Α.Π. 138/2012 (Τμήμα Γ)
ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΔΗΜΟ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ. ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ. ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΕΤΗΣ ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ (249, 937, 1094, 1097, 1098 Α.Κ., 140, 141 Ν. 4270/2014, 7, 10, 11 Ν. 2882/2014) - Εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης καταβολής της αποζημίωσης, η απαλλοτρίωση ήρθη αυτοδικαίως και συνεπώς η κυριότητα του επίδικου
ακινήτου δεν μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο Δήμο. Από την κήρυξη όμως της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, με το από 18-2-1969 ΠΔ και τη ρυμοτόμηση του επίδικου τμήματος του οικοπέδου, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 6-3-2008, παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των τριάντα [30] ετών, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να εγείρουν οι ενάγουσες ούτε ο δικαιοπάροχος τους όσο ήταν εν ζωή, διεκδικητική αγωγή η οποία με τη συμπλήρωση εικοσαετίας από την εκτέλεση του ρυμοτομικού σχεδίου και τη διάνοιξη της ανωτέρου οδού [έτος 1978], που αποτελεί το αφετηριακό σημείο του χρόνου της παραγραφής, υπέπεσε σε παραγραφή με το πέρας του έτους 1998. Επίσης η αξίωση αποζημίωσης, ίσης με την εμπορική αξία του επίδικου τμήματος του ακινήτου, η οποία έχει ως νομική βάση την αδικοπραξία και επικουρικά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έχει υποπέσει στην πενταετή όσο και στην εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ, αλλά και στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 90 του Ν 2362/1995 περί Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και 48 του ΝΔ 496/1974, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τόσο άνω των πέντε [5] όσο και άνω των είκοσι [20] ετών.
ΔΙΑΚΟΠΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΔΗΜΟΥ (340 Α.Κ) - Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ προκύπτει, ότι διακοπή της παραγραφής επάγεται και η αναγνώριση της αξίωσης με οποιοδήποτε τρόπο. Από δε τη διάταξη του άρθρου 269 ΑΚ προκύπτει, ότι η υποβολή της διαφοράς σε διοικητική αρχή διακόπτει την παραγραφή, εφ' όσον η διοικητική αρχή είναι αρμόδια για την επίλυσή της (Ολ.ΑΠ 677/1977). Η όχληση όμως δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής αλλά επιφέρει μόνο την υπερημερία του οφειλέτη.
ΚΕΙΜΕΝΟ
Απόφαση 138 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε
από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο
Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη,
Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2
Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για
να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Φ. χας Α. Ζ. το
γένος Φ. και Ε. Π., και 2. Α. θυγ. Φ. και Ε. Π., κατοίκων ..., οι
οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο
Σαντούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του
αναιρεσίβλητου: Δήμου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, όπως νόμιμα
εκπροσωπείται, και εδρεύει στο Π. Φάληρο Αττικής. Παραστάθηκε ο Δήμαρχος
αυτού, Δ. Χ. και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Στυλιανό Κατσέλη.
Η
ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2008 αγωγή των ήδη
αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7910/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 691/2010 του
Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι
αναιρεσείοντες με την από 21-6-2010 αίτησή τους και με τους από
19-7-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που
εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται
πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από
24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της
κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου
ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη
του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.
Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1
αυτού επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, υπό την έννοια
ότι περιλαμβάνονται σ' αυτή όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και
όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσης" καθώς και τα "κεκτημένα
οικονομικά συμφέροντα". Και αυτό γιατί "περιουσία", κατά την έννοια της
διάταξης αυτής, αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτίμησης
έννομων σχέσεων του προσώπου. Από τη διάταξη όμως της παρ.2 του πιο πάνω
Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι: "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι
το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει
αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνων προς το δημόσιον
συμφέρον ή προς εξασφάλισην της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή
προστίμων", προκύπτει ότι και αυτό, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά
αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους,
αν το κρίνει αναγκαίο, προς διασφάλίση του δημοσίου συμφέροντος, στην
έννοια του οποίου εμπίπτει και ο θεσμός της παραγραφής, εφόσον αυτόν
επιβάλλει το συμφέρον της έννομης τάξης το οποίο απαιτεί εκκαθάριση των
σχέσεων που ανάγονται στο παρελθόν, προς ασφάλεια των συναλλαγών και
ασφάλεια του δικαίου.
Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχτεί την ένσταση του αναιρεσίβλητου Δήμου περί παραγραφής των αξιώσεων που οι αναιρεσείουσες άσκησαν με την ένδικη αγωγή προς διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου και αποζημίωσή τους, εάν η απόδοσή του είναι αδύνατη και να απορρίψει την αγωγή, δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ προκύπτει, ότι διακοπή της παραγραφής επάγεται και η αναγνώριση της αξίωσης με οποιοδήποτε τρόπο. Από δε τη διάταξη του άρθρου 269 ΑΚ προκύπτει, ότι η υποβολή της διαφοράς σε διοικητική αρχή διακόπτει την παραγραφή, εφόσον η διοικητική αρχή είναι αρμόδια για την επίλυσή της (Ολ.ΑΠ 677/1977). Η όχληση όμως δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής αλλά επιφέρει μόνο την υπερημερία του οφειλέτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του-αναφορικά με την αντέσταση που προέβαλλαν οι ενάγουσες (και ήδη αναιρεσείουσες) κατά της ένστασης του εναγόμενου (και ήδη αναιρεσίβλητου) Δήμου περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης που άσκησαν με την ένδικη αγωγή-η οποία και απορρίφθηκε κατά παραδοχή της ένστασης αυτής παραγραφής-και με την οποία (ένδικη αγωγή) είχαν ειδικότερα ζητήσει να τους καταβληθεί αποζημίωση ίση με την εμπορική αξία του περιγραφόμενου εδαφικού τμήματος το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στο δικαιοπάροχο πατέρα τους και το οποίο, όντας εντός της κτηματικής περιφέρειας του εναγόμενου Δήμου, είχε ρυμοτομηθεί για τη διάνοιξη της Λεωφόρου Ελ. Βενιζέλου και -έχοντας καταληφθεί από αυτόν- είναι ανέφικτη η απόδοσή του-δέχτηκε τα εξής: "Η προβαλλόμενη με την προσθήκη των προτάσεων στον πρώτο βαθμό, αντένσταση των εναγουσών, ότι η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής και της σωρευόμενης αγωγής αποζημιώσεως, διακόπηκε, κατ' άρθρο 260 ΑΚ, με την από 21-4-1989 αίτηση του δικαιοπαρόχου τους προς τον εναγόμενο Δήμο Παλαιού Φαλήρου, με την οποία φέρεται αυτός να έχει οχλήσει τον εναγόμενο για τις επίδικες αξιώσεις του, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η επικαλούμενη όχληση δεν προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής.
Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι η απάντηση του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, στην παραπάνω αίτηση του δικαιοπαρόχου τους, επέφερε διακοπή της παραγραφής, είναι αβάσιμος διότι ο εναγόμενος, απαντώντας στην ως άνω αίτηση, όχι μόνο δεν ανεγνώρισε τις επίδικες αξιώσεις των εναγουσών αλλά τους καθιστούσε σαφές, ότι απαραίτητη προϋπόθεση, για να ιεραρχήσει τη σειρά καταβολής της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση, είναι η προσκόμιση δικαστικής απόφασης δικαιούχων, της αποζημίωσης. Ουδέποτε ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, ούτε οι ενάγουσες, πέτυχαν την αναγνώριση τους, ως δικαιούχων αποζημίωσης ούτε προσκόμισαν ποτέ δικαστική απόφαση με τέτοιο περιεχόμενο".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο σωστά τις ως άνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 2ο του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, "διότι από το περιεχόμενο της εν λόγω-από 21-4-1989-αίτησης, όσο και από την επ' αυτής, από 1-8-1989 απάντηση του Δήμου Π. Φαλήρου, προκύπτει σαφώς, ότι δεν πρόκειται περί απλής οχλήσεως, όπως εσφαλμένα δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας στην αίτηση αυτή ολοφάνερα διαφορετικό περιεχόμενο από το αληθινό, αλλά, μεταξύ άλλων και περί αιτήσεως συμβιβασμού του δικαιοπαρόχου -των αναιρεσειουσών-με το Δήμο Π. Φαλήρου, δηλαδή διακοπτικού γεγονότος της αρξάμενης παραγραφής", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, με τον τρόπο που διατυπώνεται, αιτιάται όχι λάθος κατά την ανάγνωση της ως άνω αίτησης-εγγράφου-αλλά λάθος που αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1097, 1098 και 1099 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται ασκώντας σχετική αγωγή, να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο τούτου την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος, και μόνο αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097, 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ως προς την αξία αυτού (πράγματος).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι η παραγραφή των αξιώσεων από αδικοπραξία είναι πενταετής και αρχίζει αφότου ο δικαιούχος έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση η παραγραφή είναι εικοσαετής και αρχίζει από την τέλεση της πράξης που σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή η εικοσαετής παραγραφή αρχίζει και αν δεν έχει ακόμη γεννηθεί η αξίωση. Τέλος, κατά το άρθρο 91 του ν.δ.321 της 17/18-10-1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968, εφαρμόζεται αναλόγως και για τον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφ' όσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, δηλαδή από τότε που βεβαιώνεται από την απόφαση ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος. Αν όμως από την τέλεση της πράξης έχει παρέλθει εικοσαετία, η κατά τα άνω αξίωση για αποζημίωση έχει παραγραφεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το ζήτημα αυτό της παραγραφής, δέχτηκε τα εξής: "Σύμφωνα με την υπ' αριθμ.271/4-7-1970 πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. Π.270453/15.2.1975 απόφαση του Αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας, έκταση 612 τ.μ., που περιλαμβάνεται στο ακίνητο των εναγουσών (αναιρεσειουσών)...π ου βρίσκεται στη θέση "Βουρλοπόταμος ή Πικροδάφνη" της περιφέρειας του Δήμου Παλαιού Φαλήρου Αττικής ... . Από τη δημοσίευση στις 25-11-1977 της αποφάσεως περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών, χωρίς ο ανωτέρω υπόχρεος προς αποζημίωση εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) να καταβάλει το σχετικό ποσό, ενώ κατέλαβε το επίδικο και αφού απέβαλε τον δικαιοπάροχο των εναγουσών από τη νομή του, προέβη σε ρυμοτομία αυτού και ειδικότερα στη διάνοιξη της Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου.
Εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης καταβολής της αποζημίωσης, η απαλλοτρίωση ήρθη αυτοδικαίως και συνεπώς η κυριότητα του επίδικου ακινήτου δεν μεταβιβάστηκε στον πρώτο εναγόμενο. Από την κήρυξη όμως της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, με το από 18-2-1969 ΠΔ και τη ρυμοτόμηση του επίδικου τμήματος του οικοπέδου των εναγουσών για τη διάνοιξη της Λεωφόρου Ελ.Βενιζέλου στο Ο.Τ 405 και την εκτέλεση του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, με τη διάνοιξη της προαναφερόμενης Λεωφόρου, η οποία είχε αποπερατωθεί από το έτος 1978, όπως προκύπτει από την προσαχθείσα και επικληθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπ' αριθμ πρωτ. 26128/29-8-2008 βεβαίωση της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 6-3-2008, παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των τριάντα [30] ετών, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να ζητήσουν οι ενάγουσες ούτε ο δικαιοπάροχος τους όσο ήταν εν ζωή, την αναγνώριση της κυριότητας και την απόδοση του επίδικου εδαφικού τμήματος με την έγερση διεκδικητικής αγωγής σε βάρος του εναγόμενου Δήμου Παλαιού Φαλήρου, η οποία με τη συμπλήρωση εικοσαετίας από την εκτέλεση του ρυμοτομικού σχεδίου και τη διάνοιξη της ανωτέρου οδού [έτος 1978], που αποτελεί το αφετηριακό σημείο του χρόνου της παραγραφής, υπέπεσε σε παραγραφή με το πέρας του έτους 1998.
Επίσης η αξίωση αποζημίωσης, που προβάλλουν οι ενάγουσες, ίσης με την εμπορική αξία του επίδικου τμήματος του ακινήτου τους, κατά το ποσοστό που επικαλείται κάθε μία [3/18], η οποία έχει ως νομική βάση την αδικοπραξία και επικουρικά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έχει υποπέσει στην πενταετή όσο και στην εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ, αλλά και στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 90 του Ν 2362/1995 περί Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και 48 του ΝΔ 496/1974, καθώς από το χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας που είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η παράνομη και ζημιογόνος κατάσταση, ήτοι η παράνομη κατάληψη του επίδικου τμήματος, την οποία επικαλούνται οι ενάγουσες, ήτοι από το έτος 1978 που εκτελέστηκε το ρυμοτομικό σχέδιο - από το πέρας του 18μήνου από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1087/1977 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καθόριζε προσωρινώς την αποζημίωση, ήτοι από 26-5-1979 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, την 6-3-2008, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τόσο άνω των πέντε [5] όσο και άνω των είκοσι [20] ετών.
Συνεπώς, η προβαλλόμενη με τους, πρώτο και δεύτερο
λόγους της έφεσης, ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των
εναγουσών, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη". Έτσι, που έκρινε
το Εφετείο, σωστά τις ως άνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο
περί του αντιθέτου πρώτος (και μοναδικός) πρόσθετος λόγος, από τον
αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει
την από 21-6-2010 αίτηση των 1) Φ. χήρας Α. Ζ. το γένος Φ. και Ε. Π.
κ.α. και τους πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 691/2010 απόφασης
του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου