
Απόφαση 987 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 987/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Αριθμός 987/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο ...με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία με τις προτάσεις της δήλωσε ότι διορθώνει ορθογραφικά το επώνυμο από το εσφαλμένο "Μ." στο ορθό "Μ.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:132/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 2754/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 31-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 9-5-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6./9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν. της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί). Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27.6./9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ’ όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης),ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ’ όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 975/2008).
Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ’ ένσταση εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλλει δικό του δικαίωμα κυριότητας σε δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία, ενώ όταν ενάγει ο ιδιώτης το δημόσιο ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν τις 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν ανατρέπει αφ’ εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας (εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών), ώστε δεν αποτελεί ένσταση αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομή και είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του ΒΡΔ που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδιών ή βοσκοτόπων από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και τις 11.9.1915 (ΑΠ 1281/2002, ΑΠ 956/1990). Επομένως η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά τα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά τα δάση. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι γεωτεμάχιο έκτασης 187,67 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ... Αττικής εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου, και αντιστοιχεί σε τμήμα του γεωτεμαχίου που είναι καταχωρημένο στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου ... με ΚΑΕΚ ... έκτασης 239 τετρ. μέτρων. Το υπόψη ακίνητο αποτυπώνεται στο από Οκτωβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Ν., το οποίο επισυνάπτεται στο δικόγραφο της αγωγής, και κατ’ αυτό ορίζεται υπό τους αριθμούς ... και συνορεύει βόρεια επί πλευράς "3-7" μέτρων 16,10 με το με αριθμό … τμήμα ακινήτου του ιδίου διαγράμματος και πέραν αυτού με αγροτική οδό και επί πλευράς "... 1,47 μέτρων με αγροτική οδό, νότια επί πλευράς ... μέτρων. 17,08 με ιδιοκτησία Ι. Α., ανατολικά επί πλευράς ... μέτρων 11,40 με αγροτική οδό και δυτικά επί πλευράς ... μέτρων 10,38 με το υπ’ αριθ.1 τμήμα ακινήτου του ιδίου διαγράμματος. Το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα ως τμήμα αγροτεμαχίου ευρύτερης έκτασης 228 μ2 λόγω πώλησης από τον Λ. Μ. του Γ. με το υπ’ αριθ..../17-7-1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ι. Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο .... Ειδικότερα με το εν λόγω συμβόλαιο μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα λόγω πώλησης από τον Λ. Μ. του Γ. ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 228 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης. Το ακίνητο αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από μηνός Ιουλίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Μ., το οποίο προσαρτάται στο πιο πάνω συμβόλαιο και συνορεύει κατ’ αυτό ανατολικά επί πλευράς ... 11,40 μέτρων με αγροτική οδό, δυτικά επί πλευράς ... 11,40 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Α., βόρεια επί πλευράς ... 20 μέτρων με αγροτική οδό και νότια με ιδιοκτησία Δ. Χ.. Επίσης εμφαίνεται και στο από 13-2-1967 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Κ. Σ. που προσαρτάται στο υπ’ αριθ. .../29-4-1968 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου υπό τον ..., όπως αναφέρεται στο πιο πάνω υπ’ αριθ. .../17-7-1985 συμβόλαιο. Στον άμεσο δικαιοπάροχο του Λ. Μ. είχε μεταβιβαστεί κατά πλήρη κυριότητα με το υπ’ αριθ. .../31-7-1976 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου σε συνδυασμό, με την υπ’ αριθ. .../23-11-1977 πράξη εξόφλησης και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης της ιδίας συμβολαιογράφου, που έχουν μεταγραφεί στα ίδια ως άνω βιβλία στον τόμο ... και στον τόμο ..., αντίστοιχα, λόγω πώλησης από τους Ν. και Δ. Θ. του Σ.. Στους τελευταίους είχε μεταβιβαστεί κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν λόγω πώλησης από τον Κ. Α. θετό τέκνο του Δ. και Ε., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος στα ως άνω βιβλία στον τόμο ... υπ’ αριθ. .../27-5-1969 συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ως αγροτεμάχιο έκτασης 228 τετ. μέτρων, κείμενο στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... ... εμφαινόμενο στο προαναφερόμενο από 13-2-1967 τοπογραφικό διάγραμμα του Κ. Σ. υπό τον .... Στον δε Κ. Α. είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση 2.525 μ2, κατά μεν το τμήμα αυτής 1400 μ2, οριζόμενο ανατολικά με κληρονόμους Α. Α., δυτικά με Γ. Α., βόρεια με Δ. Κ. και νότια με δρόμο, από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 30-12-1965 θετού, πατρός του Δ. Ν. Α., την οποία αποδέχθηκε με την υπ’ αριθ. .../1966 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Β. Π., που έχει μεταγραφεί νόμιμα και κατά δε το τμήμα αυτής 1.125 μ2 πλάτους 12 μέτρων, οριζόμενο ανατολικά πρώην με Δ. Α. και ήδη με Δ. Ν. Α., δυτικά πρώην με Κ.Α. και ήδη με κληρονόμους Α. Κ.Α., βόρεια πρώην με Γ.Κ. και ήδη Π. Γ. και νότια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας πωλητή Γ. Α., λόγω αγοράς από τον Γ. Ν. Α., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο πιο πάνω τμήμα των 1.125 μ2, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, μεταβιβάστηκε με το υπ’ αρϊθ..../1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στον Κ. Α. θετό τέκνο Δ. λόγω πώλησης από τον Γ. Α. του Ν. ως αγρός κείμενος στη θέση "..." ... έκτασης 1.125 τετρ. μέτρων και πλάτους 12 μέτρων, οριζόμενος ανατολικά πρώην με Δ. Α. και ήδη με Δ. Ν. Α., δυτικά πρώην με Κ. Α. και ήδη με κληρονόμους Α. Κ. Α., βόρεια πρώην με Γ. Κ. και ήδη Π. Γ. και νότια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας πωλητή Γ. Α.. Στον δε δικαιοπάροχο του Γ. Α. είχε μεταβιβαστεί λόγω πώλησης από την Ε. σϋζ. Δ. Α. το γένος Σ. Σ., δυνάμει του υπ’ .../1929 αγοραπωλήτηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Λ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία στον τόμο ... και αναμεταγραφεί στον τόμο ..., στο οποίο το μεταβιβασθέν ακίνητο αναφέρεται ως έκτασης ενός στρέμματος περίπου, οριζόμενο ανατολικά με Δ. Α., δυτικά με Κ. Α., αρκτικώς (βόρεια) με Γ. Κ. και μεσημβρινώς (νότια) με Γ. Μ., κατά την πιο πάνω δε ακριβέστερη καταμέτρηση ήταν έκτασης 1.140 τετρ. μέτρων, όπως δηλώνεται και διευκρινίζεται στο πιο πάνω συμβόλαιο από τον Γ. Α. ο οποίος επισημειώνει ότι η διαφορά αυτή οφείλεται σε "προφανή παραδρομή". Τέλος, στην Ε. συζ. Δ. Α. είχε περιέλθει λόγω πώλησης άπό τους Δ. και Γ. Α. του Ν., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από καθέναν, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1918 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Π., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στους οποίους είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος τα τέλη του έτους 1915 πατρός τους Ν. Γ. Α., στην οποία υπεισήλθαν δι’ αναμείξεως με διάνοια κληρονόμου, κοινώς, αδιαιρέτως και κατ’ ισομοιρία καθένας. Στην κληρονομιά αυτή περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων κτημάτων κειμένων στην περιφέρεια του χωρίου ... Κρωπίας, και το επίδικο ως τμήμα αγρού εξ 11/2 στρέμματος στη θέση "..." συνορευόμενου ανατολικά με Σ. Σ., δυτικά με Χ. Φ. βόρεια-με Σ. Α. και νότια με Μ. Μ., ο δε αποβιώσας το νεμόταν από αμνημονεύτων χρόνων προ της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους ως καλλιεργήσιμο πεδινό αγρό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς, μέχρι το θάνατο του τα τέλη του έτους 1915. Επί της εκτάσεως αυτής δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο με το δικαίωμα του πολέμου, όπως αβάσιμα αυτό ισχυρίζεται, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του ελληνικού κράτους, στις 31.03.1833, κατ’ εφαρμογή της από 27.06/ 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και μετά από σχετικές συμφωνίες ελληνικών και τουρκικών αρχών, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις. Εξάλλου, μετά από την έκδοση από τον σουλτάνο Μαχμούντ Β’ του δωρητηρίου θεσπίσματος το έτος 1829, όπως αναφέρεται στην. προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε όλα τα ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν στην Αττική και κατέχονταν νόμιμα από έλληνες και Οθωμανούς, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (δηλαδή με τίτλους ‘ ταπί’ , ‘ χοτζετ’ ή ‘ βουγιουρδί’ ), κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκοκρατίας της Αθήνας, από 25-27.05.1827 έως 31.03.1833, άρχισαν να γίνονται σε ευρεία κλίμακα πωλήσεις ακινήτων της Αττικής από τούρκους και έλληνες σε άλλους έλληνες, αλλά και ξένους ιδιώτες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ιδιωτικών κτημάτων. Στα πλαίσια αυτά δημιουργήθηκε το πιο πάνω κτήμα, το οποίο, τελούσε υπό την κατοχή με διάνοια κυρίου του Ν. Α. μέχρι το θάνατό του τα τέλη του 1915, οπότε περιήλθε στην κατοχή των προαναφερομένων κληρονόμων του οι οποίοι υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν με διάνοια κληρονόμου, ο οποίος ωστόσο δεν διέθετε έστω και άκυρο τίτλο κατά το οθωμανικό δίκαιο. Έτσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των "περί της ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τριών πρωτοκόλλων (δηλαδή στις 03.02.1830, στις 16.06.1830 και στις 01.07.1833) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 09.07.1832), αλλά και στις 31.03.1833, οπότε και ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο ελληνικό κράτος, το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο στο πιο πάνω ευρύτερης έκτασης κτήμα, κατ’ αρχήν ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό δημόσιο και δυνάμει της πιο πάνω Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περιήλθε κατά κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο, αλλά κατεχόταν από τον Ν. Α.. Ο τελευταίος κατά τον πιο πάνω χρόνο της ενσωμάτωσης της Αττικής στο ελληνικό κράτος (31.03.1833) είχε στην κατοχή του το πιο πάνω κτήμα, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, συμπεριφερόμενος, ως κύριος και πιστεύοντας ότι του ανήκει, πίστη που διατήρησε και μετά την ενσωμάτωση της Αθήνας στο νέο ελληνικό κράτος στις 31.03.1833, θεωρώντας ότι έχει αποκτήσει την κυριότητά του, έχοντας και την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα άλλου. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εν λόγω κτήμα μέχρι το έτος 1836, αλλά και μεταγενέστερα, αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση, καθώς σε όλους τους τίτλους αναφέρεται ως αγρός, την ίδια δε αγροτική μορφή είχαν και τα όμορα ακίνητα, όπως κατέθεσε ο εξετασθείς μάρτυς και προκύπτει από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Την κρίση αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι στον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα της περιοχής ... απλώς αναφέρεται ότι σε αεροφωτογραφία του έτους 1937 φαίνεται ότι η ευρύτερη έκταση στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ήταν δασική, χωρίς όμως οποιαδήποτε αναφορά της μορφολογίας του εδάφους του επιδίκου, του είδους και της πυκνότητας της βλάστησης του, καθώς στις αεροφωτογραφίες των αμέσως επομένων ετών 1939 και 1945 το επίδικο εμφανίζεται ως μη δασική έκταση με αγροτική μορφή και χωρίς να σημειώνονται ίχνη εκχέρσωσης ή άλλης παρόμοιας ανθρώπινης παρέμβασης, ώστε να δικαιολογείται τυχόν προγενέστερη δασική μορφή του. Έτσι μετά την έκδοση του β.δ. της 17.11/29.11.1836 ‘ ‘ περί ιδιωτικών Ν. δασών’ ‘ , ο προαναφερόμενος δεν είχε την υποχρέωση να τηρήσει την επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευση του για να προσκομίσει στη γραμματεία των οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας του ή νόμιμης εξουσιάσεως στο κτήμα του, αφού δεν αποτελούσε δάσος ώστε συνεπεία της παράλειψης αυτής, δεν δημιουργήθηκε τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ’ αυτού ως δασοκτήματος, ούτε δε ανάλογο τεκμήριο δημιουργήθηκε από τις 30.11.1837, αφού δεν αποτελούσε ούτε λιβάδι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο. Ο προαναφερόμενος Ν. Α. ουδέποτε έπαυσε από τις 31.03.1833, οπότε ενσωματώθηκε η Αττική στο ελληνικό κράτος και στη συνέχεια, αρχικά μέχρι και τις 30.11.1837 και ακολούθως, μέχρι και τις 11.09.1915 και το θάνατο του στο τέλος του 1915, να κατέχει και να νέμεται ανεπίληπτα την πιο πάνω έκταση (και ανεξαρτήτως της μορφολογίας της), με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτής και ότι δεν παραβιάζει τα δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά του. Οι προμνημονευόμενοι αρχικός ιδιοκτήτης της πιο πάνω έκτασης-αγρού και όλοι οι αναφερόμενοι διάδοχοι του κατείχαν και νέμονταν το πιο πάνω ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και κληρονομική διαδοχή, σύμφωνα με το β.ρ.δ. που ίσχυε στην Αττική από 23.02.1835 και μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. στις 23.02.1946, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις, έχοντας μέχρι την εισαγωγή του A.K. (23.02.1946) την πεποίθηση ότι, νεμόμενοι το κτήμα, δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο άνω ακίνητο και το επίδικο. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη αυτή έκταση αποτελείτο από καλλιεργήσιμο πεδινό αγρό, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, τον οποίο καλλιεργούσαν, επισκέπτονταν το επέβλεπαν ως δικό τους καν προέβαιναν σε οριοθέτησή του, μετά δε την ένταξη της όμορης με το επίδικο περιοχής στο σχέδιο πόλεως, οπότε αυτό κατέστη αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στο όριο του σχεδίου πόλης, έπαυσαν να το καλλιεργούν, αλλά το επέβλεπαν, το οριοθετούσαν και το προστάτευαν από ενέργειες τρίτων.
Συνεπώς, ο Ν. Α. έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.9.1915, κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ., αφού με βάση αυτό ήταν δυνατή η χρησικτησία και επί δημοσίων κτημάτων ανεξαρτήτως της μορφολογίας τους. Η κυριότητα του προαναφερομένου και των λοιπών εμμέσων και αμέσου δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επί του επιδίκου, που θεμελιώθηκε κατά τα άνω στην έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε στις 11.09.1915, η οποία μεταβιβάστηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και τελικώς στον ίδιο, με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά αναφέρθηκαν, δεν ανατράπηκε μετά τις 11.09.1915, με άσκηση καλόπιστης νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 30 έτη, ώστε να καταστεί αυτό κύριο του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ίδιο προϊσχύσαν β.ρ.δ. ή μεταγενέστερα - από 23.02.1946, με άσκηση νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 20 έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ. Το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο άνω. κτήμα και (επομένως και στο επίδικο ακίνητο), ούτε όχλησε καθοιονδήποτε τρόπο τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και τον τελευταίο. Αντιθέτως, πάντοτε θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση το επίδικο ακίνητο, που δεν ήταν ποτέ δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη πεδινή έκταση (αγρός), αρχικά, και στη συνέχεια, μετά την ένταξή της όμορης περιοχής στον οικιστικό τομέα, αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στο όριο του σχεδίου πόλεως. Επίσης, ουδέποτε κατέστη καθ’ οιονδήποτε τρόπο αδέσποτο το επίδικο ακίνητο και αδέσποτη η ευρύτερη έκταση, ώστε να περιέλθουν εν συνεχεία στο Δημόσιο. Το τελευταίο άρχισε να αμφισβητεί τον ιδιωτικό χαρακτήρα της έκτασης, χωρίς ωστόσο να. ασκήσει συγκεκριμένες πράξεις νομής επ’ αυτής, μόλις το έτος 1985, οπότε το επίδικο περιελήφθη στον προσωρινό κτηματικό χάρτη, και πίνακα του ... ως δημόσια έκταση.
Συνεπώς, και εφόσον αποδείχθηκε ότι από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως τις 11.09.1915, δηλαδή συνεχώς και για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, νεμήθηκε το επίδικο με διάνοια κυρίου και με ανεπίληπτη καλή πίστη, ο προμνημονευόμενος έμμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, ενώ ποτέ δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αντιθέτως τον θεωρούσε ως κύριο της ευρύτερης έκτασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία της (αν δηλαδή αυτή ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι το 1833-1834 ή, όπως το επίδικο τμήμα της, καλλιεργήσιμος αγρός) έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ. (άρθρο 51 ΕισΝ Α.Κ.). Η κυριότητα του ενάγοντος και των εμμέσων δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου, που θεμελιώθηκε κατά τα άνω στην έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε στις 11.09.1915, μεταβιβάστηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους του ενάγοντός και τελικώς στον ίδιο, με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά αναφέρθηκαν. Εξάλλου, αποδείχθηκε ό χαρακτήρας του επιδίκου ακινήτου ως αγροτεμαχίου μετά την ένταξη της όμορης περιοχής στο σχέδιο πόλεως και έως τότε ως καλλιεργήσιμου πεδινού αγρού που ανήκε σε ευρύτερο πεδινό καλλιεργήσιμο αγρόκτημα, αντίστοιχη δε είναι και ή φύση των ακινήτων με τα οποία συνορεύει, η κυριότητα των οποίων ανήκει σε ιδιώτες και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το Δημόσιο. Τέλος, σημειώνεται ότι η κυριότητα του ενάγοντος για το τμήμα των 12 μ2 που περιλαμβάνεται στην πιο πάνω περιγραφόμενη ευρύτερη έκταση των 226,50 τετρ. μέτρων, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το Δημόσιο και το τμήμα αυτό, το οποίο εφέρετο στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως αγνώστου ιδιοκτήτη καταχωρίσθηκε στο όνομα του ενάγοντος ως κτηθέν από αυτόν δυνάμει του προαναφερθέντος υπ’ αριθ. .../17-7-1985 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Εν όψει των γεγονότων που αποδείχθηκαν, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εφεσιβλήτου-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης έκτασης, διότι αυτή καταλήφθηκε με τα όπλα και δημεύτηκε από αυτό πριν από το έτος 1830, κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία από τον τουρκικό ζυγό ή διότι η έκταση αυτή περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω διαδοχής του οθωμανικού δημοσίου σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ‘ ‘ περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος’ ‘ του έτους 1832 και τα από 06.06.1830 και 07.07.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, καθόσον αυτό ήταν δάσος κατά το έτος 1836 και δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το β.δ. της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους ή διότι ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος τα έτη 1833-1834, για την επικαρπία του οποίου κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο ‘ ταπί’ , το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία ή διότι το επίδικο καταλήφθηκε πριν από το έτος 1837, ως αδέσποτο ή διότι κατά το έτος αυτό ήταν αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο με βούληση κυρίου, ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, αφού, η με βάση τα πιο πάνω τεκμήρια και κατά το χρόνο εκείνο κυριότητα του-ελληνικού δημοσίου καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία του Ν. Α., που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.09.1915, όπως ιστορεί με την αγωγή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του από το εναγόμενο, και έκτοτε, από τις 11.09.1915, ανήκεστην κυριότητά του και μεταβιβάστηκε νομοτύπως στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και τελικώς στον ίδιο, η οποία δεν ανατράπηκε (καταλύθηκε) από το Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι ο ενάγων - εκκαλών έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου παραγώγως και, σε κάθε περίπτωση, και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η περιοχή του Δήμου ... Αττικής στην περιφέρεια της οποίας βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, και με την με αριθ. ...-4-2006 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) (ΦΕΚ 527/Β/27-4-2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης . τού κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 27-04-2006, Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... το παραπάνω αγροτεμάχιο καταχωρήθηκε στον ΚΑΕΚ ... γεωτεμαχίου εμβαδού 239 μ2 με ιδιοκτήτη εσφαλμένως το Ελληνικό Δημόσιο. Ο ενάγων κατά την αρχική εγγραφή από παραδρομή δεν υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με το ν.2308/1995. Επομένως, αφού αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος επί του πιο πάνω ακινήτου κτηθείσα παραγώγως με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, κρινόμενη αγωγή είναι ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να αναγνωρισθεί η κυριότητα του επί του επιδίκου αγροτεμαχίου και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να γίνει η σχετική καταχώριση σ’ αυτά και να καταχωριστεί ο ενάγων αποκλειστικός κύριος του επιδίκου-αγροτεμαχίου-γεωτεμαχίου, αντί της εσφαλμένης εγγραφής κατά την οποία κύριος αυτού φέρεται το. εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο εμβαδού 187,67τ.μ.), που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... Αττικής και εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης αυτού, αντιστοιχεί σε τμήμα γεωτεμαχίου 239 τ.μ., το οποίο έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ ... στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του κτηματολογικού γραφείου .... Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου εμβαδού 228 τ.μ., από τον Λ. Μ., δυνάμει του .../1985 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ι. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στον δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου το εν λόγω ακίνητο (των 228τ.μ.) είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα το έτος 1976, επίσης, με νόμιμα μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από τους Ν. και Δ. Θ., στους οποίους αυτό είχε μεταβιβαστεί, κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, λόγω πώλησης από τον Κ. Α. το έτος 1969. Ότι στην κυριότητα του τελευταίου το ακίνητο αυτό (των 228τ.μ.) είχε περιέλθει σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση 2.525τ.μ., αφενός από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1965 θετού πατέρα του Δ. Α. που αποδέχθηκε νόμιμα, κατά το τμήμα των 1400τ.μ. της πιο πάνω έκτασης των 2525τ.μ., και αφετέρου με αγορά από τον Γ. Α. το έτος 1965, κατά το τμήμα των 1125τ.μ. της προαναφερόμενης έκτασης. Ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο τμήμα των 1125τ.μ., το οποίο είχε προηγουμένως περιέλθει στην κυριότητα του Γ. Α., λόγω πώλησης το έτος 1929, από την Ε. Α., στην κυριότητα της οποίας αυτό είχε περιέλθει, λόγω πώλησης το έτος 1918, από τους Δ. και Γ. Α.. Ότι στους τελευταίους το ίδιο ακίνητο είχε περιέλθει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομιά του αποβιώσαντος στα τέλη του έτους 1915 πατέρα τους Ν. Α., στην οποία υπεισήλθαν με ανάμειξη και διάνοια κληρονόμου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό ο καθένας. Ότι ο Ν. Α. νεμόταν το ακίνητο αυτό από αμνημονεύτων χρόνων, πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, ως καλλιεργήσιμο πεδινό αγρό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς μέχρι το θάνατο του, στα τέλη του έτους 1915. Ότι το αναιρεσείον δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με το δικαίωμα πολέμου, εφόσον η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του ελληνικού κράτους στις 31/3/1833, κατ’ εφαρμογή της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως. Ότι το κτήμα αυτό που προήλθε από αγοραπωλησίες ακινήτων της Αττικής μεταξύ Τούρκων, Ελλήνων και ξένων κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκοκρατίας της Αθήνας, τα έτη 1827-1833, μετά την έκδοση από τον Σουλτάνο Μαχμούντ Β’ του δωρητηρίου θεσπίσματος του έτους 1829, βρισκόταν συνεχώς στην κατοχή του Ν. Α. με διάνοια κυρίου, μέχρι το θάνατο του. Ότι ο Ν. Α.ς, αν και δεν διέθετε τίτλο, έστω και άκυρο, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, έχοντας όμως κατά το χρόνο ενσωμάτωσης της Αθήνας στο νέο ελληνικό κράτος (31.3.1833) στην κατοχή του το παραπάνω κτήμα και πιστεύοντας ότι του ανήκει, το νεμόταν έκτοτε μέχρι τις 30/11/1837 και ακολούθως μέχρι τις 11/9/1915 και το θάνατο του, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτού και ότι δεν παραβιάζει δικαιώματα άλλων. Ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι διάδοχοι του κατείχαν και νέμονταν το πιο πάνω ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη σύμφωνα με το ΒΡΔ που ίσχυε στην Αττική από τις 23/2/1835 και μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ στις 23/2/1946. Ότι αυτοί, ειδικότερα, το καλλιεργούσαν, το επισκέπτονταν, το επέβλεπαν ως δικό τους, προέβαιναν σε οριοθέτησή του και μετά την ένταξη της όμορης με αυτό ιδιοκτησίας στο σχέδιο πόλεως, οπότε το επίδικο κατέστη αγροτεμάχιο, έπαυσαν να το καλλιεργούν, αλλά εξακολούθησαν να το επιβλέπουν, να το οριοθετούν και να το προστατεύουν από τις ενέργειες τρίτων. Ότι με τον τρόπο αυτό ο Ν. Α. έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε στις 11/9/1915, και έτσι οι λοιποί δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, αλλά και ο ίδιος απέκτησαν την κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου με τον περιγραφόμενο στην απόφαση παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο. Ότι αντίθετα το Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε από ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα ούτε αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη έκταση, μέσα στην οποία βρίσκεται το επίδικο, μέχρι το έτος 1836 αλλά και μεταγενέστερα, αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση, ούτε ότι ήταν λιβάδι ή αδέσποτο, αλλά ότι αποτελούσε τμήμα του ευρύτερου πεδινού καλλιεργήσιμου αγροκτήματος, ενώ ο απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου δεν είχε υποχρέωση να τηρήσει την προβλεπόμενη από το β.δ. της 17.11/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" διαδικασία. Επίσης ότι δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τόσο κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ όσο και του ΑΚ, αλλά αντίθετα πάντοτε το θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση, το χαρακτήρα της οποίας άρχισε να αμφισβητεί μόλις το έτος 1985, όταν το επίδικο, περιλήφθηκε στον προσωρινό κτηματικό χάρτη και πίνακα του Δήμου ... ως δημόσια έκταση. Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης το επίδικο αγροτεμάχιο καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως τμήμα γεωτεμαχίου εμβαδού 239τ.μ., με τον ΚΑΕΚ που αναφέρθηκε παραπάνω, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ αποδείχθηκε ότι η κυριότητα αυτού έχει περιέλθει στον αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο, με βάση το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνώρισε αυτόν κύριο του επίδικου αγροτεμαχίου/γεωτεμαχίου, και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 1,2,3 του β.δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και των άρθρων 1,2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος, λιβάδι, βοσκότοπος ή ως αδέσποτο και ότι η εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο ..., με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παραβίασε τις διατάξεις του ΒΡΔ και δεν διέλαβε σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την κτήση κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το ΒΡΔ, ως προς "το τμήμα των 1125τ.μ. και το τμήμα των 1400τ.μ. και τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων του β.δ. της 17.11/29.11.1836 περί ιδιωτικών δασών για τη θεμελίωση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου" β) δεν διέλαβε επαρκή αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ποια είναι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία δέχθηκε την ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστης στα πρόσωπα του Ν. Α. και των καθολικών διαδόχων του, καθώς και ως προς το ποια είναι η φύση του επίδικου ακινήτου και γ) χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως δάσους, είναι επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα ως προς την υπό στοιχείο (α) αιτίαση, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο περιγραφόμενο τμήμα των 1125 τ.μ. που αποτελεί επίσης τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 2525τ.μ., ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου νεμήθηκε το τμήμα αυτό (των 1125τ.μ.),ως καλλιεργήσιμο πεδινό αγρό, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ μέχρι το θάνατο του, στα τέλη του έτους 1915, και ότι το εν λόγω ακίνητο δεν αποτελούσε δάσος ούτε ήταν δασική έκταση, λιβάδι, βοσκότοπος ή αδέσποτο ώστε να μπορεί να θεμελιωθούν επ’ αυτού τα τεκμήρια κυριότητας υπέρ του αναιρεσείοντος, ως προς δε την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε προκύπτουν σαφώς τόσο τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην αποδεικτική κρίση για τη συνδρομή της καλής πίστης στα προαναφερόμενα πρόσωπα, όσο και για τη φύση του επίδικου ακινήτου, αρχικά ως καλλιεργήσιμης πεδινής έκτασης (αγρού) και στη συνέχεια ως αγροτεμαχίου που βρίσκεται στο όριο του σχεδίου πόλεως και, τέλος, ως προς την υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, διότι το Εφετείο με σαφή αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο ακίνητο είναι δάσος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1997). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου που επικαλείται το αναιρεσείον) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί έλλειψης καλής πίστης των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης που προεκτέθηκε, αλλά αρνητικό ισχυρισμό κατά της ιστορικής βάσης της αγωγής που στηρίζεται στην κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, όπως προκύπτει από τις αντίθετες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την ύπαρξη καλής πίστης των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/3/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2754/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου