Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Απόφαση ΑΠ 74/2021 - Νόμιμη μοίρα κατιόντων και αόριστη αγωγή περί κλήρου


Απόφαση ΑΠ 74/2021 - Νόμιμη μοίρα κατιόντων και αόριστη αγωγή περί κλήρου

Αγωγή περί κλήρου (1831, 1838, 1871 ΑΚ) κατιούσας λόγω παρακράτησης της νόμιμης μοίρας της. Απόρριψη από το εφετείο της περί κλήρου αγωγής της ενάγουσας λόγω ποιοτικής αοριστίας (216 ΚΠολΔ). Ο δικαιούχος νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα (1825, 1827 και 1829 ΑΚ). Η απουσία αναφοράς της ταύτισης της πραγματικής αξίας των επί μέρους στοιχείων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου με την προσδιορισμένη αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν αποτελεί αιτία αοριστίας. Αναίρεση της 1882/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (559 ΚΠολΔ αριθ. 14)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Γ., συζ. Χ. Π., κατοίκου Ν. Θ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μισαηλίδου, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. Κ. του Γ., 2) Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Δεβελάσκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14505/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1882/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 1882/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 14505/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε ως αόριστη η περί κλήρου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας η οποία είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Συνδέεται( δηλαδή, η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή όταν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ. παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1825, 1827 και 1829 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα από διαθήκη, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης, κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα. Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του κληρονόμου από διαθήκη, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 1831, 1838, 1871 ΑΚ συνάγεται ότι η αγωγή του μεριδούχου προς απόδοση νόμιμης μοίρας, είτε εξολοκλήρου είτε κατά το ποσοστό της οποίας αυτός συντρέχει ως κληρονόμος, είναι η περί κλήρου αγωγή, με την οποία απαιτούνται αντικείμενα της κληρονομιάς που κατακρατούνται από τον νομέα της κληρονομιάς, που αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα. Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομιάς, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και προστεθούν τα αναφερόμενα στα άρθρα αυτά στοιχεία.

Επομένως τα στοιχεία που πρέπει να διαλαμβάνονται στην παραπάνω αγωγή είναι : α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομουμένου, ο τόπος, ο χρόνος και η κατοικία ή διαμονή του κατά το χρόνο του θανάτου του, β) η κατά τους νόμιμους τύπους σύνταξη της διαθήκης, με την οποία έχει προσβληθεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, γ) το περιεχόμενο της διαθήκης, δ) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος και ειδικότερα το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, ε)όλα τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εξ αδιαθέτου τον αποβιώσαντα και η εξ αδιαθέτου μερίδα που θα λάμβανε ο ενάγων μεριδούχος, στ) η αξία των αντικειμένων της κληρονομιάς, κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη και η αξία των περιουσιακών στοιχείων που τυχόν έχει αφήσει ο κληρονομούμενος στον ενάγοντα μεριδούχο, ζ) το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που λείπει και δικαιούται να λάβει ο μεριδούχος ενάγων, η) η κατοχή και κατακράτηση από τον εναγόμενο ως κληρονόμο των αντικειμένων της κληρονομιάς, θ) το αίτημα και η αξία της διαφοράς.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης, από 2.8.2016 (αρ. κατ. δικ. 8644/2016), αγωγής, απευθυνόμενης ενώπιον του - πρωτοβάθμιου - Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα - ενάγουσα εξέθετε, κατά τα ενδιαφέροντα περιστατικά, ότι ο πατέρας της ίδιας και του πρώτου εναγομένου και παππούς από την πατρική γραμμή του δεύτερου εναγομένου, Γ. Κ. του Α., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος αποβίωσε την 1.10.2015 στη …, κατέλειπε κληρονομιαία περιουσία, η οποία περιλάμβανε τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή κληρονομιαία αντικείμενα. Ότι ο κληρονομούμενος με την …/….3.2009 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ειρήνης Ζησοπούλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα εγκατέστησε κληρονόμους του τα δύο ως άνω τέκνα του και τον εγγονό του, κατέλειπε δε με αυτήν : 1) στην ίδια και στον πρώτο εναγόμενο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα επί του ισογείου ορόφου εμβαδού 112,20 τμ διώροφης οικοδομής στην ... στα ..., Κοινότητας …, Δήμου …, Νομού …, εμβαδού 351 τ.μ. με το αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας αυτού επί του οικοπέδου και επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής, του οποίου η αντικειμενική αξία είναι 50.018,33 ευρώ. 2) στον πρώτο εναγόμενο: α) το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής, εμβαδού 112,20 τ.μ. με το αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας αυτού επί του οικοπέδου και επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής, αντικειμενικής αξίας 55.575,92 ευρώ, β)την παλιά ισόγεια οικία που βρίσκεται στο ίδιο οικόπεδο εμβαδού 75 τ.μ. με το αναλογούν ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο δέκα εκατοστών (10/100) αντικειμενικής αξίας 36.358,88 ευρώ, γ) το ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου επί των …, … και … κληροτεμαχίων, που βρίσκονται στο αγρόκτημα ... του ομώνυμου Δήμου, η αντικειμενική αξία των οποίων κατά το ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου υπολογίζεται σε 43.368,75 ευρώ, 14.850,00 ευρώ και 9.458,10 ευρώ αντίστοιχα , συνολικά δε σε 67.676,85 ευρώ. 3) στον δεύτερο εναγόμενο : α) τον με αριθμό … αγρό, εμβαδού 3.500 τ.μ. που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ..., ο οποίος, ωστόσο είχε πωληθεί το έτος 2009, έξι μήνες μετά τη σύνταξη της διαθήκης αντί τιμήματος 143.443 ευρώ και β) οικοπεδικό τμήμα εμβαδού 752,50 τ.μ. που βρίσκεται στον οικισμό ..., στην οδό ..., αντικειμενικής αξίας 141.223,56 ευρώ. Ότι ο ως άνω διαθέτης δεν συμπεριέλαβε στην προαναφερόμενη διαθήκη του το ποσοστό 1/10 επί του με αριθμό … αγρού, εμβαδού 6.587 τ.μ., που βρίσκεται στο αγρόκτημα ..., αντικειμενικής αξίας κατά το ποσοστό αυτό 8.892,45 ευρώ, την οικοσκευή του πρώτου εναγομένου αξίας 4.402,47 ευρώ, την οικοσκευή επ’ ονόματί της αξίας 1.337,98 ευρώ και τη σοφίτα της ως άνω διώροφης οικοδομής στην περιοχή Διαβατών, συνολικής αντικειμενικής αξίας 37.484,73 ευρώ, ως προς τα οποία έλαβε χώρα η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ότι η συνολική αντικειμενική αξία των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων, ανέρχεται σε 546.414,17 ευρώ, ποσό το οποίο προκύπτει από την πρόσθεση των αντικειμενικών αξιών όλων των παραπάνω κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων και μετά από την αφαίρεση του προσδιοριζόμενου στην αγωγή ποσού που αντιστοιχεί στο παθητικό της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομούμενου.

Ακολούθως αναφέρονταν στην αγωγή ότι δυνάμει, αφενός μεν της προαναφερόμενης διαθήκης αφετέρου δε της εξ αδιαθέτου διαδοχής ο κληρονομούμενος κατέλειπε περιουσιακά στοιχεία καθαρής αξίας 211.384,79 ευρώ στον πρώτο εναγόμενο, 284.154,74 ευρώ στον δεύτερο εναγόμενο, και 49.374,73 ευρώ στην ενάγουσα, τα οποία υπολείπονται της νόμιμης μοίρας της τελευταίας κατά το ποσό των 74.510,15 ευρώ, η ίδια δε ως τέκνο του κληρονομουμένου, δικαιούται τη νόμιμη μοίρα της επί της κληρονομιάς του πατέρα της, δεδομένου ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής, θα τον κληρονομούσε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου και συνακόλουθα η νόμιμη μοίρα της ανέρχεται σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Επίσης στην αγωγή γίνεται ρητή μνεία ότι "έγινε και εις χρήμα αποτίμηση των στοιχείων της κληρονομιάς ώστε να προσδιορισθεί ποιο μέρος της νομίμου μοίρας καλύπτει, ποιο δε το τυχόν ελλείπον, αποβλέποντας στην αξία των κληρονομικών στοιχείων κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.". Με βάση το ιστορικό αυτό, εκθέτοντας περαιτέρω η ενάγουσα ότι οι εναγόμενοι κατέχουν και κατακρατούν, ως κληρονόμοι, το ελλείπον, προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της ποσοστό επί των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων και κινητών, η αξία των οποίων, όπως αυτή προσδιορίζεται αναλυτικά για το καθένα από αυτά ανέρχεται συνολικά σε 495.539,53 ευρώ και αρνούνται να της το αποδώσουν, ζήτηση κατά το μέρος που αφορά στην προκειμένη περίπτωση, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας της επί των περιουσιακών στοιχείων της, κληρονομιάς του πατέρα της, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν το ελλείπον ποσοστό προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, να διαταχθεί η αποβολή τους από το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων και η εγκατάσταση της ίδιας σε αυτό και σε περίπτωση που είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, ποσό των 74.510,15 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί έγιναν πλουσιότεροι, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της.

Με βάση τα παραπάνω η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά το ενδιαφέρον τμήμα αυτής που αφορά στον προσδιορισμό της αξίας των κληρονομικών στοιχείων κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου είναι πλήρως ορισμένη, αφού σ αυτήν γίνεται σαφής μνεία ότι "έγινε και εις χρήμα αποτίμηση των στοιχείων της κληρονομιάς... αποβλέποντας στην αξία των κληρονομικών στοιχείων κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.". Το γεγονός ότι η ενάγουσα προσδιόρισε στο δικόγραφο της αγωγής της και τη συνολική αξία του αντικειμένου της διαφοράς, δηλαδή, την αξία των επιδίκων κληρονομικών στοιχείων για τον καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, στο ίδιο ποσό με εκείνο της αξίας τούτων κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, ούτε ήταν αναγκαίο να αναφέρει πανηγυρικά ότι η αξία των επιδίκων κληρονομικών στοιχείων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συμπίπτει με την αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, καθώς και η ταύτιση των δύο αξιών, συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της από 2.8.2016 αγωγής, ο χρόνος καταθέσεως της οποίας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (αριθμός καταθέσεως 8.644/ 5.8. 2016) απείχε ελάχιστο χρονικό διάστημα, περίπου (10) μηνών από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος αποβίωσε την 1.10.2015. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εκτίθεται η πραγματική αξία των επί μέρους στοιχείων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, προσδιορίζοντας την αξία τούτων μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής για τον καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, χωρίς να αναφέρει ότι υφίσταται ταύτιση της αξίας των στοιχείων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου με την αξία των ίδιων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ο συναφής τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων.? Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση , στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ’ εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, όπως αυτά προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1882/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ'εκείνον που το κατέθεσε.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: