Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Απόφαση ΑΠ 329/2021 - Κυριότητα ακινήτου από το Δημόσιο και έκτακτη χρησικτησία


Απόφαση ΑΠ 329/2021 - Κυριότητα ακινήτου από το Δημόσιο και έκτακτη χρησικτησία

Αίτηση αναίρεσης για απόκτηση κυριότητας ακινήτου του δημοσίου από χρησάμενο με έκτακτη χρησικτησία. Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση διατάξεων (αρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 1α) για τα εκτός συναλλαγής και κοινόχρηστα πράγματα ούτε ανεπαρκής-αντιφατική αιτιολογία (αρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 19) λόγω της παραδοχής ότι τα δημόσια κτήματα ήταν επιδεκτικά έκτακτης χρησικτησίας και πιθανής κτήσης κυριότητας αυτών με την πάροδο 30 ετών ως το 1915, κάτι που πλέον δεν ισχύει. Απόρριψη αίτησης καθώς το διαφορετικό πόρισμα από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό δε θεμελιώνει λόγο αναίρεσης (αρ. 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον ............, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Πλ συζύγου Γ. Γ., το γένος Π. Σ., κατοίκου κοινότητας ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ............... και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2016 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 28-11-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 22/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου) . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, από 20-7-2013 αγωγή της, κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία, επικαλούμενη πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), επί του περιγραφομένου τμήματος του ακινήτου της επιφανείας 20,72 τ.μ, το οποίο καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χίου, με δικαιούχο κυριότητας το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως περιλαμβανόμενο στη παραλία και να διορθωθεί ως προς αυτό η πρώτη ανακριβής εγγραφή στα ως άνω Κτηματολογικό γραφεία. Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία εξέδωσε αντιμωλία των ως άνω διαδίκων την υπ' αριθ. 227/2015 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 10-10-2015 έφεσή επί της οποίας το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα) , εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθ. 22/2016 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του , με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση. Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σν αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α" του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π 1/2020, 6/2019, 1/1999). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικό που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π 20/2005). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ" επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998). Παραδοχές δεν είναι ούτε οι νομικές σκέψεις του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε τα επιχειρήματα με τα οποία αξιολογούνται οι αποδείξεις, ούτε τέλος οι κρίσεις του, οι οποίες συνιστούν το συμπέρασμα, του συλλογισμού του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελέγχεται αναιρετικό, αλλά δεν συνιστά παραδοχή. Συνακόλουθα ,η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Α.Π 109/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των όρθρων 966, 967, 968 και 1054 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1,2, 3,4 και 5 του α.ν. 2344/40, τις οποίες, κατά την άποψή του, πλημμελώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δέχθηκε ότι η συγκεκριμένη με αριθμ. 1060366/5 853/Β0010 Πράξη επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού παραλίας (Δ' 756/2002) συνιστά αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικού κτήματος. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι παντελώς αόριστος και. συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνοντας όπως για το ορισμένο του λόγου αυτού θα έπρεπε: α) το περιεχόμενο των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή, η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια.

Με τον δεύτερο λόγο το αναιρεσείον, αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, "διότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και, κατά τις παραδοχές της, δέχεται ότι στα δημόσια κτήματα, κατά το χρόνο πριν την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, χωρεί έκτακτη χρησικτησία, που μπορεί να ανάγει σε κτήση κυριότητας αυτών, εφόσον ο χρόνος νομής, δηλαδή η 30ετία, είχε συμπληρωθεί ως την 11-9-1915, ενώ μετά την ημερομηνία αυτή χρησικτησία τρίτου επί ακινήτου του δημοσίου δεν μπορεί να καταλύσει το δικαίωμα κυριότητας του, παραταύτα δέχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της που ανατρέχουν στο έτος 1947, απέκτησε δικαίωμα πλήρους κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έναντι του Δημοσίου στο επίδικο τμήμα". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα αναφερόμενα για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος ως παραδοχές αποτελούν μέρος της νομικής σκέψης την οποία παραθέτει η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, ενώ κατά τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα περί τα πράγματα παραδοχές του Εφετείου "δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι αιγιαλός, ούτε αποδείχθηκε ότι περιήλθε με άλλο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, απορριπτομένης της σχετικής παρακωλυτικής ένστασης γενέσεως του επιδίκου δικαιώματος".

Συνεπώς, δεν συντρέχουν εφαρμογής, στη προκειμένη περίπτωση, οι διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας σε δημόσια κτήματα, ώστε να απαιτείται κατά τα ιστορούμενα στο λόγο αυτό, κτήση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία κατά το πριν το έτος 1915 χρονικό διάστημα.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε το δικαστήριο ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π 2/2008). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης του το αναιρεσείον, προσάπτει την πλημμέλεια στο Εφετείο από το άρθρο 559 αριθμ.20 Κ.Πολ.Δ, επικαλούμενο εσφαλμένη ανάγνωση της από 18-12-2001 έκθεσης της Επιτροπής του άρθρου 100 π.δ 284/1988, σύμφωνα με περικοπή της οποίας "το μέγιστο ύψος που ανεβαίνει το κύμα από κατάσταση ηρεμίας, είναι 55 εκατ. με αποτέλεσμα να μην καλύπτει τα σπίτια αλλά μόνο τμήμα των αυλών τους...", η οποία σύμφωνα με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, είναι προφανώς κρίσιμη και ουσιώδης, δυναμένη να οδηγήσει στο αντίθετο αποδεικτικό συμπέρασμα από αυτό που δέχθηκε το Δικαστήριο, καθώς αποδεικνύει πλήρως τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι το επίδικο τμήμα που βρίσκεται έμπροσθεν της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας είναι αιγιαλός. Από την επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού ανέγνωσε σωστά και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, το παραπάνω έγγραφο κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου και ο σχετικός λόγος πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28/11/2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 22/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου Εφετείου (Μεταβατική έδρα Χίου).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: