ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ - ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ - ΑΠ Απόφαση 618 / 2014 - Χρησικτησία, Δουλεία. Περίληψη: Προϋποθέσεις κτήσης δουλείας με χρησικτησία. Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος.

Απόφαση 618 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Χρησικτησία, Δουλεία.
Περίληψη:

Προϋποθέσεις κτήσης δουλείας με χρησικτησία. Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος.



Αριθμός 618/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. χας Ν. Σ., το γένος Χ., κατοίκου ... 2) Μ. Ν. Σ., κατοίκου ... 3) Γ. Ν. Σ., 4) Π. Ν. Σ., κατοίκων ..., 5) Γ. Π. Δ. και 6) Ε. συζ. Γ. Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Άννα Μανωλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παμίσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 88/2007 μη οριστική και 62/2010 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/7/2010 αίτησή τους και τους από 15/9/2011 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων. 
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει, ότι οι πραγματικές δουλείες, με βάση τις οποίες αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα σε βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, συνιστώνται και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, σύμφωνα με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 1045 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974, 975 του ίδιου Κώδικα, επί του δουλεύοντος ακινήτου ασκήθηκε υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού επί συνεχή εικοσαετία μερική φυσική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει μία η περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Εξάλλου , από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει, ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού, αποσβήνεται αν η άσκηση αυτής έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν παύει η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η ανάγκη εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου από τη δουλεία, η οποία (ανάγκη) είχε αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύστασή της. Τούτο όμως μπορεί να συμβεί μόνο όταν η έκλειψη της πιο πάνω ανάγκης επέρχεται εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος ή κατ' άλλη έκφραση όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη, εφόσον όμως η αυτάρκεια του δεσπόζοντος περιλαμβάνει όλο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας. Η, παρά την κατά τα άνω αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου εξακολούθηση άσκησης της δουλείας συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων (ΑΠ 1360/2006). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) Ε. Μ. είναι κύριος ενός αγροτικού ακινήτου (ελαιοκτήματος), ακριβούς εμβαδού 10.153,14 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος Χαρακοπιού Δήμου Κορώνης Μεσσηνίας. Το ακίνητο απεικονίζεται στο από μηνός Αυγούστου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ. και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησίες Γ. και Α. Α., ανατολικώς με ιδιοκτησία Φ. Σ., νοτιοανατολικώς με αγροτική οδό, νοτίως με ιδιοκτησίες Ι. και Ν. Π., και δυτικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Σ., ήτοι των. τεσσάρων πρώτων εναγομένων. Στην ψιλή κυριότητα του ενάγοντος περιήλθε, λόγω αγοράς από τον πατέρα του, Β. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-8-1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορώνης Δημητρίου Τσώνη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Κολλωνίδων στις 25-8-1973, στον τόμο … και υπό τον αύξοντα αριθμό …. Η επικαρπία του ακινήτου παρακρατήθηκε από τον ανωτέρω πωλητή υπέρ του ιδίου και της συζύγου του Ά. Μ., εφ' όρου ζωής αμφοτέρων. Μετά το θάνατο και των δύο επικαρπωτών, αρχικώς της μητέρας το έτος 1974 και ύστερα του πατέρα στις 30-4-1988, ο ενάγων κατέστη πλήρης κύριος του ακινήτου και συνέχισε την άσκηση πράξεων νομής εμφανών και αντίστοιχων με τη φύση του ακινήτου ως αγροτικού (περιποίηση, λίπανση και συλλογή ελαιοκάρπου, συντήρηση του εντός του ακινήτου ευρισκόμενου αγροτικού οικίσκου, καθαρισμός, οριοθέτηση και επίβλεψη). Στο δυτικό όριο, όπως προαναφέρθηκε, το ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει με την ιδιοκτησία των εξ αδιαθέτου κληρονόμων Ν. Σ., ο οποίος πέθανε στις 13-9-1994, ήτοι της Ρ. Σ. το γένος Χ. (χήρας) και Μ., Γ. και Π. Σ. (θυγατέρων). Το ακίνητο αυτό έχει εμβαδό 8.028,60 τ.μ. και συνορεύει, βορείως με ιδιοκτησία Γ. Α., ανατολικώς με ιδιοκτησίες ενάγοντος και Π. Π. (από βορρά προς νότο), νοτίως με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Π. και δυτικώς με ιδιοκτησία Γ. και Ε. Δ. (πέμπτου και έκτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων) όπως εμφαίνεται στο από μηνός Οκτωβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Τ.. Ακόμη πιο δυτικά σε σχέση με την ανωτέρω ιδιοκτησία βρίσκεται το ακίνητο συνιδιοκτησίας Γ. Δ. και Ε. συζύγου Γ. Δ., το γένος Ε. Κ. (πέμπτου και έκτης εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων εμβαδού 5.037,70 τ.μ., το οποίο συνορεύει, βορείως με ιδιοκτησία Π. Λ., ανατολικώς με ιδιοκτησία τεσσάρων πρώτων εναγομένων - και ήδη αναιρεσειόντων - κληρονόμων Ν. Σ.), νοτίως με ιδιοκτησία Β. Π. και δυτικώς με αγροτική οδό άγουσα βορείως προς Κόμπους και νοτιοανατολικώς προς Χαρακοπιό, περιήλθε δε στους ανωτέρω, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στον καθένα, λόγω αγοράς από τον Α. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25-1-1988 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Μεντζέλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στις 29-1-1988 στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …. και υπό τον αύξοντα αριθμό …. Η πρόσβαση του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, από την προς τα δυτικά δημοτική οδό προς το ακίνητο (ελαιόκτημα), του οποίου γίνεται γεωργική εκμετάλλευση, γινόταν ανέκαθεν μέσω εδαφικής λωρίδος, συνολικού μήκους 192,10 μέτρων και πλάτους 2,90 μέτρων. Η δίοδος αυτή απεικονίζεται στο από μηνός Ιανουαρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ. υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η. Αρχίζει από το δυτικό άκρο της νυν ιδιοκτησίας Δ. (σημείο Α σε απόσταση 10,30 μέτρων από την βόρεια άκρη του ακινήτου), προχωρεί προς τα ανατολικά επί 66,00 μέτρα, κάμπτει ελαφρώς, από το σημείο Β προς τα βορειοανατολικά επί 17,60 μέτρα μέχρι το σημείο Γ, όπου επανακάμπτει ελαφρώς προς τα ανατολικά επί άλλα 28,50 μέτρα, μέχρι το σημείο Δ, όπου βρίσκεται το όριο των ιδιοκτησιών Δ. και κληρονόμων Σ.. Συνολικά διανύει εντός του ακινήτου Δ. μία απόσταση 112,10 μέτρων. Κατόπιν, η δίοδος συνεχίζει προς τα ανατολικά εντός της ιδιοκτησίας Σ. επί 8,00 μέτρα (Δ-Ε, όπου το σημείο Δ απέχει του βορείου άκρου της ιδιοκτησίας 7,60 μέτρα), κάμπτει προς τα βορειοανατολικά επί 39,00 μέτρα (Ε-Ζ) και μετά πάλι προς τα ανατολικά επί 33,00 μέτρα (Ζ-Η, όπου το σημείο Η απέχει του βορείου άκρου της ιδιοκτησίας 6,20 μέτρα) και φθάνει στο δυτικό όριο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Τη δίοδο αυτή χρησιμοποιούσε ήδη ο παππούς του ενάγοντος, Ε. Μ., από το έτος 1889 περίπου και μετ' αυτόν ο πατέρας του ενάγοντος Β. Μ. από το έτος 1940 μέχρι τον θάνατο του, κατά το έτος 1988, οπότε τον διαδέχθηκε ο ενάγων και συνέχισε να χρησιμοποιεί την ίδια διαδρομή μέχρι και το Σεπτέμβριο 2001, προκειμένου να εισέλθει στο ακίνητο του, προερχόμενος από τους Κόμπους όπου κατοικούσε. Η διέλευση γινόταν σταθερά και αδιατάρακτα, με τη γνώση και συναίνεση των κυρίων των ενδιάμεσων ακινήτων, παλαιότερα με τα πόδια ή με ζώα και αργότερα, μετά το 1973, και με κάθε είδους μεταφορικά μέσα, κυρίως αγροτικά μηχανήματα που χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια και κάρπωση του ελαιοκτήματος. Το μήκος και πλάτος, καθώς και η κατά τα ανωτέρω διαχρονική και ανεμπόδιστη χρήση της εδαφικής λωρίδας αποδεικνύονται πλήρως και σε λογική αλληλουχία από τις καταθέσεις του μάρτυρος αποδείξεως και των ενόρκως βεβαιούντων, που όλοι έχουν άμεση και ιδίαν αντίληψη των πραγμάτων. Η ύπαρξη και χρήση της εν λόγω οδού συνάγεται και εμμέσως από την ύπαρξη αποθήκης δίπλα στο όριο με την ιδιοκτησία κληρονόμων Σ., για τον λόγο ακριβώς ότι από εκεί προσεγγίζει στην ιδιοκτησία του ο ενάγων. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει επίσης να γίνει για το υπ' αριθμ. .../15-5-1956 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καλαμών Χαραλάμπους Λίγγρη, το οποίο στις 20-5-1956 μεταγράφηκε νομίμως στα ως άνω βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Κολλωνίδων, στον τόμο … και υπό τον αριθμό …. Πρόκειται περί του πωλητηρίου συμβολαίου διά του οποίου ο Ν. Σ., δικαιοπάροχος των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, απέκτησε από την Γ. σύζυγο Μ. Μ. την κυριότητα του ανωτέρω περιγραφομένου ακινήτου, ενδιαμέσου μεταξύ αυτού και του ακινήτου Δ.. Στο συμβόλαιο ρητώς αναφέρεται ότι το πωλούμενο ακίνητο "επικοινωνεί με τον προς δυσμάς αυτού αγροτικόν δρόμον δια του παρεμβαλλόμενου κτήματος του Α. Κ. (ήδη Δ.) και ότι διά του πωλουμένου διέρχονται μεταβαίνοντες προς την προς ανατολάς του πωλουμένου ιδιοκτησίαν των οι Π. Π. και Β. Μ.". Η μνεία αυτή δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο σύστασης δουλείας, διότι δεν συνεβλήθη σε αυτήν ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, ούτε έχει μεταγραφεί ως πραγματική δουλεία οδού. Ωστόσο, έχει μεγάλη αποδεικτική σημασία, διότι αποτελεί ανύποπτου χρόνου μαρτυρία σε δημόσιο έγγραφο του έτους 1956, προερχόμενη από δικαιοπαρόχους των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, σε συνδυασμό δε με τις σαφείς και πειστικές μαρτυρικές καταθέσεις αποδεικνύει, ότι, λόγω συνεχούς διέλευσης των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος με διάνοια οιονεί δικαιούχων δουλείας οδού από το συγκεκριμένο τμήμα των δύο άλλων δουλευόντων ακινήτων επί χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας, τουλάχιστον δε κατά τη χρονική περίοδο 1956-2001, αποκτήθηκε νομίμως, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, δικαίωμα δουλείας οδού. Ως προς το ακίνητο του ζεύγους Δ., πρώην Α. Κ., από την ίδια τη διάταξη των ακινήτων σε σχέση με τη δημοτική οδό, μεταξύ της οποίας και του ακινήτου Σ. παρεμβάλλεται το ακίνητο Δ., συνάγεται ότι η αναφερόμενη στο συμβόλαιο διέλευση γινόταν αναγκαία και μέσω του ακινήτου Δ.. Περαιτέρω, με την προβολή σχετικής ένστασης εκ μέρους των εναγομένων, τέθηκε το ζήτημα, κατά πόσον το δεσπόζον ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. εξυπηρετείται εξ ίσου ή και καλύτερα από τη διερχόμενη στα νοτιοανατολικά αυτού αγροτική οδό μέσου πλάτους 3,00 μέτρων, η οποία άπτεται του ακινήτου Μ., με υψομετρική διαφορά (όχθο) επί 21,60 μέτρα, με εξαίρεση την κατωτέρω αναφερόμενη κεκλιμένη διέξοδο που έχει κατασκευάσει ο ενάγων, εξακολουθεί στο όριο του ακινήτου Π. και ύστερα κάμπτει προς νότο επί μήκος 89,00 μέτρων, όπου συμβάλλει με την δημοτική οδό Κόμπων - Χαροκοπιού. Η εδαφική αυτή λωρίδα μήκους 89,00 μέτρων και πλάτους 1,10 μέτρων έχει αμετακλήτως αναγνωρισθεί ως κοινόχρηστη οδός, σε δίκη μεταξύ της τότε Κοινότητος Χαρακοπιού και των κληρονόμων Π. Π., με την υπ' αριθμ. 74/31-1-1997 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η κατά της οποίας αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 630/20-4-1999 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με τις αποφάσεις αυτές αναγνωρίσθηκε ως κοινόχρηστη οδός, λόγω χρήσης εκ μέρους των κατοίκων της περιοχής από αμνημονεύτων χρόνων, ένα τμήμα πλάτους 1,10 μέτρων και μόνο αυτό, χαρακτηριζόμενο ως "μονοπάτι", δηλαδή κατάλληλο μόνο για πεζή διέλευση, όχι όμως και για κίνηση με τροχοφόρα, επιβατικά αυτοκίνητα ή αγροτικά μηχανήματα ή άλλα βαρύτερα οχήματα. Το δικαίωμα κοινής χρήσεως, του οποίου και μόνο μπορεί να επωφελείται ο ενάγων για διέλευση προς την δημοτική οδό Κόμπων -Χαρακοπιού, αφορά αποκλειστικά σε αυτό το μονοπάτι 1,10 μέτρων και όχι στην υπάρχουσα πλατύτερη ιδιωτική οδό, πλάτους 2,25 μέτρων (1,25 μέτρα εκατέρωθεν της κοινόχρηστης οδού), η οποία έχει παραχωρηθεί προσωρινώς από τις κληρονόμους Π. έναντι αποζημίωσης και δυνάμει της υπ' αριθμ. 16/27-5-1998 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Παμίσου, κατόπιν αιτήσεως άλλων κατοίκων της περιοχής για παροχή διόδου κατ' άρθρο 1012 Α.Κ. Ο ενάγων όμως δεν έχει το δικαίωμα χρήσης της διόδου που παραχωρήθηκε σε άλλους, διότι δεν συμμετείχε στη δίκη εκείνη, επειδή οι δικές του ανάγκες για μετακινήσεις και μεταφορές από και προς το ακίνητο του εξυπηρετούνταν επαρκώς από την ανωτέρω περιγραφόμενη δίοδο. Εκτός αυτού η υπέρ αυτού δίοδος μέσω των ακινήτων των εναγομένων είναι πιο ευκολοδιάβατη, σύντομη και ακίνδυνη. Συγκεκριμένα, η κεκλιμένη έξοδος (ράμπα) από το ακίνητο του ενάγοντος στην οδό που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά, έχει μεγάλη κλίση (18,50%), όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και την από 18-1-2003 βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ.. Η χρήση της δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο κατά τη χειμερινή περίοδο λόγω των υδάτων της βροχής. Και αν ακόμη ο ενάγων είχε δικαίωμα διέλευσης με όχημα από το προαναφερόμενο τμήμα των 89,00 μέτρων, φθάνοντας στη συμβολή με τη δημοτική οδό Κόμπων - Χαρακοπιού, είναι αδύνατη η χωρίς ελιγμούς στροφή προς τα δεξιά (δηλαδή προς Κόμπους, όπου η κατοικία του). Η διέλευση μέσω της εν λόγω εναλλακτικής οδού, ιδίως με ελκυστήρα ή βαρέα οχήματα, ενέχει επίσης κίνδυνο ανατροπής και σοβαρού τραυματισμού ή και θανάτου του οδηγού του οχήματος. Επομένως, η διερχόμενη στα νοτιοανατολικά του ακινήτου αγροτική οδός δεν παρέχει ίση και επαρκή ωφέλεια στο ακίνητο του ενάγοντος, σε σχέση με την υπάρχουσα στα δυτικά του ακινήτου νομίμως συνεστημένη δουλεία οδού, η οποία εξυπηρετεί καλύπτρα τον ενάγοντα και μάλιστα χωρίς βλάβη των εναγομένων οι οποίοι κατά το παρελθόν επέτρεπαν στον ενάγοντα τη διέλευση μέσω των ακινήτων τους, μέχρι τις 28-9-2001, κατά την οποία ημερομηνία, παρανόμως, με κοινή τους ενέργεια και κατόπιν συνεννόησης, τοποθέτησαν περίφραξη και του απαγόρευσαν τη διέλευση. Το συμπέρασμα του διορισθέντος πραγματογνώμονος Σ. Κ., ότι δηλαδή η νοτιοανατολικώς του δεσπόζοντος αγροτική οδός παρέχει ίση ωφέλεια με την δουλεία οδού, δεν επαληθεύεται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και στηρίζεται στις εσφαλμένες προϋποθέσεις, α') ότι το μέσο πλάτος της νοτιοανατολικής οδού είναι τριών μέτρων, και β') ότι οι κληρονόμοι Π. Π. δεν θα περιφράξουν την ιδιοκτησία τους καθ' ό υπερβαίνει την πλάτους 1,10 μέτρων κοινόχρηστη ατραπό, ενώ αληθές είναι αντιστοίχως, α') ότι το πλάτος της οδού δεν είναι το ίδιο καθ'όλο το μήκος τής Οδού, χαρακτηριστικά δε στο τμήμα των 89,00 μέτρων δεν υπερβαίνει τα 2,25 μέτρα, και β') ότι ανά πάσα στιγμή οι κληρονόμοι Π. έχουν τη δυνατότητα, όπως προαναφέρθηκε, να αποκλείσουν στους τρίτους με τους οποίους δεν αντιδίκησαν στο Ειρηνοδικείο Παμίσου για την παροχή διόδου, την χρήση της ατραπού πέραν του πλάτους 1,10 μέτρου, το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν επαρκεί για διέλευση με αγροτικά οχήματα, των οποίων η είσοδος στο ακίνητο του ενάγοντος είναι απαραίτητη. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως αποδεικνύεται από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως Θ. Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από την ένορκη βεβαίωση/του Π.-Τ., όταν το μήνα Απρίλιο 2001 ο Γ. Δ. περιέφραξε ολόκληρο το ακίνητο του, οχλήθηκε προφορικώς από τον ενάγοντα και αποδέχθηκε ότι έσφαλε μη αναγνωρίζοντας τη δουλεία οδού, κατόπιν δε τούτου, έδωσε εντολή στον Π. Τ. και άνοιξε την περίφραξη στο σημείο από όπου διέρχεται δικαιωματικά ο ενάγων, στον οποίο απέκλεισε παρανόμως τη διέλευση λίγους μήνες αργότερα (28-9-2001). Η άσκηση της αγωγής δεν είναι καταχρηστική, διότι δεν επιφέρει κάποια βλάβη στα δουλεύοντα ακίνητα, ούτε απαιτείται να κοπούν ελαιόδενδρα, η δε επιβάρυνση των δουλευόντων ακινήτων είναι η μικρότερη δυνατή και η ίδια ακριβώς με αυτήν που υπήρχε ήδη από την περίοδο των δικαιοπαρόχων τους, από τους οποίους απέκτησαν τα ακίνητα ήδη βεβαρημένα με τη δουλεία.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι εκ των άρθρων 281 και 1136 ενστάσεις των (ήδη αναιρεσειόντων) εναγομένων και να γίνει δεκτή η αγωγή ....". Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1000, 1001, 1045, 1118, 1119, 1120, 1124 και 281 ΑΚ, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1012, 1013, 1014, 1116 και 1117 του ίδιου Κώδικα, που αφορούν, αντίστοιχα, α) στην υποχρέωση παροχής διόδου όταν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο (ΑΚ 1012, 1013, 1014), β) στο δικαίωμα του συγκυρίου να ασκεί έναντι τρίτων για ολόκληρο το πράγμα της αξιώσεις από την κυριότητα (ΑΚ 1116) και γ) στην αναγκαία πάνω στα μέρη όλου του ακινήτου συγκυριότητα του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος της κατά το ν.3741/1929 ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (ΑΚ 1117), τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον, από τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, και, συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος και όγδοος, με τους οποίους, από την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι περιλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, επίσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., γιατί το ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο δέχτηκε, α) ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου είναι "περίκλειστο", ενώ αυτό έχει πρόσοψη 31,20 μέτρα σε κοινόχρηστα-δημοτικό δρόμο, κατάλληλο για κάθε είδους οχήματα, από τον οποίο εξυπηρετούνται και πολλοί άλλοι ιδιοκτήτες αγροτικών ακινήτων της περιοχής "Φτερολάγκαδα", στην οποία εντάσσεται και το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, πράγμα το οποίο ενισχύεται και από την παραδοχή του πιο πάνω Δικαστηρίου της ουσίας ότι "...βλάβη (ηθική) ο ενάγων δεν υπέστη, αντιθέτως μάλιστα και μετά την εκ μέρους των εναγομένων παράνομη προσβολή του δικαιώματός του και απαγόρευση διέλευσης συνέλεξε τον ελαιόκαρπο του αγροτικού ακινήτου του και κατά τις ελαιοκομικές περιόδους που ακολούθησαν την προσβολή", β) ότι η πιο πάνω οδός "εξυπηρετεί καλύτερα τον ενάγοντα", εφόσον από την πλευρά των εναγομένων πρόκειται, για διέλευση όχι στο άκρο των κτημάτων τους, και γ) ότι συνεστήθη πραγματική δουλεία οδού με χρησικτησία, αν και πάντοτε καλλιεργείτο και μάλιστα και από τους εναγομένους, οι οποίοι όργωναν πρωτίστως τα ελαιοπερίβολά τους δύο φορές κατ' έτος και ήταν αδύνατο να διέλθει οποιοδήποτε όχημα μέσα από οργωμένο κτήμα, το οποίο μάλιστα έχει έδαφος αργιλώδες και θα "κόλλαγε" (βούλιαζε) στο πρώτο μέτρο της διαδρομής του, ενώ το επί αιώνες πατημένο από ανθρώπους και ζώα και ήδη και από οχήματα έδαφος της "εναλλακτικής οδού" έχει γίνει συμπαγές, το τμήμα δε της οδού αυτής μέσω της ιδιοκτησίας σήμερα Ό. Π. είναι τσιμεντοστρωμένο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν και δεν είναι δυνατή η χρησιμοποίησή του, η παραχώρηση δε της δουλείας αυτής συνεπάγεται αχρήστευση, σχεδόν, των ακινήτων των εναγομένων, αφού δεν θα μπορούν να καλλιεργούν το τμήμα αυτών που αντιστοιχεί στη δουλεία αυτή, και ακολούθως απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων-αναιρεσειόντων - από τα άρθρα 281 και 1136 ΑΚ και δέχτηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045, 1121 και 1132 ΑΚ, και αναγνώρισε ότι έχει συσταθεί η περιγραφόμενη πραγματική δουλεία οδού, πεζή και με οχήματα, πλάτους 2,90 μέτρων, με δεσπόζον το αγροτικό ακίνητο του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) και δουλεύοντα τα ακίνητα των αναιρεσειόντων (εναγομένων), παραβιάζοντας τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, προεχόντως είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση της παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση (ανάλυση και στάθμιση) των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. Κ.Πολ.Δ.) 
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. - προκειμένου περί αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων - αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Οι πρώτος και πέμπτος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 106 και 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., περί της αρχής της διάθεσης και της συζήτησης και περί της λήψης αυτεπαγγέλτως υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και χωρίς αποδείξεις, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη τον αυτοτελή - κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1121 και 1045 ΑΚ - ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) περί κτήσης της επίδικης δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία, που δεν είχε επικαλεστεί με την ένδικη αγωγή του, ενώ δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτος και έκτη από τους αναιρεσείοντες νόμιμα είχαν προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς θεμελίωση της ένστασής τους από την ΑΚ 281 περί καταχρηστικής άσκησης από τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) του ένδικου δικαιώματός του, και, έτσι, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή και έκανε (και) κατ' ουσίαν δεκτή την ένδικη αγωγή. Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι, που, παρά την αναφορά τους στον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., στηρίζονται, κατ' ορθή εκτίμησή τους, στις αντίστοιχες πλημμέλειες από τον αριθμό 8 περ. α' και β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αμέσως πιο πάνω πλημμέλειες της λήψης ή μη υπόψη, αντίστοιχα, πραγμάτων που προτάθηκαν ή όχι και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν εμπίπτουν στην περιοριστική απαρρίθμηση των λόγων της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση των 1) Ρ. χας Ν. Σ., το γένος Χ. κ. ά. και τους πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 62/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια