Απόλυση εργαζόμενου για οικονομοτεχνικούς λόγους - ΑΠΟΦ ΜΠρΧαλκ 712/2013

Απόλυση για οικονομοτεχνικούς λόγους

ΜΠρΧαλκ 712/2013
Διατάξεις: άρθρα 656 ΑΚ, 732Α ΚΠολΔ
Στις απολύσεις που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως είναι και η αναδιοργάνωση της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού που γίνονται για να αντεπεξέλθει η επιχείρηση στη διαφαινόμενη οικονομική....
κρίση της, η σχετική απόφαση του εργοδότη δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται όμως ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης, καθώς και ο τρόπος επιλογής αυτού ως απολυτέου, που πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, ώστε να μην παραβιάζεται η ρήτρα του άρθρου 281 ΑΚ. Εργοδότης αρνούμενος να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του εργαζόμενου, γίνεται υπερήμερος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ. Επιπτώσεις από την τροποποίηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 61 Ν 4139/2013 και την κατάργηση του άρθρου 732Α ΚΠολΔ. Από τις παρεμβάσεις αυτές συνάγεται ότι βούληση του νομοθέτη είναι να μην επιτρέψει με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής διαταγής, τη δυνατότητα δικαστικής υποχρέωσης του εργοδότη για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου, θεωρώντας ότι τα μεγαλύτερα εχέγγυα για την αυθεντική διάγνωση του σχετικού δικαιώματος του εργαζομένου παρέχει μόνο η εκδίκαση της κύριας αγωγής και η έκδοση οριστικής απόφασης.
Επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια (ΑΠ 573/2007, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 351/2004 ΕΕργΔ 2004,1476, ΕφΘεσ 186/2003 Αρμ 2003,816, ΕφΑθ 5913/2003 ΕλλΔνη 2006,860). Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του ενλόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 281 του ΑΚ, ΑΠ 573/2007, ΑΠ 397/2004 και ΑΠ 351/2004). Ειδικότερα, στην πρώτη περίπτωση (των ηπιότερων μέσων) ελέγχεται από το δικαστήριο, αν το δικαίωμα της καταγγελίας ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της επιχειρήσεως με τη λήψη ηπιότερων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 397/2004 και ΑΠ 351/2004 ΕΕργΔ 2004,1279 και 1477, αντίστοιχα, ΑΠ 597/2002 ΕΕργΔ 2003,1499, ΑΠ 1364/1999 ΕΕργΔ 2000,919, ΕφΑθ 454/2003 ΕλλΔνη 2004,230, ΕφΘεσ 186/2003 Αρμ 2003,816).
Στη δεύτερη περίπτωση (της επιλογής), ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση κάθε μισθωτού, την αποδοτικότητα και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 573/2007 ό.π., ΑΠ 351/2004 ό.π., ΑΠ 279/1996 Αρμ 1996,1099, ΕφΘεσ 186/2003 ό.π., ΕφΘεσ 540/2008 Αρμ 2008,1865). Τα ανωτέρω πρέπει να ισχύσουν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για την περίπτωση που ο εργοδότης, χωρίς να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση, δεν απασχολεί τον εργαζόμενο. Και στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχτεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του εργαζομένου, γίνεται υπερήμερος και εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 61 του Ν 4139/2013 «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού».
Όπως η διάταξη αυτή, με την ανωτέρω διατύπωσή της, ερμηνεύτηκε σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653 και 361 ΑΚ, δεν δημιουργούταν, καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση του εργοδότη να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ Ολ 9/2011).
Η διάταξη αυτή του 656 ΑΚ τροποποιήθηκε με την διάταξη του άρθρου 61 του Ν 4139/2013 και ισχύει πλέον (μετά την 20.3.2013), καταλαμβάνοντας και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ως ακολούθως: «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται, ως προς την ανωτέρω τροποποίηση: «Ζήτημα έχει τεθεί όσον αφορά στην αξίωση πραγματικής απασχόλησης των εργαζομένων σε περίπτωση που ο εργοδότης είναι υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας τους. Στην νομολογία του Αρείου Πάγου τα τελευταία έτη φαίνεται να γίνεται δεκτή η άποψη ότι με βάση τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (648, 656 ΑΚ) ο εργαζόμενος δεν έχει αξίωση για πραγματική απασχόληση, παρά μόνο όταν η μη αποδοχή της εργασίας συνιστά προσβολή της προσωπικότητας ή κατάχρηση δικαιώματος. Όμως η άποψη αυτή αποδίδει παρωχημένες αντιλήψεις για την σπουδαιότητα της εργασίας για τον άνθρωπο. Όπως δέχονται πολλές αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της θεωρίας, η εργασία αποτελεί κατ’ εξοχήν έναν από τους σπουδαιότερους παράγοντες της ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου. Η αξίωση για μισθούς υπερημερίας δεν αρκεί από μόνη της για την προστασία του δικαιώματος εργασίας. Έτσι, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις, το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται χωρίς διακρίσεις σε όλους, ανεξαρτήτως του είδους της εργασίας που παρέχουν. Εξάλλου η νομολογία του Αρείου Πάγου πολλές φορές καταλήγει στο παράδοξο αποτέλεσμα εργαζόμενοι, οι οποίοι μετά από κοπιαστικούς και πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες δικαιώθηκαν στα δικαστήρια, παρ’ όλο που η απόλυσή τους κρίθηκε άκυρη, εν συνεχεία η αξίωσή τους για μισθούς υπερημερίας να απορρίπτεται ως καταχρηστική, το οποίο δεν θα συνέβαινε αν ο εργοδότης τους απασχολούσε ως όφειλε. Η αναγνώριση του δικαιώματος για πραγματική απασχόληση εναρμονίζεται, άλλωστε, καλύτερα με την υποχρέωση πρόνοιας που έχει ο εργοδότης (άρθρο 288 ΑΚ), καθώς και με τη συνταγματική προστασία του δικαιώματος εργασίας (άρθρο 22 Συντ.), της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 Συντ.) και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 Συντ.)».
Από την διάταξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 656 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν μπορεί, από λόγους που αφορούν τον ίδιο και δεν αποτελούν ανωτέρα βία (όπως π.χ. πλημμύρα, σεισμό), να απασχολήσει τον εργαζόμενο, περιέρχεται μεν σε υπερημερία, όμως ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει μόνο την καταβολή μισθών υπερημερίας, όχι όμως και την πραγματική απασχόλησή του, όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου. Διαφορετικά δεν θα υπήρχε ανάγκη ύπαρξης του δεύτερου εδαφίου του ως άνω άρθρου, αφού το πρώτο θα επαρκούσε για να καλύψει όλες τις περιπτώσεις, τόσο της υπερημερίας του εργοδότη όσο και της αδυναμίας του, για λόγους που αφορούν τον ίδιο, να αποδεχτεί την προσφερόμενη εργασία.
Περαιτέρω, μαζί με την ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 656 ΑΚ, με το άρθρο 64 του ως άνω νόμου (4139/2013) εισήχθη η διάταξη του άρθρου 732Α ΚΠολΔ, σύμφωνα με την oπoία: «Σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την προσωρινή απασχόληση του εργαζομένου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής για την κύρια υπόθεση». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται ως προς την θέσπιση της ανωτέρω ρύθμισης: «Είναι αναγκαίο να ρυθμιστεί το ζήτημα της προσωρινής απασχόλησης του εργαζομένου στο μεσοδιάστημα από τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, ζήτημα το οποίο ερίζεται στην νομολογία από δεκαετιών. Η ρύθμιση αυτή είναι προς το συμφέρον όλων των πλευρών: Ο εργαζόμενος, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι απαιτείται να διαταχθεί το ασφαλιστικό αυτό μέτρο, διατηρεί προσωρινά τη θέση εργασίας και δεν αποξενώνεται από τον χώρο της εργασίας του. Ο εργοδότης δεν κινδυνεύει να κληθεί να πληρώσει δυσβάσταχτους μισθούς υπερημερίας χωρίς να έχει ωφεληθεί τουλάχιστον την εργασία που αντιστοιχεί σ’ αυτούς. Επιπροσθέτως, προάγεται και το δημοσιονομικό συμφέρον του κράτους, έχοντας ευεργετικό αποτελέσματα στο έλλειμμα, αφού ο προσωρινά απασχολούμενος θα σταματήσει να λαμβάνει επίδομα ανεργίας». Οι δύο αυτές ρυθμίσεις, που εισήχθησαν ταυτόχρονα, παρέχουν προστασία στον εργαζόμενο τόσο από πλευράς ουσιαστικού δικαίου όσο και στο επίπεδο της προσωρινής δικαστικής προστασίας, επιτρέποντας στο Δικαστήριο εάν πιθανολογεί την ύπαρξη σχετικού δικαιώματος του εργαζομένου κατά το ουσιαστικό δίκαιο, να υποχρεώσει προσωρινά τον εργοδότη να απασχολεί τον εργαζόμενο μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Με τον τρόπο αυτό ο νομοθέτης θέλησε να μην αφήσει τον εργαζόμενο, που στερήθηκε την δυνατότητα να προσφέρει την εργασία του από λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο αλλά τον εργοδότη, να απομακρυνθεί από το αντικείμενο της εργασίας και τα οφέλη (όχι μόνο οικονομικά) που θα μπορούσε να αποκομίσει από αυτή. Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 732Α ΚΠολΔ καταργήθηκε με την διάταξη του άρθρου 106 παρ. 3 του Ν 4172/2013 (ΦΕΚ A’ 167/23.7.2013).
Πέρα από την κατάργηση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 732Α ΚΠολΔ, με τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 106 του Ν 4172/2013 θεσπίστηκαν μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με την ταχεία εκδίκαση των αγωγών και αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων που αφορούν άκυρη απόλυση εργαζόμενου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και στις οποίες έχει διαταχθεί η πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου είτε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων είτε με προσωρινή διαταγή (αντίστοιχα). Σκοπός του νομοθέτη, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση ήταν «να εξαλειφθεί το φαινόμενο της διατηρήσεως επί μακρόν σε θέσεις εργασίας εργαζομένων, των οποίων οι συμβάσεις εργασίες έχουν λήξει, με προσωρινές διαταγές και ασφαλιστικά μέτρα, δηλαδή με βάση πιθανολόγηση της βασιμότητας αυτών, και χωρίς κατ’ ουσίαν εκδίκαση των διαφορών, δηλαδή να εξαλειφθεί το φαινόμενο της χρησιμοποιήσεως κυρίως των προσωρινών διαταγών, με τη συμπαιγνία των διαδίκων μερών, ως μέσου για τη διαιώνιση συμβάσεων εργασίας, που έχουν λήξει, χωρίς έκπτωση από τα συνταγματικά και ατομικά τους δικαιώματα. Η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 232Α (προφανώς εννοείται η διάταξη 732Α) είναι αναγκαία για το λόγο ότι εξαναγκάζει τον εργοδότη να απασχολήσει τον εργαζόμενο, ακόμη και αν δεν υπάρχει θέση εργασίας».
Από την παραπάνω αναφερόμενη εξέλιξη των ρυθμίσεων αναφορικά με την δυνατότητα δικαστικής υποχρέωσης του εργοδότη για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου συνάγεται ότι βούληση του νομοθέτη ήταν να μην επιτρέψει με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων (και πολύ περισσότερο με προσωρινή διαταγή) ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θεωρώντας ότι τα μεγαλύτερα εχέγγυα για την αυθεντική διάγνωση του σχετικού δικαιώματος του εργαζομένου παρέχει μόνο η εκδίκαση της κύριας αγωγής και η έκδοση οριστικής απόφασης, που απαιτεί πλήρη απόδειξη και όχι η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων (ή η προσωρινή διαταγή) που αρκείται σε πιθανολόγηση. Η βούληση αυτή εκφράστηκε με την κατάργηση του άρθρου 732Α ΚΠολΔ, που θεσπίστηκε μαζί με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του 656 ΑΚ, η οποία παρέχει το δικαίωμα στον εργαζόμενο να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση από τον εργοδότη, όταν είναι υπερήμερος. Δεν προβλέπεται μεν ρητά τέτοια απαγόρευση, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν, με την ρύθμιση του άρθρου 23 του Ν 1941/1991 που εισήγαγε την παρ. 6 του άρθρου 692 ΚΠολΔ (κατά την οποία «Ασφαλιστικά μέτρα δεν επιτρέπεται να διαταχθούν για αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου ή για τον καθορισμό του τόπου παροχής, καθώς και του είδους και της φύσεως των υπηρεσιών αυτού ή για την ανάθεση άσκησης καθηκόντων ή για την ανάκληση της ανάθεσης») και η οποία ίσχυσε μέχρι την κατάργησή της από το άρθρο 32 του Ν 2172/1993, όμως η θέσπιση της σχετικής δυνατότητας με το 732Α και η σχεδόν αμέσως, μετά μόλις 4 μήνες, κατάργησή της υποδηλώνουν την σχετική βούληση του νομοθέτη. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η περίπτωση αυτή καλύπτεται από την γενική ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 732 ΚΠολΔ. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη δεν θα υπήρχε ανάγκη να θεσπιστεί η διάταξη του 732Α, που αναφερόταν ειδικά στις εργασιακές σχέσεις. Με την ρύθμιση αυτή, σε συνδυασμό και με την διάταξη του 656 ΑΚ, ο νομοθέτης θέλησε να αποσαφηνίσει ένα ζήτημα που μέχρι τότε είχε δημιουργήσει πλείστες όσες αμφιβολίες και είχε διχάσει τη νομολογία και την θεωρία. Με την κατάργηση της διάταξης αυτής εκφράστηκε, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η επιθυμία του νομοθέτη να μην επιτρέψει την δυνατότητα να υποχρεωθεί ο εργοδότης να απασχολεί προσωρινά τον εργαζόμενο με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά μόνο με την οριστική απόφαση.
Με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι έχουν προσληφθεί, με τις ειδικότητες και κατά τους χρόνους που αναλυτικά εκθέτουν ο καθένας, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την καθ’ ης, για να εργαστούν στο εργοστάσιό της … . Ότι την … η καθ’ ης τους γνωστοποίησε ότι διακόπτει την λειτουργία του εργοστασίου αυτού και έκτοτε δεν τους απασχολεί. Ότι η συμπεριφορά αυτή της καθ’ ης εργοδότριας να μην αποδέχεται την εργασία τους είναι αντίθετη στην ρύθμιση του άρθρου 656 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τον Ν 4139/2013, προσβάλλει την προσωπικότητά τους και αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, όπως ειδικότερα αναλύεται στο δικόγραφο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, να ρυθμιστεί προσωρινά η κατάσταση και να υποχρεωθεί η καθ’ ης προσωρινά να αποδέχεται τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε άρνησή της και να καταδικαστεί η καθ’ ης στην δικαστική τους δαπάνη.
Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η αίτηση αρμόδια και παραδεκτά φέρεται για να δικαστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ), είναι όμως μη νόμιμη, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπάρχει σχετική δυνατότητα να ζητήσουν οι αιτούντες την ρύθμιση του δικαιώματός τους με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, κατά τα άρθρα 732 ΚΠολΔ και 656 ΑΚ, από την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν πιθανολογήθηκε ότι η απόφαση της καθ’ ης να μην αποδέχεται την εργασία των αιτούντων, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, δεν είναι καταχρηστική, ούτε προσβάλλει -την προσωπικότητά τους, όπως ισχυρίζονται, αλλά οφείλεται σε λόγους που αφορούν την ίδια και δεν συνιστούν ανωτέρα βία και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωσή του να τους απασχολήσει πραγματικά.
Συγκεκριμένα πιθανολογήθηκε ότι η απόφαση αυτή της καθ’ ης υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι από το 2009 παρουσιάζεται ύφεση [...] με αποτέλεσμα η συνέχιση της λειτουργίας του να είναι αδύνατη, καθώς δεν θα υπάρχει δυνατότητα απορρόφησης της παραγωγής. Ήδη από το 2011 συγκεκριμένες μονάδες του εργοστασίου είχαν σταματήσει την λειτουργία τους. Άλλα μέτρα, ηπιότερα του κλεισίματος του εργοστασίου, δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν, δεδομένου ότι, όπως κατατέθηκε, οι μειώσεις προσωπικού με πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και εκ περιτροπής εργασίας δεν απέδωσαν τα αποτελέσματα που αναμενόταν. Η καθ’ ης λειτουργεί επίσης δύο άλλα εργοστάσια, στον … και το …, όπου απασχολούνται περίπου 200-250 άτομα, από τα οποία καλύπτονται οι (μειωμένες) ανάγκες της για την συνέχιση της δραστηριότητάς της. Το εργοστάσιο της … παρουσίαζε μείωση της παραγωγής κατά 90%, ενώ η πορεία της καθ’ ης εμφανιζόταν πτωτική, με αυξανόμενες ζημιές καθόλο το διάστημα από το 2010 μέχρι την απόφασή της να σταματήσει την δραστηριότητα του εργοστασίου της … . Εξάλλου από το 2011 έγιναν προσπάθειες, σε συνεργασία με το σωματείο των εργαζομένων να αναζητηθούν άλλες λύσεις, όπως κατάργηση της απογευματινής και βραδινής βάρδιας, όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό ενόψει της άρνησης των εργαζομένων να συζητήσουν για το ζήτημα αυτό. Η εκ περιτροπής εργασία που μονομερώς επέβαλε η καθ’ ης δεν κατέστη δυνατόν να εφαρμοστεί. Η συνέχιση της λειτουργίας του εργοστασίου, χωρίς ουσιαστικά αντικείμενο, θα ήταν καταστροφική για την καθ’ ης και θα έθετε σε κίνδυνο και την λειτουργία των υπολοίπων εργοστασίων που διατηρεί. Πέραν αυτού η επαναλειτουργία του εργοστασίου …, όπως ζητούν οι αιτούντες προκειμένου να απασχοληθούν πραγματικά, δεν είναι και για πρακτικούς λόγους δυνατή, δεδομένου ότι η παροχή ρεύματος υψηλής τάσης έχει διακοπεί, έχει ανακληθεί η άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και ενδεχόμενη επαναλειτουργία χωρίς την άδεια αυτή θα έχει επιβάρυνση περίπου 25% επί του τζίρου της καθ’ ης. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, ενόψει του ότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
(Απορρίπτει την αίτηση.)
Σημ.: Πραγματική απασχόληση εργαζομένων
Η σχολιαζόμενη απόφαση έκρινε ότι η αίτηση των εργαζομένων να υποχρεωθεί η καθ’ ής εργοδότρια εταιρία να αποδέχεται προσωρινά τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, παρά την οριστική διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της εργοδότριας εταιρίας, είναι μη νόμιμη. Το σκεπτικό της ως άνω απόφασης ήταν ότι με την κατάργηση του άρθρου 732Α ΚΠολΔ δυνάμει του άρθρου 106 Ν 4172/2013 (ΦΕΚ Α’ 167/23.7.2013) εκφράστηκε η επιθυμία του νομοθέτη να μην επιτρέπεται πλέον η δυνατότητα να υποχρεωθεί ο εργοδότης να απασχολεί προσωρινά τον εργαζόμενο με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων αλλά μόνο με την οριστική απόφαση, δεδομένου ότι η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 732Α κρίθηκε από το νομοθέτη αναγκαία για το λόγο που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, ήτοι ότι εξαναγκάζει τον εργοδότη να απασχολήσει τον εργαζόμενο, ακόμη και αν δεν υπάρχει θέση εργασίας.

Πηγή: ΔΕΕ 12/2013, 1206

Σχόλια