Χρησικτησία ακινήτων που ανήκουν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας Άρειος Πάγος 4/2013 και Κτήση κυριότητας ακινήτου σε παραμεθόριες περιοχές δια χρησικτησίας ΑΠ 568/2013

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

http://static-enet.toolip.gr/resources/2010-01/dikasthrio-thumb-large.jpg
(Άρειος Πάγος 4/2013
Χρησικτησία ακινήτων που ανήκουν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας )

Περίληψη
Επειδή κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ.1 Κώδ (7.39), 9 παρ.1 Β (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ.1 Πανδ (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3), κατά τις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφ'....

όσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη και συνεπώς και σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές είναι η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται αι εν των πολιτικών νόμω διατάξεις".
Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων καθώς και τον χρόνον της χρησικτησίας, από δε τις 26.5.1926 που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή απαγορεύτηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς, δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά 32.12.2002 κτίσμα, που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή".

ΑΠ  4/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. χήρας Χ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Κ. συζύγου Δ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 5) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 10/10/2008 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 12/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 4/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας, είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως, με τη μη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (23.11.2012) που έγινε με εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ οι αναιρεσίβλητοι. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (13.1.2012) καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. (βλ. τις υπ. αρ. 9354, 9351, 9350, 9353 και 9352 από 21.9.2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ...). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως από το πινάκιο προκύπτει, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Μιχάλη Καραγιάννη, και η συζήτησή της αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, για την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, εφ' όσον, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το αναιρεσείον, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ.1 Κώδ (7.39), 9 παρ.1 Β (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ.1 Πανδ (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3), κατά τις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφ' όσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη και συνεπώς και σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές είναι η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται αι εν των πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων καθώς και τον χρόνον της χρησικτησίας, από δε τις 26.5.1926 που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή απαγορεύτηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς, δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά 32.12.2002 κτίσμα, που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου. Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο, από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο "έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τ' ακόλουθα: Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1976 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βάρδας Γεωργίου Τζιμόπουλου που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Μυρτουντίων στο τόμο 282 και αριθμό ... ο Χ. Κ., σύζυγος της πρώτης των αιτούντων και πατέρας των λοιπών, αγόρασε από τους Β. Α. το γένος Γ. Δ. και Ν. Δ. το επίδικο οικόπεδο 641 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του Δημοτικού διαμερίσματος Αρετής του Δήμου Λεχαινών Ηλείας και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Π. Δ., Ν. Δ., ιδιοκτησία της πρώτης αιτούσας, Α. Κ. και Α. Μ.. Στους δε δικαιοπαρόχους του Χ. Κ. το επίδικο είχε περιέλθει από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1939 πατέρα τους Γ. Δ.. Ο Χ. Κ. το έτος 1997 απεβίωσε και κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους αιτούντες, οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά στην οποία περιλαμβανόταν και το ανωτέρω ακίνητο, δυνάμει της .../18-4-2003 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μαρίας θυγατέρας Ευθυμίου Πανουτσοπούλου, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/16 εξ αδιαιρέτου καθένας των λοιπών αιτούντων. Το ακίνητο αυτό νεμήθηκαν αρχικά από το έτος 1939 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του Χ. Κ. και στη συνέχεια από της εγκαταστάσεώς του σ' αυτό το έτος 1976 δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου ο ίδιος μέχρι το θάνατό του το έτος 1997 και στη συνέχεια οι αιτούντες μέχρι και σήμερα. Ειδικότερα τόσον οι αιτούντες, όσο και ο άμεσος και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους από τους ανωτέρω χρόνους ασκούσαν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, ήτοι το επέβλεπαν το καθάριζαν, το εκμίσθωναν σε τρίτους, πλήρωναν τα πάγια και τις εισφορές τους προς το ΤΟΕΒ Μυρτουντίων ενεργώντας τα ανωτέρω με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και χωρίς τα δικαιώματά τους να αμφισβητηθούν από κανέναν. Μάλιστα οι αιτούντες εντός του επιδίκου ανήγειραν ισόγεια αποθήκη εμβαδού 28,80 τ.μ. από τσιμεντόλιθους και ελενίτ δυνάμει της 175/1986 άδειας της Πολεοδομίας Αμαλιάδας, δήλωσαν δε την ως άνω κληρονομιά τους δυνάμει της υπ' αριθμ. 18/2001 δηλώσεως φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια ΔΟΥ Λεχαινών. Περαιτέρω, από τα τοπογραφικά αποσπάσματα και σχεδιαγράμματα του σχεδίου πόλεως Λεχαινών όσο, και τα αποσπάσματα προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος της Β' ανάρτησης αποδεικνύεται, ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του οικισμού της Μυρσίνης ο οποίος υπάρχει πριν το έτος 1923 με την ονομασία Ρετούνη, ενώ δίπλα στο επίδικο βρίσκεται και η κύρια κατοικία στην οποία κατοικούν για χρονικό διάστημα άνω των εξήντα ετών οι εκκαλούντες. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω ο ισχυρισμός των εκκαλούντων που προβάλλεται παραδεκτά το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη με το δικόγραφο της έφεσης (765 ΚΠολΔ), ότι έναντι του εφεσίβλητου - κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου εφόσον πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του προπαρατεθέντος άρθρου 4 του ν. 3127/2003 (έναρξη ισχύος 19/3/2003), είναι βάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου, ότι το γεγονός ότι οι δικαιοπάροχοι του Χ. Κ. φέρονται στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο να απέκτησαν το ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία αποκλείει την ύπαρξη καλής πίστης, τόσο στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους, όσο και στους ίδιους τους αιτούντες κατά τους χρόνους κτήσης της νομής του επιδίκου είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ουδόλως αναιρεί τα ανωτέρω αφού η χρησικτησία αποτελεί νόμιμο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει η εσφαλμένη αναγραφή του ανωτέρω ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Λεχαινών με αριθμό 150300113025 ως αγνώστου ιδιοκτήτη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με την καλή πίστη των αιτούντων και των δικαιοπαρόχων τους κατά την κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου και την κτήση κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους του Χ. Κ. με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς οιαδήποτε αναφορά, περί της διενέργειας από τους τελευταίους διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί σειρά τριάντα ετών μέχρι το 1915 (καθόσον έκτοτε δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου), παραδοχή η οποία θα δικαιολογούσε την κατά την κτήση της νομής του επιδίκου καλή τους πίστη και θα επέφερε, σε συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, την από τους αιτούντες κτήση της κυριότητας του επιδίκου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αφού τις εφήρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Ακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (αρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη όμως στο όριο που θέτει το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 155/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 


=====================================

ΑΠ 568/2013 – Κτήση κυριότητας ακινήτου σε παραμεθόριες περιοχές δια χρησικτησίας

1079703 
Περίληψη: Κτήση κυριότητας ακινήτου σε παραμεθόριες περιοχές δια χρησικτησίας – Περιορισμοί – Απαγόρευση κτήσεως κυριότητας από αλλοδαπό πρόσωπο επί ακινήτου κειμένου σε παραμεθόριο περιοχή επί ποινή απόλυτης ακυρότητας της δικαιοπραξίας, υπό το καθεστώς του π.δ. της 22./24.6.1927 -. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου (διαφύλαξη εθνικής ασφάλειας) η απαγόρευση εκτείνεται και στην κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη). Υπό το καθεστώς του ν. 1892/1990 ημεδαποί και πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να αποκτήσουν κυριότητα επί ακινήτων σε παραμεθόριες περιοχές, εκτός αν τούτο επιτραπεί από την αρμόδια ειδική επιτροπή με τη χορήγηση άδειας. Δικαιοπραξία συναφθείσα χωρίς την άδεια αυτή είναι απολύτως άκυρη. Και η απαγόρευση αυτή ισχύει για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Η σχετική άδεια ως διοικητική πράξη δεν έχει κατ’ αρχήν αναδρομική ισχύ και επομένως ο κάτοχός της δεν μπορεί να προσμετρήσει τον χρόνο που διήνυσε στη νομή του ακινήτου πριν από την έκδοσή της, ώστε να συμπληρώσει τον απαιτούμενο εκ του νόμου χρόνο χρησικτησίας.
Αριθμός 568/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: C. M. (Κ. Μ.) του M. (Μ.), κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελένη Πανοπούλου -Λιακάκου.
Του αναιρεσιβλήτου: J. S. (Γ. Σ.) του Φ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Ροντήρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/5/2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 21/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 132/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 2/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Xαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγων της ένδικου αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1103/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.2 ΚΠολΔικ, αν με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή τους πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της εν λόγω διατάξεως, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ.1 ΚΠολΔικ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ενδίκων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ’ αριθμ. 5/2009 αποφάσεως του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, όσο και κατά της υπ’ αριθμ. 132/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως και το Εφετείο μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, την απέρριψε κατ’ ουσίαν. Επομένως η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔικ). Εξάλλου η αναίρεση κατά το μέρος αυτό (ήτοι κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης) είναι προσέτι απορριπτέα ως απαράδεκτη και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔικ) του προσκομιζομένου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου και δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, δηλαδή του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη πρωτόδικη απόφαση.
Επειδή, με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος της 22/24 Ιουνίου 1927 “περί συμπληρώσεως του ν. 3250/1924 περί κυρώσεως του από 3/9/1924 ν. Δ/τος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων κλπ” ορίσθηκαν τα εξής:1) στο εδάφιο 1 αυτού ότι “ως παραμεθόριοι επαρχίαι του κράτους θεωρούνται αι ήδη δια διαταγμάτων ούτω χαρακτηρισθείσαι ή και πάσα άλλη εν τω μέλλοντι ως παραμεθόριος χαρακτηρισθησομένη δια διατάγματος εκδιδομένου μετ’ απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, 2) στο εδάφιο2 “Η παρ’ αλλοδαπών φυσικών ή νομικών προσώπων απόκτησις κυριότητος ή ετέρου εμπραγμάτου δικαιώματος, πλην υποθήκης, επί ακινήτων κτημάτων κειμένων εις παραμεθορίους περιοχάς του Κράτους, απαγορεύεται επί ποινή απολύτου ακυρότητος της σχετικής δικαιοπραξίας και επί ταις εν εδαφίω 7 του παρόντος αναγραφομέναις ποιναίς. Από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι με την καθιερουμένη ρύθμιση απαγορεύεται η με οποιοδήποτε τρόπο απόκτηση από αλλοδαπό κυριότητος επί ακινήτου σε παραμεθόριες περιοχές, ότι μόνο με δικαιοπραξία, όπως ρητώς προβλέπεται στις άνω διατάξεις, αλλά για την ταυτότητα του νομικού λόγου και με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, αφού και αυτή επίσης άγει στην απόκτηση κυριότητος και τούτο γιατί υπό την αντίθετη εκδοχή, θα μπορούσε να ματαιωθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός του νομοθέτη, που συνίσταται στη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας της Χώρας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 11 του ν. 1940/1985 “την ακυρότητα δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 3250/1924, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ΠΔ 22/24 Ιουνίου 1927, καθώς και του άρθρου 1 του Α.Ν. 1366/1938, μπορεί να επικαλεσθεί μόνο το Δημόσιο. Η επίκληση της ακυρότητος γίνεται αποκλειστικά με έγερση αγωγής εναντίον του αγοραστού ή των ειδικών ή καθολικών διαδόχων του”, ενώ κατά το άρθρο 12 παρ.3 του ίδιου νόμου οι διατάξεις των άρθρων 11 και 12 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικα δικαστική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ρύθμιση αφορά όλες τις δικαιοπραξίες που καταρτίσθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 3250/1924, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το π.δ. 22/24 Ιουνίου 1927, καθώς και του άρθρου 1 ΑΝ 1366/1938, που αναφέρεται στο πιο πάνω αναφερόμενο ΠΔ 22/24.6.1927 και όχι μόνο τη δικαιοπραξία της μεταβιβάσεως, με αιτία την πώληση, στην οποία αναφέρεται το εδ.β της ίδιας παραγράφου και η παρ.2 επ, γιατί ο νομοθέτης θέλησε να ρυθμίσει ειδικότερα την τύχη του ακινήτου και του τιμήματος. Περαιτέρω, η ρύθμιση αυτή αφορά και την απαγόρευση αποκτήσεως κυριότητος επί ακινήτου από αλλοδαπό, κειμένου σε παραμεθόριο περιοχή με χρησικτησία, εφόσον και σε αυτήν την περίπτωση, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν ενδείκνυται ευλόγως η γενική και αδιάκριτη επέλευση της ακυρότητας, αλλά όσον αφορά μόνο τις χρησικτησίες που είχαν ήδη συμπληρωθεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (1985) για τις οποίες το Δημόσιο μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα (σχετική ακυρότητα) όταν συντρέχει προς τούτο επαρκής λόγος. Επομένως η παρ.1 του άρθρου 11 του ν. 1540/1985, που έτρεψε αναδρομικώς την ακυρότητα από απόλυτη, που ήταν πριν από το νόμο αυτό σε σχετική μόνο υπέρ του Δημοσίου εφαρμόζεται και για την χρησικτησία, εφόσον όμως αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι τη δημοσίευση του ν. 1540/1985 (10.4.1985). Αντίθετα δεν εφαρμόζεται για τις χρησικτησίες που δεν είχαν συμπληρωθεί μέχρι τον ανωτέρω χρόνο, αφού ο ίδιος ο νόμος (άρθρα 30 και 31 παρ.2) για τον μετέπειτα χρόνο καθιερώνει απόλυτη ακυρότητα (ΟλΑΠ 9/2001). Εξάλλου, τα άρθρα 24 παρ.1 , 25 παρ.1, 26 παρ.1 και 30 του ν. 1892/1990 ” Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη”, που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Β’ με τίτλο “Δικαιοπραξίες στις παραμεθόριες περιοχής” ορίζονται τα εξής: α) η νήσος Θήρα … (άρθρο 24). Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, που αφορά ακίνητα, κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές, καθώς και η μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή η μεταβολή του προσώπου εταίρων ή εταιρειών οποιασδήποτε μορφής που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητα στις περιοχές αυτές. Από την απαγόρευση αυτή εξαιρούνται οι συμβάσεις γονικής παροχής, μισθώσεις μέχρι έξη έτη, κανονισμός ορίων διανομής κοινού και οι συμβάσεις μεταβιβάσεως ποσοστού εξ αδιαιρέτου μεταξύ συγκυρίων (άρθρ. 25 παρ.1). Φυσικά ή νομικά πρόσωπα Ελληνικής Ιθαγένειας και ομογενείς στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Κύπριοι, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την Ιθαγένεια ενός των κρατών Μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μπορούν να ζητήσουν την άρση της απαγόρευσης της παρ.1 του προηγούμενου άρθρου με αίτησή τους, στην οποία πρέπει να φέρεται και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο (άρθρ.26 παρ.1). Η αίτηση αυτή υποβάλλεται σε επιτροπή που συνιστάται … σε κάθε νομό με απόφαση του Νομάρχη (άρθρο 26 παρ.1β). Η απαγόρευση αίρεται με απόφαση της Επιτροπής … (άρθρ. 26 παρ.1γ) Δικαιοπραξίες του συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι απολύτως άκυρες (άρθρ.30 εδ.α). Από την ισχύ του νόμου αυτού καταργείται ο α.ν.1366/1938 (άρθρ.31 παρ.1). Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται και τα ακόλουθα: Κατ’ αρχήν, δικαιοπραξία εν ζωή, είτε μονομερής, είτε σύμβαση, είτε ενοχική, είτε εμπράγματη που έχει ως αντικείμενο τη σύσταση υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων, ημεδαπών ή αλλοδαπών, οποιουδήποτε εμπραγμάτου ή ενοχικού δικαιώματος επί ακινήτου, κειμένου σε παραμεθόριες περιοχές, μεταξύ των οπίων και η νήσος Θήρα, απαγορεύεται, εκτός από τις εξαιρούμενες δικαιοπραξίες, περί των οποίων, στην κρινόμενη υπόθεση, δεν πρόκειται. Όμως για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν Ελληνική Ιθαγένεια ή Ιθαγένεια ενός των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και για ομογενείς αίρεται η απαγόρευση και είναι δυνατή η απόκτηση εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων επί ακινήτων κειμένων σε παραμεθόριες περιοχές με απόφαση της προβλεπομένης αρμοδίας Διοικητικής Επιτροπής, που εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου προσώπου στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο. Έτσι με το ν. 1892/1990 δεν διευκολύνθηκε η κτήση κυριότητας στις παραμεθόριες περιοχές, ούτε κατά βάση άλλαξε το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε για τις παραμεθόριες περιοχές, καθόσον υπό το καθεστώς του αρχικού νόμου (ΠΔ 22/24-6-1927) η απαγόρευση αφορούσε αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα, στη συνέχεια ο ν. 1366/1928 επεξέτεινε την απαγόρευση με την έκδοση ειδικής άδειας (άρθρο 2.2), δηλαδή στην πράξη η απαγόρευση ίσχυε για τους αλλοδαπούς (για τους οποίους προβλεπόταν άλλος- δυσχερέστερος- τρόπος άρσης της απαγόρευσης), ενώ με το ν. 1890 διευρύνθηκε ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να ζητήσουν την άρση των απαγορεύσεων, έτσι ώστε- κατά προσαρμογή προς τις υποχρεώσεις της χώρας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση- πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια κράτους-μέλους της εξομοιώθηκαν προς τους ημεδαπούς. Ωστόσο το καθεστώς ελέγχου στις παραμεθόριες περιοχές παραμένει το ίδιο (ελεγχόμενη απόκτηση κυριότητας και λοιπών εμπραγμάτων δικαιωμάτων). Δηλαδή και υπό το καθεστώς του ν. 1892/1990 ημεδαποί και πολίτες Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν μπορούν να απαιτήσουν κυριότητα (ούτε με δικαιοπραξία, ούτε με τακτική, ούτε με έκτακτη χρησικτησία) σε παραμεθόριες περιοχές, εκτός αν επιτραπεί από την αρμόδια επιτροπή με τη χορήγηση άδειας. Δικαιοπραξία που συνάπτεται χωρίς την προηγούμενη άρση της απαγορεύσεως θεωρείται ότι έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού και είναι απολύτως άκυρη, ως σύμβαση απαγορευμένη, της οποίας το περιεχόμενο αντίκειται σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι εν λόγω διατάξεις του ν. 1892/1990 των οποίων, όπως και των προϊσχυσασών, σκοπός είναι η προστασία των εθνικών συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας της Χώρας που “δυνάμει” απειλείται από την μη ελεγχόμενη εγκατάσταση σε παραμεθόριες περιοχές. Δηλαδή ο σκοπός της νομοθεσίας είναι η διαφύλαξη της κρατικής εθνικής ασφάλειας. Η απόλυτη ακυρότητα πλήττει όχι μόνο την εκποιητική δικαιοπραξία του 1033 ΑΚ, αλλά και την υποσχετική δικαιοπραξία (της πωλήσεως, προσύμφωνα κ.λ.π.), ώστε και η ανάληψη υποχρεώσεως για μεταβίβαση παραμεθόριου ακινήτου να είναι άκυρη, ήτοι η ακυρότητα πλήττει όλη τη δικαιοπραξία και όχι μόνο την παροχή. Η απαγόρευση αυτή για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 1892/1990, για την κτήση κυριότητας επί των άνω ακινήτων με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ο πρωτότυπος αυτός τρόπος κτήσεως κυριότητος προϋποθέτει εκτός από την πάροδο του χρόνου και την ιδιότητα του πράγματος ως δεκτικού χρησικτησίας, την οποία δεν έχουν τα ακίνητα αυτά (παραμεθόρια) χωρίς την παραπάνω άδεια, μολονότι δε η νομή δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των ρητά απαγορευμένων στο νόμο δικαιοπραξιών, αφού αυτή (νομή) δεν είναι ούτε εμπράγματο, ούτε ενοχικό δικαίωμα, ωστόσο κατά το σκοπό του νόμου – που είναι η απαγόρευση όχι μόνο κάθε δικαιοπραξίας, αλλά και κάθε πράξης νομικά κρίσιμης για την κτήση κυριότητας- περιλαμβάνεται και αυτή, αφού η μεταβίβασή της εγκυμονεί τους ίδιους κινδύνους για την εθνική ασφάλεια με την μεταβιβαστική εμπραγμάτου ή ενοχικού δικαιώματος δικαιοπραξία. Εξάλλου ο σκοπός της νομοθεσίας για τον έλεγχο της κτήσης εμπραγμάτων δικαιωμάτων στις παραμεθόριες περιοχές, που όπως προαναφέρθηκε είναι η διαφύλαξη της κρατικής εθνικής ασφάλειας, είναι υπέρτερος του σκοπού των διατάξεων για την χρησικτησία, ειδικά την έκτακτη που αποβλέπει στην οικονομική αξιοποίηση του ακινήτου και στην επιβράβευση της μακροχρόνιας εκμετάλλευσής του. Η ύπαρξη της ανωτέρω αδείας πρέπει να υπάρχει κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, αφού για την έκδοσή της η αρμόδια Επιτροπή σταθμίζει τις κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο υπάρχουσες περιστάσεις, από την άποψη της προστασίας των συμφερόντων της Εθνικής Ασφάλειας της Χώρας, για την χορήγησή της η μη στον ενδιαφερόμενο. Η μετά την κατάρτιση της (ακύρου) δικαιοπραξίας έκδοση της αδείας δεν επάγεται και την αναδρομική επικύρωσή της. Η αναδρομική επικύρωση των ακύρων δικαιοπραξιών περιορίστηκε, κατά την περί τούτου βούληση του νομοθέτη, αποκλειστικώς στις δικαιοπραξίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 του νόμου 1898/1990 (17/17.9.1990) ήτοι σε εκείνες που καταρτίστηκαν χωρίς άδεια της Επιτροπής από την έναρξη ισχύος του ν. 1890 (31.7.1990) μέχρι 31.8.1990, οι οποίες καθίστανται έγκυρες, εφόσον μεταγενεστέρως αποκτηθεί η άδεια αυτή. Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην περίπτωση της χρησικτησίας. Τούτο σημαίνει ότι η κτητική παραγραφή δεν αρχίζει εάν ο χρησιδεσπόζων επί ακινήτου κειμένου σε παραμεθόρια περιοχή δεν έχει εφοδιασθεί με την παραπάνω άδεια. Περαιτέρω η άδεια, ως διοικητική πράξη, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο δε γιατί οι διοικητικές πράξεις ισχύουν για το μέλλον, εκτός αν ειδικά επιτρέπεται να ανατρέχει η ισχύς τους στο παρελθόν, όπως έγινε με το προαναφερθέν άρθρο 8 του ν. 1898/1990 για τις δικαιοπραξίες που έγιναν χωρίς άδεια της Επιτροπής από 31.7.1990 μέχρι 31.8.1990. Για τις διοικητικές πράξεις ισχύει η αρχή της μη αναδρομικότητας. Κατά την έννοια της αρχής αυτής, κάθε διοικητική πράξη ισχύει για τον εφεξής, από της εκδόσεώς της χρόνο και δεν έχει αναδρομική “ανατρέχουσα” ισχύ. Δηλαδή τα έννομα αποτελέσματά της δεν μπορούν να ανατρέξουν σε χρόνο προγενέστερο από την έκδοσή της ή την κοινοποίησή της, εκτός αν ο νόμος, κατ’ εξουσιοδότηση του οποίου εκδίδεται η διοικητική πράξη το επιτρέπει. Ενόψει τούτων με τη λήψη της παραπάνω άδειας του άρθρου 26 του ν. 1892/1990 ο κάτοχος της άδειας δεν μπορεί να προσμετρήσει τον χρόνο που διήνυσε στη νομή του ακινήτου πριν από την έκδοση της άδειας, ώστε να συμπληρώσει τον χρόνο χρησικτησίας. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1738/2012). Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) -ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 197/2013-.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ’ αυτό αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτο κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/28-11-1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας Εμμανουήλ Μητροπία που νόμιμα μεταγράφηκε, περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας – εναγομένης Κ. Κ. Μ., λόγω αγοράς από την Κ. συζ. Ι. Σ., το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στη θέση “Περίβολος” της Κοινότητας Οίας Κυκλάδων και περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο ως οικία με παλιά οιναποθήκη, αποτελούμενη από τρία δωμάτια, αυλή και δεξαμενή, μαζί με πεζούλες, οικόπεδο, μάντρα και σπηλιά που συνορεύει με ακίνητα Π. Μ., Κ. Ν., Π. Α. και δημόσια οδό. Το επίδικο ακίνητο με τη σημερινή του μορφή αποτυπώνεται ειδικότερα, στο από Μάιο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ. που ενσωματώθηκε στην από 21-9-2005 αγωγή του ενάγοντος – εναγομένου Γ. – Σ. και αποτελεί μέρος αυτής, και αποτελείται σήμερα μετά από ανακαινίσεις και τροποποιήσεις που έγιναν σ’ αυτό, από πέντε υπόσκαφες κατοικίες με αυλές, δύο υπόσκαφες σπηλιές, δύο στέρνες, W.C. βρίσκεται σε οικόπεδο συνολικής επιφάνειας 452,86 τ.μ., και συνορεύει με τις αναφερόμενες στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ιδιοκτησίες. Τα χρήματα για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, το τίμημα του οποίου ανήλθε σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στο ποσό των 12.000 δρχ., απέστειλε στην ενάγουσα (C. C.) ο πατέρας της Μ. Κ., καθώς αυτό προοριζόταν ως εξοχική κατοικία όλων των μελών της οικογένειας Κ., η δε τελευταία συνέβαλε μαζί με το σύζυγο της υπό την ιδιότητα τους ως αρχιτεκτόνων στην απαραίτητη λόγω της παλαιότητας της ανακαίνιση της οικίας. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι τα χρήματα για την απόκτηση του ακινήτου καταβλήθηκαν από τον Μ. Κ., και η πρόθεση του ήταν το ακίνητο να γραφτεί στο όνομα του το συμβόλαιο αγοράς του επιδίκου καταρτίστηκε στο όνομα της ενάγουσας Κ. C., και τούτο διότι, αυτή διέμενε κατά το χρόνο αγοράς του, μαζί με το σύζυγο της στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τον πατέρα της, που διέμενε στο εξωτερικό. Μετά την αγορά του επιδίκου η ενάγουσα Κ. C., το επισκεπτόταν τακτικά μέχρι το έτος 1970, κατά το οποίο εγκαταστάθηκε μόνιμα με το σύζυγο και τα τέκνα της στις Η.Π.Α. Έκτοτε, και μέχρι το έτος 1980, επισκέφθηκε το ακίνητο με την οικογένεια της μόνο δύο φορές, τα έτη 1972 και 1974. Κατά τη δεκαετία 1970 – 1980 τα πρόσωπα που επισκέπτονταν το επίδικο τακτικά ήταν οι γονείς της Μ. και Μ. C., οι οποίοι και το συντηρούσαν κατά τη διάρκεια των θερινών τους διακοπών. Ωστόσο περί το έτος 1980 ο Μ. Κ. αποφάσισε να πωλήσει το επίδικο, το οποίο παρά το γεγονός ότι αγοράστηκε στο όνομα της κόρης του, το θεωρούσε ουσιαστικά δικό του, καθώς όπως προαναφέρθηκε, αυτό είχε αγοραστεί με δικά του χρήματα και με σκοπό να αποτελέσει εξοχική κατοικία όλων των μελών της οικογένειας του και όχι να περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας, γεγονός το οποίον αυτήν εγνώριζε. Έτσι ο πατέρας της ενάγουσας Μ. Κ. ξεκίνησε την αναζήτηση αγοραστή στη Θήρα. Η αιτία της απόφασης του να μεταβιβαστεί το επίδικο σε τρίτο, αναγόταν στην έλλειψη χρόνου, αλλά και ενδιαφέροντος των μελών της οικογένειας Κ. να επισκέπτονται τακτικά τη Θήρα, έστω και για τις θερινές τους διακοπές, λόγω των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων και της διαμονής τους σε διαφορετικά κάθε φορά μέρη (Ινδίες, Αγγλία, Η.Π.Α), με αποτέλεσμα η διατήρηση απλώς της κυριότητας του επιδίκου να συνεπάγεται για τον ίδιο την καταβολή αρκετών χρημάτων για τις δαπάνες συντήρησης του, οι οποίες όμως χωρίς την τακτική παρουσία της οικογένειας Κ. στη Θήρα δεν θα είχαν αντίΚ.μα. Τόσο κατά την αναζήτηση αγοραστή για το επίδικο στη Θήρα, όσο και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1970 – 1980 ο Μ. Κ. συμπεριφερόταν ως κύριος του ακινήτου και τέτοια εντύπωση έδινε και στους τρίτους, αφού μάλιστα η κόρη Κ. (ενάγουσα) εμφανιζόταν σπάνια στη Θήρα από το έτος 1974 και εφεξής. Ο ενάγων -εναγόμενος Γ. Σ., Δανός υπήκοος, επισκεπτόταν συχνά τη Θήρα για διακοπές, φιλοξενούμενος από το Γερμανό φίλο του Ζωγράφο, Μ. Λ. και το έτος 1980 γνωρίστηκε με τον πατέρα της ενάγουσας Μ. Κ.. Μόλις έμαθε από το Μ. Κ. ότι αυτός σκεπτόταν να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, εξέφρασε την επιθυμία να το αγοράσει ο ίδιος, αφού και αυτός ενδιαφερόταν για την απόκτηση ακινήτου στη Θήρα, που ήταν ο αγαπημένος του τόπος διακοπών. Ο Μ. Κ. και ο ενάγων – εναγόμενος Γ. Σ. συμφώνησαν, λοιπόν προφορικά το θέρος του 1980 για την πώληση του επιδίκου στο δεύτερο, με την προϋπόθεση ότι τα μέλη της οικογένειας Κ. θα μπορούν να διαμένουν εφεξής στο επίδικο επί ένα μήνα κατ’ έτος, ύστερα από συνεννόηση για τις ακριβείς ημερομηνίες παραμονής τους στο επίδικο με τον αγοραστή (βλ. την από 2-10-1995 επιστολή του Γ. Σ. προς την Κ. Κ. στην οποία κάνει σαφή αναφορά στην παραπάνω συμφωνία) ενώ, περαιτέρω, μεταξύ τους αναπτύχθηκε και στενή φιλία, εξαιτίας και των κοινών ενδιαφερόντων τους (ο Μ. Κ. ήταν χημικός και δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά σε διάφορα μέρη του κόσμου, και ο Γ. Σ. ήταν αρχιτέκτονας εσωτερικών χώρων και δραστηριοποιούνταν στον τομέα της κατασκευής και εμπορίας οικιακών ειδών και αξεσουάρ) με συνέπεια να περνούν κοινές θερινές διακοπές στη Θήρα. Ο Μ. Κ. διαβεβαίωσε τον αγοραστή ότι το ακίνητο είχε αγοραστεί αποκλειστικά με δικά του χρήματα, αλλά στο όνομα της κόρης του Κ. Κ., η οποία την περίοδο της αγοράς του ακινήτου (έτος 1966) βρισκόταν στην Ελλάδα και υπέγραψε για το λόγο αυτό το συμβόλαιο αγοράς του, και ότι αυτή συναίνεσε ασφαλώς και θα συνέπραττε στην πώληση, όταν αυτή ολοκληρωνόταν τυπικά, καθώς ουσιαστικά αυτός ήταν που είχε την εξουσία διάθεσης του επιδίκου. Μάλιστα, κατά το έτος 1982, ο Γ. Σ., κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στις Ινδίες, όπου βρισκόταν ο Μ. Κ., που την εποχή εκείνη επόπτευε εγκαταστάσεις μιας αμερικανικής επιχείρησης κατασκευής πλαστικών υλών στις Ινδίες, του κατέβαλε το ποσό των 50.000 δολαρίων Η.Π.Α, που είχε συμφωνηθεί ως τίμημα του ακινήτου και ανταποκρινόταν στην κατά το χρόνο αυτό αγοραία αξία του, δεδομένου, ότι κατά τους εμπεριεχόμενους στα δικόγραφα ισχυρισμούς αμφοτέρων των διαδίκων, η αξία του επιδίκου ανέρχεται, κατά το χρόνο άσκησης των συνεκδικαζόμενων αγωγών (έτη 2004 – 2005), δηλαδή είκοσι δύο έτη μετά στο ποσό των 90.000 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη και της αλματώδους αύξησης της αξίας των ακινήτων στη Θήρα μεταξύ των ετών 1982 και 2004. Ωστόσο, παρά την καταβολή του τιμήματος, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν προχώρησαν στην ολοκλήρωση της μεταβίβασης του επιδίκου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, καθώς αυτό βρίσκεται σε περιοχή (Θήρα) που είναι χαρακτηρισμένη ως παραμεθόριος, και δεν ήταν δυνατή η απόκτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων από αλλοδαπό, χωρίς την προηγούμενη άρση της απαγόρευσης από τη διοίκηση. Παρόλα αυτά, ο Μ. Κ. και ο Γ. Σ., έχοντας εμπιστοσύνη στις εκατέρωθεν δεσμεύσεις που ανέλαβαν αρκέστηκαν στην προφορική συμφωνία τους, αναμένοντας την ολοκλήρωση των διαδικασιών για την άρση της ως άνω απαγόρευσης για τον τελευταίο, κάτι που ωστόσο αποδείχθηκε, ως ιδιαίτερα δυσχερές ζήτημα, δεδομένου ότι, κατά τη δεκαετία του 1980, η Ελληνική διοίκηση ήταν ιδιαίτερα φειδωλή για τη χορήγηση σε αλλοδαπούς άδειας απόκτησης ακινήτων σε χαρακτηριζόμενες ως παραμεθόριες περιοχές. Τελικά οι προσπάθειες του (άτυπου) αγοραστή του επιδίκου, Γ. Σ. να επιτύχει την άρση της απαγόρευσης ευοδώθηκαν το πρώτον στις 18-9-1997 (βλ. την υπ’ αριθμ. 3457/18-9-1997 απόφαση της επιτροπής του ν. 1892/1990), όταν όμως ο Μ. Κ. είχε ήδη αποβιώσει (28-4-1996), και αφού είχε ήδη απορριφθεί παρόμοια αίτηση του στις 23-10-1992. Καθ’ όλο δε το χρονικό διάστημα από το έτος 1980 έως το θάνατο του Μ. Κ., τόσο αυτός, όσο και ο Γ. Σ. αναζητούσαν τρόπους προκειμένου να παρακάμψουν το δυσχερές ζήτημα της εκ του νόμου απαγόρευσης της κτήσης του επιδίκου από αλλοδαπό. Αρχικά επιχειρήθηκε να ξεπεραστεί η απαγόρευση με την απόκτηση του επιδίκου, όχι από τον ίδιο τον αγοραστή, αλλά από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “Σόνταλ Ελλάς-Ε.Π.Ε.”, που ο ίδιος ίδρυσε με έδρα την Ελλάδα, για το σκοπό αυτό, με το υπ’ αριθμ. …/17-3-1982 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοπέμπτης Χρυσάκη (βλ. το 573/22-3-1982 Φ.Ε.Κ. τεύχος ΑΕ και Ε.Π.Ε.). Ωστόσο, η κατ’ αυτόν τον τρόπο προσπάθεια μεταβίβασης του ακινήτου δεν ευοδώθηκε, και κατόπιν αυτού ο Μ. Κ., πρότεινε στο Γ. Σ., προς κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, η συμφωνία των μερών για μεταβίβαση του ακινήτου να περιβληθεί τον νομικό μανδύα μιας σύμβασης μακρόχρονης μίσθωσης (99 ετών) που αποτελεί, άλλωστε, συνηθισμένο τύπο σύμβασης για μεταβίβαση ιδιοκτησιών (για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) στο αγγλοσαξονικό δίκαιο. Τα μέρη, ωστόσο, δεν προχώρησαν ούτε στην κατάρτιση τέτοιας σύμβασης. Η προσπάθεια των μερών να βρεθεί μια λύση σχετικά με την τυπική ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου διαφαίνεται και από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα – εναγόμενο Γ. Σ., επιστολές του Μ. Κ. προς αυτόν, με αντικείμενο την αναζήτηση τρόπου κατοχύρωσης των συμφερόντων του Γ. Σ., είτε με τη σύσταση εταιρίας συμφερόντων του αγοραστή με έδρα την Ελλάδα, είτε με την κατάρτιση μακροχρόνιας μίσθωσης (βλ. χαρακτηριστικά την από 8-5-1985 επιστολή του Μ. Κ., όπου αυτός αναφέρει κατά λέξη “θα είμαστε ευχαριστημένοι να ολοκληρώσουμε τη συμφωνία οποτεδήποτε… είμαστε δύο πολύ καλοί φίλοι, που έχουμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο” και την από 18-9-1990 επιστολή του, όπου αυτός αναφέρει ότι “ήταν το 1982 όταν συνάψαμε τη σύμβαση πώλησης… υπήρξες γενναιόδωρος με το να δεχθείς να συνάψεις τη συμφωνία μαζί μου και θέλω το μέλλον σου στο σπίτι να προστατευθεί”. Ο Μ. Κ., δε προέκρινε τη λύση της σύμβασης μακροχρόνιας μίσθωσης, όπως φαίνεται και από την 20-1-1990 επιστολή του. Ο Γ. Σ., από την άλλη πλευρά, πρόκρινε την καθαρή λύση της οριστικής μεταβίβασης του ακινήτου σε αυτόν, και δεν δέχθηκε να συμπράξει στις συμβάσεις μακροχρόνιας μίσθωσης, και συνέχισε τις προσπάθειες του να λάβει την έγΚ.η της επιτροπής του άρθρου 26 του ν. 1892/1990. Κατά τη διάρκεια πάντως των επαφών μεταξύ του Μ. Κ. και του Γ. Σ. σχετικά με την ανεύρεση τρόπου να παρακαμφθεί η απαγόρευση απόκτησης του επιδίκου από τον τελευταίο, καμία αναφορά δεν γίνεται σε εκπεφρασμένη ή έστω διαφαινομένη άρνηση της κόρης του Μ. Κ., Κ., να συμπράξει στην τυπική μεταβίβαση του επιδίκου στον Γ. Σ.. Για πρώτη φορά ο Μ. Κ. αναφέρεται στις αντιρρήσεις της κόρης του για την πώληση του ακινήτου, λόγω της μεγάλης αύξησης της αξίας των ακινήτων στη Θήρα, στην από 30-12-1995 επιστολή προς τον Γ. Σ., όπου αναφέρει ότι “Η Κ. μας λέει ότι δεν έπρεπε να σου πουλήσουμε το σπίτι… είπε ότι αν δεν το πουλούσαμε θα ήταν επικερδές να το νοικιάζουμε”. Ωστόσο στην ίδια επιστολή αναφέρει ότι τελικά αυτή συμφώνησε να υπογράψει τα συμβόλαια, όταν θα ξεπεραστεί το πρόβλημα της παραμεθορίου, ενώ για μια ακόμη φορά θεωρεί την υπόθεση αυτή ως αποκλειστικά δική του και όχι της κόρης του, αφού η τελευταία δεν έχει συνεισφέρει κανένα χρηματικό ποσό, για την αγορά, και την ανακαίνιση του επιδίκου (βλ. και την από 10-7-1991 επιστολή του, όπου αναφερόμενος στην κόρη του εκθέτει ότι “έκανε την αγορά με χρήματα, τα οποία έστειλα από την Ινδία, όπου διέμενα εκείνο τον καιρό” και αναγνωρίζει περαιτέρω ότι από το έτος 1981 η συντήρηση και η ανακαίνιση του επιδίκου έγιναν από τον Γ. Σ.). Εξάλλου, η νομή και κατοχή του επιδίκου είχε ήδη παραδοθεί από το θέρος του έτους 1980 στον Γ. Σ. από τον Μ. Κ., ο οποίος όχι μόνο εμφανιζόταν πλέον στη Θήρα ως κύριος του, αλλά αναγνωριζόταν ως τέτοιος τόσο από την τοπική κοινωνία της Οίας, όσο και από τα ίδια τα μέλη της οικογένειας του Μ. Κ.. Συγκεκριμένα, από το θέρος του έτους 1980, ο Γ. Σ. παρέλαβε τα κλειδιά του επιδίκου, ανέλαβε τα έξοδα της συντήρησης του και προέβη σε εκτεταμένες επισκευές του. Οι πραγματοποιηθείσες από αυτόν εργασίες επισκευής και ανακαίνισης του επιδίκου συνίστανται στην κατά το έτος 1983 πλήρη ανακαίνιση της οικίας, τη δημιουργία προστατευτικών πρεβαζιών, την ανανέωση της ηλεκτρικής υδατοδεξαμενής, στην κατά τα έτη 1984 και 1985 εσωτερική σύνδεση των υπόσκαφων χώρων της οικίας που βρισκόταν σε διαφορετικό επίπεδο, και στην κατά τα έτη 1986 έως και 1990 διαμόρφωση των υπολοίπων χώρων του επιδίκου (δημιουργία μανδρότοιχου, ξύλινης εξωτερικής εισόδου, επισκευή ταράτσας). Κατά το έτος δε 1986, ο Γ. Σ. μερίμνησε για την αναστύλωση υπόσκαφου τμήματος του επιδίκου, που δημιουργούσε πρόβλημα στατικότητας για τον άνωθεν αυτού δρόμο, ύστερα από πρόσκληση των τοπικών αρχών. Περαιτέρω, και μετά το έτος 1990 λάμβαναν χώρα με επιμέλεια του Γ. Σ. οι απαραίτητες και συνήθεις για τη συντήρηση του επιδίκου εργασίες. Δεδομένου μάλιστα ότι ο Γ. Σ. απουσίαζε το μεγαλύτερο .διάστημα του χρόνου από τη Θήρα είχε αναθέσει την επίβλεψη και το συντονισμό των εργασιών στο επίδικο, αλλά και την εν γένει συντήρηση του, στο φίλο και συνεργάτη του στην Ελλάδα Σ. Κ. Π., τον οποίο μάλιστα είχε ορίσει και ως διαχειριστή της προαναφερόμενης Ε.Π.Ε., που είχε συστήσει για να παρακάμψει την απαγόρευση απόκτησης του επιδίκου ακινήτου λόγω της παραμεθορίου. Ο Σ. Π. είχε τα κλειδιά του επιδίκου, όσο ο Γ. Σ. απουσίαζε από την Ελλάδα, συνεννοούνταν με τους τεχνίτες και τα συνεργεία (βλ. τις προσκομιζόμενες αποδείξεις είσπραξης των Γ. Λ., τεχνίτη και Η. Φ. εργολάβου και Γ. Ρ., υδραυλικού) και απέδιδε λογαριασμό στο Γ. Σ. (βλ. τον προσκομιζόμενο πρόχειρο πίνακα δαπανών που συνέταξε ο ίδιος). Εξάλλου ο Γ. Σ. ανέλαβε εξ ολοκλήρου και τις δαπάνες που βάρυναν το ακίνητο, όπως την εξόφληση των λογαριασμών της Δ.Ε.Η., που έως το έτος 1989 επιμελούνταν για λογαριασμό του ο Θ. Κ., κάτοικος Οίας, στο όνομα του οποίου και αποστέλλονταν οι σχετικές ειδοποιήσεις. Μάλιστα ο Θ. Κ. στην από 27-3-1989 επιστολή του προς το Σ. Π., ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση πλέον να τους εξυπηρετεί για την εξόφληση των λογαριασμών, εκφράζοντας και παράπονα για την έλλειψη αμοιβής του για τις εξυπηρετήσεις, που προσέφερε, από τότε που το επίδικο ακίνητο ανέλαβε ο Γ. Σ.. Στη συνέχεια, από το έτος 1989 και εφεξής οι λογαριασμοί της Δ.Ε.Η., που αφορούσαν στο επίδικο ακίνητο, αποστέλλονταν στο Σ. Π., και μάλιστα στη διεύθυνση, που είχε δηλωθεί ως έδρα της εταιρίας ΣΟΝΤΑΠ Ε.Π.Ε. (βλ. τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των λογαριασμών της Δ.Ε.Η. του επιδίκου για τη χρονική περίοδο 1980-1996). Στο γεγονός της συντήρησης και ανακαίνισης του επιδίκου από το Γ. Σ. αναφέρεται μάλιστα και ο Μ. Κ. στην από 30-12-1995 επιστολή προς αυτόν, το εν λόγω δε γεγονός δεν αμφισβήτησε και ο εξετασθείς ως μάρτυρας της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Κ. Κ., αδελφός της ενάγουσας. Εξάλλου, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από το θέρος του έτους 1981 έως και την άσκηση της εναντίον της αγωγής, ο Γ. Σ. και τα μέλη της οικογένειας του επισκέπτονταν τακτικά τη Θήρα και κατοικούσαν στο επίδικο, ενώ τα μέλη της οικογένειας Μ. Κ. επισκέπτονταν το επίδικο ύστερα από συνεννόηση με το Γ. Σ., και διέμεναν σε αυτό, δεδομένου ότι μέχρι το θάνατο του Μ. Κ. οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές, και τηρούνταν η παραπάνω συμφωνία να μπορούν να κάνουν χρήση του επιδίκου, και τα μέλη της οικογένειας Μ. Κ.. Συγκεκριμένα, ο αδελφός της Κ. Κ., Κ. Κ. επισκέφθηκε και διέμεινε στο επίδικο κατά τα έτη 1981, 1983, 1986, και 1989, ο γιος της Τ. το έτος 1993, ο γιος της Μ. τα έτη 1981 και 1993, ενώ η ίδια η ενάγουσα και η κόρη της Μ., διέμειναν στο επίδικο το έτος 1995. Μάλιστα ενόψει του ότι κλειδιά του επιδίκου είχε ο συνεργάτης και φίλος του Γ. Σ., Σ. Π. που κατοικούσε στην Αθήνα, όσοι επισκέπτονταν το επίδικο στη Θήρα, πλην της Κ. Κ., λάμβαναν τα κλειδιά από αυτόν (βλ. την κατάθεση του Κ. Κ., που αναφέρει ότι όταν ο ίδιος επιθυμούσε να επισκεφθεί το επίδικο συναντούσε το Σ. Π. στην Αθήνα, για να παραλάβει τα κλειδιά). Περαιτέρω, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ο Γ. Σ. αναγνωριζόταν ως κύριος του επιδίκου ακινήτου, τόσο από τους εργάτες που απασχολήθηκαν στην ανακαίνιση του επιδίκου, και τους κατοίκους της Οίας, όσο και από τα μέλη της οικογένειας Μ. Κ.. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιμετώπισης του Γ. Σ. από τους τρίτους ως κυρίου του επιδίκου είναι η περίπτωση της αναφερόμενης πιο πάνω, κατά το έτος 1985, υποχώρησης του εδάφους του οδοστρώματος σε σημείο ακριβώς πάνω από το υπόσκαφο τμήμα του επιδίκου, για την αποκατάσταση της οποίας οι αρμόδιες υπηρεσίες της Θήρας απευθύνθηκαν στο Γ. Σ. ως κύριο αυτού προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες εργασίες αναστήλωσης του υπόσκαφου, πράγμα που ο τελευταίος έκανε. Αλλά και , τα μέλη της οικογένειας Κ. δεν παρέλειπαν να εκφράσουν τις ευχαριστίες τους, μέσω των επιστολών του Μ. Κ., για τη φιλοξενία τους στο επίδικο από το Γ. Σ. (βλ. την από 20-1-1990 επιστολή του Μ. Κ., στην οποία αναφέρει ότι “ο C. (γιος του Μ. Κ.) άνευ άλλου, εκτιμά την ευγένεια σου, που φρόντισες να καθορίσεις ημερομηνίες, που αυτός, η A., και η μικρή G. μπόρεσαν και πήγαν εκεί τον προηγούμενο χρόνο”, την από 27-7-1999 επιστολή του ιδίου, στην οποία αναφέρει ότι “ο C. εκτιμά την άδεια σας να μείνει στο σπίτι στη Σαντορίνη. Σας ευχαριστώ και πάλι για λογαριασμό του”. Μάλιστα, ακόμη και η ίδια η ενάγουσα, αναγνώριζε με την στάση της το Γ. Σ. ως κύριο και νομέα του επιδίκου. Τούτο προκύπτει από την από 12-10-1995 επιστολή της προς αυτόν, κατά την προσπάθεια της να αρθεί παρεξήγηση, που δημιουργήθηκε μεταξύ του Γ. Σ. και της κόρης της Μ., ως προς τον ακριβή χρόνο χρήσης του επιδίκου από την τελευταία, στην οποία (επιστολή) του ζητά την άδεια να παραμείνει η κόρη της στο επίδικο και να αποθηκεύσει εκεί προσωπικά της είδη για όσο καιρό θα απουσίαζε σε ταξείδι που είχε σχεδιάσει στην Τυνησία και το Ισραήλ. Μετά το θάνατο του Μ. Κ. (28-4-1996) οι επαφές των διαδίκων σταμάτησαν και παρά την απόφαση της επιτροπής του άρθρου 26 του ν. 1892/1990 περί άρσης της απαγόρευσης απόκτησης ακινήτου από τον Γ. Σ., το συμβολαιογραφικό έγγραφο οριστικής μεταβίβασης του ακινήτου δεν καταρτίστηκε ποτέ. Μάλιστα η Κ. Κ. με επιστολή της που εστάλη στο Γ. Σ., στις 10-6-1997, τον κάλεσε να εγκαταλείψει το επίδικο, ισχυριζόμενη ότι η παραμονή του τα προηγούμενα χρόνια σ’ αυτό είχε το χαρακτήρα “φιλοξενίας”, λόγω της φιλικής σχέσης με τον πατέρα της. Ακολούθως επισκέφθηκε τη Θήρα τον Αύγουστο του έτους 1999 και προσπάθησε να εισέλθει στο επίδικο, ενόσω σ’ αυτό διέμενε η οικογένεια Σ., αλλά συνάντησε την άρνηση του Γ. Σ.. Κατόπιν αυτού προσέφυγε προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς στην Ειρηνοδίκη Θήρας που κάλεσε τους διαδίκους να εμφανιστούν ενώπιον της στις 11-8-1999, ωστόσο οι διαφορές των μερών δεν επιλύθηκαν, ούτε με την παρέμβαση της Ειρηνοδίκη. Έκτοτε και μέχρι την άσκηση των κρινόμενων αγωγών, η Κ. Κ. δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια (δικαστική ή εξώδικη) κατά του Γ. Σ. μέχρι την άσκηση των κρινόμενων αγωγών, ενώ ούτε η ίδια, ούτε κάποιο μέλος της οικογένειας Κ. επισκέφθηκε ξανά το επίδικο. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά κατατέθηκαν με σαφήνεια και ακρίβεια από το μάρτυρα Θ. Π., του οποίου η κατάθεση ενισχύεται από όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα απολύτως από αυτά, ιδίως δε από τις επιστολές του Μ. Κ., αλλά και της Κ. Κ. προς τον Γ. Σ.. Η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί από εκείνη του μάρτυρα Κ. Κ., η οποία είναι ασαφής και αόριστη, ενόψει μάλιστα του ότι αυτός επισκέφθηκε ελάχιστες φορές το επίδικο, και είχε λίγες επαφές με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του και ιδίως με τον πατέρα του Μ. Κ.. Εξάλλου, και όσα κατέθεσε στην υπ’ αριθμ. 33/2005 ένορκη βεβαίωση ο Μ. Κ. του Θ., ότι δηλαδή ο Γ. Σ. φιλοξενούνταν απλώς στο επίδικο, και ότι ο πατέρας του Θ. Κ. επέβλεπε και συντηρούσε για λογαριασμό της Κ. Κ., και ότι ο Γ. Σ. παραλάμβανε τα κλειδιά του επιδίκου από τον πατέρα του, έρχονται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη επιστολή του ίδιου του πατέρα του Θ. Κ., προς τον Σ. Π., αλλά και την κατάθεση του Κ. Κ., ότι ο ίδιος λάμβανε τα κλειδιά του επιδίκου από το Σ. Π., συνεργάτη του Γ. Σ., και όχι από τον Θ. Κ.. Όσον δε αφορά τις προσκομιζόμενες επιστολές του Μ. Κ. προς τον Γ. Σ. ο περιλαμβανόμενος στις προτάσεις της ενάγουσας ισχυρισμός περί γενικής άρνησης της ύπαρξης και του περιεχομένου τους, δεν συνιστά την τασσόμενη από το νόμο σαφή και ρητή άρνηση της γνησιότητας τους (ΑΠ 551/1995 Ελλ. Δνη 1987, 87. Εφ.Αθην. 436/1994 Ε.Εμπ.Δ. 1994.602) ενώ περαιτέρω και ο μάρτυρας της ενάγουσας, γιος του Μ. Κ. δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα των επιστολών του πατέρα του, αναφερόμενος απλώς στο ότι ο πατέρας του δεν είχε την εξουσία να διαπραγματεύεται με τρίτους σχετικά με την τύχη του επιδίκου. Από όσα εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι από το έτος του 1982, που κατέβαλε το τίμημα αγοράς του επιδίκου ακινήτου έως και την άσκηση των εναντίον του Γ. Σ. κρινόμενων αγωγών (2004), αλλά και την άσκηση της δικής του αγωγής, εναντίον της Κ. Κ., αυτός ασκούσε τις αναλυτικά εκτιθέμενες παραπάνω διακατοχικές πράξεις διάνοια κυρίου, καθώς θεωρούσε ότι έκτοτε το επίδικο ουσιαστικά του ανήκει. Η πεποίθηση, εξάλλου του τελευταίου να κατέχει το επίδικο ως κύριος επιβεβαιώνεται και από το πλήθος των εργασιών συντήρησης και ανακαίνισης του επιδίκου , στις οποίες προέβη, και τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε γ’ αυτό, που δεν θα δικαιολογούνταν χωρίς αυτή, καθώς δεν αρμόζουν σε πρόσωπο, που απλώς φιλοξενείται σε ένα ακίνητο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η Κ. Κ.. ’λλωστε, και στις σχέσεις του με την οικογένεια Μ. Κ., συμπεριφερόταν ως κύριος του επιδίκου, για το λόγο δε αυτό τα μέλη της συνεννοούνταν με αυτόν για τις ημερομηνίες, που θα μπορούσαν να επισκέπτονται και να διαμένουν στο επίδικο.
Συνεπώς, με την άσκηση εικοσαετούς νομής από το έτος 1982 έως το έτος 2004 ο εναγόμενος – ενάγων Γ. Σ. κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον μάλιστα αυτή δεν διακόπηκε για κάποιο νόμιμο λόγο (απώλεια της νομής ή έγερση διεκδικητικής αγωγής εναντίον του αρθρ. 1048 και 1049 ΑΚ) μέχρι το έτος 2002, κατά το οποίο συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια νομής για τον τελευταίο, καθώς η εναντίον του διεκδικητική αγωγή ασκήθηκε το πρώτον το έτος 2004. Το γεγονός δε ότι αυτός μέχρι το έτος 1997 δεν είχε λάβει την απαιτούμενη άδεια απόκτησης ακινήτου σε παραμεθόριες περιοχές, δεν ασκεί, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, έννομη επιρροή στην απόκτηση του επιδίκου από αυτόν με έκτακτη χρησικτησία, αφού είναι υπήκοος χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πολύ περισσότερο, εφόσον πριν τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, ήρθησαν ως προς αυτόν οι απαγορεύσεις του ν. 1892/1990 για την απόκτηση του επιδίκου ακόμη και με παράγωγο τρόπο. ’λλωστε, ούτε η έλλειψη της άδειας της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 26 του ν. 1892/1990 μέχρι το έτος 1997, ούτε η γνώση του Γ. Σ., ότι κυρία του ακινήτου, του οποίου την απόκτηση συμφώνησε με τον Μ. Κ., ήταν η κόρη του Κ. Κ., αναιρούν το γεγονός ότι αυτός από το έτος 1982, όχι απλώς ασκούσε διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου, αλλά είχε και διάνοια κυρίου ως προς αυτό, δηλαδή τη θέληση να το εξουσιάζει ως κύριος”. Ακολούθως το Εφετείο, μετά από επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως, έκανε δεκτή την από 21.9.2004 αναγνωριστική αγωγή κυριότητος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε τις από 25-5-2004 δύο αγωγές της αναιρεσείουσας περί διεκδικήσεως του ίδιου ακινήτου και περί αποζημιώσεως, λόγω παράνομης κατάληψης της νομής του, αντίστοιχα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 11 παρ.1, 30 και 31 παρ.2 ν. 1540/1985, 26 παρ.1 του ν. 1892/1990 και 8 του Ν 1898/1990. Τούτο δε γιατί ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε συμπληρώσει μέχρι τις 10.4.1985 που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 1540/1985 τον χρόνο της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και ότι δεν είχε εφοδιασθεί με την προβλεπόμενη από το άρθρο 26 του ν. 1892/1990 άδεια, ώστε να μπορέσει να αποκτήσει κατ’ εξαίρεση, ως έχων την ιθαγένεια χώρας-μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου που βρίσκεται σε παραμεθόρια περιοχή, καθώς και τη νομή του, παρά μόνο το έτος 1997, αφότου και θα ήταν δυνατή, λόγω κτήσεως της νομής, η έναρξη του χρόνου της κτητικής παραγραφής, στη συνέχεια έκρινε καταφατικά περί συμπληρώσεως του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο αυτής και το χρονικό διάστημα πριν από την απόκτηση της άδειας, ήτοι από του έτους 1982, κατά το οποίο όμως ο εναγόμενος, ως στερούμενος της σχετικής άδειας δεν μπορούσε να ασκεί νομή AD USU CAPIONEM, ενώ ο χρόνος που μεσολαβεί από τότε που αποκτήθηκε η μη έχουσα αναδρομική ισχύ άδεια (1997) μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής του (2004) δεν αρκεί για τη συμπλήρωσή του, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, χρόνου έκτακτης χρησικτησίας. Ενόψει τούτων οι, από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην των πρότερων δικασάντων. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 132/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια