Αναψηλάφηση δίκης.Σύντομη θεωρητική ανάλυση

 
Με το προβλεπόμενο από τα άρθρα 538 επ. ΚΠολΔ έκτακτο ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, θεσπίζεται η δυνατότητα ανατροπής του...

δεδικασμένου απόφασης πολιτικού δικαστηρίου σε ορισμένες, ρητώς οριζόμενες, εξαιρετικές περιπτώσεις.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ «αναψηλάφηση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν». Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής!
κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.
Από το άρθρο 549 προκύπτει ότι αίτημα της αναψηλαφήσεως είναι η εξαφάνιση μιας τελεσίδικης (539 παρ 1) απόφασης. Κατά κανόνα η εξαφάνιση της αποφάσεως προκαλεί την αναβίωση της εκκρεμοδικίας και τη νέα συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως.
Αναψηλάφηση είναι το ένδικο μέσο στο οποίο υποβάλλονται οι οριστικές αποφάσεις που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση. Η προθεσμία και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός από εξαιρέσεις. Αν γίνει δεκτή η αναψηλάφηση, οδηγεί στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και, εφόσον ζητηθεί με το κύριο ή πρόσθετο δικόγραφο, το δικαστήριο διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά το 495 παρ 1 ΚΠολΔ «τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως, της αναφηλαφήσεως και της αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση». Και με το 500 ίδιου Κώδικα «τα αποτελέσματα του ένδικου μέσου αρχίζουν από την σύνταξη της εκθέσεως καταθέσεώς του», μεταξύ των οποίων (αποτελεσμάτων) και η εκκρεμότητα, δηλ. το καθήκον του δικαστηρίου ν αποφανθεί σχετικώς προς εκδίκασή του. Η αναφηλάφηση είναι, όπως η αναίρεση, έκτακτο ένδικο μέσο, με την έννοια ότι αποβλέπει στην εξαφάνιση της τελεσίδικης απόφασης για περιορισμένους λόγους οι οποίοι όμως είναι διαφορετικοί για την κάθε μία. Το θετικό δίκαιο δεν περιέχει καμμιά διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή συζητήσεως της αναίρεσης, ωσότου να εκδικασθεί η αναφηλάφηση. Από το ότι η προθεσμία της αναφηλάφησης είναι μεγαλύτερη από την προθεσμία της αναίρεσης (30 ημέρες, 564 παρ 1 ΚΠολΔ) διαφαίνεται ότι η αναίρεση προηγ!
είται από την αναφηλάφηση. Πάντως η απόρριψη της αναίρεσης δεν εμποδίζει την παραδοχή της αιτήσεως αναφηλάφησης και αντιστρόφως.
Το 545 ΚΠολΔ, καθιερώνει δύο κατηγορίες προθεσμιών προς άσκηση της αναφηλάφησης, την γνήσια (545 παρ 1 και 2) και την καταχρηστική (545 παρ 5). Η γνήσια προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η αναψηλάφηση, που είναι εξήντα ημέρες για εκείνους που έχουν γνωστή διαμονή στην ημεδαπή (545 παρ 1) και εκατόν είκοσι ημέρες για εκείνους που διαμένουν στην αλλοδαπή ή δεν έχουν γνωστή διαμονή (545 παρ 2). Η προθεσμία αυτή παραλλάσσει στο άρθρο 605 και 652 παρ 1, καθώς και στο άρθρο 51 ν. 345/76. Αφετηρία δε της γνήσιας προθεσμίας δεν είναι ενιαία σ όλα, διαφοροποιείται ανάλογα με τον λόγο που στηρίζει την σχετική αίτηση (αναφηλάφησης), ενώ η καταχρηστική, που είναι τρία χρόνια, αρχίζει από την επομένη που δημοσιεύθηκε η τελεσίδικη και ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, είτε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είτε του πρωτοβάθμιου που δίκασε ανεκκλήτως κατ αντιμωλίαν των διαδίκων ή, αν πρόκειται για πρωτοβάθμια απόφαση, από την επομένη ημέρα μετά την τελεσιδικία της (545 παρ 5).
Από τις διατάξεις των άρθρων 538 και 539 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων, και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ ουσίαν" και με τη δεύτερη ότι "αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση" προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ως άνω δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, σκοπό δε έχει, την ανατροπή του δεδικασμένου σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η διατήρησή του, είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις δικονομικές αρχές αναγόμενες ιδίως στην εκπροσώπηση και παράσταση των διαδίκων είτε εκ των υστέρων αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η ελάσσων πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, οφειλόμενη μάλιστα σε αξιόποινες !
πράξεις παραγόντων της δίκης. Η απόφαση πρέπει να είναι οριστική και τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναψηλάφησης, ανεξάρτητα από το πώς, και πότε προέκυψε η τελεσιδικία, ενώ η άσκησή της τελειούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Το ανωτέρω, όμως, ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 ΚΠολΔ, επιτρέπεται όχι απεριορίστως, αλλά μόνο για τις περιπτώσεις, που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, μία των οποίων είναι και η με αριθμό 6, όταν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται, πλην των άλλων, σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα και το ψεύδος αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.

Σχόλια