ΔΙΑΘΗΚΗ.Ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης. Έλλειψη συνείδησης των πραττομένων. Ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη...821/2013 ΑΠ

 ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ - Α ΠΑΡ.ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ 11 ======================== ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΟΥ ΕΔΩ- 16ης Οκτωβρίου 2 
821/2013 ΑΠ ( 610019) .Δικαιοπραξίες. Ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης. Έλλειψη συνείδησης των πραττομένων. Ψυχική ή διανοητική ...
διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Έννοια. Περιπτώσεις. Δυνατή η συνύπαρξη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας στο πρόσωπο του διαθέτη. Η ικανότητα προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκεια αυτής, εκτός και αν πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαρεία ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, οπότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξή της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της. Σύνταξη διαθήκης από πρόσωπο που δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενό της και να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους πράξεών της, βρισκόμενο σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, εξ αιτίας της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του. Ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαθήκης. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1010/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.


 
Αριθμός 821/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. - Γ. του Χ., 2) Α. Γ. του Ι., 3) Ε. Γ. του Ι., κατοίκων ... και 4) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μουζακιάρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Ε., κατοίκου .. , 2) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Π. χήρας Σ. Β., το γένος Ε. Μ., κατοίκου .., ως κληρονόμοι της Δ. χήρας Γ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Κουτσοχήνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2005 αγωγή της αρχικής διαδίκου Δ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10977/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 1010/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο ως άνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/6/2010 αίτηση και τους από 30/1/2012 πρόσθετους λόγους τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, ζήτησε δε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Σε αντίθετη, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε, συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ` αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης. Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαρειά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαίο η απόδειξή της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (ΑΠ 1110/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Γ. Κ. του Χ., κάτοικος όσο ζούσε, συνταξιούχος έμπορος, αποβίωσε στο ..., στις 20-8-2004, σε ηλικία 68 ετών, καταλείποντας, κατά το χρόνο θανάτου του, μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την ενάγουσα σύζυγό του, από δεύτερο για τον ίδιο γάμο, Δ. Κ. και τις θυγατέρες του από τον πρώτο του γάμο, που λύθηκε με διαζύγιο, Κ. Κ. και Χ. Κ.. Ο αποβιώσας είχε στην κυριότητά του, κατά το χρόνο του θανάτου του, ικανή ακίνητη περιουσία, ενώ αρκετά έτη πριν το θάνατό του, τα έτη 1997 και 1998, είχε προβεί σε μεταβιβάσεις δύο διαμερισμάτων του, προς τις εκκαλούσες αδερφές του, Μ. Κ. και Α. Κ.. Συγκεκριμένα, στην πρώτη μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, με το υπ` αριθμ .../14-7-1998 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............... .................... , που μεταγράφηκε νόμιμα, το διαμέρισμα που αποτελούσε τη συζυγική στέγη αυτού και της ενάγουσας και βρίσκεται στην ..., επί της οδού ... αριθμ. 17-19, μικτού εμβαδού 91,17 τ.μ. και στη δεύτερη, με το υπ` αριθμ. .../7-2-1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............ , που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς, κατ` επικαρπία, εφ` όρου ζωής της, το ιδανικό του μερίδιο, 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ... αριθμ. .. , μικτού εμβαδού 66,50 τμ, ακολούθως δε, το επόμενο έτος, με το υπ` αριθμ. .../21-7-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............. ....... ..... , που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε σ` αυτήν (Α. Κ.), λόγω πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, το παραπάνω ιδανικό του μερίδιο επί του εν λόγω διαμερίσματος. Ο Γ. Κ., ήταν στενά συνδεδεμένος με την ενάγουσα σύζυγό του, από το γάμο του με την οποία δεν απέκτησαν τέκνα, αγαπούσε δε και φρόντιζε με στοργή αυτήν, η οποία έπασχε από ετών από τη νόσο Αλτσχάϊμερ και η οποία, ένα περίπου έτος πριν το θάνατό του, είχε τεθεί υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, με την υπ` αριθμ. 21086/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με δικαστικό συμπαραστάτη της τον ίδιο και διέμενε έκτοτε στο Οικοτροφείο Ηλικιωμένων "..." στο ..., όπου και αποβίωσε, όπως προαναφέρεται, μετά την άσκηση της έφεσης. Επίσης, αυτός έτρεφε αισθήματα αγάπης και για τις θυγατέρες του και φρόντιζε για τις ανάγκες τους, παρότι οι επαφές του μ` αυτές ήταν αραιές και κυρίως τηλεφωνικές. Από ετών, ο Γ. Κ. εμφάνιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα, από το έτος 1979 έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, προς αντιμετώπιση του οποίου τελούσε υπό ινσουλινοθεραπεία, το έτος 1982 υπέστη έμφραγμα μυοκαρδίου και το έτος 1988 υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική χειρουργική επέμβαση, το έτος 1989 υπέστη κολπική μαρμαρυγή και η κατάστασή του αντιμετωπίσθηκε με τοποθέτηση βηματοδότη, το έτος 1998 νοσηλεύτηκε για καρδιακή ανεπάρκεια και υποβλήθηκε σε επέμβαση τετραπλού by-pass, έπασχε δε και από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, τουλάχιστον από το έτος 1996 και υποβαλλόταν σε συνεχή φαρμακευτική αγωγή για όλες τις παραπάνω παθήσεις. Λόγω της πάθησης του σακχαρώδους διαβήτη εμφάνισε από ετών παναγγειοπάθεια, δηλαδή αγγειοπάθεια όλων των αγγείων του οργανισμού του και τελικώς υπέστη γάγγραινα άνω και κάτω σκελών, λίγες δε ημέρες πριν το θάνατό του και συγκεκριμένα στις 4-8-2004 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "....... ...... ....", με πιθανή διάγνωση εισόδου, "κριτική ισχαιμία" και νοσηλεύθηκε δύο μόνο ημέρες, μέχρι 6-8-2008. Την ημέρα της εισόδου του υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος, βιοχημικές εξετάσεις αίματος και αιμοδιάγραμμα, στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του παραπάνω νοσοκομείου και στις 6-8- 2004 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου. Η κατάστασή του, κατά τη διήμερη νοσηλεία του, περιγράφεται στην από 27-6-2005 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή της Δ` Χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου αυτού καθηγητή Δ. Μ., ως εξής: "Παναγγειοπάθεια - κριτική ισχαιμία άνω κάτω-σκελών άμφω. Ασθενής με άλγος ηρεμίας και γάγγραινα δακτύλων σκελών άμφω και άκρων χειρών. Εκ του ατομικού αναμνηστικού: Σακχαρώδης διαβήτης (υπό ινσουλινοθεραπεία), 4πλό by-pass επί στεφανιαίας νόσου από το 98. Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια. Κολπική Μαρμαρυγή. Ο ασθενής κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υπεβλήθη σε συντηρητική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού Μ.Β., ενώ διενεργήθη αξονική τομογραφία κοιλίας κατά την οποία διαπιστώθηκε ευμέγεθες κυστικό μόρφωμα Αρ. κοιλίας και επασβέστωση των σπλαχνικών αγγείων στα πλαίσια του σακχαρώδη διαβήτη". Στο από 6-8-2004 δε έγγραφο του επιμελητή Αξονικού Τομογράφου του παραπάνω νοσοκομείου Β. Ε., αναφέρεται, ότι διαπιστώθηκε και ατροφικό πάγκρεας και διόγκωση του προστάτη και ότι η παραπάνω ευμεγέθης κύστη ήταν διαστάσεων 14Χ18 cm και για τη σχετική μ` αυτήν διαφορική διάγνωση έπρεπε να ληφθούν υπόψη, η περίπτωση α) της εχινόκοκκου κύστης και β)με ελάχιστες πιθανότητες το κυστικό νέφρωμα, καθώς και ότι διαπιστώθηκε και άλλο κυστικό μόρφωμα αρχόμενο από τον κάτω πόλο του αριστερού νεφρού. Οπως προκύπτει από τα παραπάνω ιατρικά έγγραφα, δεν τέθηκε διάγνωση του ευμεγέθους κυστικού μορφώματος που διαπιστώθηκε, αλλά την ίδια ημέρα (6-8-2004) ο Γ. Κ. εξήλθε από το νοσοκομείο, χωρίς σύσταση για περαιτέρω νοσηλεία του ή υποβολή του σε οποιαδήποτε θεραπευτική αγωγή, διότι όπως αποδείχθηκε και αναφέρεται και στην προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες από 9-9-2009 "Γνωμοδότηση" του ψυχιάτρου Δ. Α., η κατάστασή του κρίθηκε μη αναστρέψιμη. Στη γνωμοδότηση αυτή, που συντάχθηκε κατ` εντολή της πρώτης εκκαλούσας Μ. Κ., μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και η οποία προσκομίζεται παραδεκτά, κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔ, στην παρούσα συζήτηση, καθόσον δεν κρίνεται ότι η βραδεία προσκόμισή της γίνεται από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια των εκκαλούντων, ο παραπάνω ψυχίατρος αναφέρει, ότι εξήγαγε τα συμπεράσματα που διατυπώνει σ` αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη του, τα προαναφερόμενα έγγραφα που αφορούν την τελευταία νοσηλεία του Γ. Κ. (από 4-6-2004 ως 6-8-2004), στο νοσοκομείο "... ......................", καθώς και το βιβλιάριο ασθενείας του, τα προσκομιζόμενα φύλλα του οποίου αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-10-1996 μέχρι 13-10-2003, τη ληξιαρχική θανάτου του, την εκκαλούμενη απόφαση και τα πρακτικά της. Σημειώνει δε, ο εν λόγω ψυχίατρος, ότι "Εδόθησαν οδηγίες και στην φαρμακευτική αγωγή που του συνεστήθη δεν υπήρξε μείζον αναλγητικό", χωρίς να προσδιορίζει τις οδηγίες και το είδος της φαρμακευτικής αγωγής που αναφέρει, από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή κατά την έξοδο του Γ. Κ. από το νοσοκομείο στις 6-8-2004 του δόθηκαν οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή, αλλά όπως αποδείχθηκε οι θεράποντες γιατροί του έκριναν, ότι η κατάστασή του δεν επιδεχόταν οποιασδήποτε αντιμετώπισης και ήταν προτιμότερο να παραμείνει στο περιβάλλον της οικίας του, ώστε να καταλήξει εκεί. Αφού εξήλθε από το νοσοκομείο, ο Γ. Κ. μεταφέρθηκε στην εξοχική οικία του στο ..., όπου τη φροντίδα του ανέλαβε η πρώτη εκκαλούσα αδερφή του Μ. Κ., λίγες δε ημέρες αργότερα, στις 20-8-2004 αποβίωσε στην οικία αυτή. Στις 11-8-2004, ο Γ. Κ. προέβη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..... .... ... .... ... ...... στη σύνταξη της υπ` αριθμ. .../11-8-2004 δημόσιας διαθήκης του, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του την ενάγουσα σύζυγό του, τις εναγόμενες θυγατέρες του, τις εναγόμενες, ήδη εκκαλούσες, αδερφές του Μ. Κ. και Α. Κ. και τα εναγόμενα τέκνα της πρώτης (Μ. Κ.), ήδη δεύτερο και τρίτη εκκαλούντες-αναιρεσείοντες.

Συγκεκριμένα, με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης κατέλειπε, στις θυγατέρες του Κ. Κ. και Χ. Κ., στην πρώτη ένα διαμέρισμά του, εμβαδού 80 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στα ... και στη δεύτερη ένα διαμέρισμά του, εμβαδού 82 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη ... . Στην δε ενάγουσα σύζυγό του όρισε ότι περιέρχεται, ως ανήκουσα σ` αυτόν, η ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου διαμερίσματός του, που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ... αριθμ. .. , την επικαρπία του οποίου, όπως έχει ήδη λεχθεί, μεταβίβασε το έτος 1997, λόγω δωρεάς, στην τέταρτη εκκαλούσα αδερφή του Α. Κ., στην οποία ακολούθως το έτος 1998 μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, το ιδανικό του αυτό μερίδιο επί του εν λόγω διαμερίσματος. Δηλαδή, με τη διαθήκη του, εγκατέστησε τη σύζυγό του κληρονόμο του σε περιουσιακό στοιχείο που δεν του ανήκε, το ίδιο δε έπραξε όσον αφορά και τη δεύτερη εκκαλούσα αδερφή του Α. Κ., στην οποία όρισε να περιέλθει το διαμέρισμα που βρίσκεται στη …, στα ..., επί της οδού ... αριθμ. .. , το οποίο, όπως επίσης προαναφέρεται, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, το έτος 1998 στην πρώτη εκκαλούσα αδερφή του Μ. Κ.. Στην τελευταία δε και τα τέκνα της, δεύτερο και τρίτη εκκαλούντες- αναιρεσείοντες, κατέλειπε οικόπεδό του με οικοδομή, συνολικού εμβαδού 255 τ.μ. περίπου, αποτελούμενη από υπόγειο ανώγειο και όροφο πάνω από το ανώγειο, που βρίσκεται στο ..., κατ` ισόβια επικαρπία στην πρώτη και κατά ψιλή κυριότητα στα τέκνα της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, προβαίνοντας συγχρόνως με τη διαθήκη του και σε σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επί της οικοδομής αυτής, η οποία, όπως αποδείχθηκε, αποπερατώθηκε μερικούς μήνες (3-5 κατά το μάρτυρα των τεσσάρων πρώτων εναγόμενων) πριν το θάνατό του. Επίσης, στην πρώτη εκκαλούσα κατέλειπε και ένα γραφείο του, εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη … επί της οδού ... αριθμ. .. και όρισε να περιέλθει σ` αυτήν και κάθε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία του που θα βρεθεί μετά το θάνατό του, στην οποία (ακίνητη περιουσία του), όπως αποδείχθηκε, περιλαμβάνεται και άλλη εξοχική κατοικία του στην ..., που με βάση την παραπάνω διάταξη περιέρχεται στην αδερφή του Μ. Κ.. Οπως αποδείχθηκε όμως, ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αυτής, εξαιτίας της, κατά τα προαναφερόμενα, δυσμενέστατης εξέλιξης της κατάστασης της υγείας του, βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης και των συνεπειών που θα προέκυπταν από αυτήν, για τη σύνταξη της οποίας επιμελήθηκε η πρώτη εκκαλούσα-πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ., η οποία είχε την αποκλειστική φροντίδα του και υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της οποίας βρισκόταν μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και μέχρι το θάνατό του, εξαρτώμενος απ` αυτήν. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο μάρτυρας της ενάγουσας, γιατρός Ν. Θ., κάτοικος ..., τρεις περίπου ημέρες πριν το θάνατο του διαθέτη, κλήθηκε από την αδερφή του Μ. Κ., προκειμένου, όπως του δήλωσε αυτή, να διαπιστώσει ότι ήταν ετοιμοθάνατος και να εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου, όταν ο ασθενής κατέληγε, όπως και συνέβη στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 37/21-8-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γ. Κ., της Ληξιάρχου του Δήμου ......... ... ..... ..... , η οποία συντάχθηκε με βάση την από 20-8-2004 πιστοποίηση θανάτου του εν λόγω γιατρού, που προσκόμισε στις 21-8-2004 η Μ. Κ. στην παραπάνω Ληξίαρχο. Διαπίστωσε δε ο παραπάνω μάρτυρας, σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή του, ότι η κατάσταση του Γ. Κ. ήταν βαρύτατη, δεν ήταν σε θέση να σηκωθεί, να περπατήσει ούτε να μιλήσει και δεν κατόρθωσε να επιτύχει καμία επαφή μ` αυτόν, παρά τις προσπάθειές του, η όλη δε εικόνα του καταδείκνυε ότι υπέφερε από ισχυρότατους πόνους, λόγω της προχωρημένης γάγγραινας των άκρων του, από την οποία είχαν νεκρωθεί τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών του, που όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε "είχαν σαπίσει". Κατέθεσε επίσης, ότι η Μ. Κ., σε σχετικές ερωτήσεις του, γιατί δεν νοσηλεύεται σε νοσοκομείο και αν λαμβάνει κάποια παυσίπονα, του απάντησε ότι η παραμονή του στο νοσοκομείο κρίθηκε από τους γιατρούς άσκοπη, διότι η κατάστασή του δεν επιδεχόταν αντιμετώπισης και επίκειτο ο θάνατός του, ανέλαβε δε τη φροντίδα του η ίδια, η οποία εργάζεται ως γιατρός στην Ιταλία και δεν έχει άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος στην Ελλάδα και ότι του χορηγεί παυσίπονα σε ιταλικά σκευάσματα, τα οποία του επέδειξε, αλλά ήταν άγνωστα σ` αυτόν.

Διατύπωσε δε ο παραπάνω μάρτυρας, ο οποίος όπως αποδείχθηκε δεν είχε καμία σχέση, ούτε σε επίπεδο απλής γνωριμίας, με κανέναν από τους διαδίκους ούτε με το διαθέτη, και η κατάθεση του οποίου κρίνεται αξιόπιστη, την προσωπική του γνώμη ως γιατρός, ότι σε επιβαρημένες καταστάσεις, όπως η κατάσταση του διαθέτη, όλα τα αγγεία του οργανισμού του οποίου είχαν προσβληθεί και η οποία πρέπει να υφίστατο από την ημέρα της εξόδου του από το νοσοκομείο, επηρεάζεται σαφώς η διανοητική λειτουργία του ασθενούς, η μνήμη και η κρίση του και ότι ο διαθέτης, ως απόλυτα εξαρτώμενο από τους άλλους άτομο, λόγω της κατάστασής του, μπορούσε να δεχθεί αποφασιστική επιρροή στη σκέψη του. Η κρίση ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης του, αδυνατούσε να διαγνώσει, την ουσία της, το περιεχόμενο και τις συνέπειές της, ενισχύεται και από το ίδιο το περιεχόμενο της διαθήκης. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρεται, κατέλειπε μ` αυτήν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεν του ανήκαν από ετών και ουσιαστικά αποκλήρωσε τη σύζυγό του την οποία υπεραγαπούσε και φρόντιζε συνεχώς και μετά τη θέση της υπό δικαστική συμπαράσταση, γεγονός που δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι , όπως επίσης αποδείχθηκε, ο διαθέτης, ο οποίος ήταν έμπορος μηχανημάτων ξυλείας και είχε συνταξιοδοτηθεί τα τελευταία τέσσερα περίπου έτη πριν το θάνατό του, ήταν άτομο ευφυές, δυναμικό, με κοινωνική και συναλλακτική εμπειρία και δραστηριότητα, είχε προβεί αυτοπροσώπως στις προαναφερόμενες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες των δύο ακινήτων του, προς τις αδερφές του, έξι περίπου έτη πριν το θάνατό του και συνεπώς, ασφαλώς και θα έπρεπε να έχει επίγνωση του ότι δεν του ανήκουν και δεν μπορεί να τα διαθέσει με τη διαθήκη του. Ενώ δε, προβαίνει με τη διαθήκη του στην παραπάνω εγκατάσταση κληρονόμων του επί ανύπαρκτων περιουσιακών του στοιχείων, συγχρόνως, αφού περιγράφει το ακίνητό του στο ..., αναφερόμενος και σε λεπτομέρειες, όπως ότι οι όροφοι της οικοδομής επικοινωνούν με εξωτερικές σκάλες και ότι στο εμβαδόν τους, 75 τ.μ του καθενός, περιλαμβάνονται και οι τοίχοι, προβαίνει σε σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών και δικαιώματος επικαρπίας, έννοιες νομικές, που η κατανόησή τους δεν είναι ευχερής για άτομα χωρίς νομική κατάρτιση και απαιτεί πλήρη διαύγεια πνεύματος. Την αντίφαση αυτή, δεν δικαιολόγησε καθόλου ο μάρτυρας των αναιρεσειόντων, Γ. Κ., ο οποίος, όπως δήλωσε ήταν φίλος του διαθέτη και της συζύγου του και ο οποίος συνέπραξε ως μάρτυρας στην προσβαλλόμενη διαθήκη. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός, υποστηρίζοντας ότι ο διαθέτης, τον οποίο μετέφερε, όπως κατέθεσε, από το … στη …, για τη σύνταξη της διαθήκης του, η αδερφή του Μ. Κ., με το αυτοκίνητο της, το οποίο ακολουθούσε ο ίδιος (ο μάρτυρας) με δικό του αυτοκίνητο, ήταν "πάρα πολύ ήρεμος" και "είχε πάρα πολύ χρήση του λογικού" και ότι κατά την παραμονή του στο γραφείο του συμβολαιογράφου, που διήρκεσε μία-μιάμιση ώρα συνομιλούσε με τον συμβολαιογράφο, με τον ίδιο και τους άλλους δύο μάρτυρες της διαθήκης, δεν δικαιολόγησε το γεγονός ότι διέθεσε τα παραπάνω ακίνητα τα οποία δεν του ανήκαν και ότι έτσι δεν άφησε κανένα περιουσιακό του στοιχείο στη σύζυγό του, την οποία, όπως επίσης κατέθεσε, "οπωσδήποτε" ο διαθέτης με τη διαθήκη του "θα ήθελε να βοηθήσει στη ζωή της άμεσα", αλλά απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κατέθεσε κατ` επανάληψη, εντελώς ασαφώς, σχετικά με το ζήτημα αυτό, μόνο ότι, "Ίσως κάπου να είχε κάποια επιθυμία", "Ίσως να είχε κάποια επιθυμία", "Θα ήταν η επιθυμία του", "Σας είπα μπορεί να ήταν η επιθυμία του". Σε αντίθετη προς την παραπάνω κρίση, δεν οδηγούν ούτε οι, προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες τρεις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, των Ε. Σ., Ε. Σ. και Μ. Γ., οικογενειακών φίλων, όπως δήλωσαν του διαθέτη, οι δύο πρώτοι από τους οποίους, στην κοινή ένορκη βεβαίωσή τους, κατέθεσαν ότι συναντήθηκαν με το διαθέτη τελευταία φορά 3-4 ημέρες πριν το θάνατο του στην οικία του, στο χρόνο δηλαδή που κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, Ν. Θ. ότι κλήθηκε από την αδερφή του για να διαπιστώσει ότι ήταν ετοιμοθάνατος και ότι "ήπιαν καφέ, συζήτησαν και κάνανε παρέα πολλές ώρες", ότι αυτός "εκινείτο κανονικά, αλλά με πιο αργές κινήσεις από το σύνηθες, όμως πλήρης ήταν η διαύγεια και η κρίση και η μνήμη του", ότι συζήτησαν θέματα πολιτικά και οικονομικά και μάλιστα πρότεινε στον πρώτο να "τον πάρει στη δουλειά του" και ότι απλώς "οι σωματικές του δυνάμεις ήταν λίγο εξασθενημένες". Παρόμοιο είναι και το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης της Μ. Γ., η οποία προσέθεσε και ότι στην τελευταία της συνάντηση με το διαθέτη, πέντε ημέρες πριν το θάνατο του, που διήρκεσε έξι ώρες, αυτός "Κανένα πόνο δεν είχε, ούτε τον ελάχιστο και οπωσδήποτε θα το έλεγε εάν πονούσε και μάλιστα αν πονούσε πολύ ή ανυπόφορα". Το περιεχόμενο όμως, των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, αντικρούεται πλήρως από την προαναφερόμενη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Ν. Θωμά, αλλά και την προεκτιθέμενη περιγραφή της κατάστασης της υγείας του διαθέτη, στην παραπάνω, από 27-6-2005, ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή Δ. Μ., κατά την έξοδο του από το νοσοκομείο "..........................", στις 6-8-2004, δηλαδή πέντε ημέρες πριν τη σύνταξη της διαθήκης του, κατάσταση η οποία, επιδεινούμενη συνεχώς, οδήγησε σε λίγες ημέρες στο θάνατο του, που επήλθε από καρδιακή ανακοπή. Στην παραπάνω, από 9-9-2009 "Γνωμοδότηση", ο ψυχίατρος Δ. Α., αναφέρει ότι, με βάση τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του και προαναφέρονται, ο διαθέτης "Εξήλθε από την κλινική στις 6-8-2004 με καλή διανοητική λειτουργία", χωρίς να τεκμηριώνει το συμπέρασμά του αυτό, το οποίο δεν προκύπτει από κανένα από τα υπάρχοντα στη δικογραφία σχετικά ιατρικά έγγραφα, όσον αφορά δε το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αναφέρει μόνο, ότι "Ο συμβολαιογράφος δεν παρατήρησε κάποια διανοητική διαταραχή και έτσι προχώρησε στη δικαιοπραξία". Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά του μάρτυρα της ενάγουσας Ν. U., υπέβαλε η πρώτη εκκαλούσα Μ. Κ., λίγες ημέρες πριν την παρούσα συζήτηση, στις 23-10-2009, την από 20-10-2009 μήνυσή της για ψευδορκία, σχετικά με την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την, με όμοιο περιεχόμενο, υπ` αριθμ. 8-5-2006 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, στην οποία διατυπώνει και την άποψη, ότι από την κλινική εικόνα του διαθέτη, που ο ίδιος διαπίστωσε κατά την επίσκεψή του στην οικία του, θεωρεί αδύνατο η κατάσταση της υγείας του στις 11-8-2004, δηλαδή ελάχιστες ημέρες πριν, να ήταν τέτοια που να του επιτρέπει να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη και να έχει την απαιτούμενη πνευματική διαύγεια να συντάξει τη διαθήκη του. Στη μήνυση της αυτή, επί της οποίας δεν προκύπτει ότι κινήθηκε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, η εκκαλούσα μηνύτρια ισχυρίζεται, ότι δεν κάλεσε τον παραπάνω μηνυόμενο γιατρό για να εξετάσει το διαθέτη ούτε ποτέ τον εξέτασε και "ουδέποτε τον είδε", χωρίς να αναφέρεται καθόλου στο γεγονός ότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο γιατρός αυτός πιστοποίησε το θάνατο του διαθέτη, όπως αναφέρεται στην υπ` αριθμ .....…/21-8-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του, που συντάχθηκε με βάση δήλωση της ίδιας, η οποία προσκόμισε και την από 20-8-2004 πιστοποίηση του εν λόγω γιατρού". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο διαθέτης Γ. Κ., κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του στις 11-8-2004 δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενό της και να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους πράξεών της, βρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, εξ αιτίας της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του, ήδη από τις 6-8-2004, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο "....... ..., βρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου, και ιδίως της παναγγειοπάθειας, από την οποία έπασχε και είχε προσβάλλει όλα ανεξαιρέτως τα αγγεία του οργανισμού του, δηλαδή και αυτά του εγκεφάλου του, αποκλείοντας τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, στην οποία μάλιστα οδηγήθηκε επηρεαζόμενος από την αδελφή του πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ.-Γ. και ότι, συνεπώς, η προσβαλλόμενη διαθήκη του είναι άκυρη. Ακολούθως, δέχτηκε κατά τούτο την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, κατά το χρόνο καταρτίσεώς της.

Ειδικότερα, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου, ότι ο ως άνω διαθέτης ήδη από το έτος 1979 εμφάνιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, πάσχοντας από σακχαρώδη διαβήτη, το έτος 1982 υπέστη έμφραγμα μυοκαρδίου, το έτος 1988 υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική χειρουργική επέμβαση, το έτος 1989 υπέστη κολπική μαρμαρυγή και η κατάστασή του αντιμετωπίστηκε με τοποθέτηση βηματοδότη, από το έτος 1996 έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ενώ το έτος 1998 νοσηλεύτηκε για καρδιακή ανεπάρκεια και υποβλήθηκε σε επέμβαση τετραπλού by-pass. Λόγω της πάθησης του σακχαρώδους διαβήτη εμφάνισε αγγειοπάθεια όλων των αγγείων του οργανισμού του και τελικά υπέστη γάγγραινα άνω και κάτω σκελών και στις 4-8-2004 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ".......... ........." με πιθανή διάγνωση εισόδου "κριτική ισχαιμία", υποβλήθηκε σε διάφορες ακτινογραφίες καθώς και σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου, νοσηλεύθηκε όμως μόνο δύο ημέρες, ήτοι μέχρι 6-8-2004, διότι η κατάστασή του κρίθηκε μη αναστρέψιμη και ότι ήταν προτιμότερο να παραμείνει στο περιβάλλον της εξοχικής οικίας του στο ..., ώστε εκεί να καταλήξει, και όπου πράγματι αποβίωσε στις 20-8-2004. Οτι ο ιατρός Ν. Θ., μάρτυρας της αρχικής ενάγουσας, μετά το θάνατο της οποίας υπεισήλθαν στη δικονομική της θέση ως μοναδικοί της κληρονόμοι οι ήδη αναιρεσίβλητοι, που νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη, και ο οποίος μάρτυρας τρεις ημέρες πριν το θάνατο του διαθέτη κλήθηκε από την αδελφή του διαθέτη και πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ., για να διαπιστώσει, ότι ήταν ετοιμοθάνατος και να εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου, όταν ο διαθέτης κατέληγε, και ο οποίος με λόγο γνώσεως καταθέτει, ότι όλα τα αγγεία του οργανισμού του διαθέτη είχαν προσβληθεί και η προσβολή αυτή πρέπει να υφίστατο από την ημέρα της εξόδου του από το Νοσοκομείου, ότι εξ αυτού επηρεάζεται σαφώς η διανοητική λειτουργία του ασθενούς, η κρίση και η μνήμη του και ότι ο διαθέτης ως απόλυτα εξαρτώμενο από τους άλλους άτομο, μπορούσε να δεχτεί αποφασιστική επιρροή στη σκέψη του. Οτι, έτσι, ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενό της και να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους πράξεών της, βρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, και ότι ενισχυτικό της παραδοχής αυτής είναι και το ίδιο το περιεχόμενο της διαθήκης, αφού κατέλειπε μ` αυτήν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχε ήδη μεταβιβάσει πριν αρκετά χρόνια και δεν του ανήκαν.

Συνεπώς, οι πρώτος λόγος της αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως "έγγραφα" νοούνται τα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αντίθετα, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγεται από εκείνον. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τρίτο πρόσθετο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9-9-2009 γνωμοδότησης του ψυχιάτρου Α. Δ., που συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως αυτών, οι οποίοι και την προσήγαγαν, με το να δεχτεί, ότι από τη γνωμοδότηση αυτή αποδείχτηκε, ότι ο διαθέτης εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 6-8-2004 χωρίς σύσταση για περαιτέρω νοσηλεία του ή υποβολή του σε οποιαδήποτε θεραπευτική αγωγή, διότι η κατάστασή του κρίθηκε μη αναστρέψιμη. Σύμφωνα, όμως, με τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα περί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, εκτιμώντας τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν στο Εφετείο και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε την αγωγή, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η διανοητική κατάσταση του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Το αίτημα όμως αυτό των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε από το Εφετείο, το οποίο έκρινε, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε, ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του στις 11-8-2004 δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενό της και να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους πράξεών της, βρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, εξ αιτίας της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του, ήδη από τις 6-8-2004, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο ".... ......... .....", βρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου και ιδίως της παναγγειοπάθειας, από την οποία έπασχε και είχε προσβάλλει όλα ανεξαιρέτως τα αγγεία του οργανισμού του, δηλαδή και αυτά του εγκεφάλου του, αποκλείοντας τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, και ότι "δεν τίθεται ζήτημα διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η διανοητική κατάσταση του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, η οποία άλλωστε πραγματογνωμοσύνη μόνο με βάση τα υπάρχοντα στη δικογραφία ιατρικά έγγραφα μπορούσε να διενεργηθεί και τα έγγραφα αυτά αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία". Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και επομένως η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί του άνω ζητήματος ανήκε στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του.

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθου 270 παρ. 2 εδάφ. γ` και δ` ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 524 παρ. 1 εδάφ. α` ΚΠολΔ και στην κατ` έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες. Γενικεύθηκε, έτσι, στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Ο αριθμητικός αυτός περιορισμός αφορά τον αριθμό των μαρτυρικών καταθέσεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο της αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη δύο ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν με καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Σ., Ε. Σ. και Μ. Γ., ληφθείσες ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, δεν έλαβε όμως υπόψη την με αριθμό 1979/27-4-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ιδίας Ειρηνοδίκου της μάρτυρος Α. Κ., που ήταν, κατά τους αναιρεσείοντες, τρίτη κατά τη σειρά που με επίκληση τις προσκόμισαν. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω, το Εφετείο δεν έσφαλε με το να λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις, που περιείχαν συνολικά τρεις καταθέσεις μαρτύρων και να μη λάβει υπόψη την επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση με την τέταρτη πλέον κατάθεση μάρτυρα. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση ουσιαστικής διάταξης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής. Ομως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη την ένσταση αοριστίας και ρητά την απέρριψε ως αβάσιμη. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και, αφού ληφθεί υπόψη, ότι οι αναιρεσείοντες με τις από 17-2- 2012 προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και με δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεόδωρου Μουζακιάρη, που περιέχεται στα πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου, παραιτούνται της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της πρωτόδικης 10977/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με τους επ` αυτής πρόσθετους λόγους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2010 αίτηση και το από 30-1-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων των 1) Μ. Κ.-Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1010/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 

Σχόλια