Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Απόφαση ΑΠ 219/2021 - Σύμβαση μίσθωσης και εγγύηση


Απόφαση ΑΠ 219/2021 - Σύμβαση μίσθωσης και εγγύηση

Σύμβαση μίσθωσης με καταβολή εγγύησης η οποία συμφωνήθηκε να επιστραφεί μετά τη λύση της μίσθωσης και την απόσβεση των υποχρεώσεων. Παύση καταβολής μισθωμάτων και απουσία ανταπόκρισης της μισθώτριας παρά την όχληση. Ισχυρισμοί της αναιρεσειούσας περί πλάνης, ενώ η ίδια αποκαλεί το ποσό άλλοτε εγγύηση και άλλοτε «μαύρα» χρήματα. Απουσία δικαιώματος συμψηφισμού του ποσού με τα οφειλόμενα μισθώματα καθώς αποτελεί «αέρα» που προορίζεται για αιτία η οποία δεν αποκαλύπτεται. Η χρήση διδαγμάτων κοινής πείρας για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Απόρριψη αίτησης αναίρεσης- απουσία πλημμέλειας και επαρκής αιτιολογία (αρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....................", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Α. και 2) Γ. συζ. Γ. Γ., το γένος Ν. Σ., κατοίκων ... Αττικής, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ........... και .............. και η 2η εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους πληρεξούσιους δικηγόρους της ........... και .............

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, εμφανίστηκε ο δικηγόρος ............., ως πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβαν το λόγο και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν συναίνεσαν στο αίτημα της αντίδικης πλευράς.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευστάθιος Νίκας διάβασε την από 12-11-2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-06-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση (ΑΠ 12/2020). Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Από τις προσκομιζόμενες από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητους υπ` αριθμ ... και .../4.9.2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας Φωτεινής Σ. Ευθυμίου προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 22-06-2015 αίτησης αναίρεσης μαζί με την φέρουσα αριθμό 21/17-11-2015 στο βιβλίο αναιρέσεων Μονομελούς του Εφετείου Λαμίας έκθεση κατάθεσης δικογράφου και τις στη συνέχεια αυτής υπ'αριθμ. 2232/3-2-2020 πράξη ορισμού του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου αρμοδίου για εκδίκαση της παρούσας αίτησης και από 03-02-2019 πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με κλήση προς παράσταση κατ` αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Η κρινόμενη από 22-06-2015 και με αριθ. καταθ. Εφετείου Λαμίας 21/17-11-2015 αίτηση για την αναίρεση της υπ` αριθμ. 12/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2019).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο (πραγματικό ισχυρισμό) η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (βλ. και ΑΠ 78/2020, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 549/2020).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2020, ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 549/2020, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 549/2020).

[III] Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλόμενη 12/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), δέχθηκε τυπικά την υπ'αρ. εκθ. κατάθ. 55/07-06-2013 έφεση που οι εκκαλούντες - καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθμ. 135/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας [το οποίο, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) είχε δεχθεί τυπικά και κατ' ουσίαν την υπ'αρ. 2300/ΜΘ/382/28-11-2012 ανακοπή που η ανακόπτουσα - εφεσίβλητη - ήδη αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά της υπ'αρ. 459/2012 Διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (στην οποία σωρεύονταν διαταγή πληρωμής μισθωμάτων και διαταγή αποδόσεως μισθίου) και είχε ακυρώσει την εν λόγω διαταγή πληρωμής], στην συνέχεια δε, ερευνώντας την ως άνω έφεση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της είχε δεχθεί ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:

Ότι με το από 18-04-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που υπογράφηκε μεταξύ των τότε νομίμων εκπροσώπων της ανακόπτουσας (τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας) ως μισθώτριας και των καθ’ ών η ανακοπή (τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων), ως εκμισθωτών, παρατάθηκε η διάρκεια της μίσθωσης του αναλυτικά περιγραφόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση μισθίου καταστήματος ισογείου ορόφου με πατάρι, κείμενου στην Λαμία, όπου η μισθώτρια (ανακόπτουσα - τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα) λειτουργούσε επιχείρηση εστιατορίου ετοίμων εδεσμάτων (fast food της αλυσίδας ...).

Ότι η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε δεκαετής, αρχόμενη από τις 01-04-2003 και λήγουσα στις 31-03-2013.

Ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 5.780 ευρώ, το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν κατά το έτος 2011 να μειωθεί στο ποσό των 5.458 ευρώ μηνιαίως, προκαταβαλλόμενο (κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων) να προκαταβάλλεται εντός του πρώτου δεκαήμερου κάθε μήνα μαζί με το επ'αυτού χαρτοσήμου, ποσοστού 3,6 %.

Δέχθηκε ακολούθως η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στην συνέχεια παρατιθέμενα:

«| Κατά την κατάρτιση της πιο πάνω μίσθωσης η ανακόπτουσα, μισθώτρια εταιρεία κατέβαλε στους καθ’ ών, ως εγγύηση για την εκπλήρωση όλων των όρων της μισθώσεως, το ποσό των 10.270 ευρώ, με την ειδικότερη συμφωνία ότι η εν λόγω εγγύηση θα της επιστραφεί μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο και την ολοσχερή εκπλήρωση όλων εν γένει των εκ της μισθώσεως συμβατικών υποχρεώσεών της, συμπεριλαμβανομένης και της εξόφλησης όλων των οφειλών της προς τους Οργανισμούς κοινής ωφελείας (ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση, τηλέφωνα, δημοτικά τέλη, τέλη αποχετεύσεως κ.λ.π.) μη συμψηφιζομένης της εγγυήσεως με μισθώματα ή τυχόν άλλες ανταπαιτήσεις της μισθώτριας κατά των εκμισθωτών (βλ. όρο 4 του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού). Η ανακόπτουσα εταιρεία κατέβαλε κανονικά τα μισθώματα της ένδικης μίσθωσης μέχρι και τον μήνα Ιούλιο του έτους 2011, ενώ κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 2011 κατέβαλε μέρος του αντίστοιχου μισθώματος, καταλείποντας ανεξόφλητο ποσό 158 ευρώ, για δε τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2011, κατέβαλε επίσης μέρος του μισθώματος καταλείποντας ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσού 1.458 ευρώ. Περαιτέρω από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 έπαψε να καταβάλει στους εκμισθωτές τα μισθώματα του ανωτέρω μισθίου και κατόπιν τούτου οι καθών η ανακοπή εκμισθωτές με την από 9 Ιουνίου 2012 έγγραφη διαμαρτυρία - όχληση που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 21-06-2012 διαμαρτυρήθηκαν για την καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων. Επί της διαμαρτυρίας αυτής των εκμισθωτών η ανακόπτουσα μισθώτρια ουδόλως απάντησε, αλλά συνέχισε να μην καταβάλλει στους καθών και τα μισθώματα των επόμενων μηνών μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2012. Κατόπιν τούτου οι εκμισθωτές με την από Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους, ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση της υπ'αριθμ. 459/2012 ανακοπτόμενης διαταγής, με την οποία διατάχθηκε η μισθώτρια να αποδώσει στους εκμισθωτές την χρήση του μισθίου ακινήτου καθώς και να καταβάλει συμμέτρως στον καθένα το συνολικό ποσό των 69.469,76 ευρώ, που αντιστοιχεί στα καθυστερούμενα μισθώματα μηνός Αυγούστου 2011, ποσού 158 ευρώ, μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου έτους 2011, συνολικού ποσού 1.458 ευρώ και μηνών από Νοεμβρίου έως και Οκτωβρίου 2012, εκ 5.654 ευρώ κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω ποσά, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις της ανακοπτόμενης διαταγής. Κατά της ανωτέρω διαταγής η μισθώτρια εταιρεία άσκησε την υπό κρίση ανακοπή. Με τον μοναδικό κύριο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι ουδέν ποσό οφείλει να καταβάλει στους καθ’ ών η ανακοπή, δεδομένου ότι κατά την έναρξη της παράτασης της από 01-04-2003 μίσθωσης και πριν ακόμη υπογραφεί μεταξύ αυτών το από 18-04-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το οποίο υπογράφηκε ένα χρόνο μετά, κατέβαλε, πέραν της συμφωνηθείσας εγγυήσεως, προκαταβολικά και τμηματικά προς τους καθ’ ών η ανακοπή εκμισθωτές έναντι των μελλοντικών μισθωμάτων το συνολικό ποσό των 148.380,84 ευρώ, προκειμένου, όπως επί λέξει εκθέτει ''να είναι "διασφαλισμένοι", δεδομένου ότι το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα ήταν αντικειμενικά υψηλό και η παράταση της μίσθωσης μακρόχρονη (δεκαετής, λήγουσα την 31-03-2013)''.

Ειδικότερα η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους εκμισθωτές:

α) στις 10-06-2003 ποσό 78.360,30 ευρώ με μεταφορά στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου των καθών, που τηρεί στην Ε.Τ.Ε. Α.Ε.,

β) την 30-12-2003 ποσό 44.020,54 ευρώ, δυνάμει της υπ'αριθμ. ... επιταγής της Ε.Τ.Ε. Α.Ε., και

γ) την 20-12-2004 ποσό 26.000 ευρώ δυνάμει της υπ'αριθμ. ... επιταγής της Ε.Τ.Ε.Α.Ε., καταρτίστηκε δε μεταξύ αυτής και των καθών η ανακοπή, προφορική συμφωνία να συμψηφιστεί το ανωτέρω συνολικό καταβληθέν ποσό με τα μισθώματα των τελευταίων μηνών της εν λόγω μίσθωσης μέχρι την ολοσχερή κάλυψη του εν λόγω ποσού.

Ότι έτσι από τον μήνα Αύγουστο 2011 κατέβαλε στους καθών μέρος του αντιστοίχου μισθώματος, καταλείποντας ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσό 158 ευρώ, ότι το ίδιο έπραξαν και για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2011 καταλείποντας ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσό 1.458 ευρώ και ότι τέλος από τον μήνα Νοέμβριο 2011 έως Οκτώβριο του έτους 2012 συμψήφισε ολόκληρο το μίσθωμα μετά του αναλογούντος χαρτοσήμου δηλαδή 12 μήνες Χ 5.654,48 ευρώ = 67.853,76 ευρώ και επομένως συμψήφισε το αιτούμενο με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής απόδοσης μισθίου συνολικό ποσό των 69.469,76 ευρώ (158 + 1.458 + 67.853,76). Διατείνεται περαιτέρω η ανακόπτουσα, αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό της, ότι αθροιζομένου του ανωτέρω ποσού που αφορά συμψηφισμένα μισθώματα της από 18-04-2004 μίσθωσης του ισογείου καταστήματος, με το ποσό των 8.490,96 ευρώ, που αφορά συμψηφισμένα μισθώματα από τον μήνα Νοέμβριο 2011 έως Οκτώβριο 2012 της από 31-03-2007 μίσθωσης του υπογείου (επί της βάση των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 460/2012 διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά της οποίας έχει επίσης ασκηθεί ανακοπή), το συνολικό συμψηφισθέν ποσό ανέρχεται σε 77.960,72 ευρώ (69.469,76 + 8.490,96), με αποτέλεσμα μέχρι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2012 έχει συμψηφίσει σχεδόν όλο το ποσό που αυτή (ανακόπτουσα) έχει καταβάλει στους εκμισθωτές με την από 10-06-2003 μεταφορά στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου των καθ’ ών, που τηρεί στην Ε.Τ.Ε.Α.Ε., και απομένει να συμψηφίσει μέχρι τέλους της μίσθωσης τα ποσά, που καταβλήθηκαν στους εκμισθωτές δυνάμει των προαναφερόμενων δύο επιταγών.

Οι καθ’ ών η ανακοπή συνομολογούν ότι έχουν εισπράξει από την ανακόπτουσα το ανωτέρω ποσό, αρνούνται όμως ότι το έλαβαν για την ανωτέρω επικαλούμενη από την ανακόπτουσα αιτία, η οποία (ανακόπτουσα) φέρει και το σχετικό βάρος αποδείξεως ότι ο ανωτέρω ποσό καταβλήθηκε για την ανωτέρω αιτία. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της ανακόπτουσας όμως, πέραν της λογικής αντινομίας που περιέχει και όσον αφορά την επικαλούμενη από 31-03-2007 μίσθωση ενός υπογείου χώρου, αφού δεν διευκρινίζεται επαρκώς με το λόγο της ανακοπής, πώς γίνεται να δίδεται το πιο πάνω ποσό των 148.380,84 ευρώ στις 10-06-2003, 30-12-2003 και 20-12-2004 και να συνδέεται αυτό με ένσταση συμψηφισμού με μισθώματα, μίας μίσθωσης που λαμβάνει χώρα σε πολύ μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι στις 31-03-2007, δεν αποδείχθηκε σε κάθε περίπτωση και ουσιαστικά βάσιμος. Από την κατάθεση της μάρτυρος της ανακόπτουσας, η οποία σημειωτέον είναι η μητέρα και η σύζυγος, των μετόχων της ανακόπτουσας, ουδόλως προέκυψε κάποια τέτοια προφορική συμφωνία. Ειδικότερα η κατάθεση της μάρτυρας αυτής, η οποία ως εκ της ιδιότητάς της, γνώριζε καλλίτερα από κάθε άλλον, το λόγο για τον οποίο δόθηκε το ανωτέρω ποσό των 148.380,84 ευρώ από την ανακόπτουσα στους καθών η ανακοπή, ουδόλως συντελεί στην απόδειξη του κρίσιμου για την υπό κρίση υπόθεση ισχυρισμού αυτής περί προφορικής συμφωνίας για συμψηφισμό αυτού με τα τελευταία μισθώματα της ένδικης μίσθωσης, αφού είναι αντιφατική και αόριστη. Ειδικότερα η μάρτυρας αυτή, στην αρχή καταθέτει ότι το ανωτέρω ποσό των 148.380,84 ευρώ είχε δοθεί ως ''εγγύηση'' στους καθ’ ών, θέλει δε η ανακόπτουσα να συνυπολογιστεί η εγγύηση αυτή με τα οφειλόμενα μισθώματα, όπως είχε συμφωνηθεί. Στη συνέχεια η μάρτυρας αυτή καταθέτει για τα δύο (2) μισθώματα που καταβλήθηκαν ως ''εγγύηση'' και τα οποία συμπεριλήφθηκαν στο από 18-04-2004 συμφωνητικό, χαρακτηρίζοντάς τα ως ''μαύρα '' λεφτά , ενώ καταθέτει ότι οι καθ’ ών ξαναπήραν ''μαύρα'' λεφτά και για τα ... (σημ.: όνομα αλυσίδας εστιατορίων), αναφερόμενη στο ανωτέρω ποσό των 148.380,84 ευρώ. Περαιτέρω καταθέτει ότι η ανακόπτουσα έδωσε ''αέρα'' για τα ... (σημ. όνομα αλυσίδας εστιατορίων), όταν πήρε την εταιρεία αυτή. Στη συνέχεια χαρακτηρίζει το ανωτέρω ποσό ως ''εγγύηση'' και ότι από τον Αύγουστο του έτους 2011, είπανε να συμψηφίζουν το ποσό αυτό με τον (Γ.) Γ., χωρίς όμως να γίνει συμφωνία, αφού μίλησαν μετά. Επίσης καταθέτει ότι συζήτησαν για συμψηφισμό ο (Γ). Γ. με τον άνδρα της, ο (Γ.) Γ. όμως δεν δέχονταν. Στο τέλος της κατάθεσής της η μάρτυρας αυτή χαρακτηρίζει το πιο πάνω ποσό ως χρήματα ''μαύρα - αέρα'' καταθέτοντας επί λέξει «όταν ξεκίνησε το ... (σημ.: αλυσίδα εστιατορίων), δώσαμε ''αέρα-μαύρα'' στον ............», για να κλείσει την κατάθεσή της, λέγοντας «όταν άρχισαν να κλείνουν τα μισθώματα με την εγγύηση από το 2011, διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ της ανακόπτουσας και των καθ’ ών». Από την κατάθεση δηλαδή της εν λόγω μάρτυρος όχι μόνο δεν αποδεικνύεται ο πιο πάνω ισχυρισμός της ανακόπτουσας, περί προφορικής συμφωνίας για συμψηφισμό του στο ανωτέρω ποσού με τα τελευταία μισθώματα, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε για άλλη αιτία, την οποία μάλιστα η ίδια μάρτυρας προσδιορίζει πότε ως ''εγγύηση'', και πότε ως ''αέρα'' και ότι στη συνέχεια, λόγω οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπισε η ανακόπτουσα θέλησε να το συμψηφίσει μονομερώς στα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών από τον Αύγουστο του έτους 2011 και έπειτα, χωρίς να έχει όμως τέτοιο δικαίωμα, αφού το ποσό αυτό δόθηκε για άλλο λόγο και όχι για τον λόγο που η ανακόπτουσα ισχυρίζεται με τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής της. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ότι το ανωτέρω ποσό δόθηκε για άλλη αιτία και όχι για συμψηφισμό με τα τελευταία μισθώματα της ένδικης μίσθωσης, κατόπιν προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, προκύπτει και από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα των καθών, στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι ο Θ. Π., ήτοι ο ένας εκ των μετόχων της ανακόπτουσας, για ένα τουλάχιστον χρόνο του παραπονιόταν ότι δεν μπορεί να πληρώσει (τα ένδικα μισθώματα), λόγω κρίσης και ότι θα έψαχνε να βρεί φθηνότερο (μίσθιο), χωρίς ποτέ να του αναφέρει κάτι για το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 148.380,84 ευρώ και του είχε πει ότι αν πωλούσε την επιχείρηση, θα πλήρωνε τους καθ’ών. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά ουδόλως αποδείχτηκε ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής και επομένως αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχθηκε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, τέτοια προφορική συμφωνία και στη συνέχεια κάνοντας δεκτό το λόγο αυτό της ανακοπής, ως ουσιαστικά βάσιμο, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως θα πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής λόγος της έφεσης και στη συνέχεια να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο και στη συνέχεια να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής. Εξάλλου απορριπτέος είναι ο δεύτερος επικουρικός λόγος της ανακοπής που δεν εξετάσθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τον οποίο, η μη καταβολή των αιτούμενων με την ένδικη διαταγή πληρωμής μισθωμάτων δεν πρέπει να αποδοθεί σε δυστροπία αυτής (ανακόπτουσας), αλλά σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη, καθώς από δικαιολογημένη πλάνη ως προς τον προορισμό του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 148.380,84 ευρώ προς τους καθ’ ών εκμισθωτές προέβη νομίμως σε συμψηφισμό των ένδικων μισθωμάτων. Και τούτο διότι καμία τέτοια πραγματική πλάνη της ανακόπτουσας δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με τον προορισμό καταβολής του ανωτέρω ποσού. Αντίθετα μάλιστα σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος της ανακόπτουσας, η οποία στοιχείται με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, προκύπτει ότι το πιο πάνω ποσό δόθηκε ως ''αέρας'' εκ μέρους της ανακόπτουσας - εκμισθώτριας προς τους καθ’ ών η ανακοπή - μισθωτές, δηλαδή ως πρόσθετο πέραν του μισθώματος ποσό (πρβλ. ΑΠ 8/2010, ΑΠ 5/2010 ΝΟΜΟΣ), η οποία συμφωνία των διαδίκων είναι κατ' αρχήν νόμιμη στο πλαίσιο της συναλλακτικής ελευθερίας των συμβαλλομένων διαδίκων και η οποία συμφωνία θα μπορούσε ενδεχομένως να προσβληθεί ως άκυρη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, πράγμα που όμως δεν συντρέχει εν προκειμένω, ήτοι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε για αιτία διαφορετική από αυτή που η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκε με τον λόγο της ανακοπής της, αλλά και διαφορετική βέβαια και από αυτή που οι ίδιοι οι καθ’ ών η ανακοπή ισχυρίζονται ότι δόθηκε αυτή, οι οποίοι από λόγους που αφορούν τους ίδιους δεν θέλουν να αποκαλύψουν την πραγματική αιτία για την οποία δόθηκε το εν λόγω χρηματικό ποσό, αφού αυτό που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω ποσό δόθηκε για δαπάνες ανακαίνισης και αποκατάστασης άλλου μισθίου, όπου στεγαζόταν καφετέρια εκμετάλευσης της ανακόπτουσας εταιρείας, ουδόλως αποδείχτηκε, χωρίς όμως τούτο να επηρεάζει την ανωτέρω απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου, όσον αφορά την ανακοπή, αφού η ανακόπτουσα που φέρει το βάρος αποδείξεως, δεν απέδειξε τον ως άνω λόγο της ανακοπής της, ήτοι δεν απέδειξε ότι το ένδικο ποσό δόθηκε για την ανωτέρω και επικαλούμενη με την ανακοπή της, αιτία. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγου ανακοπής, θα πρέπει να απορριφθεί |».

Με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την υπ'αρ. εκθ. κατάθ. 55/07-06-2013 έφεση των εκκαλούντων – καθ’ ών η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 135/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της υπ'αρ. 2300/ΜΘ/382/28-11-2012 ανακοπής της ανακόπτουσας - εφεσίβλητης - ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αρ. 459/2012 Διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, απέρριψε την ως άνω ανακοπή και επικύρωσε την υπ'αρ. 459/2012 Διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας στην οποία σωρεύονταν διαταγή πληρωμής μισθωμάτων και διαταγή αποδόσεως μισθίου.

Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις που συνίστανται στο ότι κατέληξε στην κρίση της περί απορρίψεως του ως άνω λόγου ανακοπής, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Συγκεκριμένα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην προαναφερθείσα κρίση του, ότι δηλαδή δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αποτελούσας τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής προφορικής συμφωνίας μεταξύ των τώρα αντιδίκων περί συμψηφισμού των υπό της μισθώτριας (αναιρεσείουσας) καταβληθέντων στους εκμισθωτές (αναιρεσίβλητους) ποσών, ήτοι στις 10-06-2003 ποσού 78.360,30 ευρώ με μεταφορά στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου εκμισθωτή στην Ε.Τ.Ε.Α.Ε., στις 30-12-2003 ποσού 44.020,54 ευρώ δυνάμει της υπ'αριθμ. ... επιταγής της Ε.Τ.Ε.Α.Ε., και στις 20-12-2004 ποσού 26.000 ευρώ δυνάμει της υπ'αριθμ. ... επιταγής της Ε.Τ.Ε.Α.Ε., (ήτοι συνολικά ποσού 148.380,84 ευρώ) με τα τελευταία οφειλόμενα υπό της μισθώτριας μισθώματα και δεχόμενο κατά λέξη: «| […] με βάση τα παραπάνω περιστατικά ουδόλως αποδείχθηκε ο ανωτέρω λόγος ανακοπής και επομένως αυτός θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος […]. Αντίθετα μάλιστα σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος της ανακόπτουσας, η οποία στοιχείται και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, προκύπτει ότι το πιο πάνω ποσό δόθηκε ως ''αέρας'' εκ μέρους της ανακόπτουσας - μισθώτριας προς τους καθών η ανακοπή - εκμισθωτές δηλαδή ως πρόσθετο ποσό πέραν του μισθώματος (πρβλ. ΑΠ 8/2010, ΑΠ 5/2010 ΝΟΜΟΣ) [...] ήτοι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε για αιτία διαφορετική από αυτή που η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκε με τον λόγο της ανακοπής της, αλλά και διαφορετική βεβαίως και από αυτήν που οι ίδιοι οι καθών η ανακοπή ισχυρίζονται ότι δόθηκε αυτή, οι οποίοι από λόγους που αφορούν τους ίδιους δεν θέλουν να αποκαλύψουν την πραγματική αιτία για την οποία δόθηκε το εν λόγω χρηματικό ποσό, αφού οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω ποσό δόθηκε για δαπάνες ανακαίνισης και αποκατάστασης άλλου μισθίου, όπου στεγάζονταν καφετέρια εκμετάλλευσης της ανακόπτουσας εταιρείας, ουδόλως αποδείχτηκε […]», παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, στα οποία προσέφυγε με εσφαλμένο τρόπο. Ισχυρίζεται δε ειδικότερα η αναιρεσείουσα ότι ενώ αυτή (ανακόπτουσα ήδη αναιρεσείουσα), επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 330,342,361 και 440-442 ΑΚ με την ένδικη ανακοπή της ισχυρίστηκε ότι δεν κατέστη υπερήμερη από υπαιτιότητά της στην καταβολή των αξιούμενων από τους αντιδίκους της (καθών και ήδη αναιρεσίβλητους) ποσών μισθωμάτων με τα οποία συναρτάται η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και ότι συνακόλουθα δεν συντρέχει στο πρόσωπό της δυστροπία, που είναι αναγκαία προυπόθεση προς έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου, και ενώ προς υποστήριξη του σχετικού ισχυρισμού της επικαλέστηκε ότι η μη καταβολή των αξιούμενων από τους αντιδίκους της (ήδη αναιρεσίβλητους) ποσών μισθωμάτων οφείλεται σε εξώδικο συμψηφισμό της οφειλής της αυτής με υφιστάμενη απαίτησή της κατά των αντιδίκων της (καθ’ ών και ήδη αναιρεσίβλητων) για επιστροφή του προαναφερθέντος και καταβληθέντος υπό της αναιρεσείουσας - μισθώτριας ως συμπληρωματικής εγγύησης, χρηματικού ποσού των 148.380,84 ευρώ, για το οποίο ισχυρίζεται ότι είχε προφορικά συμφωνήσει με τους καθών (ήδη αναιρεσίβλητους) εκμισθωτές ότι θα καταλογιστεί στα μισθώματα των τελευταίων μηνών πριν την λήξη της μίσθωσης, εν τούτοις το Εφετείο κανόντας εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατέληξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην κρίση ότι τα επικαλούμενα από την ανακόπτουσα (εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα) πραγματικά περιστατικά συνιστούν περίπτωση καταβολής αέρα προς τους εκμισθωτές, εντός του πλαισίου της ελευθερίας των συμβάσεων, και όχι πρόσθετη εγγύηση. Διασαφίζει περαιτέρω η αναιρεσείουσα ότι η υπό του Εφετείου εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται, κατά τα αυτολεξεί στο αναιρετήριο αναγραφόμενα, στα εξής: «[…]Τούτο δε καθόσον τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής υπαγορεύουν ως γνωστόν ότι η καταβολή αέρα από τον μισθωτή προς τον ιδιοκτήτη, ως πρόσθετο πέραν του μισθώματος ποσό με την έννοια της αποζημίωσης, λαμβάνει χώρα όταν το μίσθιο κατάστημα εκμισθώνεται σε νέο ενοικιαστή και λόγω του ότι είχε γίνει γνωστό από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα λόγω της πολυετούς χρήσης του θα εξασφάλιζε στον νέο μισθωτή άμεση πελατεία και αν δεν υπήρχαν στον ίδιο δρόμο παρόμοια καταστήματα για εκμίσθωση […]. Περαιτέρω η άυλη αξία - αέρας, δεν έχει να κάνει με την προηγούμενη δραστηριότητα. Συνέχεται με την εμπορική θέση του ίδιου του ακινήτου […]. Και κατα πάγια τακτική σε αυτές τις περιπτώσεις οι σχετικές καταβολές ουδέποτε εμφανίζονται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, ούτε βεβαίως ελάμβαναν χώρα με τραπεζικές επιταγές σε διαταγή μάλιστα των εκμισθωτών, όπως εν προκειμένω, προς αποφυγή του κινδύνου φορολογικού ελέγχου και επιβολής φόρου.

Εν προκειμένω το Εφετείο και παρά το γεγονός ότι το άνω χρηματικό ποσό καταβλήθηκε από εμάς προς τους αντιδίκους με τρόπο απολύτως φανερό και επίσημο, όπως προαναφέρουμε, γεγονός μη συνάδον με τον κίνδυνο φορολόγησής του τον οποίο μετά βεβαιότητος θα απέφευγαν οι αντίδικοι σε μια τέτοια περίπτωση - απαιτώντας η συγκεκριμένη καταβολή να λάβει χώρα με μετρητά που θα καταβάλλονταν εις χείρας τους - και συνεπώς δεν θα μπορούσε επ' ουδενί να αποτελεί αέρα, γεγονός το οποίο αρνήθηκαν κατηγορηματικά ακόμα και οι ίδιοι οι αντίδικοι και επί πλέον εμείς δεν είμαστε καινούργιοι μισθωτές, αλλά ποιούσαμε τη χρήση του μισθίου από μακρού, εν τούτοις χρησιμοποιώντας όλως εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, άλλως παραβιάζοντας πρόδηλα τις αρχές που συνάγονται και επιβάλλονται από την εμπειρία των συγκεκριμένων συναλλαγών, ερμήνευσε εσφαλμένα την άνω διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ κρίνοντας ότι στα πλαίσια αυτής το χρηματικό ποσό το οποίο καταβάλλαμε στους αντιδίκους δεν αποτελούσε επιπλέον εγγύηση με τη συμφωνία συμψηφισμού του με τα άνω μισθώματα, αλλά αέρα και ακολούθως εσφαλμένα επίσης ενώ συνέτρεχαν όλες οι προυποθέσεις εφαρμογής τους, δεν εφήρμοσε τις λοιπές και γενόμενες δεκτές από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προαναφερόμενες διατάξεις […]», ισχυριζόμενη (η αναιρεσείουσα) στη συνέχεια ότι εάν το Εφετείο χρησιμοποιούσε ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής θα δεχόταν ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό είχε καταβληθεί από την τώρα αναιρεσείουσα στους τώρα αναιρεσίβλητους ως επί πλέον εγγύηση με την προφορική συμφωνία συμψηφισμού της με τα μισθώματα του τελευταίου χρονικού διαστήματος της μίσθωσης και όχι ως αέρας. Ωστόσο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και τα ανωτέρω, στο σκεπτικό της παρούσης, αυτολεξεί παρατεθέντα αποσπάσματα του σκεπτικού της προσβαλλόμενης σαφώς προκύπτει, η πληττόμενη απόφαση δεν απέρριψε ως μη νόμιμο τον στοιχειοθετούντα τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ισχυρισμό της ανακόπτουσας (εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας) [δηλαδή τον ισχυρισμό περί έλλειψης υπερημερίας της ανακόπτουσας λόγω εξώδικου συμψηφισμού των αξιούμενων από τους αντιδίκους της (ήδη αναιρεσίβλητους ) ποσών των οφειλομένων μισθωμάτων με υφιστάμενη απαίτησή της κατά των αντιδίκων της (καθών και ήδη αναιρεσίβλητων )] και ουδόλως έκρινε η προσβαλλόμενη (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) ότι τα επικαλούμενα από αυτήν (ανακόπτουσα εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα) πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν εντός του πλαισίου της ελευθερίας των συμβάσεων περίπτωση καταβολής αέρα προς τους εκμισθωτές και όχι πρόσθετη εγγύηση, αλλά αντιθέτως, κρίνοντας νόμιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό της ανακόπτουσας (αναιρεσείουσας), εξέτασε αυτόν ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, και στην συνέχεια, κάνοντας χρήση, εκτός όλων των άλλων αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη αποδεικτικών μέσων, και των διαδαγμάτων της κοινής πείρας, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και τον ερειδόμενο σε αυτόν πρώτο λόγο ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως η προαναφερθείσα και γενόμενη υπό της προσβαλλόμενης απόφασης χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως από το περιεχόμενό της σαφώς προκύπτει, δεν αφορούσε την υπό της προσβαλλόμενης ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά χρησίμευσε στο δικαστήριο για την εξακρίβωση της ύπαρξης ή μη των υπό της ανακόπτουσας επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών και για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν υπό των διαδίκων. Συνακόλουθα, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως εν όψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, [και ανεξαρτήτως ότι η αυτολεξεί παρατιθέμενη στο αναιρετήριο προσφυγή της προσβαλλόμενης απόφασης στα διδάγματα της κοινής πείρας έγινε στο τμήμα του σκεπτικού της που αφορούσε την υπό της προσβαλλόμενης απόρριψη του επικουρικά προταθέντος δεύτερου λόγου ανακοπής, περί πλάνης της αναιρεσείουσας ως προς τον προορισμό καταβολής του προαναφερθέντος ποσού των 148.380,84 ευρώ, σε σχέση με τον οποίο (δεύτερο λόγο ανακοπής) ουδεμία αναφορά γίνεται στο αναιρετήριο], ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης δεν αναφέρονται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου 361, 330, 342, 440-440 ΑΚ, ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης βασιζόμενο στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις που συνίστανται στο ότι δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε πως η υπό της αναιρεσείουσας - μισθώτριας καταβολή στους τώρα αναιρεσίβλητους - εκμισθωτές του προαναφερόμενου συνολικού χρηματικού ποσού των 148.380,84 ευρώ δεν έγινε ως επί πλέον εγγύηση με την προφορική συμφωνία συμψηφισμού της με τα μισθώματα του τελευταίου χρονικού διαστήματος της μίσθωσης, αλλά ότι δόθηκε υπό της αναιρεσείουσας - μισθώτριας στους αναιρεσίβλητους - μισθωτές ως αέρας, παρά το γεγονός ότι α) ταυτόχρονα δέχθηκε (η προσβαλλόμενη) πως η καταβολή του εν λόγω ποσού έγινε υπό της αναιρεσείουσας - μισθώτριας με τον αναγραφόμενο ανωτέρω επίσημο και φανερό τρόπο, ήτοι εν μέρει μέσω Τραπέζης και εν μέρει με τραπεζικές επιταγές, β) οι δε αντίδικοι της αναιρεσείουσας αρνούνταν ότι τα εν λόγω χρήματα καταβλήθηκαν σε αυτούς ως αέρας, αλλά ισχυρίζονταν ότι καταβλήθηκαν σε αυτούς ως δαπάνες ανακαίνισης και αποκατάστασης ετέρου μισθίου καταστήματος, όπου στεγαζόταν καφετέρια εκμετάλλευσης της ίδιας τώρα αναιρεσείουσας - μισθώτριας, χωρίς η προσβαλλόμενη να διαλάβει αιτιολογία, άλλως ανεπαρκώς να αιτιολογεί: (αα) τους λόγους άρνησης υπό των αντιδίκων περί της γενόμενης εν τέλει δεκτής από το Εφετείο αιτίας καταβολής του ως άνω χρηματικού ποσού, (ββ) το γεγονός ότι η καταβολή του εν λόγω ποσού έγινε υπό της αναιρεσείουσας - μισθώτριας με τον αναγραφόμενο ανωτέρω επίσημο και φανερό τρόπο, ήτοι εν μέρει μέσω Τραπέζης και εν μέρει με τραπεζικές επιταγές, γεγονός που δεν συνάδει κατά την άποψη της αναιρεσείουσας σε όσα ορίζουν τα διδάγματα της κοινής πείρας για τον ως άνω λόγο καταβολής (αέρας), (γγ) την συμφωνία των διαδίκων για καταβολή αέρα, (δδ) με ποία ακριβώς διδάγματα της κοινής πείρας στοιχείται η κατάθεση της μάρτυρος της ανακόπτουσας, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε ασαφές πόρισμα που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού δεν παραθέτει τα αναγκαία περιστατικά από τα οποία να δύναται να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι το προαναφερόμενο συνολικό χρηματικό ποσό καταβλήθηκε υπό της αναιρεσείουσας στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων ως αέρας, παρά το γεγονός ότι κατά την άποψη της αναιρεσείουσας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε σχέση με την καταβολή αέρα, δεν συνάδουν με τον αναγραφόμενο στην προσβαλλόμενη επίσημο και φανερό τρόπο καταβολής.

Σε σχέση με τους προαναφερθέντες, περιεχόμενους στον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, στηριζόμενο στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας απαραδέκτως προβάλλονται οι περιεχόμενες σ'αυτόν αιτιάσεις καθ' ο μέρος βάλλουν κατά των αναγραφόμενων στην προσβαλλόμενη: (αα) σχετικά με την υπό των καθών αιτιολογημένη άρνηση σε σχέση με τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της ανακόπτουσας -εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας μισθώτριας περί υφιστάμενης, καταλυτικής της αξίωσης των αντιδίκων της, απαίτησής της για συμψηφισμό των οφειλομένων υπ'αυτής μισθωμάτων με φερόμενη ως καταβληθείσα με αυτή την προφορική συμφωνία εγγύηση, (ββ) σχετικά με το επιχείρημα της ανακόπτουσας - αναιρεσείουσας ότι ο αέρας δεν θα καταβαλλόταν με επίσημο και φανερό τρόπο, (γγ) σχετικά με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για καταβολή αέρα και (δδ) σχετικά με την ειδικότερη αξιολόγηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της ανακόπτουσας, όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις αποτελούν ισχυρισμούς που βάλλουν κατά της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και κατά των επιχειρημάτων του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν δε παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια. Εξάλλου, όπως και ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εξετέθη, δεν δημιουργείται ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης και εάν ακόμη ήθελεν γίνει δεκτό (γεγονός που δεν συνέβη πάντως εν προκειμένω) ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα ως άνω επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Συνακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη και ότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε, ο σχετικός λόγος αναίρεσης κατά τις προαναφερόμενες αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το υπόλοιπο (πέραν των αμέσως ανωτέρω εκτεθέντων) περιεχόμενό του, ο προαναφερθείς δεύτερος λόγος αναίρεσης βασιζόμενος στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από το ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των επικαλούμενων με την ένδικη ανακοπή διατάξεων των άρθρων 361 Α.Κ., 330, 342, 440-442 ΑΚ και ειδικότερα ως προς τους έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της ανακόπτουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας μισθώτριας περί συμψηφισμού των οφειλόμενων κατά την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, μισθωμάτων, με την φερόμενη ως υφιστάμενη απαίτησή της κατά των αντιδίκων της για επιστροφή από αυτούς του καταβληθέντος υπό της αναιρεσείουσας - μισθώτριας σταδιακά χρηματικού ποσού των 148.380,84 ευρώ, το οποίο, [κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας] καταβλήθηκε στους αναιρεσίβλητους - εκμισθωτές ως συμπληρωματική εγγύηση της ένδικης μίσθωσης, με προφορική συμφωνία των διαδίκων ότι θα καταλογιστεί στα μισθώματα των τελευταίων μηνών πριν την λήξη της μίσθωσης. Συνακόλουθα, κατά το μέρος που προτάθηκε παραδεκτά, ο προαναφερθείς δεύτερος λόγος αναίρεσης, που βασίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα.

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης η κρινόμενη από 22-06-2015 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. του ΚΠολΔ. όπως ισχύει). Τέλος η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη αυτή, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διακτακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-06-2015 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «............................» κατά της υπ'αριθμ. 12/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: