Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Απόφαση ΑΠ 218/2021 - Μεταβολή όρων διαθήκης - δωρεάς υπέρ κοινωφελούς σκοπού


Απόφαση ΑΠ 218/2021 - Μεταβολή όρων διαθήκης - δωρεάς υπέρ κοινωφελούς σκοπού

Μη επιτρεπτή η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού παρά μόνο αν αποδεικνύεται από το Εφετείο ότι δεν δύναται να πραγματωθεί η θέληση του διαθέτη και υπάρχει επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση της περιουσίας (αρ. 109 Σ παρ.1 και 2, Ν. 455/1976 (άρθρα 1, 2 και 3). Απόρριψη αίτησης αναίρεσης επειδή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (578 ΚΠολΔ) και ο ΑΠ δεν κάνει ουσιαστική εξέταση της διαφοράς για να ερευνήσει τον λόγο αναίρεσης του αρ. 559 αριθμ. 11 γ’ ΚΠολΔ

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "................", που εδρεύει στο Πανόραμα Πυλαίας - Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ........... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Δεν παραστάθηκαν. Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον με την από 30-03-2018 αίτησή του προς το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Εκδόθηκε η 841/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-05-2019 αίτησή του.

Η υπόθεση, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την ένδικη από 30-05-2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 200/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 841/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου τούτου (βλ. την υπ' αριθμ. 10.007 Ε'/30.12.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ανδρέα Διαμαντή) και στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Μακεδονίας - Θράκης (βλ. την υπ' αριθμ. 4.613 Β'/ 9.12.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Χρήστου Παραπούρα).

[Β] Επειδή, κατά το άρθρο 109 του Συντάγματος «Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού»(παρ.1). «Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης, ή στην ευρύτερη περιοχή, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την μεταβολή της εκμεταλλεύσεως, όπως νόμος ορίζει» (παρ.2).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του εις εκτέλεση αυτών εκδοθέντος νόμου 455/1976 (άρθρα 1, 2 και 3), συνάγεται ότι απαγορεύεται η μεταβολή τόσον του κοινωφελούς σκοπού, στον οποίο αναφέρεται η διαθήκη ή η δωρεά, όσο και οι στις πράξεις αυτές περιλαμβανόμενοι όροι, μεταξύ των οποίων και οι ορισμοί που αφορούν στον τρόπο διοικήσεως και διαχειρίσεως της υπέρ του δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσας περιουσίας. Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται η μεταβολή του σκοπού, όπως ορίζεται στην διαθήκη ή την δωρεά, στην περίπτωση κατά την οποία, με απόφαση του κατά το άρθρο 825 ΚΠολΔ δικάζοντος κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας Εφετείου, διαπιστωθεί ότι η θέληση του διαθέτη δεν δύναται να πραγματοποιηθεί, για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο περιεχόμενο ή δύναται να πραγματοποιηθεί ή δύναται να ικανοποιηθεί πληρέστερα διά της μεταβολής της εκμεταλλεύσεως. Έτσι σε περίπτωση που το Εφετείο, δικάζοντας με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, βεβαιώσει ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, δύναται να αποφανθεί και περί του τρόπου της επωφελέστερης αξιοποιήσεως και διαθέσεως της περιουσίας και του σκοπού για τον οποίο πρέπει να διατεθεί αυτή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 758 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής σε περαιτέρω ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκεινται, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις οι κατά την προαναφερόμενη διαδικασία εκδιδόμενες οριστικές αποφάσεις ακόμη και όταν αυτές είναι ανακλητικές ή μεταρρυθμιστικές προηγούμενων ανακλητικών ή μεταρρυθμιστικών (αποφάσεων), διότι με την εν λόγω διάταξη επιδιώχθηκε η ανάκληση ή μεταρρύθμιση όλων των αποφάσεων, έστω και τελεσίδικων ή αμετάκλητων της παραπάνω διαδικασίας, και τούτο ως εκ της φύσεώς τους και ειδικότερα, ως εκ του δυναμικού χαρακτήρα των ρυθμιστικών μέτρων που διατάσσονται με τέτοιες αποφάσεις, ως μέτρων παρεμφερών, μ' εκείνα που διατάσσει η δημόσια διοίκηση. Προϋπόθεση, όμως, για το παραδεκτό της αιτήσεως για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση μιας τέτοιας αποφάσεως, πέραν του οριστικού της χαρακτήρα, είναι να δέχθηκε την αίτηση λήψεως ορισμένου μέτρου ή διαπλάσεως ορισμένης νομίμου καταστάσεως. Επομένως, δεν τίθεται θέμα ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως οριστικής αποφάσεως που εκδόθηκε για υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη η σχετική αίτηση. Και τούτο, διότι η απόφαση αυτή, ως έχουσα αμιγώς διαγνωστικό χαρακτήρα, δεν διατάσσει κάποιο ρυθμιστικό μέτρο και συνακόλουθα δεν συντρέχει λόγος προσαρμογής της στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις. Στην περίπτωση που ασκηθεί αίτηση ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση απορριπτικής οριστικής αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά την εκουσία διαδικασία, τότε η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1395/2018, ΑΠ 1003/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 2027/2017).

[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των κατωτέρω σημειουμένων κατά περίπτωση διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "................" με την από 23-03-2017 αίτησή του, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ιστορούσε ότι με τα υπ' αριθμ. 9439/2001 και 10279/2002 συμβόλαια, που συνετάγησαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............., ο ............... συνέστησε τούτο (αιτούν κοινωφελές ίδρυμα), η σύσταση του οποίου εγκρίθηκε με το από 27-05-2003 π.δ., στο οποίο (ίδρυμα) κατέλιπε τη λεπτομερώς περιγραφόμενη σ' αυτήν (αίτηση) κινητή και ακίνητη περιουσία για την ευόδωση των σκοπών του ιδρύματος.

Ότι ο ως άνω δωρητής στη συστατική πράξη του ιδρύματος διέλαβε και τον όρο ότι οι χώροι (οροφοδιαμερίσματα) του περιγραφόμενου σ' αυτήν δευτέρου ακινήτου, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... (πρώην ...) θα χρησιμοποιούνται δυνάμει παρακλητικών σχέσεων από διάφορα φιλανθρωπικά σωματεία, άνευ ανταλλάγματος.

Διατεινόμενο δε περαιτέρω το αιτούν ότι η βούληση αυτή του διαθέτη, όπως εκφράστηκε στην ως άνω συστατική πράξη, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά μεγάλο μέρος του περιεχομένου της, λόγω της απουσίας επαρκών εσόδων του ιδρύματος, ζήτησε να βεβαιωθεί τούτο δικαστικώς και να καθοριστεί ως επωφελέστερος και ασφαλέστερος τρόπος αξιοποιήσεως του ως άνω ακινήτου η εκμίσθωση αυτού προς οποιονδήποτε τρίτο και όχι μόνο σε οργανώσεις και συλλόγους μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και κοινωφελούς σκοπού, ώστε να έχει το ίδρυμα τη δυνατότητα προσπορισμού εσόδων (μισθωμάτων), τα οποία θα συμβάλουν στην πραγμάτωση των σκοπών του ιδρύματος.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθμ. 2854/2017 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη, κατά πλειοψηφία, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ακολούθως, το αιτούν και ήδη αναιρεσείον άσκησε, ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, την ένδικη, από 30-03-2018, αίτησή του, με την οποία ζήτησε την ανάκληση της προαναφερόμενης αποφάσεως (2854/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης), λόγω συνδρομής νέων πραγματικών περιστατικών, που (κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος) διαφοροποιούν σημαντικά τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η υπό ανάκληση απόφαση, συνισταμένων στη δυνατότητα εκπληρώσεως του σκοπού του ιδρύματος μόνο με την αρχιτεκτονική μελέτη, πολεοδομική αντιμετώπιση, επέμβαση, προστασία και εκμετάλλευση του αναφερομένου κτιριακού διατηρητέου συγκροτήματος ως ενιαίου ακινήτου.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη (841/2019) απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη αίτηση ανακλήσεως της προαναφερόμενης αποφάσεως είναι νόμιμη, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ωστόσο, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό της, η ως άνω αίτηση ετύγχανε απαράδεκτη και απορριπτέα, εφ' όσον η υπ' αριθμ. 2854/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως απορριπτική της προηγούμενης (από 23-03-2017) αιτήσεως, δεν διατάσσει κάποιο ρυθμιστικό μέτρο, ώστε, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη, να είναι δεκτική ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως. Εν όψει τούτου, η προσβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί την αίτηση ως νομικά βάσιμη και να την απορρίψει στην ουσία της, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και γι' αυτό ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της, καθ' όσον οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως η προκειμένη εκ του άρθρου 825 του ΚΠολΔ, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 390/2016, ΑΠ 260/2008).

Συνακόλουθα, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος γιατί η έρευνα του λόγου αυτού προϋποθέτει ουσιαστική εξέταση της διαφοράς, που, ενόψει της απορρίψεως της ένδικης αιτήσεως ως απαράδεκτης, δεν γίνεται (βλ. ΑΠ 2077/2014).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01-01-2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-05-2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 200/2019 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 841/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: