ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ - ΟΡΟΦΟΚΤΗΣΙΑ - ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΑΝΡΜΟΔΙΟ ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ. Αριθμός Απόφασης 41/2009 ΕΙΡΗΝΟΔ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ - ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ (216 Κ.πολ.Δ).ΑΠΟΦΑΣΗ 137 /2013ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ118/2006 ΜΠΡ ΡΟΔ ( 475550)18/1995 ΕΦΑΘ5412/1994 ΜΠΡ ΑΘ1503/1988 ΕΦ ΑΘ..



https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit 
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:Αγωγή για οφειλόμενα κοινόχρηστα ιδιοκτήτου κατατέθηκε (λαθεμένα) στο Ειρηνοδικείο με τη διαδικασία μικροδιαφοράς, το Ειρηνοδικείο έκρινε το δικαστήριο αναρμόδιο, αφού Αρμόδιο ειναι το Μονομελές Πρωτοδικείο,  στη συνέχεια συζητήθηκε η αγωγή στο Μονομελές, κρίθηκε αόριστη.. δείτε για ποιούς λόγους....



Αριθμός Απόφασης 41/2009
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
(Διατάξεις Μικροδιαφορών)
Αποτελούμενο από τον Ειρηνοδίκη Ευστράτιο Χονδροζουμάκη και τη Γραμματέα Ευαγγελία Ζάγκου, συνεδρίασε δημόσια και στο ακροατήριο του στις 23-11-2009 για να δικάσει την εξής υπόθεση μικροδιαφοράς μεταξύ:
Των εναγόντων: 1) ......οδός Δοϊράνης αρ. 2, ενεργούντων ως νομίμως εκλεγμένων διαχειριστών οικοδομής που βρίσκεται στην Κατερίνη και επί της οδού Δοϊράνης αρ. 2, που εμφανίσθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο ...
Του εναγομένου: .... κατοίκου Κατερίνης, οδός Δοϊράνης αρ. 2, που εμφανίσθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ......
Οι ενάγοντες κατέθεσαν την από 17-3-2009 και με αυξ. αριθμ. Κατάθεσης 33/2009 αγωγή τους, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 19-10-2009 και μετά από νόμιμη αναβολή αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά τη συζήτηση της οποίας οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους τις οποίες ανέπτυξαν και προφορικά.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΟΝΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 17 του ΚΠολΔ, η εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατταλαμβάνει και τις διαφορές μεταξύ διαχειριστών και οροφοκτητών από τη λειτουργία της οροφοκτησίας (ΕΑ 1248811987, ΕΔΠ 1988/1975, ΜΠΑ 4970/1976 ΝοΒ 25/94, Βασ. Βαθρακοκοίλη Ερμηνευτική νομολογιακή ανάλυση ΚΠολΔ, έκδ. 1996, άρθ. 17, σελ. 198). Σ'tι διαφορές δε της ανωτέρω διάταξης περιλαμβάνεται αναμφίβολα και αξίωση του διαχειριστή κατά ιδιοκτήτη ορόφου ή διαμερίσματος προς καταβολή της αναλογίας του για τις δαπάνες κοινοχρήστων (ΑΠ1557/81 ΝοΒ 30/61, ΕΑ 10774/87 ΕΔΠ 1987/274, ΕΑ 4789/86 ΕΔΠ 1987/26, ΕΑ8429/85 ΕΔΠ 1986/105, ΕΑ 528/79 ΝοΒ 27/1315, ΕΑ 1642/76 ΝοΒ 24/903, ΕΑ438/70 ΝοΒ 18/841, ΜΠΟεσ 1024/78 Αρμ 321736, ΜΠΑ 100/77 ΕΔΠ 1977/203,ΜΠΑ 190/77 ΕΔΠ 1977/207, ΜΠΑ 296/77 ΕΔΠ 1977/264, ΜΠΑ 765/77 ΕΔΠ1977/268, ΕιρΚαβ 72/75 Αρμ 32/733, ΕιρΠατρ 36/75 ΕΔΠ 1975/241, ΑΠ 1557/81ΕΔΠ 1981/270, ΑρχΝ 32/555 για κατανομή δαπανών Θέρμανσης και Βασ.Βαβρακοκοίλη Ερμηνευτική νομολογιακή ανάλυση ΚΠολΔ, έκδ. 1996, άρθ. 17, σελ.200). Περαιτέρω δε κατά τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλην ή κατά τόπο αρμόδιο, αποφαίνεται γι αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση.
Στην κρινομένη αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι νόμιμα εκλεγμένοι διαχειριστές της αναφερόμενης στην αγωγή πολυκατοικίας. "Οτι ο εναγόμενος, ιδιοκτήτης οριζοντίου ιδιοκτησίας στην ίδια οικοδομή, αρνείται να καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του έτους 2007 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2009, τα αναφερόμενα στην αγωγή κατά μήνα χρηματικά ποσά κοινοχρήστων δαπανών, που αφορούν την συμμετοχή της ιδιοκτησίας του στις κοινόχρηστες δαπάνες της πολυκατοικίας και συνολικά το ποσό των 580,62 ευρώ, για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παρά τις προφορικές οχλήσεις τους, αλλά και την κοινοποιηθ€ίσα σ' αυτόν, από 2-12-2008, έγγραφη εξώδικη όχληση τους. Ζητούν δε, για την ανωτέρω αιτία και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 580,62 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την 3-12-2008, ήτοι από την ημερομηνία επίδοσης της εξώδικης όχλησης των, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην δικαστική τους δαπάνη.

….. ΚΥΡΉΣΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΌΝ ΑΝΑΡΜΌΔΙΟ…………

+++++++++++++++++++
ΑΠΟΦΑΣΗ 137 /2013
Αριθμός κατάθεσης κλήσης 1139/145/24-5-2012
Αριθμός καταθέσεως αγωγής στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης 33/9-4-2009
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΙ ΣΟΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΟΗΚΕ από την Δικαστή Παναγιώτα Συριοπούλου,
Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Παρασκευή Κυριακού.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στην Κατερίνη, την 4 Απριλίου 2013 για να δικάσει τις με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1139/145/24-5-2012 και 33/9-4-2009 (στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης) κλήση και αγωγή αντίστοιχα, με αντικείμενο καταβολή κοινοχρήστων δαπανών, μεταξύ :
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ...., ως διαχειριστών της ενταύθα και επί της οδού Δοϊράνης 2 οικοδομής, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου ...., που κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ...., κατοίκου Κατερίνης, οδός Δοϊράνης 2, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου .. που κατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 17-3-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κατερίνης 33/9-4-2009 αγωγή τους, η οποία συζητήθηκε στο ως άνω Δικαστήριο την 23-11-2009, εκδοθείσης της υπ' αριθμόν 41/2009 απόφασής του, δυνάμει της οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο. "Ηδη με την από 30-4-2012 κλήση των καλούντων  εναγόντων φέρεται η ως άνω αγωγή προς συζήτηση, η οποία είχε ορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 4-10-2012 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ δημόσια συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και τις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται η με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κατερίνης 33/9-4-2009 αγωγή των καλούντων - εναγόντων με τη υπ' αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου 1139/145/24-5-2012 κλήση τους προς συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο, στο οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί με την 41/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης (Εδικές Διατάξεις Μικροδιαφορών), για το λόγο ότι αυτό δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κήρυξε εαυτό αναρμόδιο προς εκδίκασή της, καθόσον η ως άνω απόφαση είναι ανέκκλητη (άρθρο 512 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118αρ.4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το Δικαστήριο και αυτεπάγγελτα (ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41.1301). Ο ενάγων ειδικότερα, όπως από τις παράπάνω διατάξεις προκύπτει, οφείλει να επικαλεστεί στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που Θεμελιώνουν κατά το νόμο το αγωγικό αίτημα και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, για να μπορεί ο εναγόμενος ν' αντιτάξει την άμυνά του με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντα, το δε Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις. Η αοριστία αυτή του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευτεί με τις έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος, ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1635/2008 ΔΕΕ 2009.46, Ε0 383/2009 ΕΦΑΔ 2009.1088). Ποια είναι ακριβώς τα γεγονότα, που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής και που η ελλιπής αναφορά τους οδηγεί σε απόρριψή της ως αόριστης, εξαρτάται από το περιεχόμενο του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έννομη συνέπεια του οποίου αποτελεί το προβαλλόμενο αίτημα. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, αγωγή ενός συγκυρίου ή του διαχειριστή πολυκατοικίας, υπαγομένης στο καθεστώς του Ν. 3741/1929, κατά συνιδιοκτήτο αυτής,προς καταβολή των κοινών δαπανών που βαρύνουν τη χωριστή ιδιοκτησία του πρέπει να μνημονεύονται σ' αυτή: 1) η πράξη συστάσεως της οροφοκτησίας, ο κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής (εάν υπάρχει) και η μεταγραφή αυτών, 2) ότι ο ενάγων είναι συνιδιοκτήτης ή διαχειριστής της οικοδομής, κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού 3) ο τίτλος κτήσης της κυριότητας του εναγομένου επί της χωριστής ιδιοκτησίας του στην οικοδομή και η μεταγραφή του, 4) οι δαπάνες κατ' είδος και ποσό μηνιαίως κατά κατηγορίες και 5) τα ποσοστά συμμετοχής της ιδιοκτησίας του εναγομένου σε κάθε κατηγορία των δαπανών αυτών και τα ποσά που αναλογούν απ' αυτές κατά μήνα, έτσι ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό του αιτήματος (ΕφΠατρ 172/2006 ΑΧΑΝΟΜ 2007.669).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1,2,4,5,13 και 14 του ν.3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους», η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, 2 του ν.δ.1024/1971, 480Α του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν.2207/1994 και του ν.1562/1985, προκύπτει ότι για να παρασχεθεί δικαστική προστασία στις σχέσεις μεταξύ των οροφοκτητών ή μεταξύ αυτών και του διαχειριστή, από τη σχέση τους της οροφοκτησίας, απαιτείται να έχει συσταθεί επί του οικοδομήματος χωριστή κατ' ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων ιδιοκτησία, κατά νόμιμο τρόπο, δηλαδή είτε: α) με μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία του (μοναδικού) κυρίου του ακινήτου, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί, β) με σύμβαση του (μοναδικού) κυρίου του ακινήτου με τρίτο ή τρίτους, στην οποία σύμβαση περιέχονται δύο δικαιοπραξίες, η μονομερής δικαιοπραξία του κυρίου με την οποία δημιουργείται η οροφοκτησία και η σύμβαση μεταβίβασης στους τρίτους χωριστών ιδιοκτησιών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί τόσο ως σύσταση σχέσης οριζόντιας ιδιοκτησίας, όσο και ως σύμβαση μεταβίβασης της επιμέρους οριζόντιας ιδιοκτησίας στις μερίδες όλων των μερών, γ) με σύμβαση των συγκυρίων του ακινήτου μεταξύ τους, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί, δ) με διάταξη τελευταίας βούλησης του (μοναδικού) κυρίου του ακινήτου, οπότε με τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ή του κληρονόμητηρίου, θεωρείται ότι η οροφοκτησία υπάρχει από το θάνατο του κληρονομουμένου και ε) με δικαστική απόφαση, που μπορεί να εκδοθεί είτε σε δίκη διανομής του κοινού ακινήτου είτε μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων, που εκπροσωπούν το 65°/ο τουλάχιστον του οικοπέδου, (βλ. Ι. Κατρά, Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησίας, έκδ. 2001, σελ. 716, 734 επ., Μ. Καλλιμόπουλο, ΕρμΑΚ, άρθρα 1002 και 1117, Ι. Σπυριδάκη, Δίκαιο οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, 1996, σελ.98, ΕΟ 3125/2000 αδημ. Σε νομικά περιοδικά, ΕΑ 11653/1995 ΕΔΠ1996.72). Πρέπει, λοιπόν, μεταξύ των άλλων απαραίτητων στοιχείων που απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής ιδιοκτήτη ορόφου ή διαμερίσματος κατά άλλου οροφοκτήτη ή ιδιοκτήτη διαμερίσματος πολυκατοικίας υπαγόμενης στο καθεστώς του ν.3741/1929 ή κατά διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, για διαφορά που απορρέει από τη σχέση της οροφοκτησίας, να εκτίθενται σ' αυτήν και αν στην κοινή οικοδομή έχει συσταθεί χωριστή κατ' ορόφους ιδιοκτησία, η πράξη σύστασης της οροφοκτησίας και η νόμιμη μεταγραφή της (ώστε η οικοδομή να υπάγεται στην έννομη σχέση της οροφοκτησίας) και η ύπαρξη ή μη κανονισμού ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής περιβληθέντος τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή αυτού (ΑΠ 791/2009 ΕΠΟΛΔ 2010.454). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την κρινομένη αγωγή τους εκθέτουν ότι τυγχάνουν νόμιμα εκλεγμένοι διαχειριστές της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού Δοϊράνης 2 στην Κατερίνη και ότι ο εναγόμενος τυγχάνει αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος της αναφερόμενης στην αγωγή τους ξεχωριστής διηρημένης ιδιοκτησίας, η οποία βρίσκεται στην ίδια με τις ως άνω διηρημένες ιδιοκτησίες τους πολυώροφη οικοδομή. Περαιτέρω εκθέτουν ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τις αναλογούσες στην ως άνω χωριστή διηρημένη ιδιοκτησία του και αναφερόμενες στην κρινομένη αγωγή τους κοινόχρηστες δαπάνες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το αναφερόμενο στην αγωγή τους χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2007 έως και το Φεβρουάριο του 2009 για την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της πολυωρόφου αυτής οικοδομής στην οποία η ως άνω ξεχωριστή διηρημένη ιδιοκτησία του εναγομένου βρίσκεται, συνολικού ποσού 580,62 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να ως καταβάλει για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 580,62 ευ ω με το νόμιμο τόκο από την όχλησή του την 3-12-2008 με την επίδοση της από 2 12-2008 εξώδικης πρόσκλησης - διαμαρτυρίας για την καταβολή του ποσού για την παραπάνω αιτία, άλλως από της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά ζητούν την καταβολή του παραπάνω ποσού κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και με τους ίδιους κατά τα λοιπά όρους. Ζητούν, ακόμη, οι ενάγοντες να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά τους έξοδα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των άρθρων 647 επ. του Κ.Πολ.Δ. ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 αρ. 2 και 22 του Κ.Πολ.Δ., ωστόσο κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση, δεν αναγράφονται στο δικόγραφό της η πράξη σύστασης οροφοκτησίας και η μεταγραφή αυτής, εάν υπάρχει ο κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής και η μεταγραφή του, ο τίτλος κτήσης της κυριότητας του εναγομένου επί της χωριστής ιδιοκτησίας του στην οικοδομή και η μεταγραφή του, οι δαπάνες κατ' είδος και ποσό μηνιαίως κατά κατηγορίες και τα ποσοστά συμμετοχής της ιδιοκτησίας του εναγομένου σε κάθε κατηγορία των δαπανών αυτών και τα ποσά που αναλογούν απ' αυτές κατά μήνα, έτσι ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό του αιτήματος, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί και το Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, ενώ χωρίς την επίκληση και την αντίστοιχη προσκόμιση του συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορούν να αποδειχθούν και τα περαιτέρω επικαλούμενα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά, ήτοι διαιρετοί χώροι και επιφάνεια αυτών. Οι ενάγοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου λόγω της ήττας τους (άρθρο 176 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΊΘΗΚΕ ΔΗΟΣΙΕΥΘΗΚΕ…….

+++++++++++++++
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)
118/2006 ΜΠΡ ΡΟΔ ( 475550)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αγωγή διαχειριστή πολυκατοικίας προς καταβολή κοινοχρήστων δαπανών. Στοιχεία της αγωγής. Αόριστη η αγωγή χωρίς μνεία μεταγραφής της επικαλούμενης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας μετά του κανονισμού πολυκατοικίας και του τίτλου κτήσης κυριότητας του εναγομένου, για να μπορεί έτσι να διαγνωσθεί αν ο εναγόμενος έχει προσχωρήσει σε κανονισμό που δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες.
Αριθμός Απόφασης 118/2006
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ουρανία Καραντζίκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών και από την Γραμματέα Ιωάννα Διμέλλη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18.9.2006, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγουσας: Α. συζ. Μ.Χ., κατοίκου Ρόδου, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Γιασεμώ Καραγιάννη.
Του εναγομένου: Ν.Γ., κατοίκου Ρόδου, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10.3.2006 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό 113/2006 προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 5.6.2002 κατά την οποία αναβλήθηκε για την παραπάνω δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η πληρεξούσια δικηγόρος της ενάγουσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ` αριθ. 9644Β/24.5.-2006 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Σ.Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αγωγής, με πράξη κατάθεσης και ορισμό δικασίμου καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 5.6.2006, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εναγόμενο. Κατά η δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε μετά από αίτηση του εναγομένου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, συνεπώς δεν απαιτείτο κλήτευση αυτού στην μετ` αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου και πρέπει να δικασθεί ερήμην. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 649 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 5 εδ. β` και 13 του ν. 3741/1929 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες πολυώροφης οικοδομής μπορούν, με ιδιαίτερη κοινή συμφωνία όλων, για την έγκυρη κατάρτιση της οποίας απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί, να κανονίσουν τη συμμετοχή καθενός στα κοινά βάρη της πολυκατοικίας. Η κατανομή εξάλλου των δαπανών αυτών, μπορεί να γίνει και με την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, νόμιμα μεταγεγραμμένης, που γίνεται από τον ή τους ιδιοκτήτες του οικοπέδου, επί του οποίου η οικοδομή, με βάση συνήθως προσαρτώμενο σ` αυτήν πίνακα (συντεταγμένο από πρόσωπο με ειδικές τεχνικές γνώσεις), στην οποία προσχωρούν με το σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοράς διαμερίσματος, οι μετέπειτα ιδιοκτήτες διαμερισμάτων ή ορόφων. Η κατ` αυτόν τον τρόπο και με τις προαναφερθείσες διατυπώσεις κατανομή των κοινοχρήστων δαπανών είναι νόμιμη και υποχρεωτική για τους συνιδιοκτήτες (ΕΑ 5912/2005, ΕΔΠολ 2005.87, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία). Επισημαίνεται ότι ο πίνακας κατανομής δαπανών είναι δεσμευτικός όταν ενσωματώνεται στην οικεία πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και τον κανονισμό, άλλως εφόσον εγκριθεί από τους συνιδιοκτήτες και η περί εγκρίσεως δήλωση τους υποβληθεί σε συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφεί (ΕφΑθ 2289/2004, ΕΔΠολ 2005.229). Ελλείψει δε παντός κανονισμού κατά τα ανωτέρω, καθένας συνιδιοκτήτης βαρύνεται με τόσο μέρος των κοινών βαρών, όσο αναλογεί στην αξία του ορόφου ή του διαμερίσματός του, η οποία προσδιορίζεται με το μέτρο της ωφέλειας καθενός από αυτά (ορόφου ή διαμερίσματος) από την χρήση των κοινών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 του προαναφερθέντος νόμου (ΕφΑθ 4632/2004, ΕΔΠολ 2004.322, όπου περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία). Εξάλλου, για να είναι ορισμένη κατ` άρθρο 216 ΚΠολΔ αγωγή του διαχειριστή πολυκατοικίας, υπαγόμενης στο καθεστώς του ν. 3741/1929, κατά συνιδιοκτήτη αυτής, προς καταβολή των κοινών δαπανών που βαρύνουν την χωριστή ιδιοκτησία του, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της, η ιδιότητα του ενάγοντος ως διαχειριστή και τα απαραίτητα για τη νομιμοποίηση του στοιχεία και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων είναι διαχειριστής της οικοδομής κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού (ΑΠ 989/2002, ΕλλΔνη 44.1347, ΑΠ 853/2001, ΕλλΔνη 43.759), επιπλέον δε η ύπαρξη συμφωνίας ή κανονισμού συμβολαιογραφικώς συντεταγμένου και νομίμως μεταγραμμένου, ο τίτλος κτήσης της κυριότητας του εναγομένου επί της χωριστής ιδιοκτησίας του στην οικοδομή και η μεταγραφή αυτού, και τέλος ο προσδιορισμός των δαπανών κατ` είδος και ποσό μηνιαίως κατά κατηγορία και το ποσοστό συμμετοχής της ιδιοκτησίας του εναγομένου σε κάθε κατηγορία των δαπανών αυτών και τα ποσά που αναλογούν απ` αυτές κατά μήνα, έτσι ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό του αιτήματος (ΑΠ 377/2003, ΕλλΔνη 2003.781, ΑΠ 1489/1999, ΕλλΔνη 41.127, ΕφΑθ 5471/2005, ΕλλΔνη 2006.934, ΕφΑθ 8483/2005, ΕΔΠολ 2005.281, ΕφΑθ 2289/2004, ΕΔΠολ. 2005.229).
Η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της ισχυρίζεται ότι είναι διαχειρίστρια της περιγραφόμενης στην αγωγή πολυώροφης οικοδομής, η οποία διέπεται από την υπ` αριθ. 50714/1.5.1976 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμό πολυκατοικίας του πρώην συμβ/φου Ρόδου Χ.Γ., εκλεγείσα νομίμως με απόφαση της γενικής συνέλευσης, με θητεία αρχικά ενός έτους κατά τον κανονισμό, η οποία παρατάθηκε με μεταγενέστερη ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης, ότι ο εναγόμενος είναι κύριος του αναφερόμενου στην αγωγή διαμερίσματος, με το προβλεπόμενο στον κανονισμό ποσοστό που αναγράφεται στην αγωγή. Οτι το διαμέρισμα του εναγομένου με βάση το ποσοστό αυτό επιβαρύνεται με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τον Φεβρουάριο του έτους 2003 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2006 και αναφέρονται αναλυτικά κατά κατηγορία, ποσό και είδος, με το συνολικό ποσό των χιλίων διακοσίων τριάντα τριών ευρώ και ενενήντα λεπτών (1233,90). Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει υπό την άνω ιδιότητά της, το προαναφερόμενο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 17 αρ. 2 και 29, 647 επ. ΚΠολΔ). Διαλαμβάνοντας όμως τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού ουδεμία μνεία γίνεται στο δικόγραφο περί μεταγραφής στα κτηματολογικά βιβλία της επικαλούμενης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας μετά του κανονισμού της πολυκατοικίας, επί του οποίου ερείδεται το κύριο αίτημα της αγωγής, ούτε εξειδικεύεται, όπως απαιτείται, ο τίτλος κτήσης κυριότητας του εναγομένου επί της συγκεκριμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Λόγω δε των ελλείψεων αυτών, εκ την οποίων η πρώτη είχε ήδη επισημανθεί με την υπ` αριθ. 76/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, είναι αδύνατη η περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης, καθώς δεν μπορεί να διαγνωσθεί αν ο επικαλούμενος κανονισμός, βάσει του οποίου ζητείται το οφειλόμενο ποσό έχει καταρτισθεί νομότυπα και ως εκ τούτου αν είναι δεσμευτικός και υποχρεωτικός για τους συνιδιοκτήτες και εάν ο εναγόμενος έχει προσχωρήσει στον εν λόγω κανονισμό με την αγορά της συγκεκριμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, να απορριφθεί ως απαράδεκτη ένεκα της αοριστίας της. Τέλος, παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην του εναγομένου.
Απορρίπτει την αγωγή.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Ρόδο, στις 30 Νοεμβρίου 2006.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ε.Φ.


++++++++++++++++++++++++++++++++


Μέγεθος Γραμμάτων           
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)
18/1995 ΕΦΑΘ (157662)
ΕΔΠΟΛΥΚ/1995 (67) Πολυκατοικία. Διαφορές συνιδιοκτητών. Αγωγή κατά συνιδιοκτήτη για την καταβολή των κοινοχρήστων δαπανών που αντιστοιχούν στο διαμέρισμά του. Αόριστη η αγωγή όταν δεν προσδιορίζονται κατά μήνα, είδος και ποσό οι δαπάνες καθώς και το ποσοστό συμμετοχής του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Αυτεπάγγελτη εξέταση της αοριστίας. Συμπλήρωση με τις προτάσεις ή με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα, δεν εννοείται.
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 18/1995
Πρόεδρος: Εμμανουήλ Αντωνίου. Εισηγητής: Κων/νος ΚΟΥΚΛΗΣ, Εφέτης. Δικηγόροι: Αντ. Αναγνωστόπουλος, Παν. Πέππας.
Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, εκτός των άλλων, να περιέχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, εάν δε τα γεγονότα που την θεμελιώνουν εκτίθενται αόριστα και κατά τρόπο ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, τότε επέρχεται ακυρότητα του δικογράφου λόγω αοριστίας.
Ειδικότερα η αγωγή των συνιδιοκτητών πολυκατοικίας κατά οροφοκτήτη για την καταβολή κοινοχρήστων δαπανών είναι αόριστη όταν σε αυτή δεν προσδιορίζεται η λεπτομερής δαπάνη της πολυκατοικίας κατά μήνα, κατ` είδος και ποσό, καθώς και το ποσοστό συμμετοχής της συγκεκριμένης οριζόντιας ιδοκτησίας στις συγκεκριμένες δαπάνες (ΑΠ 646/1980 ΕΔΠ 1981, 101, ΕΑ 9684/1986 ΕΔΠ 1986, 264, ΕΑ 10603/1986 ΕΔΠ 1986, 270, ΕΑ 6448/1986 ΕΔΠ 1987, 27).
Τότε μόνο μπορεί να αμυνθεί ο εναγόμενος και να εκτιμήσει το δικαστήριο εάν είναι ορισμένο ή αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, δηλαδή όταν αυτό περιέχει τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν (ΕΑ 563/1986 ΕΔΠ 1987, 92).
Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και δεν θεραπεύεται ούτε με τη συμπλήρωση της με τις προτάσεις, ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα (κανονισμό κ.λπ.) (ΑΠ 646/1980 ανωτ.), ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΕΑ 564/1986 ΕΔΠ 1986, 110, ΕΑ 1521/1986 ΕΔΠ 1986, 117).
Oταν, λοιπόν, ο εκπροσωπών την πολυκατοικία αναφέρει στην αγωγή του ότι ο εναγόμενος οροφοκτήτης οφείλει στη διαχείριση της πολυκατοικίας για κάποια συγκεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία κάποιο συγκεκριμένο ποσό για κοινόχρηστες δαπάνες ορισμένου μήνα, που αναλογούν σε αυτή την οριζόντια ιδιοκτησία, χωρίς να αναλύει περαιτέρω τις δαπάνες αυτές κατ` είδος (π.χ. δαπάνες θερμάνσεως, ύδατος, ρεύματος, ανελκυστήρος κ.λπ.) και χωρίς να αναφέρει τις πραγματοποιηθείσες συνολικά για όλη την πολυκατοικία κατά μήνα δαπάνες και το ποσοστό συμμετοχής της συγκεκριμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας στις δαπάνες αυτές, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο.
Η ενάγουσα ένωση προσώπων, εκθέτει στην αγωγή της ότι η εναγομένη είναι κυρία αυτοτελούς και οριζόντιας ιδιοκτησίας, κειμένης στην περιγραφόμενη πολυόροφη οικοδομή, η οποία διέπεται από την καθοριζόμενη πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμό πολυκατοικίας, που έχουν νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου και ότι αυτή (εναγομένη) δεν κατέβαλε, κατά το χρονικό διάστημα από Μάϊο 1993 έως και Σεπτέμβριο 1993, την αναλογούσα εις την εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία της, μερίδα της επί των δαπανηθέντων για συντήρηση και λειτουργία των κοινών μερών και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας αυτής, σύμφωνα και με τον κανονισμό της, οφείλουσα από την αιτία αυτή, τα εις αυτήν διαλαμβανόμενα ποσά, συνολικούς ύψους, με την δαπάνη συμμετοχής της στην α` δόση έκτακτης εισφοράς ακινήτων, μικροεπισκευών και ασφαλίσεως των κοινοχρήστων χώρων του πολυορόφου κτιρίου, όπου κείται η ιδιοκτησία αυτής (εναγομένης), για τα έτη 1992 και 1993, 221.012 δρχ., του οποίου ποσού επιδιώκεται η καταβολή.
Εις την εν λόγω αγωγή εκτίθεται ότι η συμμετοχή της εναγομένης για την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία της ανέρχεται εις ποσοστόν 10% για τη δαπάνη κοινοχρήστων, εις ποσοστόν 12% για τις δαπάνες συντηρήσεως ανελκυστήρος και εις ποσοστόν 11% για τις δαπάνες θερμάνσεως.
Ακολούθως αναφέρονται οι καθ` έκαστον μήνα δαπάνες κοινοχρήστων γενικώς και η καθ` έκαστον μήνα επιβάρυνση της εναγομένης χωριστά για δαπάνες κοινοχρήστων, ανελκυστήρος και θερμάνσεως, οι οποίες αθροιζόμενες - μαζί με το υπ` αυτής φερόμενο ως οφειλόμενο ποσό της έκτακτης εισφοράς και των μικροεπισκευών και της ασφαλίσεως των κοινοχρήστων - ανέρχονται εις το προδιαληφθέν ποσό των 221.012 δρχ.
Η κατ` αυτόν όμως τον τρόπο παράθεση των κατά μήνα κοινοχρήστων γενικώς δαπανών της πολυόροφης οικοδομής, χωρίς τον προσδιορισμό της καθ` έκαστον μήνα λεπτομερούς δαπάνης για καθαριότητα, φωτισμό, ύδρευση, ανελκυστήρα, συντήρηση κοινοχρήστων χώρων, καλοριφέρ και θέρμανση, ώστε, επί τη βάσει της παραπάνω συμμετοχής της εναγομένης κατά ποσοστόν 10% για τις κοινές δαπάνες, 12% για τις δαπάνες ανελκυστήρος και 11% για τις δαπάνες θερμάνσεως (οι οποίες επί μέρους δαπάνες δεν προσδιορίζονται, όπως προαναφέρθηκε, ούτε και συνολικώς κατά μήνα), να προκύψει το πράγματι υπ` αυτής κατά μήνα οφειλόμενο για κάθε δαπάνη ποσό (ΑΠ 646/1980 ανωτ.), καθιστά την αγωγή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, την δε άμυνα της εναγομένης πολύ δυσχερή.

Ομοίως η αγωγή είναι αόριστη και κατά το αιτούμενο ποσό μων 880.733 δρχ., που αφορά την συμμετοχή της εναγομένης στην α` δόση έκτακτης εισφοράς ακινήτων, στις δαπάνες μικροεπισκευών και στα έξοδα ασφαλίσεως του κτιρίου για τα έτη 1992 και 1993, αφού δεν αναφέρεται το ποσοστό συμμετοχής αυτής εις τις εν λόγω δαπάνες για να κριθεί αν το υπ` αυτής φερόμενο ως οφειλόμενο ποσό, βάσει του ποσοστού συμμετοχής της, είναι το πράγματι οφειλόμενο επί του συνολικού ποσού που κατά κατηγορία αναγράφεται στην αγωγή.
Η εκκαλουμένη απόφαση που κατ` αποδοχήν σχετικής ενστάσεως της εναγομένης που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προτείνεται καταχρηστικά, αλλά και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα έκρινε την αγωγή αόριστη και εντεύθεν απέρριψε αυτήν, ορθώς το νόμον ερμήνευσε και εφήρμοσε, γι` αυτό η έφεση με την οποία επιδιώκεται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης προς τον σκοπό παραδοχής της αγωγής ως νόμω και ουσία βάσιμης, πρέπει να απορριφθεί.
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσία, πρέπει να συμψηφισθούν, για εύλογη αμφιβολία της εκκαλούσης ως προς την έκβαση της δίκης (άρθ. 179 και 183 ΚΠολΔ).
Ν.Σ.

+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++



Μέγεθος Γραμμάτων           
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)
5412/1994 ΜΠΡ ΑΘ (174969)
ΑΡΧΝ/1997 (101) Οροφοκτησία. Αγωγή καταβολής κοινοχρήστων δαπανών. Ενσταση αοριστίας, ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως και βίαιης διακοπής της δίκης λόγω αντικαταστάσεως του διαχειριστή και ακυρότητας εκλογής διαχειριστή και παραγραφής της άνω αξιώσεως καταβολής κοινοχρήστων. Απόρριψη της άνω ενστάσεως. Εκταση του δεδικασμένου σχετικά με την κατανομή των δαπανών κεντρικής θερμάνσεως με πίνακα μηχανικού.
ΜΟΝ. ΠΡΩΤ. ΑΘΗΝΩΝ 5412/1994
Δικαστής: Μαρία Φιλακουρίδου, Πρωτοδίκης Δικηγόροι: Κων. Μαρκάκης, Βάϊος Τσιάρας Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Β.Ε. και Σία ΟΕ" ως συνιδιοκτήτρια και νόμιμη διαχειρίστρια της αναφερομένης στην υπό δίκην αγωγή, πολυόροφης οικοδομής και ήδη μετά την άσκηση της αγωγής η στην θέση της πιό πάνω διαχειρίστριας, διορισθείσα από την Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών, Μ.Ζ., διώκει την σε ολόκληρο καταψήφιση των εναγομένων, συγκυριών διαμερισμάτων στην καταβολή ποσού 1 24.704 δρχ., για την αναλογούσα σ` αυτούς δαπάνη κεντρικής θερμάνσεως των ετών 1988 έως 1993, σύμφωνα με τα όσα αναλυτικώς στο αγωγικό δικόγραφο παρατίθενται, ως προς το κατά μήνα οφειλόμενο ποσό και το ποσοστό συμμετοχής των εναγομένων στο συνολικό ποσό, κατόπιν εκθέσεως του διέποντος την πολυκατοικία, ως προς το σκέλος των προειπομένων κοινοχρήστων δαπανών, καθεστώτος οριζόντιας ιδιοκτησίας, δηλονότι της υπ` αρ. 5507/75 οικείας συστατικής πράξεως και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθήνας Ε.Κ., νομίμως μεταγραφείσης καθώς και της από 27-11-1982 αποφάσεως της Γ.Σ των συνιδιοκτητών. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα διαχειρίστρια, ζητεί την καταβολή του προαναφερομένου ποσού νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή. Η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καθύλη και κατά τόπο αρμοδίου (ΚΠολΔ 17 παρ. 2 29), κατά την ειδική διαδικασία των ΚΠολΔ 647 επ.. Αναφορικά με τους περί απαραδέκτου της αγωγής ισχυρισμούς των εναγομένων οι οποίοι συγκρατούν ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, σε σχέση με την συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων και της προδικασίας της δίκης, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: 1) Η αγωγή σύμφωνα με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα παρίσταται ορισμένη, έχουσα την κατά νόμο πληρότητα και επάρκεια του "τυπικού" της περιεχομένου, (ΚΠολΔ ΙΙΙ παρ. 2 1 18 αρ. 4, 216 παρ. Ι, 159 αρ 2), ώστε καθίσταται σαφής, η ακριβής υπαγωγική δραστηριότητα που απαιτείται να καταβληθεί από μέρους του Δικαστηρίου και η περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου αιτίαση να τυγχάνει αβάσιμη, 2) Οι εναγόμενοι ουδόλως επικαλούνται διάταξη νόμου ή του διέποντος την συγκεκριμένη οροφοκτησία κανονισμού, η οποία να απαγορεύει την μετά την λήξη της θητείας της νομίμως διορισθείσης διαχειρίστριας ομόρρυθμης εταιρίας και σε περίπτωση μη έγκαιρης εκλογής από την Γ.Σ. νέου διαχειριστή, άσκηση των εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων της (ως άνω διαχειρίστριας) ενεργειών, όπως είναι και η έγερση της ένδικης αγωγής (πρβλ. ΕΑ 6838/91 Δνη 35.1501) ή έστω να καθορίζει την διοίκηση της πολυκατοικίας κατά διαφορετικό τρόπο (π.χ. με την λειτουργία ιδιαίτερου οργάνου ή την προσφυγή σε δικαστική λύση). Επομένως ο περί ελλείψεως διαχειριστικής εκπροσωπήσεως και συνακόλουθα ανυπαρξίας ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, διαχειρίστριας ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Β.Ε. και Σία Ο.Ε.", ισχυρισμός των εναγομένων είναι αβάσιμος.
Κατά το μέρος δε, που ο πιό πάνω ισχυρισμός αρνείται την ατομική άσκηση της αγωγής από μέρους της προαναφερομένης ομόρρυθμης εταιρίας ως συνιδιοκτήτριας, παρ` ότι ευρίσκει στήριγμα στο νόμο, δεδομένης της μη επικλήσεως με την αγωγή γεγονότων θεμελιωτικών σχέσεως διοικήσεως αλλατρίων και καταβολής από την συνιδιοκτήτρια ομόρρυθμη εταιρία, της αναλογούσης στα διαμερίσματα των εναγομένων δαπάνης θερμάνσεως (ΑΚ 730 παρ. 2, ΕΘ 693/93 Δνη 34.507), αλυσιτελώς προβάλλεται, μετά την στη θέση της, ως διαχειρίστριας, υπεισέλευση άλλου προσώπου (της ΜΖ). Η τελευταία, διορισθείσα από την Γ.Σ. μετά την λήξη της θητείας της προηγούμενης διαχειρίστριας, ως αντικαταστάτρια εκείνης, νομοτύπως συνεχίζει στο πρόσωπό της (υπό την προδιαληφθείσα και μόνο ιδιότητα), την δίκη, με την ιδιότητα της εντολοδόχου και εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας (άρθρ. 4 ν. 3741/1929,54 ΕισΝΑΚ), την αρχική εκπροσώπηση των οποίων είχε η προηγούμενη διαχειρίστρια ομόρρυθμη εταιρία (ΚΠολΔ 62εδ β, 64 παρ. 3) και δεν επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης (ΑΠ 775/79 ΝοΒ 28.59, ΕΑ 7656/92 Δνη 34.1649) 3) Τέλος η ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγομένων, κατά το σκέλος της, με το οποίο μέμφεται την διαδικασία εκλογής της αρχικής διαχειρίστριας ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Β.Ε. και Σία Ο.Ε.", από την Γ.Σ. των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, συνεπεία ακυροτήτων που εμφιλοχώρησαν στις από τον κανονισμό της πολυκατοικίας προβλεπόμενες διαδικαστικές διατυπώσεις, τυγχάνει αβάσιμη, εφόσον οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται την ανατροπή της σχετικής αποφάσεως της Γ.Σ., κατόπιν αγωγής ακυρώσεως, εγειρομένης εντός αποσβεστικής προθεσμίας (6) μηνών από της λήψεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ` ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 101 (ΑΠ 415/92 Δνη 33.1473, ΕΑ 6636/92 Δνη 34.1506), με δικαστική απόφαση, η οποία θα διαγιγνώσκει και θα πραγματώνει το δικαίωμα διαπλάσεως, απαγγέλοντας την νομική μεταβολή στην οποία αυτό κατευθύνεται. Μετά την απόρριψη των προαναφερομένων ενστάσεων των εναγομένων, σύμφωνα με την επ` αυτών δικονομική αξιολόγηση που προηγήθηκε, η κρισιολογούμενη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ. Ι, 4 παρ. 1, 5του ν. 3741/1929, 1002, 11 17, 293 παρ. 2, 346 ΑΚ και 907, 908 παρ. 1, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρεκτός του αιτήματος της εις ολόκληρον καταδίκης των εναγομένων συνιδιοκτητών, εφ` όσον κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η εριζόμενη πολυπρόσωπη ενοχική σχέση, που έχει ως αντικείμενο διαιρετή (χρηματική παροχή), ούτε από τον νόμο, ούτε από τη δικαιοπραξία δημιουργεί ενοχή εις ολόκληρον, (ΑΚ 480, 481), των εναγομένων μεταξύ τους τελούντων σε προαιρετική σχέση και αυτατέλεια, ως απλών ομοδίκων (ΚΠολΔ 74 αρ. 1). Πρέπει επομένως, η αγωγή να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφ` όσον έχει καταβληθεί το δικαστικό ένσημο που αναλογεί στο καταψηφιστικό της αίτημα με τα ανάλογα υπέρ τρίτων (ΤΝ και ΤΑΧΔΙΚ) ποσοστά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330, 331 και 554 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν το καταγόμενο σε δίκη ζήτημα απατελεί τη βάση της κριθείσης αξιώσεως και της ήδη κρινομένης, τότε η απόφαση του καθ` ύλην αρμοδίου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην προηγούμενη δίκη και έγινε τελεσίδικη, απατελεί, εφ` όσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, δεδικασμένο και για τη νέα δίκη, γιατί υπάρχει και στην περίπτωση αυτή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ταυτότης της διαφοράς, η οποία δεν αίρεται από το γεγονός ότι κατά τη δεύτερη δίκη ζητούμενο είναι διάφορο του αντικειμένου που ζητήθηκε κατά την προηγούμενη δίκη. Το δεδικασμένο όμως αυτό υπάρχει υπό τον αυτονόητο όρο ότι δεν μεσολάβησε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει το δίκαιο που κρίθηκε, ούτε των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την προϋπόθεση εφαρμογής ταυ δικαίου αυτού (ΑΠ 344/93 ΕΕΔ 53.341 (343)) και η ύπαρξή του αποκλείει την επανεξετασή του στη μεταγενέστερη δίκη, της έννομης σχέσεως επί της οποίος τούτο στηρίζεται, θεωρουμένης ως δεδομένης κατά την επόμενη δίκη και μη υποκειμένης σε αμφισβήτηση, ούτε με την προβολή ενστάσεων, οι οποίες, είτε πραταθείσες είχαν απορριφθεί, είτε μη πραταθείσες εκαλύφθησαν, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων επί αυτοτελούς δικαιώματος, το οποίο δύναται να ασκηθεί και με κύρια αγωγή (ΑΠ 837/84 Δνη 25.907).,
Από την ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως δίκης, την οποία εκτιμά το Δικαστήριο ανάλογα με την γνώση, την πηγή γνώσεως ή πληροφορήσεως καιτο βαθμό αξιοπιστίος, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικκλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χρήσιμα και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα όσα οι διάδικοι εκθέτουν και συνομολογούν (ΚΠολΔ 352 παρ. 1, 261 εδ β) και από την εν γένει διαδικασία, εππρεπομένης της λήψεως υπόψη και επώνυμων αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ως εκ της τηρουμένης ειδικής διαγνωστικής διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίος (ΚΠολΔ 650, 647 παρ. 2) προκύπτουν τα ακόλου8α ουσιώδη, για την συγκρότηση της ουσιαστικής αλήθειας επί της ένδικης διαφοράς, περιστατικά: Με την επικκλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ` αρ. 7934/87 απόφαση του Εφετείου Αθήνας που εκδόθηκε κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία τελεσιδίκως, εγένετο δεκτό, σε σχέση με την από 17-4-1985 προγενέστερη όμοια αγωγή, της νομίμως εκπροσωπουμένης και στη παρούσα δίκη, ενώσεως συνιδιοκτητών της κειμένης ενταύθα και επί της οδού Δωδώνης αρ. 33 πολυκατοικίας, δηλονάτιτης πολυόροφης οικοδομής περί της οποίας η προκειμένη δικαστική διένεξη ότι η πολυκατοικία αυτή διέπεται από τους επί μέρους όρους της με αρ. 5507/1975 πράξεως της συμβολαιογράφου Αθήνας Ε.Κ.Π., συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Οτι με το άρθρο 14 του κανονισμού ρυθμίζεται το ζήτημα της κατανομής της δαπάνης κεντρικής θερμάνσεως, προβλεπομένης (κατά το χρόνο καταρτίσεώς του) της διευθετήσεως της με την σύνταξη πίνακα από μηχανολόγο, με κριτήριο την επιφάνεια των θερμαντικών σωμότων εκάστης διηρημένης ιδιοικτησίας. Οτι με τον από Μαϊου 1978 ειδικό πίνακα κατανομής ποσοστών θερμάνσεως του μηχανολόγου μηχανικού Δ.Ε., ο οποίος (πίνακας), σύμφωνα με την ευθύς πιό πάνω καταστατική της οροφοκτησίας ρήτρα και την ενέχουσα αντικειμενικώς, συμπέρασμα νομικής παραδοχής ως άνω του Εφετείου Αθήνας, παραδοθείς στον διαχειριστή της πολυκατοικίας δεν χρήζει εγκρίσεως από τους ιδιοκτήτες με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφής. Οτι για τα διαμερίσματα υπό στοιχεία Β3 και Β4 της πολυκατοικίας, του πρώτου των οποίων αποκλειστικός κύριος τυγχάνει ο μη αποκτήσας τότε την ιδιότητα του διαδίκου, δεύτερος των ήδη εναγομένων Σ.Κ., καθ` όσον η προγενέστερη από 17-4-1985 αγωγή δεν απευθύνθηκε και κατ` αυτού, του δευτέρου (υπό στοιχεία Β4 διαμερίσματος) κατ` ισομοιρία συγκύριοι τυγχάνουν άπαντες των ήδη εναγομένων, ως ποσοστό στις δαπάνες λειτουργίας και συντηρήσεως της θερμάνσεως, ορίστηκαν 104 χιλιοστά, κατόπιν συνυπολογισμού της επιφανείας των θερμαντικών σωμάτων και των δύο διαμερισμάτων, συνενωθέντων από του χρόνου κτήσεώς τους (1976) σε ενιαίο χώρο.
Οτι κατά το έτος 1982 ο πρώτος και η τρίτη των τότε και ήδη εναγομένων παραβαίνοντες το άρθρο 14 του κανονισμού αφαίρεσαν τα θερμαντικά σώματα από τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες. Οτι η Γ.Σ. της πολυκατοικίας με την από 27-11-82 απόφασή της όρισε, αντί του ποσοστού των 104 χιλιοστών, να καταβάλουν οι πιό πάνω εναγόμενοι και ο συνιδιοκτήτης Σ.Κ. (ήδη δεύτερος εναγόμενος) κατά το 1/3 έκαστος, ποσοστό 62 χιλιοστών στην δαπάνη μόνο προμηθείας πετρελαίου, κατόπιν περιορισμού της εν λόγω συμμετοχής τους σε 60 εκατοστά, η οποία (συμμετοχή) παρέμεινε κατά τα λοιπά αμετάβλητη (ως προς τις δαπάνες επισκευής και συντηρήσεως της κεντρικής θερμάνσεως. Και ότι στη λήψη της πιό πάνω αποφάσεως της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών, της τροποποιητικής του περί ρυθμίσεως της κεντρικής θερμάνσεως σκέλους του κανονισμού της πολυκατοικίας (υπό το άρθρο 14), συγκατατέθηκαν οι πρώτος και τρίτη των τότε και ήδη εναγομένων. Υπό το πρίσμα των πιό πάνω ουσιαστικών παραδοχών, των ταυτιζομένων με την ιστορική βάση της προγενέστερης ως άνω αγωγής, αιτιωδώς συνάγεταιτο συμπέρασμα, ότι με βάση το άρθρο 14 της με αριθμό 5507/75 πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθήνας Β.Κ.-Π., τον από Μαϊου 1978 πίνακα αναλογισμού δαπανών θερμάνσεως του μηχανολόγου μηχανικού Δ.Ε. και την από 27-11-1982 απόφαση της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας η υπ` αρ. 7934/87 απόφαση του Εφετείου Αθήνας, αυθεντικά διέγνωσε την υποχρέωση των πρώτου και τρίτης των τάτε και ήδη εναγομένων συνιδιοκτητών, συμμετοχής των διηρημένων ιδιοκτησιών τους, στην δαπάνη προμηθείας καύσιμης ύλης,για την λειτουργία της κεντρικής θερμάνσεως της πολυκατοικίας και υποχρέωσε αυτούς στην, πλην των άλλων, περί των οποίων ουδόλως ενδιαφέρει, καταβολή της αναλογούσης κατά τα προειπωμένα, σύστοιχης δαπάνης, του χρονικού διαστήματος των μηνών Νοεμβρίου 1984 έως Μαρτίου 1984. Κατά συνέπεια υφισταμένης προς έρευνα και απόφανση με την υπό δίκην αγωγή, της ίδιας δικαιολογικής εννόμου σχέσεως, μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την ιδία δικονομική ιδιότητα παρισταμένων (ενάγουσας, πρώτου και τρίτης εναγομένων) , δεδομένης της ταυτότητας της ιστορικής και της νομικής αιτίας, της ενώπιον του Δικαστηρίου τιθεμένης ιδιωτικής διαφοράς προς την κριθείσα δια της προηγουμένης τελεσιδίκου αποφάσεως, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ισχύος δεδικασμένου ως προς την ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση των ως άνω εναγομένων συνιδιοκτητών, συμμετοχής των διαμερισμάτων τους στην δαπάνη αγοράς καύσιμης ύλης της κεντρικής θερμάνσεως της πολυκατοικίας, σε ποσοστό 62 χιλιοστών, κατάτο 1/3 έκαστος, επί της συνολικής δαπάνης και κατά τον σκοπούμενο με την υπό κρίση αγωγή χρόνο, ο οποίος και στην παρούσα δίκη διέρρευσε υπό το ίδιο νομικό και πραγματολογικό καθεστώς.
Περαιτέρω από τα πιό πάνω αποδεικτικά στοχεία, προκύπτουν και τα ακόλουθα: Ο δεύτερος των εναγομένων, συγκύριος και αυτός των υπό στοιχεία Β3 και Β4 διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, σύμφωνα με τα όσα, ο κανονισμός της πολυκατοικίας, ο από Μαϊου 1978 πίνακας κατανομής ποσοατών συμμετοχής στην δαπάνη κεντρικής θερμάνσεως και η από 27-11-1982 απόφαση της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών, στην λήψη της οποίας και αυτός συναινετικά συμμετείχε, δεσμευτικά επιβάλλουν, (βλ. τα εν λόγω έγγραφα μετ` επικλήσεως από την ενάγουσα προσκομιζόμενα), υποχρεούται να καταβάλει το 1/3, επί ποσοστού 62 χιλιοστών της συνολικής κατά μήνα δαπάνης προμηθείας καύσιμης ύλης, για την λειτουργία της κεντρικής θερμάνσεως της πολυκατοικίας, κατόπιν αναγωγής, των συμφωνηθέντων με την ως άνω απόφαση της Γ.Σ. 60 εκατοστών επί της αρχικώς βαρύνουσας την οριζόντια ιδιοκτησία του συμμετοχής των 104 χιλιοστών, τη συνολική σχετική δαπάνη. Οι εναγόμενοι καθυστερούν την πιό πάνω οφειλή τους, το ύψος της οποίας ουδόλως αμφισβητούν, των ετών 1988 εκ δρχ. 14.831 (επί συνόλου σχετικής δαπάνης 239.212 δρχ. των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου), 1989 εκ δρχ. 14.041 (επί συνόλου σχετικής δαπάνης 181.500 δρχ. των μηνών Φεβρουαρίου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου, και Δεκεμβρίου), 1990 εκ δρχ. 15.068 (επί συνόλου σχετικής δαπάνης 243.053 δρχ. των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου), 1991 εκ δρχ. 26.926 (επί συνόλου σχετικής δαπάνης 433.786 δρχ. των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Απριλίου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου), 1992 εκ δρχ. 27.471 (επί συνόλου σχετικής δαπάνης 438.962 δρχ. των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Ιουλίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου), 1993 εκ δρχ. 26.367 (επί συνόλου σχετικής δαπάνης 425.280 δρχ. των μηνών Ιανουαρίου, Απριλίου, Ιουνίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου) και συνολικά 124.704 δρχ. Απορριπτέα τυγχάνει η περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του έτους 1988 ένσταση των εναγομένων (ΑΚ 250 αρ. 16,253), καθ` όσον η με την φέρουσα χρονολογία 20-12- 1993 και αρ. καταθ. 22129/93, ημερομηνία δε επιδόσεως στους εναγομένους 30 και 31-12-1993 (βλ. τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα 13789,4999,5000/93 εκθέσεις επιδόσεως των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών), ομοίου περιεχομένου και αιτήματος αγωγή, επήλθε διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261) πριν από τον χρόνο συμπληρώσεώς της (31-12-1993) η οποία διακοπή παραμένει έγκυρη και ισχυρή και μετά την γενομένη παραίτηση εκτου δικογράφου της πιό πάνω αγωγής, με την υπό κρίση τοιαύτη (ΚΠολΔ 294,295 παρ. 1,297), ήτοι πριν καν αρχίσει η εξάμηνη προθεσμία της ΑΚ 263 παρ. 2 συνεπεία της εγέρσεως της δικαζόμενης αγωγής (ΕΑ 1994/92 Δνη 34. 123).
Με βάση το ανωτέρω περί των αποδεικτέων γεγονότων πόρισμα, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν ο εναγόμενοι να καταβάλουν ισομερώς, στην υπό την ως άνω ιδιότητα παρισταμένη ενάγουσα, 124.704 δρχ. κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, της αποφάσεως κηρυσσομένης προσωρινά εκτελεστής, καταδικαζομένων των εναγομένων, οι οποίοι ηττώνται με την παρούσα δίκη (ΚΠολΔ 176,180 παρ. 1, 189 παρ. 1) στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας εκκαθαριζόμενη χωρίς κατάλογο (ΚΠολΔ 191 παρ. 2), στο ποσό που ορίζεται στο διατακτικό.
 ==========================
Μέγεθος Γραμμάτων          
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)
1503/1988 ΕΦ ΑΘ ( 35123)
ΕΔΠΟΛΥΚ/1988 (202) Κανονισμός πολυκατοικίας. Υποχρεωτική η μεταγραφή του αδιακρίτως αν προκύπτουν εμπράγματες ή ενοχικές σχέσεις. Αγωγή διαχειριστή πολυκατοικίας. Κατά συνιδιοκτήτη για επιδίκαση οφειλομένων δαπανων, κοινοχρηστων είναι αόριστη όταν δεν μνημονεύει τον κανονισμό και την μεταγραφή αυτού. Η έλλειψη αυτή εξετάζεται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο έγγραφο. Εφετείο . Ερευνα για την αοριστία της αγωγής.
ΕΦΕΤΕΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ 1503/1988 Πρόεδρος : Αννα Αθανασιάδου. Εισηγητής: Ανδρέας ΚΑΤΣΙΦΑΣ, Εφέτης. Δικηγόροι: Αρτ. Νικολακάκης, Ξανθ. Μουρίκη. Ο ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους" επιβάλλει στο άρθρο 4 αυτού τη μεταγραφή του κανονισμού της πολυκατοικίας με πρόδηλο σκοπό όχι μόνο την εξασφάλιση των συνιδιοκτητών μεταξύ τους αλλά , κυρίως, για να δεσμεύει με τον κανονισμό και τους τρίτους. Γι` αυτό και αδιακρίτως αν από τον κανονισμό προκύπτουν εμπράγματες ή ενοχικές σχέσεις επέβαλε την καταχώρισή του στα βιβλία μεταγραφών (βλ. ΕΑ 4748/1982 ΕλλΔνη 23, 403, ΕΑ 1352/1978 Επιθ. Δικ. Πολυκ. 8, 192). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η μεταγραφή του κανονισμού, πρέπει να περιέχεται στην αγωγή, με την οποία ο διαχειριστής ζητεί, την καταδίκη συνιδιοκτήτη σε καταβολή κατ` αναλογία δαπανών κοινοχρήστων πραγμάτων της πολυκατοικίας. Η έλλειψη αυτή δεν μπορεί ν` αναπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, (πρβλ. ΑΠ 480/1984 ΝοΒ 33, 417, ΕΑ 2465/1984 Δ. 15, 726 με ενημ. σημ. Στ. Σταματόπουλου), εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (ΕΠ 1352/1978 ο.π.). Εξ άλλου το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο να ερευνήσει αν η αγωγή είναι αόριστη (βλ. ΑΠ 159/1985 ΑρχΝ 36, 762, ΕΑ 9574/1984 ΕλλΔν η 26, 251, ΕΑ 380/1983 Δ. 15, 566 με ενημερωτικό σημείωμα Στ. Σταματόπουλου). Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων δεν μνημονεύει στην αγωγή του κανονισμού (αριθμό συμβολαίου) και μεταγραφή αυτού, την έλλειψη δι` αυτή προσπαθεί να καλύψει το πρώτο στην παρούσα κατ` έφεση δίκη με τον ισχυρισμό ότι ο σχετικός κανονισμός και η μεταγραφή αυτού αναφέρεται στο κτητικό της κυριότητας του εναγόμενου συμβόλαιο. Ετσι όμως δεν θεραπεύεται η αοριστία της αγωγής. Να σημειωθεί, ότι ο ενάγων ούτε και στην παρούσα στάση της δίκης προσκομίζει τον κανονισμό αυτό, αν και τον επικαλείται, και, βέβαια, ούτε πιστοποιητικό μεταγραφής του. Υστερα απ` αυτά πρέπει, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα σε κάθε δε περίπτωση κατά παραδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου της υπό κρίση έφεσης, που παραδεκτά κατά την προκείμενη διαδικασία ασκείται με τις προτάσεις (άρθρ. 654 παρ. 1), να εξαφανισθεί η εκακλούμενη απόφαση ως προς την καταψηφιστική σε βάρος του εκκαλούντος διάταξη και, μετά διακράτηση της υπόθεσης από το Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριφθεί η υπό κρίση πλέον αγωγή για τον εκτεθέντα λόγο. Λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα, της κατά των λοιπών εφεσίβλητων παρεμπίπτουσας αγωγής του εναγόμενου, ο τελευταίος, μετά την απόρριψη της κατ` αυτού κύριας αγωγής, δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την καταδίκη αυτών ως δικονομικών του εγγυητών σε αποζημίωση και γι` αυτό πρέπει, ν` απορριφθεί η έφεση όσον αφορά τους ως άνω εφεσιβλήτους. Οι τελευταίοι στερούνται επίσης εννόμου συμφέροντος προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας και, γι` αυτό παρέλκει ο ορισμός παραβόλου. Ο (κυρίως) ενάγων, αφού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του (κυρίως) εναγομένου και των δύο βαθμών της δίκης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
 ++++++++++++++++++++++++++++++


Σχόλια