ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ - ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ - ΑΠ Απόφαση 1102 / 2014 - Αγωγή διεκδικητική, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Έλλειψη αιτιολογίας, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Χρησικτησία

Απόφαση 1102 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Έλλειψη αιτιολογίας, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Χρησικτησία.
Περίληψη:

Διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Παράγωγος από αγορά και πρωτότυπος από τακτική χρησικτησία τρόπος αποκτήσεως ακινήτου (άρθρ. 1033, 1192 αρ. 1, 1041,1042, 1051 ΑΚ) ΠΔ 31.12.2005 απαγορεύεται η κατάτμηση, εκτός αν το μεταβιβαζόμενο ακίνητο έχει επιφάνεια 8 στρεμ. Η ανατροπή που απευθύνεται κατά του ομοδίκου προσθέτως παρεμβάντα είναι απαράδεκτη. Πρόσθετη παρέμβαση ασκείται το πρώτον και στον Άρειο Πάγο. 559 αρ. 22 η άποψη περί διαφορετικής εκτιμήσεως, πλήττει την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου 559 αρ.20 Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά έγγραφα και το δικαστήριο δεν στήριξε σ' αυτό αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του. 559 αρ. 19 εν ιδρύεται ο λόγος αν αφορά σε ελλείψεις ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ως προς την επάρκεια των επιχειρημάτων.



Αριθμός 1102/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Ζ. του Μ. και 2) Γ. Ζ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυριδούλα - Αγγελική Λιώση. 
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Γ. και 2) Α. Α. του Σ., κατοίκων ... . Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Τζοβάρα και η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Καραγιάννη. Υπέρ των αναιρεσειόντων και κατά των αναιρεσιβλήτων. 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2001 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και με την από 3/12/2001 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2003 μη οριστική, 1242/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/6/2009 αίτησή τους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 19/1/2010 παρέμβαση προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. 
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-6-2009 αίτησης για αναίρεση της 407/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών και της από 19/1/2010 πρόσθετης παρέμβασης υπέρ των αναιρεσειόντων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ιόνιος ανώνυμη τεχνική, εμπορική, βιομηχανική και τουριστική εταιρεία". 
Οι πληρεξούσιες των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. 5291Β/25-1-2010, 11528 Β/2-11-2012 και 1668 Γ/1-10-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Κεφαλληνίας Α. Θ. Β., ακριβές αντίγραφο της από 29-6-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 20-2-2013, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Α. του Σ.. Στην οποία, ως εκ περισσού, κοινοποιήθηκε πρακτικό αναβολής, αφού, ενόψει της απουσίας της, δεν χρειαζόταν, νέα κλήτευση, η δε αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ.4 εδ.γ ΚΠολΔικ).
Συνεπώς εφόσον η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔικ).
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 παρ.1 εδ.α και 215 παρ.1 του ΚΠολΔικ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίζει το διάδικο αυτόν. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Επομένως είναι παραδεκτή στην κατά αναίρεση δίκη η πρόσθετη παρέμβαση (Ολ.ΑΠ 14/2008, Ολ.ΑΠ 13/2006, Ολ.ΑΠ 25/2004). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 407/2009 απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων. Με την από 19-1-2010 πρόσθετη παρέμβασή της, υπέρ των αναιρεσειόντων, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ιόνιος Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική Βιομηχανική και Τουριστική Εταιρεία" με διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ ΑΕ" επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη υπέρ των αναιρεσειόντων, καθόσον μετά την άσκηση της αγωγής, έχει αποκτήσει το επίδικο ακίνητο, με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ’ αριθμ. .../16-11-2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αργοστολίου Παν. Καραβιώτη, στο οποίο βρίσκονται εγκαταστάσεις απαραίτητες για τη λειτουργία της ασκουμένης από αυτής και στο συνεχόμενο του επιδίκου και αποκτηθέν με το ίδιο συμβόλαιο ακίνητο, επιχείρησης παραγωγής σκυροδέματος. Ενόψει των περιστατικών αυτών, η παρεμβαίνουσα έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ των αναιρεσειόντων, αφού η απόφαση που θα εκδοθεί θα έχει συνέπειες για αυτήν (προσθέτως παρεμβάσα).
Συνεπώς η πρόσθετη αυτή παρέμβαση, η οποία, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. 5292Β/25-1-2010, 5293Β/25-1-2010, 5204Β/25-1-2010 και 5290Β/25-1-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας ... κοινοποιήθηκε νόμιμα στους διαδίκους και φέρεται για συζήτηση, μαζί με την αίτηση της αναίρεσης με την από 28-12-2011 κλήση των αναιρεσειόντων (και μετ’ αναβολή από την ορισθείσα με την κλήση αυτή δικάσιμο της 20-2-2013) είναι τυπικά δεκτή.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 και 558 εδ.α του ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η αναίρεση δεν επιτρέπεται να απευθυνθεί εναντίον εκείνου που υπήρξε ομόδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως, κατά το άρθρο 80 του ίδιου κώδικα, είναι και ο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάς, τούτο δε για προφανή έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1718/2010, ΑΠ 688/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι η σύμφωνα με τα προαναφερθέντα απολιπομένη δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπήρξε ομόδικος των αναιρεσειόντων, κατόπιν πρόσθετης παρέμβασης που άσκησε υπέρ αυτών στην πρωτοβάθμια δίκη. Ενόψει τούτων η προκειμένη αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της, είναι απαράδεκτη και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔικ.
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 Ακ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμα αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που κατά το άρθρο 1192 αρ.1 ΑΚ υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγη αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042 και 1051 ΑΚ του ίδιου κώδικα συνάγεται ότι για της κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Ο νομέας βρίσκεται κατά’ το άρθρο 1042 ΑΚ σε καλή πίστη όταν με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, όταν απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η περίφραξη, η εγκατάσταση μονίμων ή μη κατασκευών, η οριοθέτηση, η σύνταξη τοπογραφικών κλπ, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού (υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται, (διατυπώνεται) με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας του. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσω, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που ανέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 495/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση ως προς την διεκδικητική αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, με το υπ’ αρ. .../13-10-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμ/φου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου επιφανείας 5.539,65 τ.μ., που βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αργοστολίου και απεικονίζεται στο από 23-9-1988 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού υπομηχανικού Μ. Α.-Μ. με τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Α, συνορεύει δε ΒΑ με ιδιοκτησία αδελφών Γ. Π., ανατολικά και νοτιοανατολικά με τον περιφρειακό δρόμο γύρου Κουτάβου, νότια με ιδιοκτησία των εναγομένων, ΝΑ με ιδιοκτησία Π. Γ., αδελφού του ενάγοντος και βορειοδυτικά με αιγιαλό και πέραν αυτού με θάλασσα. Πωλήτρια του ακινήτου ήταν η Α. Α. η οποία ήταν κυρία πολύ μεγαλύτερης έκτασης (πλέον των 15 στρεμμάτων) στην ίδια περιοχή, δυνάμει του υπ’ αρ. .../27.5.1970 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον Γ. Α.. Η ίδια ως άνω πωλήτρια το έτος 1984 είχε πωλήσει στους εναγόμενους άλλο ακίνητο εκτάσεως 4.106 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο από Μαρτίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου-πολιτικού μηχανικού Γ. Β., με τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Θ.Ι.Α, δυνάμει του υπ’ αρ. .../4.4.1984 συμβολαίου του Συμ/φου Ληξουρίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα . Το εν λόγω ακίνητο στο οποίο οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, συνορεύει με το ακίνητο του ενάγοντος κατά τη νότια πλευρά του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1977 οι εναγόμενοι σύστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Ζ. και Σία Ο.Ε", με αντικείμενο την παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος και μίσθωσαν από την Α. Α. την έκταση των 4.106 τ.μ., την οποία στη συνέχεια αγόρασαν, όπως προελέχθη, το 1984, όπου και εγκατέστησαν την επιχείρησή τους. Το έτος 1989, οι εναγόμενοι κατέλαβαν ένα μέρος της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ο οποίος είχε αγοράσει το 1988 την προαναφερθείσα έκταση από την ίδια ως άνω κοινή δικαιοπάροχο, εμβαδού 654 τ.μ. και εγκατέστησαν δύο σιλό (σιδερένιες κατασκευές) μέσα σ’ αυτή (βλ. σχετική κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος είναι αδελφός του ενάγοντος και έχει ιδία αντίληψη της καταστάσεως, αφού και αυτός έχει όμορο ακίνητο ;που αγόρασε από την ίδια κοινή δικαιοπάροχο όλων). Ο ενάγων αντέδρασε ήπια στην προσβολή της νομής του επί του επίδικου τμήματος, γιατί είχε για πολλά έτη επαγγελματική συνεργασία με τους εναγόμενους και γι’ αυτό συμφώνησε μαζί τους να παραχωρήσει σ’ αυτούς το επίδικο τμήμα και σε αντάλλαγμα να μεταβιβάσει η κοινή δικαιοπάροχος τους Α. Α. στον αδελφό του Π. Γ. ένα άλλο τμήμα συνεχόμενο με αυτό που είχε αγοράσει πιο παλιά από αυτήν, το έτος 1984. Η συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε στο από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου -μηχανικού Δ. Α., στο οποίο εμφαίνονται τα ακίνητα του ενάγοντος, των εναγομένων, του Π. Γ., το επίδικο καταληφθέν τμήμα και το τμήμα της ιδιοκτησίας της Α. Α., που θα μεταβιβαζόταν στον Π. Γ.. Η συμφωνία αυτή επικυρώθηκε το 1996 με την υπογραφή των διαδίκων στο εν λόγω τοπογραφικό. Όμως τελικά η παραπάνω συμφωνία δεν υλοποιήθηκε. Αντίθετα, οι εναγόμενοι, με τη σύμπραξη της Α. Α., δυνάμει του από το Δεκέμβριο του 1998 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου - μηχανικού Δ. Α., συνέταξαν το υπ’ αρ. .../1999 συμβόλαιο του Συμ/φου Αργοστολίου Παναγαγγέλου Καραβιώτη, με το οποίο διόρθωσαν το αρχικό υπ’ αρ. .../4.4.1984 συμβόλαιο τους και περιέλαβαν στην ιδιοκτησία τους το επίδικο τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος που κατέλαβαν . Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι κατέλαβαν το επίδικο το 1983 και έχουν γίνει κύριοι αυτού με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας από το έτος 1987 τουλάχιστον; μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2001. Ο μάρτυς ανταποδείξεως που κατέθεσε πρωτόδικα, ο οποίος είναι και πατέρας των εναγομένων, ισχυρίσθηκε ότι η κατάληψη έγινε το 1986. Από τη σύγκριση των τοπογραφικών διαγραμμάτων των διαδίκων (1984 των εναγομένων και 1988 του ενάγοντος), δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν τα σιλό μέχρι το έτος 1988, ενώ αντιθέτως υπήρχε το κτίσμα, του οποίου μία μικρή μεταλλική προεξοχή εισερχόταν στο επίδικο. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η διορισθείσα με την υπ’ αρ. 299/2003 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πραγματογνώμων, τοπογράφος -μηχανικός Α. Α., η οποία εξέτασε και αεροφωτογραφίες της περιοχής, του έτους 1986. Σημειώνει όμως ότι σ’ αυτές, στην ιδιοκτησία των εναγομένων "παρατηρούνται διάσπαρτα σκούρες κηλίδες που πιθανόν να είναι εγκαταστάσεις της επιχείρησης των Αφών Ζ., ενώ διακρίνεται καθαρά το κτίσμα της αποθήκης από λαμαρίνες, που αναφέρεται και στον τίτλο της ιδιοκτησίας", το οποίο, όπως προελέχθη, εισέρχεται ελάχιστα στο επίδικο, ώστε να μη αποτελεί ουσιαστικά προσβολή της νομής του ενάγοντος, σε σχέση με τα σιδερένια σιλό. Έτσι όπως είναι διατυπωμένες οι παραπάνω σκέψεις της πραγματογνώμονος, δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε πλήρη δικανική πεποίθηση, ότι δηλαδή υπήρχαν τα σιλό πριν το έτος 1986 στην επίδικη έκταση. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι υπήρχε μανδρότοιχος μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών από το έτος 1983 και πρέπει να απορριφθούν, αφού και γιαυτό η πραγματογνώμων αποφαίνεται ότι δεν προκύπτει από τις παραπάνω αεροφωτογραφίες ότι υπήρχε το έτος 1986, αλλά το πρώτον εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1990, που σημαίνει ότι κατασκευάστηκε μετά την κατά το ίδιο έτος συμφωνία των διαδίκων και καταλήγει συμπερασματικά ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1044 Α.Κ. η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής. Η μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει. Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι, κατά το χρόνο κτήσης της νομής, το έτος 1989, δεν τελούσαν σε καλή πίστη, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον είχαν επαγγελματική συνεργασία με τον ενάγοντα και τον αδελφό του Π. Γ., πρέπει να έλαβαν γνώση ότι το όμορο με το δικό τους ακίνητο της Α. Α. μεταβιβάστηκε το 1988 στον ενάγοντα, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο τμήμα και αυτό ενισχύεται ότι το επίδικο για πρώτη φορά εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1990 και όχι στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τους. Επομένως, οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (διάνοια κυρίου, καλή πίστη και παρέλευση δέκα (10) ετών από την προσβολή της νομής) και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων πρέπει να απορριφθούν, καθώς και ο πρώτος λόγος της έφεσής τους με τον οποίο ισχυρίζονται τα ίδια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δεν άσκησε καταχρηστικά ο ενάγων το δικαίωμα αναγνώρισης της κυριότητος του στο επίδικο τμήμα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε άμεσα στους εναγομένους και άρχισαν από το επόμενο έτος της κατάληψης της νομής του επίδικου (1990) οι διαδικασίες ανταλλαγής του τελευταίου με ίσης έκτασης εδαφικό τμήμα από ακίνητο της Α. Α. (βλ. το τοπογραφικό διάγραμμα του 1990, το οποίο υπεγράφη το 1996). Σε κάθε περίπτωση όμως οι εναγόμενοι δεν θα υφίσταντο οικονομική ζημία από την απομάκρυνση των δύο σιδερένιων σιλό που υπάρχουν στο επίδικο, λόγω του ότι αυτά είναι προσθαφαιρούμενα, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι λίγο χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της από 8.3.2001 αγωγής του ενάγοντος, μεταβίβασαν το ακίνητο τους, με τις εντός αυτού εγκαταστάσεις, στην εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ ΑΕ",με το υπ’ αρ. .../16.11.2001 συμβόλαιο του Συμ/φου Αργοστολίου Παν. Καραβιώτη . Επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγομένων. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι το συμβόλαιο μεταβίβασης του ενάγοντος είναι άκυρο κατ’ άρθρο 180 ΑΚ, γιατί έγινε κατά παράβαση του από 3.12.1985 π.δ., που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ με αριθμό 2/20.1.1986, με το οποίο η περιοχή του γύρου Κουτάβου, όπου βρίσκονται τα ακίνητα των διαδίκων, κηρύχθηκε Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) και ορίστηκε ως ελάχιστο όριο κατάτμησης των ακινήτων τα οκτώ στρέμματα, ενώ του ενάγοντος ήταν 5.539,65 τ.μ., όπως προελέχθη. Το ακίνητο του ενάγοντος, μαζί με το επίδικο τμήμα, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης της Α. Α., η οποία το έτος 1984 μεταβίβασε, εκτός του ακινήτου των εναγομένων, έκτασης 4.106 τ.μ., στον Γ. Π. ακίνητο 1.200 τ.μ. με το υπ’ αρ. .../22.3.1984 συμβόλαιο του Συμ/φου Ληξουρίου Παν. Καραβιώτη και στον αδελφό του ενάγοντος Π. Γ. ακίνητο 4.259 τ.μ. με το υπ’ αρ. .../21.1.1984 συμβόλαιο του Συμ/φου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού, το δε ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει με τις παραπάνω ιδιοκτησίες, με αιγιαλό και πέραν αυτού με θάλασσα, όπως διαπίστωσε και η πραγματογνώμων, κατά την εφαρμογή των τίτλων των εν λόγω ιδιοκτησιών. Επομένως, από τα συμβόλαια των διαδίκων και τα συνοδεύοντα αυτά τοπογραφικά διαγράμματα αποδεικνύεται ότι η Α. Α. δεν είχε άλλη ιδιοκτησία, η οποία να συνόρευε με το ακίνητο του ενάγοντος, γιατί στην αντίθετη περίπτωση αυτό θα αναφερόταν στο συμβόλαιο του ενάγοντος του 1988, στο οποίο αναφέρεται ότι το ακίνητο συνορεύει Β.Δ με αιγιαλό και πέραν αυτού με θάλασσα. Η Α. Α. το έτος 1988, εκτός του ακινήτου του ενάγοντος, μεταβίβασε ακίνητο 2.155 τ.μ. σε κάποιον ονόματι Β. με το υπ’ αρ. .../1988 συμβόλαιο και κράτησε για τον εαυτό της ακίνητο 1.500 τ.μ., που εκμίσθωσε στον Γ. Ν.. Τα εν λόγω ακίνητα δεν συνορεύουν με την ιδιοκτησία του ενάγοντος. Οι εναγόμενοι επικαλούμενοι ότι η πραγματογνώμων διαπίστωσε ότι μεταξύ της ιδιοκτησίας τους και της ιδιοκτησίας του ενάγοντος υπάρχει "κενή" περιοχή, εκτάσεως 743,53 τ.μ., ισχυρίζονται ότι αυτή ανήκει στην Α. Α. και επομένως είχε ιδιοκτησία, συνορεύουσα με το ακίνητο του ενάγοντος, το έτος μεταβίβασής του σ’ αυτόν (1988) και ότι έτσι υπάρχει κατάτμηση κατά την έννοια του παραπάνω π.δ. Η έκταση αυτή δεν απεικονίζεται στα τοπογραφικά διαγράμματα του 1984 και 1988 και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1998, βάσει του οποίου διορθώθηκε το συμβόλαιο αγοράς των εναγομένων. Από όλο το αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο σχηματίζει δικανική πεποίθηση ότι αυτή η "κενή" περιοχή περιλαμβανόταν στο πωληθέν και μεταβιβασθέν ακίνητο στους εναγόμενους και αποτυπώθηκε το πρώτο στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1998, στο οποίο περιελήφθη και η επίδικη έκταση. Τα ίδια δέχθηκε και η πραγματογνώμων, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι στο τοπογραφικό του ενάγοντος του 1988 στη θέση της "κενής" περιοχής, αναφέρονται ως συνορίτες οι εναγόμενοι αδελφοί Ζ. και ότι τα όρια της ιδιοκτησίας υποδείχθηκαν επί τόπου υπό της ιδιοκτήτου, ότι δηλαδή η "κενή" περιοχή υποδείχθηκε από την ίδια την Α. Α. ότι ανήκε στην ιδιοκτησία των αδελφών Ζ.. Εξάλλου, ότι η Α. Α. το 1988, μετά τη μεταβίβαση των ακινήτων στον ενάγοντα και τους λοιπούς προαναφερθέντες, ήταν κυρία μόνο του ακινήτου που είχε εκμισθώσει στον Γ. Ν., προέκυψε κατά την αυτοψία που έγινε στην επίδικη περιοχή του γύρου Κούταβου από τη Δ/νση Πολεοδομίας Αργοστολίου (βλ. Το υπ’ αρ. πρωτ. 2632/10.12.1997 έγγραφο της Προϊσταμένης της Πολεοδομίας Αργοστολίου). Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η Α. Α. δεν είχε άλλη ιδιοκτησία όμορη με το πωληθέν προς τον ενάγοντα ακίνητο, αφού, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα αναφερόταν στο συμβόλαιο του τελευταίου. Έτσι, το 1988 το ακίνητο του ενάγοντος είχε γίνει αυτοτελές, μετά τις γενόμενες το έτος 1984 προαναφερθείσες μεταβιβάσεις από την Α. Α. στους εναγομένους, στον Γ. Π. και Π. Γ..
Συνεπώς δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω το παραπάνω π.δ. του 1985 και το συμβόλαιο αγοράς του ενάγοντος της έκτασης των 5.539,65 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, δεν πάσχει ακυρότητα. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1990, που επικυρώθηκε το 1996, το ακίνητο του ενάγοντος εμφαίνεται ότι είναι εμβαδού 8.500 τ.μ. περίπου και ότι αυτό έγινε για να μη κηρυχθεί άκυρο το συμβόλαιο του, ενόψει του ως άνω π.δ/τος και αληθείς υποτιθέμενοι δεν έχουν έννομη επιρροή, εφόσον αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε κατάτμηση στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος στην άσκηση της αγωγής, λόγω της ακυρότητος του συμβολαίου του με το ως άνω π.δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ζητούν να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη, επειδή η ορισθείσα πραγματογνώμων δεν προσδιόρισε με ακρίβεια τη συνολική έκταση της ιδιοκτησίας της Α. Α., να διευκρινήσει επαρκώς την ύπαρξη "κενής" περιοχής ανάμεσα στα ακίνητα του ενάγοντος και των εναγομένων, να εξηγήσει τη μετατόπιση της ιδιοκτησίας του ενάγοντος στα τοπογραφικά διαγράμματα "προς τα μέσα" και τη δημιουργία συνεχόμενης με τη μεταβιβασθείσα στον ενάγοντα έκτασης, 6.244,15 τ.μ. και να δικαιολογήσει την ταύτιση της ιδιοκτησίας του ενάγοντος με αυτή που αναγράφεται στο συμβόλαιο του. Επί αυτών πρέπει να λεχθεί ότι η ορισθείσα με την 293/2003 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματογνώμων, αφού έλαβε υπόψη τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960, 1972 και 1986, καθώς και όλα τα προσαχθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ., έκανε όσο το δυνατόν ακριβή και λεπτομερή καταγραφή της κατάστασης που υπήρχε στην περιοχή της αρχικής ιδιοκτήτριας Α. Α. και εφάρμοσε με επάρκεια στο έδαφος τα όρια των ακινήτων, όχι μόνο των διαδίκων, αλλά και των άλλων όμορων ιδιοκτητών, έχοντας να αντιμετωπίσει την πρόσθετη δυσκολία ότι δεν συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα που να συνοδεύει το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1970, με το οποίο η Α. Α. αγόρασε την έκταση, που κατατμήθηκε στη συνέχεια. Την ίδια δυσκολία αντιμετώπισαν και οι συντάξαντες τα τοπογραφικά διαγράμματα για τις επί μέρους μεταβιβάσεις και κατατμήσεις της αρχικής έκτασης, ώστε να προσδιορίσουν με ακρίβεια τα επί μέρους και τα συνολικά εμβαδά των κατατμηθέντων ακινήτων και γι’ αυτό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπήρξαν αποκλίσεις ως προς ορισμένα εδαφικά τμήματα, ύπαρξη "κενών" περιοχών, μετατόπιση ορίων κ.λπ, αφού είναι γνωστό ότι πολλές φορές τα τοπογραφικά διαγράμματα δεν απεικονίζουν κατ’ απόλυτο τρόπο την εδαφική πραγματικότητα. Όμως τα παραπάνω, δεν εμπόδισαν το Πρωτοβάθμιο, αλλά και το παρόν Δικαστήριο, να διακριβώσει την αληθή κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, βοηθούμενο σε αρκετά σημεία από τη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη.
Συνεπώς, κρίνεται ότι δεν απαιτείται η διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος των εναγομένων". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, ήταν αρκετά για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας διατάξεων (1033, 1192 αρ.1, 1041, 1042 ΑΚ) καθώς και του ΠΔ της 31-12-1985 (ΦΕΚ 2/20-1-1986) ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου, το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου που αυτός απέκτησε με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ’ αριθμ. .../1988 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη και ότι στο πρόσωπο των εναγομένων δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον αυτοί κατά τον χρόνο καταλήψεως του επιδίκου, ήτοι το 1989 δεν είχαν καλή πίστη, ενώ συμπεριέλαβαν το ακίνητο αυτό στο τίτλο αιτήσεώς τους (συμβ..../4-4-1984) με το διορθωτικό του τίτλου αυτού υπ’ αριθμ..../99 συμβόλαιο του προαναφερθέντος συμβολαιογράφου, χωρίς τούτο να τους ανήκει και ακόμη ότι ο τίτλος αιτήσεως των εναγόντων δεν είναι άκυρος, κατά το ΠΔ της 3-12-1985, γιατί με τη σύμβαση αυτή δεν επήλθε κατάτμηση, καθόσον η πωλήτρια Α. Α., κατά το χρόνο καταρτίσεως του εν λόγω τίτλου (13-10-1988) δεν είχε στην ιδιοκτησία της άλλο ακίνητο που να συνορεύει με το πωληθέν στον ενάγοντα. Ενόψει τούτων οι από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις των δύο πρώτων λόγων της αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος, που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και ανάλυση των αποδείξεων, για τη μη αιτιολόγηση της αποδοχής ή μη των αποδεικτικών μέσων και δη των μαρτυρικών καταθέσεων, των εγγράφων και της εκθέσεως πραγ/νης καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίλυση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι σαφής και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα κλπ). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, και υπό την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη ακυρότητάς του τίτλου κτήσεως του ενάγοντος λόγω μη συνδρομής παραβιάσεως του από 3-12-1985 πδ δεν έλαβε υπόψη το από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Α.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και την αναφορά της σε "όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα", στα οποία περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔικ, και τα τοπογραφικά διαγράμματα (Ολ.ΑΠ 8/2005, Ολ.ΑΠ 12/2005) και την ιδιαίτερη αναφορά της στα 4α και 8α φύλλα της στο επίμαχο τοπογραφικό διάγραμμα του 1990, καθώς και τις διαπιστώσεις της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου η αξιολόγηση του περιεχομένου του αποδεικτικού αυτού μέσου ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Η άποψη ότι διαφορετική εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου θα οδηγούσε το δικαστήριο της ουσίας, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν ως προς την εγκυρότητα του τίτλου κτήσεως των αναιρεσιβλήτων, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ, εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 495/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση επικουρικά ως προς το από το άρθρο 559 αρ.11 εδ.γ λόγο του πρώτου μέρους καθόσον διαφορετικά θα υπήρχε αντίφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, της παραμορφώσεως του Απριλίου 1990 τοπογραφικού διαγράμματος του Δ. Α., με το να δεχθεί ότι σ’ αυτό δεν υφίσταται κενή περιοχή 743,53 τ.μ, που ανήκει στην πωλήτρια Α. Α. και συνορεύει με το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου η ύπαρξη της οποίας καθιστά άκυρο τον τίτλο κτήσεώς του λόγω παραβιάσεως του από 3-12-1985 π.δ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το δικαστήριο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την εγκυρότητα του επίμαχου τίτλου στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, το οποίο ο αναιρεσείων το υπολαμβάνει ως αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 335 επ. αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, (έκθεση πραγ/νης, τοπογραφικά διαγράμματα των ετών 1984, 1988, 1998, έγγραφο πολεοδομίας Αργοστολίου) η δε επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά στην ανέλεγκτη αναιρετικά αποδεικτική αξιολόγησή του. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο μέρος του, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, αλλά και η πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔικ), και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 29-6-2009 αίτηση των Ν. Ζ. του Μ. και Γ. Ζ. του Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 407/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και την υπέρ των αναιρεσειόντων, από 19-1-2010, πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ιόνιος Ανώνυμη, Τεχνική, Εμπορική, Βιομηχανική και Τουριστική Εταιρεία".
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014. 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια