Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Απόφαση ΑΠ 148/2021 - Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και εξαπάτηση


Απόφαση ΑΠ 148/2021 - Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και εξαπάτηση

Αβάσιμοι ισχυρισμοί ενάγουσας περί εξαπάτησης από τους προστηθέντες των αντιδίκων της λόγω ψευδών δηλώσεων για δυνατότητα αναχρηματοδότησης υφιστάμενων δανείων μέσω νέου δανεισμού με ευνοϊκούς όρους. Δεν αποδεικνύονται ενέργειες αντίθετες στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ούτε κάποια αδικοπραξία ή αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που να επηρέασαν την κρίση της ενάγουσας και απουσία των οποίων αυτή δε θα συμβαλλόταν. Οι συμβάσεις πραγματοποιήθηκαν με την ελεύθερη βούλησή της, με γνώση των σχετικών όρων και λύθηκαν με την υπαναχώρησή της. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης- επαρκής αιτιολογία και εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (αρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, 559 αριθμ. 11γ ΚΠολ Δ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Α., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "................", που εδρεύει στην Αθήνα και 2) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "......................", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους .............., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1311/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6264/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Κατά το έτος 2006 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχ. Α' και εκκαλούσα της υπό στοιχ. Β' των κρινόμενων εφέσεων αντιστοίχως, Α. Σ., η οποία είναι τραπεζική υπάλληλος, συγκεκριμένα εργάζεται στην Τράπεζα ........... από την 9-12-1991 με το βαθμό του ταμειακού επιμελή Β', επισκέφθηκε την επιχείρηση των εναγομένων εταιριών... των οποίων το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι η παροχή προγραμμάτων αισθητικής, αδυνατίσματος και καλλωπισμού προσώπου και σώματος... προκειμένου να συμμετάσχει σε προγράμματα θεραπειών προσώπου και σώματος και γενικότερα θεραπειών αποτρίχωσης και καλλωπισμού αγοράζοντας διάφορα "πακέτα" των σχετικών προγραμμάτων. Η αρχική επίσκεψη της ενάγουσας- εφεσίβλητης-εκκαλούσας στις αντίδικές της, έλαβε χώρα με τη δική της βούληση και αφού ενημερώθηκε σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες των τελευταίων από διαφημιστικά φυλλάδια που διανέμονταν στο δρόμο... Έκτοτε, ήτοι μετά την ως άνω πρώτη επίσκεψη της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας, η τελευταία κατέστη επί πενταετία τακτική πελάτης των αντιδίκων της, όπως αμφότερες οι διάδικες πλευρές συνομολογούν. Ειδικότερα, η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2011, κατάρτιζε με τις εναγόμενες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες διαδοχικές συμβάσεις με αντικείμενο εκάστης την αγορά ενός συνόλου υπηρεσιών αισθητικής και καλλωπισμού προσώπου και σώματος... Τις ανωτέρω συμβάσεις η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατάρτιζε με οικεία και ελεύθερη βούληση, καθόσον η ίδια δεν ισχυρίζεται το αντίθετο. Το δε κόστος αυτών το κατέβαλε κυρίως μέσω τραπεζικού δανεισμού, είτε καταρτίζοντας δανειακές συμβάσεις, είτε ζητώντας και λαμβάνοντας την έκδοση πιστωτικών καρτών από τράπεζες... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουνίου-Ιουλίου 2011, η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα προέβη στην κατάρτιση δέκα (10) συνολικά συμβάσεων αγοράς πακέτων υπηρεσιών αδυνατίσματος και αισθητικής προσώπου και σώματος με αντισυμβαλλόμενες τις εναγόμενες -εκκαλούσες-εφεσίβλητες, καταβάλλοντας το ποσό των 26.105 ευρώ συνολικά για αυτές.

Ειδικότερα εκ των προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα εγγράφων και δη αποδείξεως παροχής υπηρεσιών προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατάρτισε Α) με την πρώτη εναγόμενη -εκκαλούσα-εφεσίβλητη επτά (7) συμβάσεις/δελτία παραγγελίας πακέτων προγραμμάτων αδυνατίσματος και συγκεκριμένα.... Και Β) με την δεύτερη εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη τρεις (3) συμβάσεις/δελτία παραγγελίας πακέτων προγραμμάτων αδυνατίσματος και συγκεκριμένα.... Όλες τις παραπάνω συμβάσεις η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατάρτισε κατά τον αυτό ως άνω τρόπο, με τον οποίο είχε έως τότε καταρτίσει με τις αντισυμβάλλομενες της, τις προηγούμενες παρόμοιες συμβάσεις του χρονικού διαστήματος από το έτος 2006 έως τον μήνα Μάιο του 2011, ήτοι με την οικεία και ελεύθερη βούλησή της, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε για τους ειδικότερους όρους αυτών, τον τρόπο πληρωμής και εξόφλησης, υπέγραψε δε αυτές αυτοβούλως, διατύπωσε τη συναίνεση ή μη για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της, υπογράφοντας στο σχετικό συνημμένο στις συμβάσεις έντυπο και έλαβε γνώση των όρων και προϋποθέσεων υπαναχώρησής της βάσει της υπ' αριθ. Ζ1 1262/2007 Υπουργικής Απόφασης σύμφωνα με το σχετικό συνημμένο στις συμβάσεις έντυπο. Επίσης, το ως άνω κόστος των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα το κατέβαλε μέσω ιδιωτικού δανεισμού και δη εκ δανείων που έλαβε από συναδέλφους της στην Τράπεζα ......... καθώς και από προκαταβολή επτά (7) ετών από την εργασία της εν είδει δανείου... Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είχε ήδη προβεί σε υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό, συνολικού ύψους 85.000-90.000 ευρώ περίπου, και ως εκ τούτου οι τράπεζες δεν την δανειοδοτούσαν περαιτέρω... Ειδικότερα, από κανένα από κανένα απολύτως αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας περί εξαπάτησής της από τους προστηθέντες υπαλλήλους των αντιδίκων της και συγκεκριμένα, περί ψευδούς δηλώσεως αυτών ότι υπάρχει η δυνατότητα της αναχρηματοδότησης των υφιστάμενων δανείων της, συνολικού ύψους 85.000-90.000 ευρώ, μέσω νέου δανεισμού με ευνοϊκούς όρους λόγω των διαδυνδέσεων και γνωριμιών τους στην τράπεζα ..........., καθώς και ότι η διοίκηση των εναγομένων -εκκαλουσών-εφεσίβλητων είχε ήδη λάβει απόφαση να την επιβραβεύσει για την πολυετή συνεργασία τους με δώρο - bonus ύψους 60.000 ευρώ. Αντιθέτως, η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα επέλεξε αυτοβούλως να συμμετάσχει, ήδη από το έτος 2006, σε πλείστα όσα προγράμματα θεραπειών αδυνατίσματος και αισθητικής προσώπου και σώματος, τα οποία πωλούσαν οι αντίδικες της, αλλά και στα αναφερόμενα ανωτέρω, αποπληρώνοντας αυτά κυρίως μέσω τραπεζικού δανεισμού, τα δε επίδικα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (ιδιωτικός δανεισμός και δανειοδότηση μισθών από την εργασία της στην Τράπεζα ..........). Άλλωστε, αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική, να πείστηκε η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, η οποία, όπως αποδείχθηκε, είναι μία μέση καταναλώτρια, καθόσον μάλιστα η ίδια δεν επικαλέστηκε για να επιστηρίξει τις αγωγικές αξιώσεις της άγνοια και απειρία περί τις συναλλαγές και συνακόλουθα εκμετάλλευσή της από τις αντίδικες της, να προβεί στην κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων αγοράς υπηρεσιών αδυνατίσματος και αισθητικής προσώπου και σώματος, με αποκλειστικό σκοπό την εκ νέου αναχρηματοδότηση των υφιστάμενων δανείων της ύψους 85.000-90.000 ευρώ περίπου και την λήψη χρηματικού επάθλου και μάλιστα μεγάλου ύψους (60.000 ευρώ), ιδίως δε όταν αυτή είχε προηγουμένως καταρτίσει, με τις ίδιες αντίδικες και επί σειρά ετών, όμοιου περιεχομένου συμβάσεις, για τις οποίες δεν επικαλείται ότι εξαπατήθηκε κατά τον σχηματισμό της οικείας βούλησης της περί κατάρτισης αυτών... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, με την από 2/11/2011 εξώδικη δήλωσή της προς αμφότερες τις εναγόμενες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες, που επιδόθηκε σε αυτές την 7/11/2011, ζήτησε τη διακοπή της συνεργασίας τους, δηλώνοντας ρητά ότι υπαναχωρεί ".. από κάθε δημιουργηθείσα από το έτος 2006 και μέχρι σήμερα συναλλακτική και βιοτική σχέση παροχής υπηρεσιών..." όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στα έγγραφα των σχετικών εξωδίκων δηλώσεων, καλώντας τις εναγόμενες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες να της καταβάλουν κάθε ποσό το οποίο αχρεωστήτως ή και παρανόμως τους είχε καταβάλει από το έτος 2006 μέχρι και την υπαναχώρησή της. Ταυτόχρονα, η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα προέβη, στις 2/12/2011, σε έγγραφη καταγγελία ενώπιον του Συνηγόρου του Καταναλωτή, ισχυριζόμενη ότι οι εναγόμενες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες, δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, της δήλωσαν ψευδώς όσα και με την αγωγή της ισχυρίζεται, ήτοι ότι έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν και να επιτύχουν την ευνοϊκή δανειοδότησή της από την τράπεζα ............. καθώς και ότι η διοίκηση αυτών των εναγομένων -εκκαλουσών-εφεσίβλητων είχε αποφασίσει να την επιβραβεύσει για το ότι υπήρξε τακτική πελάτης επί χρόνια με το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ, με συνέπεια αυτή να πεισθεί και να τους καταβάλει το ποσό των 26.105 ευρώ. Στην ίδια ως άνω έγγραφη καταγγελία η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου-Μαίου 2011, είχε καταβάλει στις αντίδικές της το ποσό των 43.558 ευρώ, το οποίο συνιστούσε προϊόν αδικαιολόγητης υπερτίμησης των αναγραφέντων στις αποδείξεις αυτές υπηρεσιών και σε κάθε περίπτωση δεν ανταποκρινόταν σε παρασχεθείσες υπηρεσίες, όπως επακριβώς αναφέρει στην καταγγελία της. Ζητούσε δε να της καταβληθεί το συνολικό ποσό των 41.105 ευρώ, συνιστάμενο στο ποσό των 26.105 ευρώ που αυτή είχε καταβάλει τους μήνες Ιούνιο - Ιούλιο 2011 και στο ποσό των 15.000 ευρώ τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου έως και Μαίου 2011, όπως επακριβώς αναφέρει στην εν λόγω καταγγελία της.

Μετά την ως άνω καταγγελία ακολούθησε η διαδικασία έρευνας από την ανωτέρω ανεξάρτητη διοικητική αρχή... Η διαδικασία αυτή είχε την ακόλουθη πορεία... Μετά και το ως άνω έγγραφο της Γενικής Γραμματείας του Καταναλωτή, οι εναγόμενες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες κατέθεσαν στον υπ' αριθ. … λογαριασμό της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας στην τράπεζα "..........." το συνολικό ποσό των 9.723,24 ευρώ, το οποίο αφορούσε ανεκτέλεστο υπόλοιπο των παραγγελθέντων από την τελευταία υπηρεσιών, ήδη από το έτος 2006 και συγκεκριμένα ποσά 8.610,24 και 1.113 ευρώ... Μετά την λήξη της ανωτέρω διαδικασίας , δια της καταβολής του ανωτέρω ποσού στην ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, περιστατικό που η τελευταία ουδόλως αρνείται ή αμφισβητεί, αντιθέτως δε συνομολογεί, ασκήθηκε στις 26/2/2016 η από 17/9/2013 ένδικη αγωγή... Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από την ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάμα δε και αδικοπρακτική, συμπεριφορά των αντιδίκων της, συνακόλουθα δε δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των τελευταίων παράβαση των συναλλακτικών υποχρεώσεων πρόνοιας και ασφάλειας, δια της χρησιμοποιήσεως αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, κατά το προσυμβατικό στάδιο, με συνέπεια την ουσιώδη στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας υπό την έννοια ότι μειώθηκε η η ικανότητα αυτής να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση για την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων την οποία άνευ των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών δεν θα λάμβανε. Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες, δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, εξαπάτησαν την ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, παριστάνοντας σε αυτήν ανύπαρκτα γεγονότα ως αληθή και δη αφενός μεν ότι υπάρχει η δια της μεσολαβήσεώς τους δυνατότητα για ευνοϊκή συγχρηματοδότηση των ήδη υφισταμένων οφειλών της προς αυτές, ύψους 85.000-90.000 ευρώ, από την τράπεζα .........., αφετέρου δε ότι είχε ήδη ληφθεί απόφαση εκ της διοίκησης για παροχή χρηματικού δώρου - bonus σε αυτήν ύψους 60.000 ευρώ. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα συναλλασσόταν με τις αντίδικες της από το έτος 2006 έως και τον Σεπτέμβριο του 2011 αυτοβούλως, είχε συνάψει με αυτές πληθώρα συμβάσεων παροχής υπηρεσιών αδυνατίσματος και αισθητικής προσώπου και σώματος με την ελεύθερη βούλησή της έχοντας σαφή και πλήρη γνώση του περιεχομένου και των όρων τους και τελικώς η συνεργασία τους αυτή έληξε με την από 7/11/2011 υπαναχώρησή της από όλες τις συμβάσεις που είχε έως τότε καταρτίσει και την καταβολής ε αυτήν εκ μέρους των αντιδίκων της του ποσού των 9.723,24 ευρώ, βάσει των όρων και των προϋποθέσεων της 211262/2007 υπουργικής απόφασης...

Συνεπώς, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας για καταβολή των ποσών των 26.105 ευρώ, για αποζημίωσή της και 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή της ηθικής βλάβης, η οποία καταρχήν είναι νόμιμη στηριζόμενη κατά την κύρια βάση της σωρευτικά σε όλες τις διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω... ήτοι στις διατάξεις των άρθρων 8, 9α περ. α' έως ε' και η', 9γ' και 9 στ περ. κη' του ν. 2251/1994, 147, 149 του ΑΚ, κρίνεται αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα αντίθετα και επιδίκασε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα το ποσό των 26.105 ευρώ για αποζημίωση της και εκείνο των 8.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ... και πρέπει η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1311/2017 απόφαση να εξαφανιστεί κατά το ως άνω κεφάλαιό της... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε κατά το εκκαλούμενο κεφάλαιό της την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά το άνω κεφάλαιό της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 8, 9α περ. α' έως ε' και η', 9γ' και 9στ περ. κη' του ν. 2251/1994, 147, 149 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες δεν επέδειξαν αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάμα δε και αδικοπρακτική, συμπεριφορά, ούτε παραβίασαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, δια της χρησιμοποιήσεως αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, κατά το προσυμβατικό στάδιο, με συνέπεια την ουσιώδη στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ειδικότερα δε, ότι δεν εξαπάτησαν την τελευταία παριστάνοντας σ' αυτήν ανύπαρκτα γεγονότα ως αληθή και δη αφενός μεν ότι υπάρχει η δια της μεσολαβήσεώς τους δυνατότητα για ευνοϊκή συγχρηματοδότηση των ήδη υφισταμένων οφειλών της, ύψους 85.000-90.000 ευρώ, από την τράπεζα ..........., αφετέρου δε ότι είχε ήδη ληφθεί απόφαση της διοίκησης για παροχή χρηματικού δώρου - bonus σε αυτήν ύψους 60.000 ευρώ, με συνέπεια η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για καταβολή του ποσού των 26.105 ευρώ για αποζημίωσή της και 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής βλάβης να είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσείουσα αυτοβούλως από το έτος 2006 μέχρι τον Ιούνιο-Ιούλιο του 2011 συνήπτε περιοδικά συμβάσεις με αντικείμενο την αγορά υπηρεσιών αισθητικής και καλλωπισμού προσώπου και σώματος, δεν στηρίζει αυτοτελώς την κρίση περί μη εξαπάτησης της αναιρεσείουσας κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων, καθόσον ναι μεν η κατά το παρελθόν κατάρτιση συμβάσεων με όμοιο περιεχόμενο δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να είναι προβληματική η μεταγενέστερη σύναψη ομοίου περιεχομένου άλλων συμβάσεων, πλην όμως εν προκειμένω το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του περί μη εξαπάτησης της αναιρεσείουσας στην προηγούμενη κατάρτιση επί σειρά ετών όμοιου περιεχομένου συμβάσεων, αναφέροντας ως επιχείρημα το γεγονός ότι αυτή είχε καταρτίσει προηγουμένως όμοιες συμβάσεις χωρίς να επικαλεσθεί ότι εξαπατήθηκε κατά το σχηματισμό της οικείας βούλησης περί κατάρτισης αυτών. Εξάλλου, οι περαιτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι αν οι αναιρεσίβλητες δεν προέβαιναν στις επικαλούμενες απατηλές δηλώσεις και υποσχέσεις τους δεν είχε κανένα λόγο να συγκεντρώσει αυτή το καταβληθέν ποσό των 26.150 ευρώ μέσω ιδιωτικού δανεισμού και δη εκ δανείων που έλαβε από συναδέλφους της στην Τράπεζα ............ καθώς και από προκαταβολή επτά (7) ετών από την εργασία της εν είδει δανείου, συνιστούν επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και συνεπώς δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, επειδή το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα αυτά. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση ασαφών, ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το περιεχόμενο της αγωγής της, ως προς την εξαπάτησή της από τους προστηθέντες υπαλλήλους των αναιρεσιβλήτων, αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα από αυτήν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από την ανωμοτί εξέτασή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία δεν αντικρούσθηκε από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της βασιμότητάς της αγωγής της και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την από 3-11-2016 ανωμοτί εξέταση της ιδίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχεται στα με αριθ. 1311/14.2.2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του άνω δικαστηρίου, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά και με κάθε λεπτομέρεια τα περιστατικά που συγκροτούν την εξαπάτησή της από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων, και την ανωμοτί εξέταση της ενάγουσας στο ακροατήριο, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εξαπατήσεώς της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω αποδεικτικό μέσο, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία περί αυτού του αποδεικτικού μέσου και κατά την έρευνα των επί μέρους ζητημάτων της υποθέσεως. Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2019 αίτηση της Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6264/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: