
Ο ισχυρισμός δε, περί συμψηφισμού, ως αποσβεστικός λόγος των ενοχών, παραδεκτά προτείνεται ως λόγος ανακοπής κατά της εκτέλεσης και εμπίπτει στον περιορισμό του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ της άμεσης "παραχρήμα" απόδειξης (ΑΠ 253/2002, ΑΠ 622/1999). Άμεση δε "παραχρήμα" απόδειξη κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης (933 παρ. 4 ΚΠολΔ) δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία σε κάθε περίπτωση (ΑΠ Ολ 10/1993 ΑΠ 1051/2010, ΑΠ 1856/2005, ΑΠ 44/ 2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
 
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, με την υπ' αριθ. 53420/21-12-2010 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επεδίωξε, για τον αναφερόμενο σ' αυτήν λόγο, περί απόσβεσης διά συμψηφισμού, της εναντίον της, επιδικασθείσης, με την υπ' αριθ. 1811/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απαίτησης του καθ' ού η ανακοπή Δήμου Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης, την ακύρωση της από 1-12-2010 επιταγής προς πληρωμή, συνολικού ποσού 602.598,94 ευρώ, που συντάχθηκε κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της απόφασης αυτής.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 31076/2011 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την από 1-12-2010 επιταγή προς εκτέλεση, που έχει γραφεί κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απόγραφου της άνω υπ' αριθ. 1811/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το ποσό των 466.101,20 ευρώ. Επί της εφέσεως που άσκησε ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 709/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τά ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " .....
 
.Με την υπ' αριθ. 1811/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγινε τελεσίδικα δεκτό, ότι η αρχικώς ενάγουσα-αντεναγομένη Κοινότητα Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης (καθολική διάδοχος της οποίας είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος) είχε, ως πραγματική κυρία του απαλλοτριωθέντος ΚΠ 32 ακινήτου, αξίωση κατά της εναγομένης-αντενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), η οποία αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την υπ' αριθ. 21507/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για όλα τα επικείμενα του ακινήτου αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, και 9 παρ. 3 του εφαρμοσθέντος, λόγω του χρόνου κήρυξης της απαλλοτρίωσης, ν.δ. 797/1971, όπως είχε γίνει δεκτό και με την εκκληθείσα, υπ' αριθ. 3983/2007, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, περαιτέρω δε, έγινε δεκτό, ότι η αποζημίωση αυτή, ανέρχεται συνολικά, στο ποσό των 262.067,81 ευρώ και ειδικότερα, ότι, για μεν τα επτά, από τα δέκα επικείμενα, ανέρχεται στο ποσό των 125.457,81 ευρώ, στο οποίο καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση απαλλοτρίωσης, με την υπ' αριθ. 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και το οποίο επιδικάσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, για δε, τα υπόλοιπα τρία, στο ποσό των 137.226,70 ευρώ, το οποίο εσφαλμένα δεν επιδικάσθηκε με την τελευταία και στο οποίο καθορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση για τα εν λόγω επικείμενα, με την υπ' αριθ. 23559/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,η οποία κατέστη οριστική, κατά το άρθρο 19 παρ. 6 του ν.δ. 797/1971, διότι δεν επιδιώχθηκε ο καθορισμός της οριστικής αποζημίωσης γι' αυτά.
Όσον αφορά δε, την ασκηθείσα, με τις από 20-12-1999 έγγραφες προτάσεις της ήδη εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας), ανταγωγή, έγινε δεκτό, ότι αυτή, δυνάμει της υπ' αριθ. …/22-12-1992 πράξης συγχώνευσης εταιριών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γιάννας Μπιλίση-Χρουσαλά, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ομόρρυθμης εταιρίας "….", η οποία ανήγειρε, κατά τα έτη 1989-1990, με δαπάνες της, τα προαναφερόμενα επικείμενα, επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ως κακής πίστεως νομέας και ότι η αντενάγουσα δικαιούται αποζημίωσης, ίσης προς την αξία των υλικών που απαιτήθηκαν για την κατασκευή τους, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 185.290,00 ευρώ.
 
Ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της απόφασης αυτής (1811/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης), με την από 1-12-2010 επιταγή προς πληρωμή, επέδωσε ο Δήμος Ευκαρπίας, στην ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα), στις 6-12-2010, επιτάσσοντάς την, να του καταβάλει συνολικά, το ποσό των 602.598,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, εκτός των κονδυλίων των τόκων, από την επομένη της επιδόσεως της επιταγής, μέχρι την εξόφληση και ειδικότερα, τα ακόλουθα επί μέρους ποσά: α) το ποσό των 222.067,81 ευρώ, που αποτελεί το υπόλοιπο του κεφαλαίου της απαίτησης που επιδικάσθηκε, δηλαδή, του ποσού των 262.067,81 ευρώ, μετά την αφαίρεση του ποσού των 40.000,00 ευρώ, κατά το οποίο είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η υπ' αριθ. 3983/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και το οποίο, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιταγή, καταβλήθηκε στον εκκαλούντα από την εφεσίβλητη, στις 12-3-2007, β) το ποσό των 283.159,90 ευρώ, για νόμιμους τόκους, επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου της απαίτησης, δηλαδή, του ποσού των 262.067,61 ευρώ, υπολογισθέντων από 31-10-1998, επομένη της επιδόσεως της υπ' αριθ. καταθ. 30058/7-9-1998 αγωγής, μέχρι την καταβολή του ποσού των 40.000,00 ευρώ, γ) το ποσό των 85.371,23 ευρώ, για νόμιμους τόκους επί το παραπάνω υπολοίπου του επιδικασθέντος κεφαλαίου, δηλαδή, επί του ποσού των 222.067,82 ευρώ, υπολογισθέντος από την επομένη ημέρα της καταβολής του ποσού των 40.000,00 ευρώ, δηλαδή, την 13-3-2007, μέχρι την 1-12-2010, ημέρα σύνταξης της επιταγής και δ) το ποσό των 12.000,00 ευρώ, για τη σύνταξη της επιταγής και την "επίδοση της αποφάσεως μετά της νομικής συμβουλής, πλέον ΦΠΑ 23%". Μετά την επίδοση της επιταγής αυτής, η εφεσίβλητη, με την από 17-12-2010 εξώδικη δήλωσή της προς τον Δήμο Ευκαρπίας, την οποία επέδωσε σ' αυτόν στις 22-12-2010, δήλωσε, ότι προτείνει συμψηφισμό των μεταξύ τους απαιτήσεων, για τις οποίες εκδόθηκε η παραπάνω, υπ' αριθ. 1811/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δηλαδή, της επιδικασθείσας με την απόφαση αυτή, απαίτησης του εκκαλούντος, ποσού 262.067,81 ευρώ και της απαίτησης που αναγνωρίσθηκε με την ίδια απόφαση, ότι έχει η ίδια κατ' αυτού, ποσού 184.290,00 ευρώ και ότι, έτσι, επέρχεται, κατά το τελευταίο αυτό ποσό, απόσβεση του κεφαλαίου της απαίτησης του εκκαλούντος και των τόκων επί του ποσού αυτού, από 30-10-1998, δηλαδή, το χρόνο επίδοσης της υπ' αριθ. καταθ. 20056/7-9-1998 αγωγής, τον οποίο προσδιόρισε στην εν λόγω δήλωσή της, ως χρόνο συνύπαρξης των δύο απαιτήσεων. Υπολογίζοντας δε, με την ίδια δήλωση, τους νόμιμους τόκους, επί του υπολοίπου, κατ' αυτήν, ποσού της απαίτησης του εκκαλούντος, ύψους 77.778,00 (268.067,81 μείον 184.290,00) ευρώ, από την επομένη της επίδοσης της παραπάνω αγωγής, δηλαδή, από την 31-10-1998, μέχρι την, αναφερόμενη και στην επιταγή πληρωμής, εκ μέρους της καταβολή, στις 12-3-2007, του ποσού των 40.000,00 ευρώ, στο ποσό των 84.037,84 ευρώ και τους τόκους επί του υπολοίπου (μετά την καταβολή του ποσού των 40.000,00 ευρώ), ποσού δηλαδή, επί του ποσού των 37.778,00 (77.778,00 μείον 40.000,00) ευρώ, από την επομένη της καταβολής του ποσού των 40.000,00 ευρώ (13-3-2007), μέχρι τον χρόνο πρότασής της περί συμψηφισμού, στο ποσό των 14.680,90 ευρώ, προσδιόρισε το ύψος της απομένουσας σε βάρος της απαίτησης, στο ποσό των 136.497,74 (37.778,00 + 84.037,84 + 14.680,90) ευρώ.
 
Ακολούθως, επί της ένδικης ανακοπής που άσκησε η εφεσίβλητη.... στην θέση της οποίας παραστάθηκε ο Δήμος Παύλου Μελά (ήδη αναιρεσείων), που υπεισήλθε στην δικονομική της θέση,...... εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, η εκκαλουμένη, υπ' αριθ. 31076/2011, απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία, όπως ήδη έχει λεχθεί, έγινε δεκτή η ανακοπή εν μέρει, κατά το ποσό των 466.101,20 ευρώ, η από 1-12-2010, ανακοπτομένη επιταγή. Ειδικότερα, με την εκκαλουμένη απόφαση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.....δέχθηκε τον λόγο ανακοπής, περί μερικής απόσβεσης της απαίτησης του εκκαλούντος, με τον προταθέντα από την εφεσίβλητη συμψηφισμό, όπως το αποτέλεσμα του συμψηφισμού αυτού, επικαλέστηκε η τελευταία και παρατίθεται παραπάνω, δηλαδή, δέχθηκε, ότι η επιδικασθείσα, με την υπ' αριθ. 1811/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απαίτηση του εκκαλούντος και αναγνωρισθείσα με την ίδια απόφαση απαίτηση της εφεσίβλητης, συνυπήρξαν την 30-10-1998, που είναι ο χρόνος επίδοσης της υπ' αριθ. καταθ. 30058/7-9-1998 αγωγής της Κοινότητας Ευκαρπίας και ότι με τον συμψηφισμό αποσβέστηκαν έκτοτε (από 31-10-1998), οι απαιτήσεις αυτές, κατά το μέρος που καλύπτονται και ότι, έτσι, το ύψος της σε βάρος της εφεσίβλητης απαίτησης, συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων τόκων, ανέρχεται πλέον στο ποσό των 136.497,74 ευρώ, ακύρωσε δε, εν μέρει την ένδικη επιταγή, για το πέραν του ποσού αυτού μέρους της, δηλαδή για το ποσό των 466.101,20 (602.101,94 μείον 136.497,74) ευρώ......
 
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου και τελευταίου λόγου της έφεσης (ο οποίος και μόνο ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει του ότι μόνο κατ' αυτού βάλλουν οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι), ο εκκαλών (Δήμος Παύλου Μελά) παραπονείται, ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, ότι οι μεταξύ αυτού και της εφεσίβλητης απαιτήσεις συναντήθηκαν στις 30-10-1998, δηλαδή, κατά το χρόνο επίδοσης της σχετικής (υπ' αριθ. καταθ. 30058/7-9-1998) αγωγής της Κοινότητας Ευκαρπίας και ότι συνεπώς, στο χρόνο αυτό ανατρέχουν τα αποτελέσματα του προταθέντος από την εφεσίβλητη συμψηφισμού, ενώ, χρόνος συνάντησης των απαιτήσεων αυτών, είναι, ο χρόνος επίδοσης σ' αυτόν, της πρότασης συμψηφισμού, δηλαδή, η 21-12-2010 και επομένως, στο χρόνο αυτό, ανατρέχουν τα αποτελέσματά του. Ο λόγος αυτός της έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, κατά τα ακολούθως, ειδικότερα εκτιθέμενα........
Κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, στο άρθρο 83 παρ. 2, 3 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων των ΟΤΑ (βλ. σχ. και ΣτΕ 1122/2006), προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού εκκαθαρισμένων απαιτήσεων οφειλέτου του Δήμου, που αποκτήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο, με χρέη τους προς αυτόν, εφόσον οι απαιτήσεις τους αποδεικνύονται, εκτός των άλλων, με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, είτε είναι καταψηφιστικές είτε αναγνωριστικές και με τον συμψηφισμό επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, από το χρόνο που συνυπήρξαν, εκκαθαρισμένη δε, είναι η απαίτηση του οφειλέτη του Δήμου, κατ' αυτού, εφόσον προσδιορίζεται κατά ποσό, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια δε, των διατάξεων των άρθρων 440, 441 του ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, και επί του συμψηφισμού αυτού (κατά την παρ. 4 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ), με την πρόταση του συμψηφισμού, επέρχεται απόσβεση των απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, από τότε που συνυπήρξαν, η αναδρομική δε, ενέργεια της απόσβεσης, έχει ως αποτέλεσμα, να αναιρείται η τυχόν υπερημερία και οι παραχθέντες τόκοι και ως συνύπαρξη νοείται η παράλληλη ύπαρξη των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό, όταν δηλαδή, πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτίθεται, με την υπ' αριθ. 1811/24-9-2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την εκτέλεση της οποίας επισπεύδει ο εκκαλών Δήμος, με την από 1-12-2010 ανακοπτομένη επιταγή προς πληρωμή, που επέδωσε στην εφεσίβλητη, επιδικάσθηκε τελεσίδικα, με σχετική καταψηφιστική διάταξη, η εναντίον της τελευταίας απαίτησή του, ποσού 262.067,81 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπ' αριθ. καταθ. 30058/7-9-1998 αγωγής, δηλαδή, από 31-10-1998 και αναγνωρίστηκε τελεσίδικα επίσης, η απαίτηση της εφεσίβλητης κατ' αυτού, ποσού 184.290,00 ευρώ.
 
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα προαναφέρονται σχετικά, οι διάδικοι έχουν αμοιβαίες απαιτήσεις, βέβαιες και εκκαθαρισμένες, αποδεικνυόμενες από την παραπάνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση, χρονικό δε, σημείο συνάντησης των απαιτήσεων αυτών, κατά το οποίο πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές του συμψηφισμού τους, δηλαδή, κατά το οποίο συνέτρεξαν οι απαιτήσεις των διαδίκων, σε κατάσταση ώριμη για συμψηφισμό, είναι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης αυτής, δηλαδή, η 24-9-2010 και όχι ο χρόνος επίδοσης της υπ' αριθ. καταθ. 30058/7-9-1998 αγωγής της Κοινότητας Ευκαρπίας, δηλαδή, η 30-10-1998, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη με την ανακοπή της, ούτε ο χρόνος επίδοσης της πρότασης συμψηφισμού στον εκκαλούντα, δηλαδή, η 21-12-2010, όπως επίσης, αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός.......Από το χρονικό δε, σημείο, της έκδοσης της υπ' αριθ. 1811/24-9-2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επήλθε, αναδρομικά, με την πρόταση συμψηφισμού της εφεσίβλητης, προς τον εκκαλούντα, η απόσβεση των απαιτήσεών τους, κατά το μέρος που καλύπτονται, δηλαδή, κατά το ποσό των 184.290,00 ευρώ και έκτοτε, ανατρέπεται, όσον αφορά το ποσό αυτό, η υπερημερία της αναιρεσίβλητης, που άρχισε με την επίδοση της προαναφερόμενης αγωγής της Κοινότητας Ευκαρπίας και συνακόλουθα, έκτοτε, δεν γεννάται υποχρέωσή της, προς καταβολή τόκων υπερημερίας, επί του ποσού αυτού (184.290,00 ευρώ), κατά το οποίο αποσβέσθηκε η απαίτηση του εκκαλούντος. Με τον (μοναδικό) λόγο της ένδικης ανακοπής, η ανακόπτουσα, ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα), όπως προαναφέρεται, επικαλείται την πρόταση συμψηφισμού του μεταξύ αυτής και του εκκαλούντος απαιτήσεων, αναφέροντας στο δικόγραφο της ανακοπής, ότι η απαίτηση του εκκαλούντος επιδικασθηκε σε βάρος της, με την υπ' αριθ. 1811/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, νομιμότοκα από 30-10-1998, χρόνο επίδοσης της εναντίον της σχετικής αγωγής και ότι με την ίδια απόφαση αναγνωρίσθηκε η ανταπαίτηση της ίδιας, κατά παραδοχή της ανταγωγής της, ισχυριζόμενη δε, ότι χρόνος συνύπαρξης των αμοιβαίων αυτών απαιτήσεων και χρόνος επέλευσης των αποτελεσμάτων του συμψηφισμού, είναι η 30-10-1998, ζήτησε τη μερική ακύρωση της ανακοπτομένης επιταγής προς πληρωμή. Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος της ανακοπής, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί σχετικά, είναι νόμιμος, κατά το μέρος μόνο, που αφορά τ' αποτελέσματα του προταθέντος συμψηφισμού, από το χρόνο έκδοσης της τελεσίδικης, υπ' αριθ. 1811/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είναι κατά τα παραπάνω και με βάση τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, ο χρόνος συνύπαρξης των αμοιβαίων απαιτήσεων των διαδίκων, σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό.
 
Επομένως, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε νόμιμο εν όλω, τον λόγο της ανακοπής και ακολούθως δέχθηκε αυτόν ως βάσιμο και κατ' ουσίαν, δεχόμενο ειδικότερα, ότι χρονικό σημείο συνάντησης των αμοιβαίων απαιτήσεων των διαδίκων, είναι η 30-10-1998, ότι έκτοτε, επήλθε, αναδρομικά, με την πρόταση του συμψηφισμού, από την εφεσίβλητη, η απόσβεση της απαίτησης του εκκαλούντος, κατά το ποσό των 184.290,00 ευρώ, καθώς και ότι, έκτοτε (από την 31-10-1998), δεν οφείλονται από την εφεσίβλητη, νόμιμοι τόκοι επί του ποσού αυτού και ακολούθως ακύρωσε την ανακοπτομένη, από 1-12-2010 επιταγή προς πληρωμή. κατά το ποσό των 466.101,20 ευρώ, ενώ, ο λόγος της ανακοπής είναι, σύμφωνα με την, κατ' ανωτέρω, αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου αυτού, νόμιμος μόνο κατά το προαναφερόμενο μέρος του.
 
Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της οποίας, ο εκκαλών παραπονείται για την εν όλω κατ' ουσίαν παραδοχή της ανακοπής και ζητά, όπως ήδη έχει λεχθεί, τη μερική απόρριψή της, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σχετικά, στην τελευταία παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας και ισχύουν και επί ανακοπής....., χωρίς την υποβολή εκ μέρους του ειδικού παραπόνου, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματός της έφεσής του, να γίνει δεκτή αυτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, με βάση όσα έχουν ήδη εκτεθεί, να γίνει δεκτή εν μέρει η ένδικη ανακοπή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ν' ακυρωθεί η από 1-12-2010 επιταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. 1811/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για μέρος του κεφαλαίου της απαίτησης του εκκαλούντος που επιτάσσεται η εφεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτόν (ύψους 222.067,81 ευρώ), ποσού 184.290,00 ευρώ, καθώς και για το ποσό των νόμιμων τόκων επί του ποσού αυτού (184.290,00 ευρώ), για χρονικό διάστημα μετά την 24-9-2010".
 
Με το να κρίνει το Εφετείο με τις σκέψεις του αυτές βάσιμο τον παραπάνω λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, κρίνοντας, σε αντίθεση με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νόμιμη την ένδικη ανακοπή της αναιρεσείουσας, μόνο κατά το μέρος που αφορά τ' αποτελέσματα του προταθέντος συμψηφισμού, από το χρόνο έκδοσης της τελεσίδικης, υπ' αριθ. 1811/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ακολούθως, κατά μερική παραδοχή της ανακοπής, να ακυρώσει την ανακοπτομένη, από 1-12-2010 διαταγή προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. 1811/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για μέρος του κεφαλαίου της απαίτησης του αναιρεσίβλητου που επιτάσσεται η αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν (ύψους 222.067,81 ευρώ), ποσού 184.290,00 ευρώ, καθώς και για το ποσό των νόμιμων τόκων επί του ποσού αυτού (184.290,00 ευρώ), για χρονικό διάστημα μετά την 24-9-2010, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 83 του ΚΕΔΕ και 440, 441 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, η ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας που προτάθηκε σε συμψηφισμό έναντι της επιτασσόμενης σε πληρωμή απαίτησης του αναιρεσίβλητου, συναντήθηκαν και συνυπήρξαν ώστε να καταστούν ώριμες προς συμψηφισμό από του χρόνου εκδόσεως της υπ' αριθ. 1811/24-9-2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οπότε κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και εκκαθαρισμένες, αποδεικνυόμενες διά της τελεσιδίκου αυτής αποφάσεως, στο χρόνο δε αυτό (24-9-2010) ανατρέχουν αναδρομικά τα αποτελέσματα του προταθέντος συμψηφισμού, και όχι στο χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η άνω τελεσίδικη απόφαση, κατά τον διαδραμόντα δε χρόνο από την άσκηση της αγωγής μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης με την οποία επιδικάζεται η απαίτηση του αναιρεσίβλητου, στην οποία προτείνεται η προς συμψηφισμό ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας, η οποία αναγνωρίσθηκε με την ίδια απόφαση, κατά παραδοχή της ανταγωγής της, εξακολούθησε να υφίσταται η υπερημερία της τελευταίας, και να οφείλονται οι επιδικασθέντες επί του κεφαλαίου τόκοι της απαίτησης του αναιρεσίβλητου, αφού οι αλλοιώσεις που λαμβάνουν χώρα, πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε.
Οι προπαρατεθείσες δε διατάξεις των άρθρων 83 του ΚΕΔΕ και 440, 441 του ΑΚ και η προρρηθείσα ερμηνεία αυτών, δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την οποία το κράτος έχει την υποχρέωση να μεριμνά για την εύλογη διάρκεια της δίκης, καθόσον η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα που διέδραμε μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν οφείλεται στο ότι η απόφαση αυτή δεν εκδόθηκε εντός ευλόγου χρόνου από την άσκηση της σχετικής αγωγής, αλλά στο γεγονός ότι δεν άσκησε κι αυτή καταψηφιστική αγωγή (ανταγωγή) προκειμένου να της επιδικασθούν με την ίδια απόφαση του Εφετείου τόκοι υπερημερίας επί του επιδικασθέντος σ' αυτήν κεφαλαίου, που ελάχιστα υπολείπεται του επιδικασθέντος κεφαλαίου του αναιρεσείοντος, τους οποίους θα μπορούσε να προτείνει, πέραν του επιδικασθέντος σ' αυτήν κεφαλαίου, και τους τόκους, σε συμψηφισμό προς την απαίτηση του αναιρεσείοντος αποτελούμενη από κεφάλαιο και τόκους.
 
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 709/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-06-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 709/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: