
Α.Π. 1232 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΚΑΚΟΠΙΣΤΟΣ ΝΟΜΕΑΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΟΥ - ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ
ΩΦΕΛΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ (ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ) - ΕΝΝΟΙΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ -
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΓΩΓΗΣ - ΜΗ ΣΥΝΤΕΛΕΣΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ
ΛΟΓΩ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥ ΥΠΟΧΡΕΟΥΣ - ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΤΕ ΚΑΙ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΝ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ (ΠΟΥ ΕΧΕΙ
ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΟΥ) ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΣΤΕΙ ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΤΑ
ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ -Αρνηση απόδοσης των ωφελημάτων επί του επιδίκου - Μη
πληρωμή της αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους από τους λοιπούς
υποχρέους πλην του εναγομένου Δήμου - Αμφισβήτηση του αν ο εναγόμενος
Δήμος έχει κηρυχθεί κύριος του ακινήτου και αν δικαιούται να αξιώσει τα
ωφελήματα - Παραπομπή την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (1096, 1098, 961 ΑΚ, αρθρ. 7 Κ.Α.Α.Α., 17 Συντ)
Αριθμός 1232/2017
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ζ. Α. το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Ζ., κατοίκου ... και 5) Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ζάπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εκπροσωπείται νόμιμα από το ... αυτού, κάτοικο ... και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4211/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1443/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ζ. Α. το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Ζ., κατοίκου ... και 5) Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ζάπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εκπροσωπείται νόμιμα από το ... αυτού, κάτοικο ... και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4211/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1443/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της αγωγής του αναιρεσίβλητου Δήμου με
αντικείμενο την απόδοση ωφελημάτων ακινήτου, την οποία απηύθυνε ενώπιον
του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των αναιρεσειόντων,
εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4211/2012 οριστική απόφαση που την έκανε εν μέρει
δεκτή. Ακολούθως, επί της εφέσεως των εναγομένων κατά της αποφάσεως
αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 1443/2015 τελεσίδικη
απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που την απέρριψε από
ουσιαστική άποψη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι
εκκαλούντες-εναγόμενοι άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία
είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και
εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ,
προκύπτει ότι, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε
το πράγμα, υπέχει από τότε ως προς τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια
ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, δηλαδή
ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που πραγματικά, έστω και κατά
παράβαση των κανόνων της τακτικής διαχείρισης, εισέπραξε και εκείνων που
από υπαιτιότητά του δεν εισέπραξε, ενώ μπορούσε να εισπράξει, σύμφωνα
με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης. Ωφελήματα δε του πράγματος,
κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις
του άρθρου 961 παρ. 1 και 3 ΑΚ είναι οι φυσικοί και πολιτικοί καρποί
αυτού.
Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο
νομέας από την ενοίκηση ή την κατ’ άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από
τον ίδιο συνεπεία των οποίων εξοικονομεί δαπάνη, στην οποία θα
υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται
στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 822/2014).
Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα έναντι του κυρίου
για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται
με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή (ΑΠ 1753/2012).
Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι είχαν ισχυρισθεί στον
πρώτο βαθμό ότι το ρυμοτομηθέν οικόπεδό τους συνολικής έκτασης 420 τ.μ.
ήταν από τη φύση του μία ενιαία ιδιοκτησία και ότι με την πράξη
αναλογισμού υπόχρεοι για την αποζημίωσή τους ορίσθηκαν ο μεν
αναιρεσίβλητος Δήμος για εδαφική έκταση 337 τ.μ., για δε τα υπόλοιπα 83
τ.μ. οι κύριοι πέντε όμορων ωφελούμενων ιδιοκτησιών κατά την οριζόμενη ο
καθένας αναλογία. Ότι από όλους τους υπόχρεους μόνον ο Δήμος κατέβαλε
-μετά από συμβατικό προσδιορισμό- την αποζημίωση που του αναλογούσε, ενώ
οι λοιποί υπόχρεοι δεν τους έχουν αποζημιώσει, με αποτέλεσμα να μη έχει
συντελεσθεί η απαλλοτρίωση λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημιώσεως και
περαιτέρω να μη έχει καταστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος κύριος του
τμήματος, που βαρυνόταν και αποζημίωσε. Και τέλος ότι, αφού δεν είναι
κύριος, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την ένδικη αξίωση αποδόσεως
ωφελημάτων που προϋποθέτει κυριότητα. Τον ισχυρισμό τους αυτό, που
απορρίφθηκε, επανέφεραν στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους,
που επίσης απορρίφθηκε.
Ειδικότερα, επί του κρισίμου αυτού ζητήματος το
Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης,
δέχθηκε τα εξής: "Κατόπιν της με αριθμό .../1978 πράξης τακτοποίησης και
αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων του Πολεοδομικού Γραφείου
Θεσσαλονίκης, που εγκρίθηκε νόμιμα με την υπ’ αριθ. πρωτ.
..../22-11-1978 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ρυμοτομήθηκε, με
υπόχρεο αποζημίωσης τον εφεσίβλητο-ενάγοντα Δήμο, οικοπεδικό τμήμα
εμβαδού 337,00 τμ με στοιχεία 2-10-11-18-2 όπως αυτό απεικονίζεται στο
τοπογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα που συνοδεύουν την
προαναφερθείσα πράξη της με αριθμό … ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου των
εναγομένων Α. Τ.. Το οικόπεδο βρίσκεται στην οδό ... σε χώρο
χαρακτηρισμένο για ανέγερση σχολείου. Ο εφεσίβλητος (ενάγων), με την
ανωτέρω πράξη κρίθηκε υπόχρεος καταβολής και της νόμιμης αποζημίωσης για
τα επί του ανωτέρω ρυμοτομουμένου οικοπέδου υφιστάμενα κτίσματα,
δένδρα, φυτά και άλλες εγκαταστάσεις (επικείμενα). Το απαλλοτριωθέν, ως
άνω, οικοπεδικό τμήμα αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης οικοπέδου
συνολικού εμβαδού 420 τ.μ. πρώην υπ’ αριθ. ... κληροτεμαχίου του
συνοικισμού ..., Ν. Θεσσαλονίκης, που βρίσκεται επί της οδού ... στο
συνοικισμό ... Ν. Θεσσαλονίκης και ανήκει στους εκκαλούντες-εναγόμενους
ως κληρονόμους του Α. Τ. ... Την 28-8-2003 με αίτησή τους προς τον
εφεσίβλητο-ενάγοντα Δήμο, οι δικαιούχοι της αποζημίωσης ζήτησαν να τους
καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη οικοπεδική
έκταση, καθώς και για τα επικείμενα, συμβιβαστικά. 0 εφεσίβλητος-ενάγων
έκανε δεκτό το ως άνω αίτημά των και με την υπ’ αριθ. ...2003 απόφαση
του Δημοτικού του Συμβουλίου εγκρίθηκε αποζημίωση ύψους 156.459,82 €
συνολικά για την ρυμοτομούμενη έκταση των 337,00 τμ και για τα
επικείμενα σε αυτήν ... Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκαν τα
με αριθμούς ... χρηματικά εντάλματα πληρωμής έτους 2004, ονομαστικά και
για τους πέντε εκκαλούντες-εναγόμενους, ως δικαιούχους της εν λόγω
αποζημίωσης, τα οποία εξοφλήθηκαν στο σύνολο τους την 1η Ιουλίου 2004.
Από την ημερομηνία αυτή (1-7-2004), μετά την εξόφληση
της αποζημίωσης συντελέσθηκε ... η απαλλοτρίωση, αναφορικά με τα 337
τμ, η δε κυριότητα του οικοπεδικού αυτού τμήματος περιήλθε στον
εφεσίβλητο-ενάγοντα Δήμο. Από το ίδιο χρονικό σημείο, οι
εκκαλούντες-εναγόμενοι όφειλαν να παραδώσουν το επίδικο τμήμα εμβαδού
337 τ.μ. στον εφεσίβλητο-ενάγοντα Δήμο. Πλην όμως, αυτοί, όχι μόνο δεν
παρέδωσαν το επίδικο τμήμα του ακινήτου, αλλά εξακολούθησαν να το
νέμονται και να το κατέχουν.... Την 26-7-2006 ο εφεσίβλητος-ενάγων Δήμος
επέδωσε στους εναγόμενους την από 24-7-2006 εξώδικη δήλωση με την οποία
ζητούσε από αυτούς να παραδώσουν σε αυτόν το επίδικο ακίνητο, πλην όμως
οι τελευταίοι ούτε και τότε παρέδωσαν το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα
Δήμο, θεωρώντας ότι η απαλλοτρίωση δεν είχε συντελεστεί αφού εκκρεμούσε η
αποζημίωση για τα υπόλοιπα τμήματα εμβαδού 83 τμ, υπόχρεοι δε για την
αποζημίωση των τμημάτων αυτών είναι ιδιοκτήτες παρόδιων ιδιοκτησιών. Για
τα υπόλοιπα αυτά τμήματα, συνολικού εμβαδού 83 τμ, άσκησαν τη με αριθμό
κατάθεσης .../2011 αίτηση προσδιορισμού προσωρινής τιμής μονάδος
ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας δεν
έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα απόφαση. Ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου
οι εκκαλούντες-εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η άρνησή τους να παραδώσουν
το επίδικο ακίνητο στηρίζεται στο γεγονός ότι εκκρεμεί η διαδικασία
αποζημίωσης για το τμήμα εμβαδού 83 τμ και ως εκ τούτου δεν έχει
συντελεσθεί η απαλλοτρίωση. Ο ίδιος ισχυρισμός επανέρχεται ενώπιον του
Δικαστηρίου τούτου ως δεύτερος λόγος της έφεσής των, πλην όμως, είναι,
κατά τα ανωτέρω ... απορριπτέος".
Στη συνέχεια, το Εφετείο κρίνοντας ότι οι εναγόμενοι
από την παρακράτηση του οικοπεδικού αυτού τμήματος κατά το ένδικο
διάστημα αποκόμισαν ωφέλεια συνολικά 11.754 ευρώ, όφειλαν να πληρώσουν
στον ενάγοντα Δήμο ισόποση αποζημίωση ο καθένας κατά το λόγο του
ιδανικού μεριδίου κυριότητας. Εν τέλει, απορρίπτοντας την έφεση στο
σύνολό της, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με βάση τα ανωτέρω το
Εφετείο, έκρινε ότι, έστω και αν το ρυμοτομηθέν οικόπεδο των εναγομένων
και ήδη αναιρεσειόντων απαλλοτριώθηκε ως ενιαίο με συνολικό εμβαδόν 420
τ.μ. και από τους περισσότερους υπόχρεους για την αποζημίωση μόνο ο
ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, που βαρυνόταν για την αποζημίωση
εδαφικής εκτάσεως 337 τ.μ., κατέβαλε τη συμβατικά καθορισθείσα
αποζημίωση που του αναλογούσε, όχι όμως και οι λοιποί υπόχρεοι, έλαβε
χώρα τμηματική συντέλεση της απαλλοτρίωσης για το εδαφικό τμήμα των 337
τ.μ. και επομένως ο αναιρεσίβλητος Δήμος κατέστη εξ αυτού του λόγου
κύριος του εν λόγω τμήματος, νομιμοποιούμενος να ζητήσει τα ωφελήματα
αυτού.
Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με τον πρώτο
λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη
πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι έτσι
που έκρινε το Εφετείο, με συνέπεια να απορρίψει το σχετικό δεύτερο λόγο
της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν τον προαναφερόμενο ουσιώδη
ισχυρισμό τους και η παραδοχή του οποίου οδηγούσε στην απόρριψη της
αγωγής μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εσφαλμένα ερμήνευσε
και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4
του Συντάγματος, 7 παρ. 1 και 4 του Κ.Α.Α.Α., όπως αναριθμήθηκε με το
άρθρο 1 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 2985/2002 και συμπληρώθηκε με την περ. β’
της ίδιας παραγράφου, 11 παρ. 3 του Κ.Α.Α.Α. αλλά και των άρθρων 1 παρ.
3, 2 παρ.1, 32 έως 35, 37, 42 και 46 έως 48 του ν.δ. της 17 Ιουλίου/16
Αυγούστου 1923 "περί σχεδίου πόλεων κωμών και συνοικισμών του Κράτους
και οικοδομής αυτών", των μετέπειτα ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων,
μεταξύ των οποίων και η του άρθρου 2 του ν. 5269/31 "περί αδειών
οικοδομής κ.λπ. επί ρυμοτομουμένων ακινήτων" και του άρθρου 6 παρ. 1, 2
και 3 του ιδίου νόμου 5269/1931, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του ΑΝ
625/1968 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 633/77. Επί του
κρισίμου αυτού ζητήματος υπάρχει ουσιώδης διάσταση μεταξύ της νομολογίας
του ΣτΕ και του Αρείου Πάγου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του πρώτου (ΟλομΣτΕ 603 και
604/2008, ΣτΕ 4452/2010), από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει
ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για την εφαρμογή του
σχεδίου πόλεως υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημιώσεως είναι ο Δήμος ή
η Κοινότητα και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά την αναλογία
και τους όρους που προβλέπει ο νόμος, σε περίπτωση δε προσκυρώσεως
συνυπόχρεοι για την καταβολή αποζημιώσεως οικοπέδου που απαλλοτριώθηκε
είναι οι κατά το χρόνο του προσδιορισμού της αποζημιώσεως παρόδιοι
ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία αποκτούν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο με
προσκύρωση μέρους του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Τέλος, στη διάταξη της
παραγράφου 4 του άρθρου 7 του ως άνω Κ.Α.Α.Α., όπως αναριθμήθηκε με το
άρθρο 1 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 2985/2002 και συμπληρώθηκε με την περ. β’
της ίδιας παραγράφου, ορίζεται ότι "πριν καταβληθεί η οριστική ή
προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του
ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Και ναι μεν από το σύνολο των
ανωτέρω διατάξεων δεν αποκλείεται η τμηματική εφαρμογή των σχεδίων
πόλεων (και υπό το πολεοδομικό καθεστώς του Ν. 1337/1983 των
πολεοδομικών μελετών), ωστόσο η δυνατότητα αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση
ότι συντελούνται πλήρως (δηλαδή καταβάλλεται η πλήρης αποζημίωση),
εντός της τασσόμενης από τα άρθρα 17 παρ. 4 του Συντάγματος και 11 παρ. 3
του Κ.Α.Α.Α. προθεσμίας, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις των ιδιοκτησιών
που εμπίπτουν στην έκταση, ως προς την οποία η πολεοδομική μελέτη
εφαρμόζεται έστω και τμηματικώς. Ειδικότερα, από το συνταγματικό κανόνα
του άρθρου 17 συνάγεται ότι η ζημία, που προκαλείται από την
απαλλοτρίωση του συνόλου μίας ιδιοκτησίας ενιαίας κατά την κήρυξη της
απαλλοτριώσεως και δεκτικής αξιοποιήσεως κατά τον προορισμό της ως
τέτοια, αποκαθίσταται πλήρως και επομένως η αποζημίωσή της είναι πλήρης
μόνον όταν (η αποζημίωση) καλύπτει το ανωτέρω ενιαίο σύνολο αυτής.
Επομένως, σε περίπτωση κατά την οποία ρυμοτομείται ένα ενιαίο ακίνητο
και υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημιώσεως είναι ο Δήμος και οι
ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά την εδαφική αναλογία, που για τον
καθένα ορίσθηκε, η καταβολή της ορισθείσας αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη
του ρυμοτομούμενου ακινήτου από τον έναν μόνον από τους περισσότερους ως
άνω υπόχρεους στο ποσό που του αναλογεί, δεν επιφέρει την αντίστοιχη
τμηματική συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ενιαίου
ακινήτου, εφόσον δεν καταβληθεί ταυτοχρόνως ή πάντως εντός της
προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός και ημίσεως έτους και η υπολειπόμενη
αποζημίωση, που οφείλεται από τους άλλους υπόχρεους, ώστε να είναι αυτή
πλήρης. Τούτο δε διότι η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης
προϋποθέτει την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, η οποία αναφέρεται σε
ακέραιο το απαλλοτριωμένο ακίνητο, εφόσον αυτό συνιστά ενιαία
ιδιοκτησία, δεκτική αξιοποίησης με τη μορφή της αυτή στο σύνολό της, από
την οποία ο ιδιοκτήτης πορίζεται κατά το χρόνο κήρυξής της
απαλλοτρίωσης ή προσδοκά να αποκομίσει τη νόμιμη ωφέλεια. Μία τέτοια
ιδιοκτησία συνιστά κατά κανόνα ενιαίο σύνολο, διαφοροποιούμενο ουσιωδώς
από το άθροισμα των επιμέρους τμημάτων, στα οποία θα μπορούσε αυτή να
κατακερματισθεί.
Εξάλλου, η αναγνώριση της δυνατότητας τμηματικής
συντέλεσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης μίας ενιαίας ιδιοκτησίας με
περαιτέρω αποτέλεσμα και τη δυνατότητα της τμηματικής άρσης της
απαλλοτρίωσης, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συντελεσθεί,
κατ’ αρχήν θα συνεπαγόταν την απόδοση στον ιδιοκτήτη μέρους της ενιαίας
ιδιοκτησίας του με ενδεχομένως αμελητέα πλέον αξία. Επί πλέον, η απόδοση
αυτή (του μέρους) θα ήταν δυσχερής ή και αδύνατη, αφού δεν είναι κατά
κανόνα δυνατόν να εξατομικευθεί το συγκεκριμένο τμήμα της ρυμοτομηθείσας
ιδιοκτησίας ως προς το οποίο αίρεται η απαλλοτρίωση. Η βασικότερη όμως
συνέπεια της παραδοχής της δυνατότητας τμηματικής συντέλεσης είναι ότι
τελικά δεν θα καταβληθεί στον ιδιοκτήτη πλήρης αλλά μερική μόνον
αποζημίωση, κατά παράβαση της προαναφερόμενης συνταγματικής επιταγής.
Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ
1669/1997, ΑΠ 1369/1991, ΑΠ 438/1989, ΑΠ 269/1987), από τις
προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης
ακινήτου λόγω ρυμοτομίας και προσκυρώσεως, έστω και αν πρόκειται για
διαιρετό και ενιαίο ακίνητο που ανήκει εξολοκλήρου σε ένα ιδιοκτήτη, δεν
απαγορεύεται η τμηματική εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου ούτε και η
μερική για το σκοπό αυτό συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του εν
λόγω ακινήτου, υπό την έννοια ότι αν υπάρχουν περισσότεροι υπόχρεοι
προς αποζημίωση και ορισμένοι απ’ αυτούς καταβάλουν την αποζημίωση που
αναλογεί στο καθένα τους, ανάλογα με την έκταση η οποία προσκυρώθηκε στο
ακίνητό τους και γενικά με την υποχρέωση που βαρύνει την ιδιοκτησία
τους, σύμφωνα με την οικεία πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως του αρμοδίου
πολεοδομικού γραφείου, τότε η απαλλοτρίωση συντελείται ως προς αυτούς
και για τα τμήματα εκείνα του απαλλοτριουμένου, στα οποία αντιστοιχεί η
καταβληθείσα αποζημίωση, έστω και αν οι υπόλοιποι υπόχρεοι προς
αποζημίωση δεν έχουν καταβάλει την αποζημίωση την οποία υποχρεούνται να
καταβάλουν για άλλα τμήματα του αυτού απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά την
ίδια πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως. Επομένως το ζήτημα είναι κρίσιμο
διότι, αν γίνει δεκτό ότι δεν νοείται τμηματική συντέλεση απαλλοτριώσεως
δια ρυμοτομήσεως ενός ενιαίου ακινήτου, η καταβολή της αποζημιώσεως από
έναν μόνο υπόχρεο για το εδαφικό τμήμα, που σ’ αυτόν αναλογεί, δεν τον
καθιστά κύριο του τμήματος αυτού αν δεν καταβληθεί ταυτοχρόνως ή πάντως
εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός και ημίσεως έτους και η
υπολειπόμενη αποζημίωση, που οφείλεται από τους άλλους υπόχρεους, ώστε
να είναι αυτή πλήρης. Περαιτέρω, εφόσον δεν καθίσταται εκ του λόγου
αυτού κύριος, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την από τα άρθρα 1096 και
1098 ΑΚ αγωγή για τα ωφελήματα του απαλλοτριωθέντος τμήματος.
Ανακύπτει έτσι ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ως
προς τη δυνατότητα ή μη τμηματικής εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου και
συνακόλουθα της τμηματικής συντελέσεως της απαλλοτριώσεως ως προς ένα
τμήμα του απαλλοτριωθέντος ενιαίου ακινήτου, το οποίο φέρεται προς κρίση
με τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Γι’ αυτό ως προς το λόγο αυτόν πρέπει η
υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563§2 εδ(β) ΚΠολΔ και 23§2 εδ(γ)
& (δ) του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη
Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη,
προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, το ως άνω διαγραφόμενο θέμα.
Κατά τα λοιπά ως προς το δεύτερο λόγο αναίρεσης με
τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον
αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει το
λόγο αυτό μετά την έκδοση απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου
Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο της από 4 Απριλίου 2016 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 1443/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο της από 4 Απριλίου 2016 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 1443/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου