ΔΙΑΘΗΚΗ.Η απόφαση που έκρινε οριστικά αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας διαθήκης και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την αντικειμενικώς σωρευόμενη αγωγή περί κλήρου διότι δεν προέκυπτε αν γράφηκε στα βιβλία διεκδικήσεων, υπόκειται σε έφεση καθό μέρος έκρινε οριστικά για τη μία αγωγή και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τη σωρευθείσα...15/2013 ΕΦ ΛΑΡ

https://plus.google.com/b/116760146747297752059/dashboard/overview 
15/2013 ΕΦ ΛΑΡ ( 606793)( ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2013/52) Η απόφαση που έκρινε οριστικά αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας διαθήκης ..
και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την αντικειμενικώς σωρευόμενη αγωγή περί κλήρου διότι δεν προέκυπτε αν γράφηκε στα βιβλία διεκδικήσεων, υπόκειται σε έφεση καθό μέρος έκρινε οριστικά για τη μία αγωγή και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τη σωρευθείσα. Μη αναβολή, κατά διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, της δίκης που δεν επηρεάζεται άμεσα από την έκβαση της ποινικής κατά του συντάξαντος τη δημόσια διαθήκη συμβολαιογράφου, αφού η σε αυτή βεβαίωσή του ότι ο διαθέτης είχε συνείδηση πράξεων αποτελεί υποκειμενική κρίση υποκείμενη σε ανταπόδειξη. Ελλειψη συνείδησης του διαθέτη κατά τη σύνταξη διαθήκης, αφού λόγω της νόσου Alzheimer και της επιβαρυμένης υγείας δεν είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον και παρουσίαζε μεγάλη θόλωση της διάνοιας. Ακυρότητα διαθήκης λόγω ανικανότητας λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων, ήτοι αδυναμίας διάγνωσης της ουσίας και περιεχομένου της, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου. Η περίληψη ελήφθη από το περιοδικό "ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ", εκδόσεως του Δ.Σ. Λάρισας.

 

15/2013 ΕΦ ΛΑΡ

Πρόεδρος: Ναπολέων Ζούκας Εισηγήτρια: Μαρία - Μάριον Δερεχάνη Δικηγόροι: Βασ. Δημηνίκος, Στυλ. Τουρβάτσιος Η κρινόμενη από 25.6.2008 έφεση των ηττηθέντων εναγομένων κατά της υπ` αριθ. 116/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά το μέρος που έκρινε οριστικώς επί της αντικειμενικώς σωρευόμενης στο αυτό δικόγραφο αγωγής περί αναγνωρίσεως ακυρότητας διαθήκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, αφού δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ)]. Η ανωτέρω απόφαση, η οποία έκρινε οριστικώς ως προς την προαναφερόμενη αντικειμενικώς σωρευόμενη στο αυτό δικόγραφο αγωγή και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την επίσης σωρευόμενη στο αυτό δικόγραφο αγωγή αναγνωρίσεως του (εξ αδιαθέτου) κληρονομικού δικαιώματος των εναγουσών και αποδόσεως σ` αυτούς ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων του ιδανικού τους κληρονομικού μεριδίου επί της επίδικης κληρονομιάς (αγωγή περί κλήρου), για το λόγο ότι δεν προέκυπτε αν ενεγράφη στα βιβλία διεκδικήσεων, εφόσον στην κληρονομιαία περιουσία περιέχονται και ακίνητα, υπόκειται σε έφεση ως προς το μέρος αυτής που εξέδωσε οριστική απόφαση ως προς τη μία των αντικειμενικώς σωρευόμενων αγωγών [(εκείνης της αναγνωρίσεως της ακυρότητος διαθήκης), από την έκβαση της οποίας εξαρτάται η επίλυση της άλλης], ενόψει του ότι από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 β` (που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 553 παρ. 1 β` του ιδίου κώδικα και αναφέρεται στην αναίρεση) προκύπτει ότι επί αντικειμενικής σωρεύσεως περισσοτέρων αγωγών στο αυτό δικόγραφο του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου, προς εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου και στη μία από αυτές εκδόθηκε οριστική απόφαση, ενώ ως προς άλλη ή άλλες αγωγές εκδόθηκε μη οριστική απόφαση, η εκδοθείσα οριστική απόφαση υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς σωρευθείσες στο αυτό δικόγραφο λοιπές αγωγές (ΑΠ 541/09, 99/08, αντιθ. ΑΠ 409/09, ΑΠ 1060/04 ΑΠ 24/01, Νόμος). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Οι ήδη εφεσίβλητες, με την από 3.11.2006 αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (αριθ. εκθ. κατ. 647/2006), κατά των ήδη εκκαλουσών, αφού ισχυρίστηκαν ότι ο Κ. Χ. του Α., που απεβίωσε στις 17.7.2006, άφησε τη, συνταχθείσα από το συμβολαιογράφο Α. Τ., υπ` αριθμ. .../6.6.2006 δημόσια διαθήκη του, με την οποία κατέλιπε κληρονόμους του τις εναγόμενες, πλην όμως κατά τη σύνταξη αυτής ο ανωτέρω διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πράξεων του, ως πάσχων από μικροαγγειοεγκεφαλοπάθεια και ατροφία εγκεφάλου (νόσο Alzheimer), με αποτέλεσμα αυτή να είναι άκυρη, και ότι οι εναγόμενες κατακρατούν ως κληρονόμοι την κληρονομιά, επικαλούμενες ως έννομο συμφέρον το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα ως αδελφές η πρώτη και η δεύτερη του κληρονομούμενου και τέκνο προαποβιωσάσης αδελφής αυτού η τρίτη, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω διαθήκης και, αφού αναγνωριστεί το (εξ αδιαθέτου) κληρονομικό τους δικαίωμα επί της ως άνω κληρονομιάς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους αποδώσουν το ιδανικό τους κληρονομικό μερίδιο επ` αυτής με την απειλή ποινών εμμέσου εκτελέσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ` αριθμ. 116/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αφενός κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τη σωρευόμενη αγωγή αναγνωρίσεως του κληρονομικού δικαιώματος των εναγουσών και αποδόσεως σ` αυτές ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων του ιδανικού κληρονομικού μεριδίου επί της επίδικης κληρονομιάς (αγωγή περί κλήρου) και αφετέρου δέχθηκε αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη αναφορικά με τη σωρευόμενη αγωγή περί αναγνωρίσεως ακυρότητας διαθήκης. Κατά το μέρος της αποφάσεως αυτής, που έκρινε οριστικώς επί της αντικειμενικώς σωρευόμενης αγωγής περί αναγνωρίσεως ακυρότητας διαθήκης, παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση και τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτή οι εναγόμενες για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή αυτή.

Το, υποβληθέν με τις προτάσεις, αίτημα των εναγομένων - εκκαλουσών να αναβληθεί η παρούσα δίκη σύμφωνα με το άρθρο 250 ΚΠολΔ μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της ποινικής διαδικασίας που ξεκίνησε εις βάρος του συντάξαντος τη διαθήκη συμβολαιογράφου, κατόπιν διαβίβασης των εγγράφων της δικογραφίας, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατ` άρθρο 38 ΚΠΔ, στο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών Λάρισας, πρέπει, κατά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι η έκβαση της ποινικής δίκης που ξεκίνησε εις βάρος του συντάξαντος τη διαθήκη συμβολαιογράφου, δεν επηρεάζει άμεσα τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, αφού η βεβαίωση του συμβολαιογράφου επί της δημόσιας διαθήκης ότι ο διαθέτης είχε συνείδηση των πράξεων του ή ότι έχει τη χρήση του λογικού αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού υποκείμενη σε ανταπόδειξη (ΑΠ 946/05, Δνη 2005.1451, ΑΠ 88/03 Δνη 44.1328).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 17.7.2006 απεβίωσε, στη νευροψυχιατρική κλινική Λ. «Κ.», ο Κ. Χ. του Α. και της Θ., σε ηλικία 85 ετών. Ο θανών, κατά το χρόνο του θανάτου του είχε πλησιέστερους συγγενείς, που θα εκκαλούντο ως κληρονόμοι του σε τυχόν εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή αυτού, τις αδελφές του πρώτη και δεύτερη των εναγουσών, τη θυγατέρα προαποβιωσάσης αδελφής τρίτη των εναγουσών και τον (μη διάδικο) αδελφό του Δ. Χ., σύζυγο της πρώτης των εναγομένων και πατέρα των λοιπών εξ αυτών. Ο ανωτέρω θανών άφησε την υπ` αριθ. .../6.6.2006 δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Τ., η οποία έχει δημοσιευθεί νόμιμα με τα υπ` αριθμ. 397/2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους αυτού τις εναγόμενες και όρισε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που θα περιέλθουν στην κάθε μία και συγκεκριμένα όρισε να περιέλθουν στη δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, ανιψιές του και θυγατέρες της πρώτης εξ αυτών, εξ αδιαιρέτως και κατ` ισομοιρίαν στην κάθε μία το ανήκον σ` αυτόν εξ αδιαιρέτου μερίδιο μιας γκαρσονιέρας, που βρίσκεται στον Π. Π., στην οδό Μ. και στην πρώτη εναγόμενη, νύφη του από αδελφό, όλη η υπόλοιπη περιουσία του, κινητή και ακίνητη, στην οποία περιλαμβάνεται το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του ακινήτου, που βρίσκεται στη Λ., στη συνοικία Α. επί της οδού Γ. αρ.... Ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (6.6.2006), νοσηλευόταν στη νευροψυχιατρική κλινική Λ. «Κ.», στην οποία και μετέβη ο ως άνω συμβολαιογράφος Α. Τ. και, παρουσία τριών μαρτύρων, συνετάγη η προαναφερόμενη προσβαλλόμενη δημόσια διαθήκη. Στην κλινική αυτή ο διαθέτης νοσηλευόταν ήδη από τις 6.4.2006 και παρέμεινε έως και το χρόνο του θανάτου του στις 17.7.2006, πάσχων από ελαφρά υπερτονία δυσκαμψία άνω και κάτω άκρων, μικροαγγειοεγκεφαλοπάθεια και ατροφία του εγκεφάλου (νόσος Alzheimer), όπως αναφέρεται στην από 18.10.2006 ιατρική βεβαίωση του Επιστημονικού Διευθυντή της ως άνω κλινικής, ειδικού νευρολόγου - ψυχίατρου Α. Ν. Στη βεβαίωση αυτή ο ανωτέρω ιατρός, έχοντας ιδία αντίληψη, ως θεράπων ιατρός του διαθέτη, βεβαίωσε επιπροσθέτως ότι η κατάσταση του διαθέτη, καθ` όλο το χρόνο νοσηλείας του στην ως άνω κλινική, ήταν τέτοια ώστε αυτός δεν ήταν ικανός προς δικαιοπραξία. Ο διαθέτης, το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα και δη από 29.3.2006 έως τις 6.4.2006, είχε νοσηλευθεί στο Γ. Νοσοκομείο Λ. και συγκεκριμένα στην ουρολογική κλινική αυτού, πάσχων από ουρολοίμωξη (σε αποδρομή, με βελτιούμενη έκβαση) και με περαιτέρω διάγνωση ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια, πύκνωση (ΔΕ) κάτω πνευμονικού πεδίου με συνοδό πλευριτική συλλογή, βαρεία γενική κατάσταση, με έκβαση «επιδείνωση» (βλ. την υπ` αριθ. πρωτ. ../5.11.2007 βεβαίωση και το υπ` αριθ. πρωτ. ../22.10.2010 πιστοποιητικό του ανωτέρω Νοσοκομείου), ενώ, από το γενόμενο, στις 30.3.2006, εργαστηριακό έλεγχο (αξονική τομογραφία εγκεφάλου, θώρακος και άνω - κάτω κοιλίας) προέκυψε ότι αυτός έπασχε από χρόνια ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια και μεγάλου βαθμού εγκεφαλική ατροφία και εμφάνιζε πυκνωτικά στοιχεία ΔΕ βάσεως πνευμόνων και πλευριτική συλλογή συστοίχως, στρογγυλό μόρφωμα αρ. νεφρού πιθανότατα κυστικό και επασβεστώσεις του προστατικού αδένος (βλ. την από 31.10.2006 βεβαίωση του Γ. Νοσοκομείου Λ. - κλινικής αξονικού και μαγνητικού τομογράφου). Θεράπων ιατρός αυτού κατά το χρόνο νοσηλείας του στην ουρολογική κλινική του Γ. Νοσοκομείου Λ. ήταν ο, εξετασθείς ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μετά από πρόταση των εναγουσών, Κ. Α., ιατρός ουρολόγος, διευθυντής της ως άνω κλινικής, σύζυγος της θυγατέρας της δευτέρας ενάγουσας και ανηψιάς του διαθέτη, ο οποίος, έχων ιδία αντίληψη λόγω της καθημερινής προσωπικής επαφής με το διαθέτη κατά το χρόνο αυτό, ρητώς κατέθεσε, υπό τη διττή αυτή ιδιότητα του, ότι ο τελευταίος (διαθέτης) κατά το χρόνο τουλάχιστον της νοσηλείας του στην κλινική αυτή, λόγω"της βαριάς ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας «δεν είχε επικοινωνία με το περιβάλλον..., δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το σωστό από το λάθος..., πρόσωπα πολλές φορές γνώριζε πολλές φορές όχι... και δεν είχε συνείδηση των πράξεων του...».

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι λόγω των προαναφερόμενων ασθενειών του ως άνω διαθέτη και δη της βαριάς ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας και της ατροφίας του εγκεφάλου (νόσος Alzheimer) σε συνδυασμό με τη γενικότερη επιβάρυνση της υγείας του από τις άλλες προαναναφερθείσες ασθένειες, από την έναρξη της νοσηλείας του στην ουρολογική κλινική του Γ. Νοσοκομείου Α., στις 29.3.2006 και εντεύθεν καθ` όλο το χρόνο νοσηλείας του σ` αυτή και εν συνεχεία στη νευροψυχιατρική κλινική «Κ.», η γενική κατάσταση της υγείας αυτού ήταν βαριά και επιδεινούμενη, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα και ελάττωση του επιπέδου συνειδήσεως του, που συνεχίστηκε μέχρι το θάνατο του στις 17.7.2006. Ηταν ιδιαίτερα καταβεβλημένος σωματικά και ψυχικά, δεν είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον και παρουσίαζε μεγάλου βαθμού θόλωση της διάνοιας του και σύγχυση της συνειδήσεως του, ώστε δεν αναγνώριζε ακόμα και στενά συγγενικά του πρόσωπα (βλ. επιπροσθέτως κατάθεση της δεύτερης εξετασθείσας μάρτυρος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μετά από πρόταση των εναγουσών, ανηψιάς του διαθέτη, Δ. Τ., η οποία ρητώς κατέθεσε ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο νοσηλείας του στη νευροψυχιατρική κλινική, όπως γνώριζαν οι οικείοι του έπασχε από τη νόσο Alzheimer και δεν αναγνώριζε στενά συγγενικά του πρόσωπα, όπως τη μητέρα της και αδελφή αυτού ως και την ίδια). Ετσι, ο διαθέτης, κατά το χρόνο συντάξεως της ανωτέρω προσβαλλόμενης διαθήκης, στις 6.6.2006, παρουσίαζε έλλειψη συνείδησης των πράξεων του, κατά την έννοια του άρθρου 1719 ΑΚ, αφού, εκ των προαναφερόμενων νοσηρών αιτίων, δεν είχε τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συνέτασσε, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων αυτής, χωρίς βέβαια να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου (ΑΠ 1198/12 ΑΠ 1872/11, Νόμος) και επομένως ήταν ανίκανος προς σύνταξη διαθήκης (άρθρο 1719 ΑΚ) και η ανωτέρω συνταχθείσα υπ` αυτού διαθήκη ήταν άκυρη (άρθρο 1718 ΑΚ). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατάθεση του συντάξαντος τη διαθήκη συμβολαιογράφου Α. Τ., ο οποίος εξετασθείς ως μάρτυρας μετά από πρόταση των εναγομένων, σε αντιστοιχία με τη σχετική βεβαίωση αυτού επί της διαθήκης, κατέθεσε ότι ο διαθέτης κατά τη σύνταξη της διαθήκης επικοινωνούσε με το περιβάλλον και είχε συνείδηση των πραττομένων του, αφού η κατάθεση αυτή, ως και η καταχωρηθείσα επί της προσβαλλόμενης δημόσιας διαθήκης βεβαίωση αυτού για την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη κατά το άρθρο 1719 εδ. 3 ΑΚ, η οποία σημειωτέον, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού υποκείμενη σε ανταπόδειξη (ΑΠ 946/05 Δνη 2005. 1451, ΑΠ 88/03 Δνη 44.1328), αλλά και η αντίστοιχη κρίση του έτερου εξετασθέντος ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, μετά από πρόταση των εναγομένων, μάρτυρος, φίλου του διαθέτη, Ε. Α., έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις προαναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις περί της καταστάσεως του διαθέτη και ιδίως εκείνη (από 18.10.2006) του ειδικού νευρολόγου - ψυχίατρου Α. Ν., στην κλινική του οποίου νοσηλευόταν ο διαθέτης κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ο οποίος βεβαιώνει ότι «η κατάσταση του (διαθέτη) ήταν τέτοια ώστε αυτός δεν ήταν ικανός προς δικαιοπραξία».

Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία συνάγονται ασφαλείς αποδείξεις αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης και επομένως το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση της ανωτέρω καταστάσεως αυτού βάσει του ιατρικού ιστορικού του και, επομένως, το σχετικό, υποβληθέν με τις προτάσεις, αίτημα των εκκαλουσών - εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε όμοια με τα παραπάνω και κήρυξε άκυρη την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη, δεχόμενη ότι κατά το χρόνο σύνταξης αυτής ο διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πράξεων του, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα σχετικοί λόγοι της εφέσεως των εναγομένων, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της...

Ν.Σ.

 

Σχόλια